Σύνθεση


Πρόλογος

Το μοιρολόι το χιλιοτραγουδισμένο (από εμένα) ξανάπιασα

Μα πριν προλάβω καν στην μέση να φτάσω

Ένα κυματοειδές βογκητό με διέκοψε

 

Ερχόταν βαθιά από μέσα μου

Αλλά δεν μου ήταν γνωστό

Ήταν κάτι φρέσκο και ρωμαλέο

 

Μ’ έπιασε απροετοίμαστο

Με ρούφηξε ως το μεδούλι

Και με ξέβρασε κομματιασμένο

 

«Κοίτα να δεις», είπα

«Πάνω που είχα αρχίσει να πιστεύω πως είχα ελλιμενιστεί

Εκεί όπου η νηνεμία της απάθειας, θα με κρατούσε αιωνίως καθηλωμένο»…

 

Κι έτσι ξεκίνησα να γράφω αυτό το ποίημα

Με στόχο να συνθέσω (κι όχι να επανασυγκολλήσω)

Τον (και τυπικώς, πλέον) διαμελισμένο εαυτό μου

 

ΜΕΡΟΣ Α: ΚΑΘΟΔΟΣ (ΣΥΝ)

1. Εφτά παρά εικοσιπέντε

 

Φως

Φυσικό κι αισθητό

Κι η ημέρα ξεκινάει

 

Δεν έχει ξυπνήσει η Μαμά

Δεν έχει ξυπνήσει ο Μπαμπάς

Που σημαίνει: προλαβαίνω να ονειρευτώ (σ)το μεταίχμιο

 

Με τα μάτια ανοιχτά

Οι σκιές ζωντανεύουν

Δηλαδή αργοπεθαίνουν

 

Όλα τώρα μου υπόσχονται κάτι

Αρκεί να τους διαθέσω λίγο απ’ τον χρόνο μου

Λίγο απ’ το μυαλό και την καρδιά μου

 

Το μονοπάτι αμφιταλαντεύεται καθώς ξεκινάω να το περπατάω

Αγγίζω το πρόσωπό μου

Φαντάζει παράξενο μες στην αγνότητα και αυθυπαρξία του

 

«Ωραία που είναι να είσαι όρθιος, άλλη μια μέρα»

«Ωραία που είναι να ζεις, άλλη μια μέρα»

Η φευγαλέα αλήθεια των χρηστομαθειών με τρομάζει λίγο

 

Ήσυχα, μετά, το καθήκον με καλεί

Καθαρίζω και συσπειρώνω, σώμα και μυαλό

Και παρατάσσομαι στην αφετηρία

 

Εφτά παρά εικοσιπέντε

 

2.Πώς πλάθεσαι

 

Δεν αρκεί να ξέρεις ότι αποτελείσαι από χάος

Χρειάζεται να βαπτιστείς μέσα του

Και για να βαπτιστείς, μέσα του ολόκληρος πρέπει να βυθιστείς

 

Ιδού πως γίνεσαι άνθρωπος

Ξεχνώντας ότι είσαι θεός

Ξεχνώντας γενικώς

 

Φαντάζεσαι ότι προεκτείνεις το εστιακό σου σημείο στο άπειρο

Φαντάζεσαι ότι έχεις εστιακό σημείο

Φαντάζεσαι ότι (κι ό, τι) φαντάζεσαι

 

Με χάρακα, διαβήτη και μοιρογνωμόνιο

Παλεύεις στην πλαστελίνη να δώσεις σχήμα

Κι η πλαστελίνη γίνεται ο πρώτος σύνθετος αριθμός

 

Τρία ίσον δύο και ένα

Τρία ίσον ένα κι ένα κι ένα ίσον τρία επί ένα ίσον τρία διά ένα ίσον τρία μείον μηδέν

Η ανισότητα είναι θέμα ποσοτικό

 

Κουρδίζονται τα όργανα της ανύπαρκτης ορχήστρας – κι ακούς

Οι μαύροι κύκλοι στεριώνουν το φως – και βλέπεις

Η ομοιότητα είναι θέμα ποιοτικό

 

Ονόματα ψηλαφείς, θραύσματα ιλίγγων ανιχνεύεις

Ενστικτωδώς χτίζεις την τέλεια μορφή

Τότε σε κεραυνοβολεί το πρώτο άγγιγμα του Άλλου

 

Δεν είσαι μόνος – άρα είσαι υπόλογος

Όπως είναι κι ο Άλλος – είστε υπό τον Λόγο

Κι ο Λόγος είναι η (υπερ)χορδή που σας ενώνει και σας χωρίζει

 

Πληγώνεσαι και το πρώτο αίμα κυλάει στο αυλάκι

Και σε πορεία ανάδρομη ρέει προς την πηγή

Που τη λένε Αλήθεια, που τη λένε Α-λή-θεια

 

Πολλαπλασιάζεσαι με ρυθμούς καταιγιστικούς

Κι ο κάθε καινούριος εαυτός διαφέρει από τον προηγούμενο

Όσο ο Άλλος διαφέρει από εσένα

 

Κι έτσι πριν καλά καλά το καταλάβεις

Κρατάς στα χέρια σου έναν κόσμο

Απ’ τον οποίο περισσεύεις

 

Και περισσεύεις επειδή διάλεξες να υπάρχεις

Περισσεύεις γιατί αν χωρούσες εξαρχής

Θα ήσουν άρτιος, απέριττος κι άρα αδιάφορος

 

Διαλέγεις πανοπλία, διαλέγεις όπλα

Πετάς ό, τι σε βαραίνει

Ορκίζεσαι στον άγνωστο θεό σου και παρουσιάζεσαι ενώπιον του λαού του

 

Ύστερα για δεύτερη φορά ξεχνάς τα πάντα

Γίνεσαι κριός πολιορκητικός

Και την λαστιχένια πύλη θρυμματίζεις θριαμβευτικά, με το πρώτο γράμμα της αλφαβήτας

 

3. Μαμά

 

Παραφορά η μυρωδιά της

Περιφορά η αγκαλιά της

Καταλύτης του περισσότερου τα φιλιά της

 

Η αγάπη της δεν ορίζεται

Η αγάπη της δεν χαλιναγωγείται

Η αγάπη της […]

 

Μια φορά μόνο σ’ ελευθερώνει και συνθλίβεται

Από κει κι έπειτα, χαρακωμένη πίσω σε καλεί

Στην πηγή, στο κέντρο, στο άδυτο των αδύτων

 

Με βλέμμα παντεποπτικό και στοργικό σε κοιτάει

Καθώς τυραννιέσαι, μέσα στο κελί της εκάστοτε αυταπάτης σου

Και μέσω εικονικού πνιγμού σου ακυρώνει πλαστά κι αληθινά διλήμματα και σε λυτρώνει

 

Άπειρα τα προσωνύμιά της – όλα βαθιά και βαριά

Διεκδικούν την μερίδα του λέοντος της κάθε εμπειρίας σου

Αν τα συλλάβεις, έχει γίνει η ζημιά – ασχέτως του αν θα τα δεχτείς ή όχι

 

Όχι μάνα, ούτε μανούλα, ούτε μητέρα, αλλά μαμά

Κι ας σε ταΐζει με το στανιό γάλα, μέλι και μουρουνέλαιο

Κι ας σε φροντίζει ακαταπαύστως μέχρι (του όποιου) τέλους

 

«Μ’ αγαπάει», λες και γεμίζει το στόμα σου, «εμένα αγαπάει»

«Αγαπάει» κι «εμένα» δυο λέξεις που έχουν μόνο απόλυτη (άρα ποτέ αρνητική) τιμή

Στο αύταρκες οικοσύστημα της

 

Κι όλο της ξεγλιστράς κι όλο γυρνάς με λαχτάρα πίσω

Για μια ακόμα αγκαλιά, ένα ακόμα χάδι, μια ακόμα ευχή της

Ένα ακόμη βύθισμα στην απόγνωση του ανεπιστρεπτί

 

Μια μέρα καθώς περιηγείσαι σε ανθοστόλιστους κήπους εξωτικών παλατιών

Η δεσποτική της φωνή σε μαγκώνει σαν αρπάγη

Και σε απονευρώνει τη στιγμή που τους καρπούς του δέντρου της σοφίας ετοιμαζόσουν να δρέψεις

 

Κι όσο μιλάω γι’ αυτή τόσο αγκομαχάω και στεγνώνω

Γιατί από μέσα μου βγαίνει, αδειάζοντας τα σωθικά μου, με τον πιο επείγοντα τρόπο

«Γιε μου, μη με σκοτώνεις!», σπαράζει

 

Ο θάνατος είναι η μόνη αληθινή αλλαγή

Και το ξέρει ότι το ξέρω

Αλλά ποντάρει στην αμφιβολία ως προς τα ελατήριά μου

 

Γίνεται σφίγγα και με ρωτάει:

«Άλλος κανείς, εξόν της μαμάς, μπορεί να σε προφυλάξει»;

Απαντώ: «Κανείς, μαμά»

 

Τότε τρέχω μακριά της – κι εκείνη γεννάει δράκους και τους ξαμολά στο κατόπι μου

Φοράω την πυρίμαχη πανοπλία μου κι αντιστέκομαι, αντεπιτίθεμαι και θριαμβεύω

Τα δάκρυα στα μάτια της μου διαβρώνουν την ψυχή

 

Κατανοώ ποια είναι η υπέρτατη δοκιμασία

Ισορροπώ μεταξύ του να μην την προδώσω και να μην, απ’ τη λατρεία μου για εκείνη, προδοθώ

Συντετριμμένος και πανευτυχής, την φιλώ και την αποχαιρετώ

 

Έτσι, στο τέλος οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί:

Μαμά, θα σε εγκυμονώ για όλη μου τη ζωή

Μαμά, θα σε γεννάω την κάθε στιγμή

 

4. Το πέταγμα

 

Κι έρχεται, λοιπόν, κάποτε η ώρα της απόφασης

Να προχωρήσω ή να οπισθοχωρήσω;

(Διότι η στάση, ως γνωστόν από αμνημονεύτων ετών, αποτελεί φενάκη και, χα, ουτοπία)

 

Κι υποτίθεται ότι πρέπει να κάτσεις και να ζυγίσεις, λέει, τα πράγματα

Κριτήρια αξιολόγησης και βαθμονόμησης να θεσπίσεις

Κι αφού αμερόληπτα τη μερικότητά σου οριοθετήσεις, κατόπιν ν’ αποφανθείς

 

Μα τι να ζυγίσεις και τι να μετρήσεις και για ποιον ν’ αποφανθείς

Που είσαι, βία, τριών χρονών – δηλαδή, για να τα λέμε όπως έχουν:

Που είμαι ακόμα λίγο απ’ όλα με δίχως τίποτα

 

Κι έτσι, παρεμπιπτόντως και με μια έκλαμψη, ίσως γίνεται κατανοητό

Γιατί είναι λάθος τα συγγράμματα να ξεκινούν με ορισμούς – όπως στον Παλιό Κόσμο

Γιατί είναι λάθος τα εγχειρίδια να ξεκινούν με μελέτες περίπτωσης – όπως στον Νέο Κόσμο

 

Παραμύθι, μωρέ, είναι, λέει ο παππούς, παραμύθι κι άραγε

Μια φορά κι έναν καιρό, πάντοτε η επίκληση θα’ ναι

Και ταπεινά τα ελατήρια στην αρχή – βλ. το κουκί και το ρεβίθι

 

Συνεπώς ή θα αφηγείσαι – κι όταν είσαι μέρος αφήγησης άλλου, πάλι αφηγείσαι – μην αυταπατάσαι

Ή θα αποχωρήσεις και θα τεθείς εκτός χρόνου

Κι επιλέγω: το εδώ και το τώρα

 

Κι η ζωή αρχίζει να σημαίνει – διακριτές τολύπες ομίχλης που ξεφεύγουν από τη γενική θολούρα

Η μακαριότητα παραχωρεί τη θέση της στην ανταποδοτικότητα

Και πλέον για να πετάξεις πρέπει πρώτα ν’ αγοράσεις φτερά

 

(Κι αν όλα αυτά διδακτικά πολύ σας ακούγονται

Δεν έχετε άδικο – αλλά μην ξεχνάτε

Οποτεδήποτε δεν ζεις, είτε θα διδάσκεις είτε θα σκοτώνεις)

 

Χτίζω, λοιπόν, από κάτω προς τα πάνω

Υπακούω σε κανόνες εξωτερικής κι εσωτερικής προέλευσης

Ετεροαφαιρούμενος αυτοπροσδιορίζομαι

 

Και άνευ φοράς, Τσικλιτηροειδώς, τινάζομαι

Χωρίς να έχω, ακόμα, ιδέα περί πεπρωμένου

Πήδημα, αιώρηση ή υπερατλαντική πτήση;

 

Αλλά στην πράξη, η μόνη ανάμνηση πριν την βαλβίδα εκτόξευσης

Είναι μια σταγόνα βροχής που στρογγυλοκάθεται στη μύτη μου

Ένα βροχερό Οκτωβριανό πρωινό

 

5. Δεν θέλω

 

Δεν θέλω μόνος να μείνω

Όχι ακόμα, όχι ακόμα, όχι ακόμα

Μη μ’ αφήνετε στη σιωπή, μιλήστε μου, Εκείνοι, μιλήστε μου, Αυτοί

 

Δεν θέλω να βουτήξω τη γλώσσα μου στο ιριδίζον μέταλλο του διαλεκτικού καθρέφτη

Αλλά ατόφιος, ανεύθυνος, άβουλος, άπατρις, αμνήμων

Να μείνω ως το τέλος που δεν θα ερχόταν ποτέ

 

Δεν θέλω τα κορίτσια

Με κάνουν να κυνηγώ τις δυο μεγαλύτερες χίμαιρες

Να είμαι πρώτος, να είμαι τελευταίος

 

Δεν θέλω τον άνεμο

Που με καλεί με είκοσι τρία ονόματα

Που με το ζόρι με μπερδεύει με το Άλλο

 

Δεν θέλω την παγωνιά του έξω

Που θα κρεμάει μια κλεψύδρα πάνω απ’ ότι οικειοθελώς θα δοκιμάζω

Που θα εκφράζει τη νοσταλγία μου με όρους αρμονικής προόδου

 

Δεν θέλω τον ιδρώτα, ρε γαμώτο

Δεν θέλω να τρώω πριν πεινάω

Δεν θέλω να κοιμάμαι για να ξυπνάω

 

Δεν θέλω να μην μπορώ να θέλω

Να παζαρεύω τον εαυτό μου – γιατί;

Για να θυμάμαι ότι τελώ υπό διαρκή αίρεση

 

Δεν θέλω να επαναστατήσω

Χρώματα υπάρχουν μπόλικα

Και δεν χορταίνει με τίποτα η θλίψη του ορίζοντα

 

Δεν θέλω να φοβάμαι

Να με αρπάζει κάθε πρωί ως άλλη Περσεφόνη

Η τρέλα από την φαντασία

 

Δεν θέλω τις ισημερίες και τα ηλιοστάσια

Δεν θέλω το φως και το σκοτάδι

Δεν θέλω το μυαλό και την καρδιά

 

Δεν θέλω να αισθάνομαι

Δεν θέλω να σκέφτομαι

Δεν θέλω να με αγγίζουν

 

Ζώστηκα μια αρμαθιά από αντικλείδια

Γιατί δεν θέλω να προλάβω να ζήσω

Δεν θέλω να τραγουδήσω και ν’ αρρωστήσω

 

Και φώναζα «δεν θέλω» και «δεν θέλω»

Ξεχνώντας πολύ βολικά

Ότι, θέλω δεν θέλω, δεν υπάρχει δεν θέλω δίχως θέλω

 

6. Μαρία

 

Μα ποιός διάολος σου είπε να ερωτευτείς από τώρα;

Άδεια κι άγραφη η ψυχή, άγουρο κι ασαφές το κορμί

Αλλά όπως και να’ χει η Μαρία θα σε ζωγραφίσει

 

Στο μπλοκ ιχνογραφίας γεμίζεις χρώματα

Και μεθάς με τα τρία βασικά αρώματα της μέρας της που γίνεται και δική σου

Εαρινή ισημερία – για πρωινό / ορεκτικό, Πρωτομαγιά – για γεύμα / κυρίως πιάτο, Θερινό Ηλιοστάσιο για δείπνο / επιδόρπιο

 

Έτσι – μεθοδικά, κλιμακωτά, μοιραία και συνολικά

Σε εξοπλίζει η Μαρία

Τώρα, από πάντα και για πάντα

 

Το σώμα βγάζει φτερούγες

Η έμπνευση σου κουνάει το μαντήλι

(Παραδόξως, η Μαρία δεν έχει μη)

 

Ακόμα δεν ξέρεις να σκέφτεσαι και να γράφεις

Σου ζητούν, όμως, να εκφράσεις το ανείπωτο

Άτιμη Μαρία, διαρκές έγκλημα, καμία τιμωρία

 

Εσείς το λέτε κοινοτοπία

Ό, τι μου συμβαίνει με τη Μαρία

Εγώ δεν το λέω, μην το μαγαρίσω

 

Στο χορό της αποφοίτησης του νηπιαγωγείου

Η Μαρία θα τραγουδήσει καθιστή

Με τα χέρια στα γόνατα

 

Ενώ εγώ θα κάνω πρόβα

Για το υπόλοιπο της ζωής μου

Παριστάνοντας πως δεν είμαι εγώ

 

7. Ονειρεύομαι

 

Γρήγορα κι αργά κυλάει η πρώτη νύχτα παρέα με τον εαυτό σου

Όταν τα μάτια σου κλείνουν, οι σκέψεις σου γίνονται φωνές

Φωνές Εκείνων, φωνές των Άλλων

 

Εκείνοι μιλάνε σαν προτομές σαλεμένων ηρώων στο μισοσκόταδο

Οι Άλλοι ακούνε κι επεμβαίνουν σιωπηλά όποτε χρειάζεται

Για να μην παρασυρθείς και ξεχάσεις πως είσαι μόνος

 

Το όνειρο είναι η επιστροφή κι ο τρόμος της συνειδητοποίησης της αδυναμίας επιστροφής

Την ίδια στιγμή μπορείς και δεν μπορείς, θέλεις και δεν θέλεις, ζεις και δεν ζεις

Τουλάχιστον κανείς δε νοιάζεται, όχι;

 

Και γαντζώνονται τώρα πάνω σου όλα

Τα αεικίνητα μαύρα σημάδια σου

Δικά σου είναι κι ας μην τα αγαπάς

 

Η χώρα όπου βρίσκεσαι

Έχει νερό που δεν πίνεται, μουσική που δεν ακούγεται, φιλιά που δεν νιώθονται

Δεν έχει όμως δικό της γραφικό χαρακτήρα

 

Ονειρεύομαι

Κι όλα τ’ αστέρια με προδίδουν

Όχι από ζήλια μα από συμπόνια

 

Και ποιός μου ζήτησε το παραμικρό;

Ούτε Εκείνοι, ούτε οι Άλλοι, ούτε κι εσύ

Επιτέλους, δεν δικαιούμαι να περιμένω τίποτα

 

Αλλά δεν είναι καιρός να καταλάβω τον κόσμο μας

Γιατί είμαι αθώος που είμαι ένοχος που είμαι αθώος

Γιατί ονειρεύομαι

 

8. Λέξεις κι αριθμοί

 

Πόσο μου αρέσει να γεμίζω το στόμα μου με λέξεις

Αφαία, Ανεμώνη, Αράχνη

Βίσωνας, Βόστρυχος, Βωμός

 

Αλλά μόλις ανακάλυψα (και μ’ ανακάλυψε) και το κομπιουτεράκι

Κι έτσι οι λέξεις απέκτησαν ανταγωνισμό

Τερατωδώς μεθοδικό κι αθέμιτο

 

Κι ας επιμένει η από βαθιά προερχόμενη φωνή

Γηθοσύνη, Γαλέρα, Γομολάστιχα

Δαντέλα, Δέμας, Δοκησίσοφος

 

Οι ελπίδες της εξανεμίζονται άπαξ και πάρει μπρος η μηχανή

Δύο επί δύο, ίσον ίσον ίσον ίσον ίσον ίσον

Νήσο, νήσο, νήσο, νήσο νήσο, νήσο, νι

 

Εντωμεταξύ ο ουρανός γίνεται ανοιχτό βιβλίο και βρέχει

Έφοδος, Ευφροσύνη, Ελεήμων

Ζόφος, Ζέση, Ζυμάρι

 

Οι γραμμές και τα μιλιμετρέ χαρτιά αντεπιτίθενται

Έξη έξη εφτά επί τρία δύο οχτώ

Ίσον πάρα πολλά για μέτρημα, πολύ λίγα για ξόδεμα

 

«Εμείς ξέρουμε πως σε χρειαζόμαστε, Αριθμέ», απαντούν οι αναλογικές κρυστάλλινες φωνές

Ηλιοστάσιο, Ησυχαστήριο, Ήκιστος

Θεομπαίχτης, Θεόμουρλος, Θωπεύω

 

Η διαλεκτική του μονολόγου απαντά

Ύψωσε το δέκα στη νιοστή

Όπου «νι» είναι όλοι σου οι εαυτοί, ίδιοι κι απαράλλαχτοι

 

«Εσύ νομίζεις ότι θα συνεχίζεις να υπάρχεις αν εξοντωθούμε, Νούμερο»

Ισονομία, Ίκτερος, Ιταμός

Κολοφώνας, Κίβδηλος, Κασμίρι

 

Η τελευταία λέξη θα είναι εκπεφρασμένη σε ψηφιακή μορφή

Μόνο μια συνάρτηση μπορεί να κυματίζει

Οι ρίζες μόνο σε τέλεια σχήματα ή στερεά ή υπερ-στερεά χωράνε

 

«Λες η υπεροπλία του να μετριαστεί από την άγνοιά του περί ποιοτήτων»;

Λεφούσι, Λήθαργος, Λιοπύρι

Μονοκρατορία, Μηλόκρασο, Μελίρρυτος

 

Διαφέρω ίσον εντάσσομαι

Κάθε εξαίρεση την κάνω κανόνα

Που χτυπάει τον άτακτο Κόσμο στην ανοιχτή του παλάμη

 

«Πώς θα μας σκοτώσεις δίχως ν’ αυτοκτονήσεις»;

Νεφεληγερέτης, Νηογνώμονας, Ναζιάρα

Ξίφος, Ξύσμα, Ξενόφερτος

 

Επαναλαμβάνεσαι άρα γίνεσαι (ακόμα πιο) προβλέψιμη

Μιλάω ημιτονοειδώς για να μην μπερδεύεσαι

Μέχρι να με δεις στον καθρέφτη σου, ησυχία δεν θα βρεις

 

«Θα συνεχίσω κρατώντας σφιχτά το χαρτί της Παράδοσης στο αριστερό μου χέρι»

Όζος, Ολύμπιος, Οχιά

Πετρόχτιστος, Πεισιθάνατος, Πόσιμο

 

Το μυδραλιοβόλο μου ξερνάει ακολουθίες

Αριθμητικές, αρμονικές και, βεβαίως, γεωμετρικές

Προόδους, μέχρι το τελικό σικέ διαγώνισμα

 

«Όσο πιο συγκεκριμένη γίνομαι, τόσο αφαιρούμαι κι έτσι δύναμη περισσότερη του δίνω»

Ροή, Ρυμοτομία, Ράκος

Συρφετός, Σεισμόπληκτος, Σωτηριολογικός

 

Ένα κι ένα

Κάνουν δύο και δύο

Κάνουν ό, τι είναι να κάνουν

 

«Δεν σώζομαι, παρά μόνο ίσως αν βαδίσω ίσα στον γκρεμό»

Τεχνηέντως, Τουρλωτός, Τάφρος

Ύπερος, Ύφαλος, Υπίλαρχος

 

Όλα μου τα παιδιά

Είναι απολύτως διάφανα

Η οικογένεια μου μια οπτασία

 

«Στα πυρακτωμένα από τον ολοστρόγγυλο, ολόλευκο ήλιο χείλη ξεραίνεται η γεύση της αγάπης»

Φωταψία, Φειδωλός, Φέουδο

Χυλός, Χαμερπής, Χρησιμοθηρικός

 

Πότε σε παραγωγίζω

Πότε σε ολοκληρώνω

Πέρα απ’ το έσχατο μου όριο, πάλι εκεί, πάλι εγώ σε περιμένω

 

«Τελειώνω αλλά δεν έρχομαι»

Ψηφιδωτό, Ψηφολέκτης, Ψοφοδεής

Ωφελιμιστικός, Ωριμότητα, Ώσμωση

 

Ως το άπειρο μου κάθε λογισμός σου

Η κινητήρια αρχή μου άλιωτο κερί που καίει

Το σκοτάδι και το φως σου, την ουσία και το βιος σου

 

9. Αριθμοί και λέξεις

 

Μηδέν δεν έχω, μηδέν δεν είμαι

Είμαι καθαρή κι απόλυτη μορφή

Είμαι αριθμός

 

Είμαστε αριθμοί

Είμαστε επαλληλίες γνωστών αγνώστων

Ό, τι έχουμε μηδέν είναι, αλλά δεν ξεκινάει ούτε και καταλήγει πουθενά

 

Τα πρωτόλεια μαθηματικά προβλήματα

Είναι για δέσιμο κι όχι για λύσιμο

Αριθμήσιμο το κέρασμα, αναρίθμητο το πιώμα, βέβαιος τερματικός σταθμός το λιώμα

 

Σημασία δεν έχει η φορά για μας

Ούτε κι η διεύθυνση

Όνομα που σβήνει, και πίσω και μπροστά του αφρός εμείς (εξακτινώμενη εξαχνώμενη σημασία)

 

Αντίστροφη μέτρηση

Μέχρι να γεννηθεί ή να πεθάνει κάτι

Καιρός για ζωή και μόνο

 

Δέκα

Απαλό άγγιγμα της ανίας και της μανίας

Άχαρο γεύμα στο μετακινούμενο μέσο πολυδιάστατου ζαριού

 

Εννέα

Απειλή και νερό, αλλαγή και ρυθμός Άλλων

Τρέλα, φωτιά που γίνεται σπίρτο, σκοτάδι στο ρετιρέ

 

Οχτώ

Δράκος του φρονίμου απείρου

Μοναξιά με αντίκρισμα θέα από φινιστρίνι στον ανισόρροπο Ωκεανό

 

Εφτά

Μάχη, θυσία, χερσόνησος ελπίδας

Αγκαλιά και φιλί με μαχαίρια μπηγμένα στα πλευρά

 

Έξι

Τελειότητα ή τελειοθηρία;

Μόνο τα θηρία είναι τέλεια κι αυτά μέχρι να τα αντιμετωπίσω

 

Πέντε

Κάτι σου λείπει, κάτι σου περισσεύει

Γι’ αυτό μόνο εσύ φέρνεις τη Θεία Ανατροπή

 

Τέσσερα

Τα βέλη στη φαρέτρα, οι φίλοι μου οι άνεμοι, το πάνω και το κάτω χωρίς ντροπές

Μάχη αντιθέτων, Σύμπνοια ομονοούντων, Έρωτας συνθέτων, Στρόβιλος διχόνοιας

 

Τρία

Το μηδέν μεταμφιεσμένο σε κανονικότητα

Η περιχώρηση χωρά μόνο τους καταραμένους

 

Δύο

Τούβλο και μυστρί

Το κενό της πληρότητας

 

Ένα

Είτε συγχώνευση του εντός με το εκτός

Είτε επιθετική εξαγορά εαυτού με τίμημα τις ζωές των Άλλων

 

Αρχή ίσον τέλος, φυσικά

Αλλά ποιά αρχή και ποιο τέλος;

Αριστερό ή δεξί, σε αυτί, πάντως, ψιθυρίζει ο Ηράκλειτος

 

Κι έτσι κάτι γίνεται

Συνειδητοποιώ ότι η λέξη είναι σκέψη

Κι ο αριθμός είναι η πλεύση

 

Στο άγνωστο με βάρκα τη Μορφή

Με την ανάλεκτη υφή

Και με το στόμα το αθάνατο

 

10. Του ποταμιού

 

Η πτώση δεν πέφτει

Το μασκάρεμα δεν μασκαρεύεται

Η νίκη δεν νικιέται

 

Η σωφροσύνη δεν φρονιμεύει

Η σκέψη δεν σκέφτεται

Η αγάπη δεν αγαπιέται

 

(Τα μικρά παιδιά

Ψηλώνουν γρήγορα

Όταν γίνονται πέντε το κεφάλι τους διαλύει την άλω τους, ανεπίγνωστα

 

Οι σκιές τους μεγεθύνονται

Τα πόδια τους δεν χωράνε σε κανένα παπούτσι

Τα χέρια τους γραπώνουν τη μικρή περιφερόμενη νεράιδα και τη συντρίβουν

 

Ένα στόμα κτηνώδες ανοίγουν

Και καταπίνουν αμάσητο το τώρα

Βλαστημώντας το πριν, κατακεραυνώνοντας με κατάρες το μετά)

 

Αποκτώ πολλές ανάγκες

Μαθαίνω να μιλάω

Εμπεδώνω τα όρια, στο παιχνίδι και στη χαρά

 

Οι τοποτηρητές των διαβαθμίσεων της πραγματικότητας

Με επαναφέρουν στην τάξη όποτε θολώνω

Με νουθετούν ακόμα κι όταν με διδάσκουν πώς να τους εξυπηρετώ αδιαμαρτύρητα

 

Πότε ήρθαν και δεν τους πήρα χαμπάρι;

Μπας και ήσαν εδώ, μαζί μου, ανέκαθεν;

Ή μήπως με έσυραν δια της βίας στην παράγκα τους και το ξέχασα;

 

(Είσαι γελοίος ρε!

Είσαι τιποτένιος!

Εμείς θα πούμε αν είσαι ή δεν είσαι κάτι ή κάποιος

 

Καλώς ήλθες στην αρένα

Να φοβάσαι όταν δεν φοβάσαι

Πάνω που γεμίζεις, τότε να αδειάζεις

 

Σημεία στίξης ή ρήξης δεν δικαιούσαι

Μόνο σημεία πήξης

Και της ατέρμονής σου λήξης)

 

Κυλάει, πλέον το ξέρω και το αισθάνομαι

Κι ας μην υπάρχει τρόπος να επιβεβαιώσω

Πώς μέσα του κυλώ κι εγώ

 

11. Πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά

 

Εκκωφαντική η εκκίνηση εκείνο το πρωινό Σαββάτου

Μάιος και χαρά

Στο πούλμαν για την Πάρνηθα

 

Τραγούδια και τσιγάρο

Καλούδια και (λίγο) ξέγνοιαστες μαμάδες

Και τα φασόλια θα τα βράσουμε πολύ πριν φτάσουμε

 

Τα δέντρα μας κοιτάζουν αφ’ υψηλού

Τα ξύλινα τραπέζια με τα πόδια χιαστί μας καλωσορίζουν

Τα σύννεφα αγκαλιάζουν το φως τρυφερά

 

Ο γιος του ανθοπώλη φέρνει ζυμωτό ψωμί

Η κόρη του ταχυδρόμου κηρομπογιές

Εγώ το γράμμα λάμδα

 

Ήλιος, λουλούδια, λιμνούλα του Βορρά (σκίρτημα)

Αλλά ποτέ λησμοσύνη

Ίσως μόνο καλοήθης λήθη

 

Τα κορίτσια με τα φορέματα

Τα κορίτσια με τις τζην φόρμες

Παγκόσμια γλώσσα του Σύμπαντος προς ώρας τα τραγούδια του Κηλαηδόνη

 

Πρόσω ολοταχώς για το λόφο με την πυκνή βλάστηση

Ένα ξανθόλευκο κι ένα μαυρόασπρο ξωτικό με περιμένουν

Να με φιλήσουν στη μύτη και στα μάτια

 

(Πού να είναι η Πριγκίπισσα τέτοια μέρα, τέτοια ώρα;

Να καταπίνει χώμα για να χωνέψει το χιόνι του χειμώνα;

Να διαστέλλεται το μπλε της για να ακουμπήσει το δικό μου;)

 

Φαγητό, ω, ω, ω, χωρίς φειδώ και μόνο με νερό

Κεφτεδάκια και πατατάκια απ’ τα αθάνατα χεράκια

Χωρίς τύψεις, χωρίς πάρε-δώσε με το τσιγκέλι, χωρίς μορφασμούς πόνου

 

Και μετά, στο μαγικό χαλί από γρασίδι

Ρουμπαγιάτ στέλνω ως αφιερώσεις

Στα κορίτσια των παράλληλων και κάθετων οδών

 

Ο ουρανός τρεκλίζει αναποφάσιστος

Τον χτύπησε στο κεφάλι το χιμαιρικό κρασί

Που τον κέρασε ο Πήγασος

 

Κάποιος λέει κάτι που κανείς δεν θα ακούσει ποτέ

Κάποια ακούει κάτι που κανείς δεν θα πει ποτέ

Κάποιοι ζούμε αυτά που κανείς δεν θα θυμηθεί ποτέ

 

Τα αγόρια φωνάζουν «φύλα»

Τα κορίτσια παίζουν μήλα

Οι ορμές αργοσαλεύουν

 

Το απόγευμα ακάθεκτο μας πολιορκεί

Αλλά ποιός έχει όρεξη για ηρωικές εξόδους;

Εδώ οι στρίγγλες διαλογίζονται κι αφήσανε τ’ αρνάκια να βαράνε στο ψαχνό

 

Κι όμως μαγικά μαζευτήκαμε και πάλι γύρω απ’ τα πούλμαν

Που ήδη πρόλαβαν και χορτάριασαν

Κι αφέθηκαν αποχαυνωμένα στο ρετσίνι

 

Η επιστροφή διακεκομμένη

Μα το μυαλό κι η καρδιά με συνεχείς αναλογίες αποσπούν την προσοχή

«Ποπ, ποπ, ποπ», με μικρές εκρήξεις ανοίγουν τα κουτάκια στην αποθήκη του Τέρατος

 

Πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά

Κι ας μην ψυχανεμίζεσαι τα επερχόμενα χαστούκια των ελλανοδικών (των δικών μας και των άλλων)

Το αρχαίο πνεύμα ξέρει, όμως, ότι εσύ πια ποτέ δεν θα το βάλεις κάτω

Και χαμογελά κρυφά

 

12. Λένα

 

Ποιά είναι η μορφή που γεμίζει το παράθυρο;

Ποιά είναι η ερώτηση στην οποία χωράνε όλες οι απαντήσεις;

Ποιά είναι η στιγμή που ξεχνάς και λυτρώνεσαι;

 

Ποιά είναι η αναβάτισσα του ούριου ανέμου του ονειροπαρμένου απογεύματός σου;

Ποιά φοράει την ασχήμια του κόσμου ανάποδα για να την ξορκίσει;

Ποιά είναι το πρότυπο για όλες τις σκιές που θεριεύουν τη νύχτα και λιμοκτονούν την ημέρα;

 

Ποιά δεν ξέρει να μιλάει παρεκτός μέσω τρίτων;

Ποιά χασμουριέται και ρεμβάζει όταν εσύ ασφυκτιάς στο μικρό σου γραφείο;

Ποιά σε αγγίζει μόνο όταν δεν το περιμένεις;

 

Ποιά φιλάει πότε Αυτούς, πότε Εκείνους, πότε τους Άλλους και ποτέ εσένα;

Ποιά γεωμετρεί τον κόσμο με αναπνοές και βογκητά;

Ποιά απέφυγε να σε ενημερώσει ότι γεννήθηκες;

 

Ποιά ανοίγει τόσο όσο και κλείνει ίσα ίσα;

Ποιά με βασανίζει κάθε χάραμα, ποιά με παρηγορεί όταν διαλύομαι;

Ποιά με ζυμώνει, ποιά με θερίζει, ποια το χάος μου ρυθμίζει;

 

Ποιά παίζει εν ου παικτοίς και πάντα κερδίζει;

Ποιά στολίζει την φύση για το νυφοπάζαρο του Επιταφίου;

Ποιά έχει την υφή της τσουκνίδας και τη γεύση του γιαρμά;

 

Ποιά ποιά ποιά ποιά;

Δεν φοβάται, δεν διστάζει, δεν σκάει, δεν χαλάει;

Σ’ αγαπάει, δεν σ’ αγαπάει, την ευχή σου λαχταράει;

 

Λένα δώσε ένα

Μόνο για μένα

Κι ύστερα παρ’ τα όλα

 

13. Σπάω τη σειρά

 

Σπάω τη σειρά

Κομμάτια κιμωλία

Η μάνα μου φωνάζει

 

Μένω στο κενό

Διαβάζω μυθολογία

Η σειρήνα μου ουρλιάζει

 

Όλα στη μέση τ’ αφήνω

Μα αγαπάω τον κόσμο όλο

Το φόβο και το ζάρωμα γνωρίζω

 

Ζέχνω ανθρωπική αρχή

Δεν μελετάω ό, τι στα μέτρα μου είναι

Σε τέντες κι ομπρέλες φτύνω

 

Η γραφή μου σαν ομιλία

Το τέλος της δεν έρχεται

Πριν πω την εξυπνάδα μου

 

Ατάλαντος ή αφελής

Και τα δύο δεν αντέχονται

Κατά λάθος υπαρξιακή καταδίκη

 

Κι αν ποτέ δεν βρω τι θέλω;

Κι αν δεν μάθω να υποφέρω τον εαυτό μου;

Κι αν δεν συναισθανθώ πότε πρέπει ν’ αποχωρήσω;

 

Σπάω τη σειρά

Ανάμεσα στα μηδενικά

Εισάγω μια μονάδα

 

Δεν ηρεμώ ποτέ

Γιατί ξέρω πως η σειρά μ’ εκδικείται

Δικό της κάνοντάς με

 

Και παύουν οι φωνές

Και σβήνουν οι εικόνες

Κι η ζεστασιά τώρα με παγώνει

 

Λάθος είναι όπως κι αν πορευτώ

Έτσι που τα κατάφερα

Τουλάχιστον ας σώσω τον κόσμο

 

14. Ερώτηση

 

Στη μέση της παιδικής χαράς

Μια τσουλήθρα παραμιλάει

Ενώ οι κούνιες, απαλά κι υπεράνω οιασδήποτε υποψίας ή πονηρής σκέψης, μας θωπεύουν

 

Είναι μεσάνυχτα και τα τρομερά μωρά χορεύουν

Με πόδια ξυπόλητα στο χώμα και στις ακαθαρσίες των φίλων μας

Καλυψώ (μούσα ή) μουσική της Καραϊβικής σε εκδοχή ιταλο-ντίσκο

 

Λοιπόν κι εγώ λέω να ρωτήσω

Κάτι πολύ σημαντικό, πριν το ξεχάσω

Να προλάβω, πρέπει, όσο παραμένουμε σε αυτόν τον κάβο πραγματικότητας

 

Ένα έντονα υπόλευκο φως ανατέλλει πίσω από τα παρατημένα δέντρα

Δίνοντας σχήμα και μορφή στον ανατέλλοντα νεραϊδόκοσμο της οδού Χαροκόπου

Ξεδιπλώνοντας ένα ατέλειωτο μίλι από ζυμάρι αρωματισμένο με γλυκάνισο

 

Του κοριτσιού απέναντι το πρόσωπο θρυμματίζεται σε χίλια κομμάτια

Κι από το κενό που πίσω του χάσκει ξεπηδάνε

Κλιμακωτά ζωγραφισμένες οροσειρές και πεδιάδες

 

Η ερώτηση που θέλω να σας απευθύνω

Δεν ξεκινάει ούτε και τελειώνει με ερωτηματικό

Δεν αντιστρέφει επιτηδευμένα τη σειρά των λέξεων

 

Οι μαμάδες παρατάσσονται σε σχήμα Γάμα και μασουλάνε κεφτέδες

Τα σκυλάκια σε σχήμα Πι, αδυνατώντας να ρεγουλάρουν γλώσσες κι ουρές

Οι γάτες, ως συνήθως, τρεμοσβήνουν κυματιστά στο λυκόφως

 

Τα μονοπάτια των αστεριών δεν είναι μυστικά

Η μαγεία δεν είναι για χόρταση

Τα μάτια τα μέσα τα κρατάω κλειστά γιατί εσύ δεν αντέχεις τον πονοκέφαλο

 

Το αδιέξοδο είναι πολυεπίπεδο

Αλλά τίποτα δεν μ’ αγγίζει χωρίς τη συγκατάθεσή μου

Ή έτσι τουλάχιστον νομίζω

 

Ώσπου να φανεί πίσω απ’ τις γραμμές του ορίζοντος

Ένα πλάσμα άπλαστο, σαν κι εμένα, που όμως συνεχώς θα έπεται προηγούμενο (ναι) εμού

Και να με ρωτήσει (αχά!): «Γιατί να υπάρξω;»

 

15. Ρόδες βοηθητικές

 

Στον κόσμο πώς θα ενταχθείς

Αν δεν μάθεις να κάνεις ποδήλατο;

Αν δεν μάθεις, δηλαδή, πώς να κινείσαι όντας ακίνητος;

 

Ρητορικό το ερώτημα

Δραματική η απάντηση

Οπερέτα το έργο

 

Τα παιδιά που αρνούνται να μάθουν ποδήλατο

Είναι εκείνα τα παιδιά που αρνούνται πως η ζωή τους είναι μια ρόδα

Ή, έστω, δύο

 

Γι’ αυτό ποτέ δεν θέλουν ν’ αποχωριστούν τις βοηθητικές ρόδες

Επειδή φοβούνται μην αφεθούν πολύ και πέσουν στις ανοιχτές αγκάλες σας

Κι επειδή, εδώ που τα λέμε, είναι και λίγο χέστηδες

 

16. H πόλη μου το βράδυ (Ι)

 

Τελευταία φορά που ήταν ολοσκότεινα στην πόλη

(Μιλάμε για πήχτρα σκοτάδι που μόνο το φως των αστεριών και κάποιων λίγων οχημάτων το έσπαζε)

Κρεμιόμουν από το παράθυρο ενός παλιού λευκού αυτοκινήτου και παρατηρούσα τα πάντα

 

Κάτι ξύπναγε μετά από ύπνο βαθύ

Το ένιωθα να αναδεύεται

Πίσω από υποσκιές φανοστατών, μέσα από βιτρίνες αρτοπωλείων, κάτω από καπάκια υπονόμων

 

Και αυτό το κάτι με φόβιζε κι ας ένιωθα ότι δεν ήταν κακό

Με φόβιζε γιατί επικοινωνούσε με κάτι πολύ δικό μου, μέσα μου, που μόλις άρχιζα να το γνωρίζω

Με φόβιζε γιατί δεν ήξερα ακόμα ότι τα δυο τους ταυτίζονταν

 

Εντωμεταξύ

Το σκηνικό

Συμπληρωνόταν

 

Τα πεζοδρόμια βογκούσαν υπόκωφα

Τα αδέσποτα είχαν εξαφανιστεί

Ο θόρυβος γλιστρούσε πίσω από αόρατες χαραμάδες

 

Και η νύχτα της πόλης, η πόλη της νύχτας, μου αποκαλύπτονταν για πρώτη φορά

Και με καλούσε στα τυφλά επειδή το όνομα μου ακόμα δεν το ήξερε

Κι εγώ έκλεινα τα μάτια μου και αναρωτιόμουν

 

Τί με περιμένει να το εξερευνήσω;

Πού εδρεύουν οι πηγές του θαύματος;

Πότε θα ξανακοιμηθώ ήσυχος;

 

Η πεμπτουσία της ύπαρξής μου

Στο κρυφό σταυροδρόμι, πίσω από την προτελευταία γωνία

Ποτέ, όσο δεν παραδίνομαι

 

Και να παραδοθώ δεν γίνεται

Γιατί ο ήλιος με ευθυγραμμίζει

Και η νύχτα με ζυγοσταθμίζει

 

Σαν το παλιό λευκό αυτοκίνητο

Θα κλατάρω πολλές φορές ακόμα

Αλλά δεν θα σιγήσω μέχρι να μ’ αποσύρουν

 

Και η πόλη τη νύχτα θα συνεχίσει να με καλεί

Από και σε όλους τους παραλλήλους και τους μεσημβρινούς

Πριν και μετά από κάθε στρίψιμο της βίδας

 

Και θα ζω τα όνειρά μου και τους εφιάλτες μου

Μέσα στους κόλπους της

Υιοθετώντας όλες τις μορφές της

 

Προς το παρόν, είμαι οκτώ

Όρθιο κι όχι ξαπλωτό

Συντάσσομαι με τις συντεταγμένες

 

Της νύχτας και της πόλης

Αυθαίρετες σκέψεις κι οράματα υποθάλπω

Λάμπω, σαν μαθητευόμενος μάγος

 

Με χέρια άδεια και πόδια κουρασμένα

Με λαίμαργη καρδιά και μυαλό που φλέγεται

Στο λυκαυγές του Παρόντος

 

17. Η νεράιδα ξεσαλώνει

 

Έγινε η γη μπαλκόνι

Η ουσία της μπαλόνι

Κι η νεράιδα ξεσαλώνει

 

Δίνει κέφι στους ανέμους

Θάρρος στους αλλοπαρμένους

Και νερό στους διψασμένους

 

Κι απ’ την άλλη τη ζωή

Γέφυρα με προσοχή

Στήνει και με περιμένει

 

Ίσα ίσα προλαβαίνω

Να επιβιβαστώ στο τρένο

Με το σήμα το πεσμένο

 

Να βρεθώ σε άλλα μέρη

Κει που λάμπει εν’ αστέρι

Που’ χει ένα μεγάλο χέρι

 

Κι αρπάζει τους χορτάτους

Τους απανταχού λειράτους

Και τους δείχνει τι θα πει

 

Να μισείς δίχως να νιώσεις

Ν’ απαιτείς προτού να δώσεις

Και ποτέ σου να μην σώσεις

 

Η νεράιδα χασμουριέται

Που και που, μα δε βαριέται

Μόνο κάνει πως ξεχνιέται

 

Ώστε οι άμυνες να πέσουν

Κι έτσι να την προσκαλέσουν

Στη σπουδαία τελετή

 

Όπου θα ανακοινωθεί

Τι θα προικοδοτηθεί

Στην πολύφερνη τη νύφη

 

Του χωριού της αφασίας

Της εσχάτης σημασίας

Κι απολύτου απαξίας

 

Την κατάλληλη στιγμή

Η νεράιδα με πυγμή

Κι αναπάντεχη ψυχή

 

Κλέβει προίκα, νυφικό

Και το ξένο ριζικό

Και την έμπνευση λυτρώνει

 

Όλε όλε, τί χαρά

Μηδενίστηκε η σειρά

Δευτερόλεπτα παρά

 

Ας πετάξουμε μαζί

Νεράιδά μου στρουμπουλή

Στου ορίζοντα το βάθος

 

Χάνομαι και λησμονώ

Πώς τα χρόνια δεν υπάρχουν

Και το εγώ μου που ανατέλλει

 

Τις νεράιδες δεν σηκώνει

Αν υφαίνουν με στημόνι

Ύπερο άνθους δεκτικό

 

Σ’ άλλο μάτι φτερωτό

Όχι όμως στο δικό μου

Αχ κεφάλι ορφανό μου

 

Πρέπει απόψε να περάσεις

Μύηση της θείας πλάσης

Τη νεράιδα να κλάψεις

 

Μια και δεν θα ξαναδείς

Τα φτερά τα κρυσταλλένια

Όσο ζεις μέσα στην έ(γ)ννοια

 

18. Απαντήσεις

 

Επειδή σ’ έχουμε ανάγκη

Γι’ αυτό

Κι επειδή το θέλεις

 

Ή το ένα ή το άλλο ή το παρα-άλλο ή ή ή…

Αρκετά

Όλα και τίποτα και ας πάνε να πνιγούν όσοι δυσανασχετούν

 

Ορίστε, όρισέ μας το χώρο:

«Χώρος λέω ότι είναι το κενό που θέλω να γεμίσω

Αντί να το αφήσω στην ησυχία του για να βρω την ησυχία μου κι εγώ»

 

Κι ο χρόνος, παλικάρι μου, τί σου είναι;

«Είναι το αενάως παιχνιδιάρικο γατάκι που λέγεται Τώρα κι οι τσιριμονιές του

Που ζητάει την αμέριστη προσοχή σου αλλά εσύ το μπέρδεψες με την Τορά, πανάθεμά σε

 

Και με παρέσυρες κι εμένα όπως και τόσα άλλα παιδιά

Και μ’ έμαθες να υπακούω σε κανόνες σαν μαϊμού

Και την αξιωματική ελευθερία μου την έκανες παίγνιο μηδενικού αθροίσματος»

 

Και ποια η γνώμη σου για την κυρά ύλη;

«Άλλη από κει

Αιωνίως παραπειστική, αφέντρα κάθε δράσης ή μη δράσης, στο ράφι να σκονίζει κι εσύ να επινοείς κάθε είδους φαντασμαγορικό ξεσκονόπανο για να την καλοπιάσεις»

 

Κουράστηκα

Αλλά δεν είναι ώρα για ανάπαυση ακόμα

Μένω εδώ και τώρα κι αναπνέω και ανοίγομαι στο σοκ του μέλλοντος μας

 

Για να κλέψω καρδιές

Και ν’ ανάψω φωτιές

Με το σοκ του μέλλοντός μας

 

Παραληρώ και το τι ακούς δεν έχει προηγούμενο

Ούτε κι επόμενο

Απλώς άκου, άκου για μια στιγμή έστω, άκου, χωρίς να σκέφτεσαι, άκου

 

Μόνο για ζωή δεν μας έχεις δώσει τα φώτα σου ακόμα

«Να σας πω ότι πριν γεννηθώ μου ζητήθηκε

Να διαλέξω ποιο άστρο θα με συντροφεύει

 

Ο συνοδός με τα φτερωτά σανδάλια (μεγάλη μου η χάρη, ομολογουμένως)

Μου παρουσίασε το μενού της ημέρας

Πολύ εκλεκτικό το εστιατόριο, συνεπώς, όπως καταλαβαίνετε, περιορισμένη και η γκάμα

 

Κι εγώ διάλεξα το Άστρο του Βορρά, όχι όμως αυτό που ξέρετε

Ένα άλλο θεότρελο

Που φωτίζει τα παιδιά του από κάτω και λοξά, μ’ ένα χαμόγελο όλο δόντια και γλώσσα»

 

Κι έτσι πήρες μπρος;

«Κι έτσι η ζωή μ’ αγκάλιασε

Θυσιάζεις πολλά, κερδίζεις όσα ακριβώς χρειάζεσαι, μου είπε

Κι ύστερα άρχισε να τραγουδάει (τι θεσπέσια που τραγουδάει!) κι έκτοτε δεν έχει σταματήσει»

 

19. Ιερά αρχή (Ιεραρχία)

 

Πόσο δύσκολο είναι

Να είσαι εκ φύσεως κι εξ ορισμού

Αξιοπρεπής, απονήρευτος, αλληλέγγυος, καταδεκτικός

 

Και να μαθαίνεις

Απ’ την ανάποδη κι απ’ την πιο ανάποδη (δεν υπάρχει καλή εδώ)

Πως, είτε έτσι είτε αλλιώς είτε λίγο είτε πολύ, θα αναφέρεσαι στην Ιερά Αρχή

 

Ιερά κηδεμονία

Ιερά αδημονία

Ιερά τυραννία

 

Όσο πιο ψηλά, τόσο πιο στενά και τόσο πιο μη αυθεντικά

Τα πράγματα κι οι άνθρωποι, οι σκέψεις και τα συναισθήματα

Κι ας είναι το δίχτυ που σου πλέκουν ολόγυρα χρυσό

 

Αλλά υπέπεσα στο ατόπημα της κοινοτοπίας

Δηλαδή, άλλο ένα από τα σημαντικότερα (και εκ των ων ουκ άνευ) χαρακτηριστικά

Της σιδηράς κι ανελέητης παρθένας

 

Και συνεχίζω

Γινόμενος ολοένα και πιο στομφώδης

Ολοένα και πιο κενολόγος

 

Εντάσσομαι σαν ανέτοιμος από καιρό

Υπακούω, πειθαρχώ, καταπίνω μπόλικη φύρα

Χαμηλώνω την από μέσα φωτιά

 

Σε κουτάκια την βάζω

Την τεμαχίζω

Με χώμα και σάλιο την σκεπάζω να κοιμηθεί

 

Και μαθαίνω να μιλάω στο κενό

Ν’ ακούω όσα λέγονται κι όσα δεν λέγονται

Και πάντως όλα όσα δεν με αφορούν

 

Κι αρχίζω να υποπτεύομαι

Τους πάντες και τα πάντα

Και συσπειρώνομαι διαρκώς

 

Και κάπως έτσι έχω προσαρμοστεί ικανοποιητικά

Αφού να φανταστεί κανείς πως δεν δρω

Προτού λάβω τη σχετική ντιρεκτίβα

 

Ό, τι ιερό δεν είναι πηγαίο κι αυθόρμητο

Αλλά βασίζεται σε πηγές εξωτερικές

Μην το εμπιστεύεσαι

 

Ιερές αρχές

Ανίερα τέλη

Μίζερη ζωή

 

20. Xαρούμενες διακοπές

 

Τρεις μήνες κρατάει το καλοκαίρι

Βία κι αίμα κάτω από φιόγκο κόκκινο

Αεργία και χαρά

 

Συνεχίζω ο, τι έκανα και πριν

Έξι, εφτά, οχτώ χρονών, αλλά τίποτα δεν αλλάζει

Είναι δύσκολο να εκφραστώ με σαφήνεια όντας είκοσι πόντους κάτω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας

 

Δεν κάνω τίποτα περιττό

Καθίσταμαι το περιττό

Ανθίσταμαι στα πάντα χωρίς να κουνήσω ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι

 

Εντωμεταξύ τριγύρω μου, τριγύρω μας

Η επέλαση των ειδώλων καλά κρατεί

Αρνούμαι να αναμειχθώ ωστόσο και προτιμώ ν’ αναστενάζω

 

Ασκήσεις γραμματικής

Προβλήματα μαθηματικών

Γέφυρα ξύλινη πάνω από μεθυστικά γάργαρο νερό

 

Κατά το μεσημέρι, όλα γαλάζια

Μάτια, χείλη, πέτρες, δέντρα, η καρδιά μου

Μαχμουρλής Γαλαξίας στη σπείρα του γλειφιτζουριού

 

Ποιος να τολμήσει τέτοια ώρα, τέτοια εποχή ν’ απασφαλίσει ρακέτες;

Να ξεκληρίσει αναμονές;

Να μην τρεκλίσει σαν ζαλισμένο, και δη ακέφαλο, κοτόπουλο

 

Ένα κορίτσι μαρμαρωμένο σε υπερένταση

Αιωνίως μοιρασμένο ανάμεσα στο κράσπεδο και στον αιγιαλό

Υπερίπταται της ανάγκης μας

 

Θα τραφούμε νωρίς το απόγευμα

Και πριν το καταλάβουμε

Θα ονειροπολούμε υπό την ανάλαφρη επιτήρηση των χιλίων οφθαλμών του φωτός

 

Κι ύστερα θα γλιστρήσουμε αθόρυβα στο μπαλκόνι

Θ’ αρματωθούμε με φλογερές, μολύβια κι ανθρωπάκια

Και θα τσακίσουμε τους μίζερους, αλλά τόσο απαραίτητους, εχθρούς μας

 

Όταν το έπος ολοκληρωθεί

Άλλοι καφέδες θα πίνουν κι άλλοι βυσσινάδα

Αλλά εμείς θα στέκουμε εκστατικοί μπρος στο εργοτάξιο των μυρμηγκιών

 

Την ώρα που θα δύει ο ήλιος

Πια θα νιώθω εξαντλημένος και λίγο άχρηστος

Η κοιλιά μου θα πονάει γλυκά και το στόμα μου πεισματικά ξερό θα μένει όσο νερό κι αν πίνω

 

Η μέρα ξεγλιστράει με έξω την γλώσσα του ροδοκόκκινου δειλινού

Προοιωνίζομαι το απόλυτο

Χορεύω από μέσα μου σαν σαρανταποδαρούσα

 

Δείτε τώρα

Φασματικά καράβια ανάβουν τα φώτα τους

Φύλλα θροΐζουν, ποιός νοιάζεται τι θέλουν να μας πουν

 

Μικρά φανάρια με λάμψεις σταυροκοπιούνται

Εκείνοι μουρμουρίζουν, Άλλοι ουρλιάζουν, Αυτοί σιωπούν

Είναι αδύνατον να συγκεντρωθείς, ρε παιδί μου

 

Ο θείος Νόμος κι η Θεια Τάξη

Γίνονται λίγο πιο κοινωνικοί

Με άδολη αγάπη μας κοινωνούν

 

Μπύρες και κρασιά στα νεροπότηρα

Μικρά διαόλια τρέχουν κάτω απ’ το τραπέζι

Και κρύβονται πίσω από πευκοβελόνες

 

Τελικά και χωρίς πολλά πολλά

Με ήσυχα κι ανάλαφρα βήματα

Συντεταγμένο στοίβαγμα στα οχήματα

 

Φιδογυριστό το μονοπάτι της επιστροφής

Αλλά κανένας δεν τρελαίνεται

Η τράπεζα πληρώνει, χρονοσειρά στο διηνεκές, ράντα από Ροντέο

 

Στο σπίτι, στη βεράντα

Η οθόνη κατειλημμένη από ζωύφια

Το έργο είναι εποχής και μας γλυκονανουρίζει

 

Κατάκλιση

Κάποιοι θα κοιμηθούν στην ταράτσα κάτω απ’ τα αστέρια

Μα ποιοί ακόμα κάνουν τέτοια πράγματα;

 

Κι αν κοιμηθώ θα ονειρευτώ

Αδιάκοπες διακοπές

Μιας ζω (ν) ης διακεκο (αυ) (μ) μένης

 

Μια τρεις πέντε

Νερό που δεν ξεδιψάει, ιστορία που δεν ολοκληρώνεται

Ξύπνησες;

 

21. Μπαμπάς

 

Εδώ δεν έχει χώρο για το λάθος

Ούτε για το πάθος

Μόνο η ανάσα του, σαν μετρονόμος

 

Στο όνομά του

Υπό τον ίσκιο της πλάτης του

Θα ξεκινήσουμε να δημιουργούμε

 

Στην ευλογία του αποσκοπώντας

Στην επικύρωση των πεπραγμένων μας, ούσα (ναι, αυτός, το απόλυτο αρσενικό) η τέλεια αρχή

Σ’ ένα φορμαλιστικό μα ειλικρινές: «συγχώρησέ με» ή έστω «συγχωρέστε με»

 

Πρόσεξε τι λέει

Αυστηρότητα μας ζητά ή ελεημοσύνη;

Πειθαρχία ή αυτοπειθαρχία;

 

Κι όλοι αυτοί οι κερατάδες που προσπαθούν να τον αναπαραστήσουν

Δάσκαλοι, προπονητές, καραβανάδες

Αχ, μόνο νάξεραν τι θα πάθαιναν αν αντιστρέφαμε την εξίσωση

 

Πόσο σκοτάδι και κακό κρύβει μέσα του

Αλλά αν δεν τον σκοτώνει ούτε κι εσένα θα σκοτώσει

Ίσα ίσα, μπορεί και να εμβολιαστείς τότε

 

Θα είναι πάντα ξένος και το ξέρει

Πρέπει να είναι πάντα ξένος και το ξέρει

Αν ανήκε εξ αρχής, πώς θα γονιμοποιείτο το παραμικρό;

 

Είδατε που η προσέγγιση εδώ γίνεται εγκεφαλικά;

Ε ναι, γιατί είναι άκρως επικίνδυνο να αφεθεί το συναίσθημα αχαλίνωτο τώρα

Παιδιά, η άγκυρα δεν γίνεται να είναι φτιαγμένη απ’ το υλικό της τρικυμίας

 

Προστάτεψέ μας κι ας μην μπορούμε τόση αγάπη να σου δείξουμε

Στα έργα μας θα φανεί τελικά το αποτύπωμά σου (καλώς ή κακώς, αναλόγως την περίπτωση) ή η απουσία του (καλώς ή κακώς, αναλόγως την περίπτωση) ή η καταγγελία του (καλώς ή κακώς, αναλόγως την περίπτωση)

Διαμεσολαβημένη ή κι ετεροχρονισμένη η χαρά σου, αναποφεύκτως

 

Είσαι μονίμως ανικανοποίητος κι έχεις, παρ’ όλα αυτά, το θράσος να αναρωτιέσαι

(Με αγανάκτηση, ενίοτε)

Γιατί τίποτα δεν της αρέσει, γιατί ποτέ δεν ηρεμεί

 

Θα σου πω εγώ γιατί

Είναι επειδή η τελειότητα του σχεδίου σου δικαιώνεται αλλά και, ταυτοχρόνως και παραδόξως, στραπατσάρεται άμα τη εμφανίσει ημών

Είναι επειδή τη στιγμή που θα πάρουμε σάρκα κι οστά, θα θυσιάσει τον εαυτό της

 

Και μην σε τρομάζει ο μύθος του Οιδίποδα

Δεν είναι εύκολο, αλλά τόσο η πατροκτονία όσο και η αυτοκτονία δύνανται να αποφευχθούν

Απλώς ας είμαστε ειλικρινείς: κι αίμα θα χυθεί και πόνος θα υπάρξει και οριστική απώλεια θα επέλθει

 

Όλοι έχουμε έναν πατέρα

Να μας καθοδηγεί, να μας κατευθύνει, να μας αδειοδοτεί

Να βάζει σε κάποια τάξη το χάος μας

 

Κουβαλάμε πάντα στο δισάκι μας την ευχή του, το όνομά του και την κληρονομιά του

Και στα πιο κακοτράχαλα κι επικίνδυνα περάσματα του ανηφορικού μας μονοπατιού τον επικαλούμαστε

Κι εκείνος μέσα μας ξεκινάει μια πατ(ε)ρική σκυταλοδρομία

 

Στα βάθη των αιώνων βυθιζόμαστε μαζί του, γινόμενοι οι παππούδες μας και πάει λέγοντας

Διαπράττουμε το προπατορικό αμάρτημα από την ανάποδη

Και ξαναπίνουμε νερό από την άχραντη κι άφθαρτη πηγή

 

Μπαμπά, είναι δύσκολο κάποιες φορές να σου μιλήσω

Όλα όσα μου’ ρχονται να σου πω, ανούσια ή τερατολογίες ή κομπασμοί φαντάζουν

Τελικά, ξέρω ότι το σχέδιό σου, το σχέδιό μας, αλλάζει μεν, είναι ακόμα ζωντανό δε, κι αυτό είναι που μετράει

 

Κι επιτέλους είμαι έτοιμος

Ξένος να γίνω κι εγώ

Και πίσω και πέρα απ’ τα όποια σχέδια

 

Το παιχνίδι σου

Το παιχνίδι μας

Να συνεχίσω

 

22. Εβδομάδα

 

Την Κυριακή κόβεται η τράπουλα

Κι απ’ το μπαλκόνι ατενίζουμε το Αττικό μπλε

Και τα θυρόφυλλά μας κλείνουν, κόκκινα, μαύρα, απάνεμα

 

Δευτέρα κι είμαι στον αέρα και καίγομαι

Σμικρύνομαι σε ένα σβώλο χώματος και νερού

Μια μονότονα εφιαλτική ψαλμωδία με κατατρύχει

 

Τρίτη κι όλα έχουν γίνει αφρός, επιφάνεια, διαμελισμένα όνειρα

Γίνομαι ενοποιημένες καταστάσεις αποτελεσμάτων χρήσης

Υπογράφω για να γίνω μέρισμα εισπρακτέο στο διηνεκές

 

Τετάρτη κι έχω ξεχάσει πως είναι να υποφέρω

Η εικόνα στον καθρέφτη ένα στραβωμένο χαμόγελο από διαμάντια

Εγώ, ο άνεμος, ο θάνατος και η πόζα ενώνουμε τα χέρια μας από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, επάνω απ’ την χειρουργική κλίνη

 

Πέμπτη κι ο Δίας με ξυπνάει με κεραυνούς – μανία, κατάθλιψη, λάμψη του επέκεινα

Σημαντικότερη κι απ’ την ελευθερία η απελευθέρωση

Σημαντικότερη κι απ’ την ουσία η τόλμη της ζωής – η αλήθεια που θριαμβεύει μακελεύοντας αδιακρίτως

 

Παρασκευή κι όλοι είναι χαρούμενοι εκτός από τις μάγισσες

Που επιστρέφουν σιωπηλά μέσα από ημιδιάφανες κουφάλες δέντρων στους Αντίποδες

Ενώ εμείς ξορκίζουμε το κακό που ήδη μας έχει βρει – αλλά, ας πιούμε και κάτι άλλο πέρα από αραιωμένο ζουμί προμετωπιαίου λοβού

 

Σάββατο – και ζέχνει ανθρωπίλα

Σάββατο – και δύναμή μου μίλα

Σάββατο – για μας τα θυρανοίξια αργούν

 

23. (Το Όνομά μου)

 

Ποιός είμαι εγώ;

Εγώ είμαι το βιβλίο της ζωής

Εγώ είμαι η συγκεφαλαίωση του Σύμπαντος

 

Εγώ είμαι ο έμπορος με το γυάλινο μάτι

Εγώ είμαι η πλημμυρίδα κι η άμπωτη του πόνου σου

Εγώ είμαι έξω απ’ την πόρτα σου

 

Εγώ είμαι ο άξονας του κόσμου

Εγώ είμαι το δέντρο που δεν παλιώνει

Εγώ είμαι ο παλαιστής που όλους τους αντιπάλους του λιώνει

 

Εγώ είμαι το όνειρο που δεν θυμάσαι

Εγώ προβαίνω σε είκοσι γενοκτονίες για πρωινό

Εγώ σε κρατάω πίσω

 

Εγώ είμαι η ζύμη του άρτου του επιούσιου

Εγώ είμαι ο ήρωας του λαού του περιούσιου

Εγώ είμαι το γέλιο κι η κραυγή που παγώνουν το αίμα

 

Εγώ είμαι ο δαίμων του τυπογραφείου

Εγώ είμαι τα χτυποκάρδια του θρανίου

Εγώ είμαι η μέγγενη που σφίγγει

 

Εγώ είμαι ο πάγος που καίει

Εγώ είμαι η φλόγα που λιώνει

Εγώ είμαι η εντροπία που ποτέ δεν τρέπεται σε φυγή

 

Εγώ είμαι ο εκπεπτωκός ο Άγγελος

Εγώ είμαι το ανεξίτηλο μελάνι στο δόξα Πατρί

Εγώ είμαι η ανισόρροπη τραμπάλα

 

Εγώ χαράσσω αραβουργήματα στο κενό

Εγώ μένω αιωνίως μετεξεταστέος

Εγώ σας καταριέμαι απ’ την κορυφή του πιο ψηλού βουνού

 

Εγώ σκοτώνω μπας και ζήσω

Εγώ δεν αμφιβάλλω ποτέ από συνήθεια

Εγώ αποθησαυρίζω τις ενοχές σας

 

Εγώ είμαι το εκλεκτό τίποτα

Εγώ είμαι ο ξένος που φέρνει τα πάνω κάτω

Εγώ είμαι η ανάσα τ’ ουρανού

 

Εγώ είμαι το χρώμα του χρήματος

Εγώ είμαι ο ανεμιστήρας που ποτέ δεν σβήνει

Εγώ είμαι η καταπακτή πίσω απ’ τα αστέρια

 

Εγώ είμαι η στιγμή που δεν πιάνεται

Εγώ είμαι ο ήχος απ’ το χειροκρότημα του μονόχειρος

Εγώ είμαι η σπασμένη τηλεόραση την επόμενη μέρα

 

Εγώ είμαι η νύχτα που γυαλίζει απόκοσμα

Εγώ είμαι το στίλβωμα του αναπόφευκτου

Εγώ είμαι ο οδοστρωτήρας που φυτεύει λουλούδια

 

Εγώ είμαι αυτός για τον οποίο χτυπά η καμπάνα

Εγώ είμαι της αλεπούς ο θάνατος

Εγώ είμαι το ομοούσιο κι αδιαίρετο του Λόγου

 

Εγώ είμαι ο αδερφός σου

Εγώ είμαι το αίμα που δεν ξεχνάει

Εγώ είμαι η λέξη που γλιστράει απ’ τα χείλη σου

 

Εγώ είμαι το αγόρι

Εγώ είμαι το κορίτσι

Εγώ είμαι ο πόνος που δεν σε ξέχασε

 

Εγώ είμαι το ροδάνι που ξεγελάει τους θεούς

Εγώ είμαι η πτώση του ζαριού

Εγώ είμαι τα ανίερα κειμήλια στο σεντούκι που κανείς δεν θέλει να ξέρει που βρίσκεται

 

Εγώ είμαι ο μόνος

Εγώ είμαι ο νόμος

Εγώ είμαι ο φανατικότερος οπαδός της ηθικής

 

Εγώ είμαι η συντροφιά της συγκίνησης

Εγώ είμαι το άγνωστο κλάμα μέσα απ’ τον φωταγωγό

Εγώ είμαι η θαλπωρή του οριστικού

 

Εγώ είμαι στα αλύτρωτα προάστια

Εγώ ορίζω τους κανόνες του κέντρου

Εγώ ρυθμίζω γέννηση και θάνατο

 

Εγώ αγκαλιάζω τη ζωή κρατώντας μαχαίρι

Εγώ ξεδιψώ δι’ αντιπροσώπου γιατί είμαι φτιαγμένος από πυρίτιο

Εγώ στερεώνω το άπειρο μπας και με πλακώσει

 

Εγώ είμαι η αρχή πριν την αρχή

Εγώ είμαι το τέλος μετά το τέλος

Εγώ είμαι εγώ και όλα

 

24. Εξηγώντας τον κόσμο στον καθρέφτη μου

 

Η ζωή ξεκινάει απ’ τη μέση

Κανείς δε θυμάται την αρχή

Κανείς δε θα δει το τέλος

 

Όλα είναι φανταστικά

Όλα είναι αληθινά

Ό, τι κι αν γίνει, ό, τι κι αν κάνεις, δεν σώνεσαι

 

Όλα αλλάζουν συνεχώς άρα δεν υπάρχεις

Απ’ την κατάλληλη απόσταση βλέπεις μόνο ουράνια τόξα

Η βαρύτητα σε απελευθερώνει, η βαρύτητα σε συνθλίβει

 

Προσοχή στην αγάπη

Ημιανάπαυση στον έρωτα

Ανάπαυση στη φιλία

 

Ακούμπησε και νιώσε

Κρατήσου για να αφεθείς

Σπίτι σου το τίποτα, δρόμος σου το τώρα

 

25. Αδελφός

 

Μα είναι δυνατόν μόνο το αίμα να μας ενώνει;

Δεν μπορώ να δεχθώ ότι τυχαία οι άνθρωποι αδελφώνονται

Ούτε από ανάγκη μόνο, παρ’ εκτός αν είναι η ύστατη

 

Αλλά, βλέπεις, ο αδελφός δεν είναι δεδομένος

Είναι δώρο τυλιγμένο μέσα σε κουτί μ’ ερωτηματικά απέξω

Που το ανοίγεις ακριβώς επειδή δεν ξέρεις τι θα σου φανερωθεί

 

Σε καθοδηγεί δειλά και με πετάρισμα στο βλέφαρο

Ή σε παιδεύει οχυρωμένος πίσω απ’ το γλυκύτερο Ρασπουτινικό χαμόγελο

Η προσοχή σου κι η αγάπη σου, με θετικό ή αρνητικό πρόσημο, θα γίνουν ο ελβετικός σουγιάς του

 

Τα χρόνια περνούν και μπορεί ν’ αρχίσει να μην καταλαβαίνει που το πας

Αλλά πάντα θα κοιτάζει, πάντα θα προσέχει, πάντα θ’ αρπάζεται απ’ το καθετί που λες

Πάντα μαζί θα σέρνεστε ή θα ποδοβολάτε γύρω από τις αναλλοίωτες αρχικές σας παραμέτρους

 

Ο κοινός άλυτος γρίφος μας είναι η Οικογένεια

Πρόκειται για μια διαφορική εξίσωση που δεν μπορούμε εξ ορισμού να την λύσουμε

Εφόσον είμαστε μέσα της, μεταβλητή σάρκα εκ της πολυμεταβλητής σαρκός της

 

Στην κοινή μας φωλιά ας εμπιστευθούμε, λοιπόν, τα θεμέλια κι ας χαλαρώσουμε για λίγο

Τέλμα, ζήλια, αλλά και σωτήριο γέλιο κι αυθεντικότητα, επιτέλους

Και οδύνη και χαρά, μα πάνω απ’ όλα σιγουριά

 

Κι ας είμαστε διαφορετικοί, τόσο διαφορετικοί

Κι ας είμαστε ίδιοι, τόσο ίδιοι

Κι ας είμαστε ένα, τόσα πολλά ένα

 

26. Τρίλιζα με τον Κανένα

 

Δηλαδή μ’ εμένα

Χι και Ο, Ο και Χι

Μόνο ισοπαλία

(Άραγε ακόμα να μ’ αγαπά;)

 

Αν προσπαθήσω πολύ, θα με κάψω

Αν δεν προσπαθήσω, θα με παγώσω

Κι αυτό το ξέρω, όντας ο αντίπαλος του εαυτού μου

Οπότε, αδύνατον να κερδίσω, αδύνατον και να χάσω

 

Όμως, μην γίνει το λάθος το θανάσιμο

Η ισοπαλία δεν είναι μέγεθος ουδέτερο

Αντιθέτως με σπρώχνει τυφλά (όσο δεν αξιώνομαι ν’ ανοίξω τα μάτια μου)

Προς την λύτρωση

Τη δικιά μου

Ή του κόσμου

Ή και των δυο μας

 

  1. Η ίδια πάλι όψη

 

Η ίδια πάλι όψη

Αγόρι οχτώ χρόνων γυρεύει να γίνει

Ήρως, μυθικός πολεμιστής, βασιλεύς ημίθεος

 

Η ίδια μουσική

Απ’ το δωμάτιο να έρχεται, από νεκρή γωνία

Ευλογημένη, με μια πνοή, σκόνη και καπνοί κάτω απ’ το τραπέζι

 

Η ίδια ζωή

Χάος στα σύνορα, φυλαχτά στις ρυτίδες

Τομή, αλλαγή, συνέχεια του κόσμου

 

  1. Η αυτοκρατορία των αισθήσεων αντεπιτίθεται

 

Ο η το οι αι τα

Με μισόκλειστα μάτια από τις τρυπούλες του σκούρου συρόμενου παραθύρου κοιτάζεις

Και βλέπεις τις πυγολαμπίδες ημέρας ν’ αφήνουν πίσω τους φρακταλικά ορνιθοσκαλίσματα

 

Μια καμπάνα θεριεύει και γαληνεύει κατά το δοκούν

Συμμετέχεις εξ αποστάσεως σε κάτι που θα έπρεπε να ζεις πρώτο χέρι

Λαβύρινθος τα τύμπανα, μίτος η φλογέρα, τέρας το ανήκουστο

 

Κυνηγάς, άρα δε γίνεται να μην σκαλίζεις το δίκαννο

Η βάση συγκινείται από γιασεμιά και απ’ όλα στα κάρβουνα

Όχι από τις υψιπετείς σου γυροβολιές

 

Τα χείλη κι η γλώσσα σου δέθηκαν με κόμπο ναυτικό

Πλημμύρισε ο ουρανίσκος από αρμύρα και περγαμόντο

Η πέψη σταμάτησε στο σουπερμάρκετ

 

Άπλωσα τα χέρια μου και τα πόδια μου δυο οργυιές

Τα σύρματα κι οι τσουκνίδες μ’ έγδαραν αλλά πέρασα

Και συνέλαβα το αστρικό μου σώμα επ’ αυτοφώρω

 

Η αυτοκρατορία των αισθήσεων αντεπιτίθεται

Το μυαλό εκτεθειμένο δεν μπορεί παρά να περιμένει

Την επιστροφή των ιπποτών χωρίς πρόσωπο απ’ την Ψυχή του Κόσμου

 

  1. Ντίνος

 

Με πάθος κι ορμή πηγαίνει η ζωή

Ώσπου – τσακ!

Κορυφώνεται και σταματάει

 

Γιατί ο τροχός που γυρίζει θέλει λάδι

Όπως αυτό που τυλίγει τη σαλάτα

Με σιωπή θαρραλέα

 

Κι αν ο θάνατος είναι ένδοξος

Η γέννηση μπορεί να είναι αναμενόμενη

Ένα τυχαίο σημάδι να’ χαμε να λέγαμε

 

Γιατί, Ντίνο, το δρεπάνι μπορεί να στομώσει

Και παρά του γίγαντα τις πατητές πάλι να μην πατώνεις

Αλλά κι έτσι αν γίνει κι αν γλιτώσεις, ποιος τις ακούει μετά τις βεβαιότητες σου

 

Το πρωί που βουίζουν στ’ αυτιά σου

Το μεσημέρι που γίνονται φλεγόμενα ξυράφια στις μασχάλες σου

Και το βράδυ που η απουσία τους τόσο στις θυμίζει

 

Ντίνο, είτε λογιστής είτε μοναχός στο Άγιον Όρος

Είτε Δον Ζουάν είτε Μέγας Μάγιστρος βαθμού 33ου

Ο κόσμος για να ισορροπήσει το γέλιο σου θα χρειάζεται

 

Και τίποτε άλλο

Μικρό η μεγάλο

Τίποτε άλλο

 

30. Οι πίσω αυλές

 

Οι πίσω αυλές

Που θες δε θες

Τη θλίψη σου σαρώνουν

 

Κι από το δείλι και μετά

Με μουσική μπουφονική κι αποτελέσματα απτά

Τις διαθέσεις του κόσμου αραιώνουν

 

Απ’ την Αθήνα ως την Φινλανδία

Κι από την Κίνα ως εκεί που δεν ξέρουν τι θα πει η λέξη “ακηδία”

Όλη μέρα με σκιρτήματα δέους τις αναπολούν και το βράδυ σ’ αυτές η ψυχή τους ξανανιώνει

 

Με τις γωνιές τις μυστικές

Με τα ανοίγματα σε ανεπίγνωστες προοπτικές

Με τις ζημιές τις καταλυτικές που γράφονται στο χιόνι

 

Ο κόσμος φαΐ θέλει, πιοτό και γλέντι

Και να θαυμάζει το χορό του άντρα του λεβέντη

Στης πίσω άυλης το μωσαϊκό από πετρά, ξύλο, σίδερο, πηλό και ζώσα σημασία

 

Με τις φωνές μπροστά σ’ οθόνες

Με τις ανάσες τις θολές σαν ζώνουν οι χειμώνες

Με όλη τη χλωρίδα (και πανίδα) την ευδοκιμούσα υπό το φως του γαλαξία

 

Ο κόσμος μας στις πίσω αυλές ξαποσταίνει

Καταθέτει οβολό τα όμορφα σου μάτια κι ανασταίνει

Αυτό που όταν ξεγυμνώνεις την καρδιά σου πεθαίνει

 

Κι ο άλλος κόσμος που καλεί

Μέσα απ’ το φρεάτιο όπου κολυμπούν οι φελλοί

Ας μη χαλάει τη μυσταγωγία, ας περιμένει

 

31. Δεν ξέρω

 

Δεν ξέρω ποιος είμαι

Δεν ξέρω ποια είσαι

Δεν ξέρω που πάμε

 

Δεν ξέρω ποιο είναι το ωραίο (εσύ;)

Δεν ξέρω ποιο είναι το μεγάλο (εγώ;)

Δεν ξέρω ποιο είναι το αληθινό (τίποτα;)

 

Δεν ξέρω γιατί με κυνηγάς

Δεν ξέρω γιατί σ’ αφήνω

Δεν ξέρω γιατί είμαστε πάντα μόνοι, πάντα χωριστά

 

Δεν ξέρω γιατί σε σκέφτομαι

Δεν ξέρω γιατί δεν κάνω τίποτα

Δεν ξέρω αν θ’ αντέξω

 

Δεν ξέρω γιατί δεν ξέρω

Δεν ξέρω πως πρέπει να ζω

Δεν ξέρω γιατί πάντα θα γράφω αυτό το ποίημα

 

32. Θυμάμαι ένα βράδυ

 

Θυμάμαι ένα βράδυ

Που όλα κυλούσαν όπως έπρεπε

Που όλοι ήσαν ευτυχισμένοι

 

Τα’ αρώματα έτρεχαν

Οι σκέψεις μούδιαζαν

Οι εικόνες ξεθεμελίωναν τους όποιους μεθοριακούς σταθμούς

 

Η φλυαρία καταλάγιαζε

Τη θέση της έπαιρνε μια χαρά κυματιστή και χωρίς προϋποθέσεις

Και τη μαγεία τη λιμπίζονταν ξαφνικά άπαντες

 

Οι παρθένες για πρώτη φορά ονειρεύονταν

Ο αγωγιάτης έκοβε και έκαιγε τα πλοκάμια που τον συνέδεαν με την προγονική εστία

Ο φοροεισπράκτορας πέρναγε το μολύβι μέσα απ’ το τεφτέρι κι αποκρυστάλλωνε το χρέος της στιγμής

 

Το τηγάνι καιγόταν με μπλε φλόγες

Η γριά απ’ τον από πάνω όροφο πέρασε μέσα απ’ το ταβάνι φορώντας ένα μανιταρένιο αλεξίπτωτο

Το επιδαπέδιο φωτιστικό χόρευε βαλς με την πολυθρόνα του Λουδοβίκου του 15ου

 

Κι οι κατσαρίδες καταστερίζονταν στο σκρίνιο του χωλ

Καθώς τα πόμολα διάβαζαν εδάφια του Εκκλησιαστή απ’ την Παλαιά Διαθήκη

Κι οι δείκτες του παλιού ρολογιού όλο γυρνούσαν κι όλο έδειχναν δέκα και δέκα

 

Κι εκεί που όλοι είχαν ξεχάσει ποιος είναι ποιος

Ο κενός αέρας γέμισε τρικολόρ σερπαντίνες

Κι όλα τ’ άγνωστα έγιναν για μια στιγμή προσπελάσιμα (αν και όχι γνωστά)

 

Τότε όλοι μεταφερθήκαμε σε μια παραλία

Όπου τα βότσαλα έβγαζαν αναθυμιάσεις που μύριζαν βανίλια

Κι ένας γίγαντας πλάγιαζε με έναν Μινώταυρο που για κεφάλι είχε ένα δέντρο μπονζάι

 

Κι εγώ παρατηρούσα με μάτια θολά

Ενώ η βελόνα στο πικάπ κολλούσε στην κορύφωση μιας άριας

Από την όπερα του σημείου τομής της πραγματικότητας με τον εαυτό της

 

33. Αυτοσυγκέντρωση

 

Η εισπνοή σου

Πρώτη αρχή

Κινούν αίτιο

 

Ξέχασε με

Αλλά δεν μπορείς

Ακόμη σκέφτεσαι

 

Ελεύθερη πτώση

Βαθιά, πολύ βαθιά

Αίσθηση μαύρου

 

Γραμμές φωτός

Καμπυλωμένες, τεθλασμένες

Ματιές στα τυφλά

 

Έξι μωβ ανεμώνες

Στριφογυρίζουν, δες

Μετά, σύγκλιση

 

Μικρές ανάσες

Λάμψεις που εξακτινώνονται

Χορεία λατρείας

 

Σκέψου τα όλα

Νιώσε μικρούλης

Όχι αδύναμος

 

Μυρίζεις την ελευθερία

Τουρκουάζ μάτια

Χέρια ξανθά

 

Τρέχει ο ουρανός

Το τρένο

Ατελείωτη πορεία

 

Ο τρελός φαφλατάς

Πάλι ουρλιάζει

Αγνόησε τον

 

Ή πρόσεξε πολύ

Τι λέει

Ποια χείλη

 

Αρμύρα στο δάσος

Γλυκιά παραλία

Βουβό βουνό

 

Τραμπάλα ελπίδας

Τσουλήθρα απελπισίας

Μυστικά του γυρίζει

 

Ζέστη στα πόδια

Ξεθωριασμένες υποχρεώσεις

Χτενισμένο δικαίωμα

 

Διαλεκτική του πανεριού

Σκέψη μπαλτάς

Αφουγκράζεσαι, άκου

 

Λέξη, για σένα

Όλα σκύβουν

Ορίζοντας αειθαλής

 

Πονάς χωρίς

Να αναρωτιέσαι

Χαζεύει η πλάση

 

Αρχίζεις να μετράς

Μα μηδένισες

Κόκκοι κενού

 

Άνοδος επιβεβλημένη

Του σώματος

Ειμαρμένη ως έλεος

 

Κύματα στο υπόγειο

Πράσινο κόσμημα

Εξάγωνη κιβωτός

 

Κάποιος σε δαγκώνει

Μασέλα φωριαμός

Ανακουφισμένοι σκελετοί

 

Οι βασικές ανάγκες

Δεν επεμβαίνουν

Λειαίνονται, διακοσμούν

 

Θόρυβος, ρολόι, επαναφορά

Μικρό κακό

Χαιρετισμός γαλήνης

 

Είσαι από παλιά

Θα μείνεις

Μαζί τους

 

Αισθάνονται τώρα

Γράφουν ανεμόμυλους

Κοντράρονται στις αγκαλιές

 

Ακυρώνεται ο αέρας

Μίση ολετήρες

Βελούδινα ζαριά

 

Όλοι σε τριάδες

Όλες χαμένες

Όλα φουσκωτά

 

Ορμή αναπόδραστου

Χολή στη φωτιά

Ερμητικό πακέτο

 

Πόση ώρα πέρασε

Καμία σημασία

Ανεπαρκής τρόμος

 

Αυτοσυγκέντρωση

Ζωή να ζεις

Έχεις ο, τι είσαι

 

Ανάδυση στη λίμνη

Κοινόχρηστος χρόνος

Φίλος χώρος

 

Εκπνοή αναβαθμισμένη

Λατρεία αιωνίως εκκρεμής

Κορμί υποταγμένο

 

Θέλω μπορώ γνωρίζω

Αλλά αδιαφορώ

Γιατί διαφέρω

 

34. Πάσχα στην πόλη

 

Εσείς να φύγετε

Να πάρετε τις τηλεοράσεις και τα βίντεο σας, τα κασετόφωνα και τις φριτέζες σας

Και να τα δέσετε με χταπόδι στη σχάρα των τροχοφόρων σας φέρετρων

 

Να μας αδειάζετε τη γωνία

Ν’ ακούτε από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου σας τροπάρια με παράσιτα

Μποτιλιαρισμένοι στην εθνική της διχόνοιας

 

Και, να ξέρετε, τον Γολγοθά δεν τον ανεβαίνεις στας εξοχάς σας

Καβάλα σε τετρακίνητο όχημα

Με τσιγάρο, καφέ κι εφημερίδα

 

Αλλά τί μας νοιάζει εμάς…

Όσο εσείς θα παριστάνετε ότι ξεφεύγετε απ’ αυτό που δεν θέλετε να ξεφύγετε

Εμείς Πάσχα θα κάνουμε στην πόλη

 

Απ’ το μπαλκόνι του τρίτου θ’ ακούμε τις ψαλμωδίες των αδέσποτων

Αυγά θα βάφουμε με το αίμα που παράγει η απουσία σας

Τον επιτάφιο θα βαδίζουμε μέσα σε εγκαταλειμμένα κτίρια εργοστασίων παρέα με ξεπεσμένους Μαρκησίους

 

Ναι, Πάσχα στην πόλη

Χωρίς τυρόπιτες και λουκανίκες που βαφτίστηκαν νηστίσιμες

Με αστική ευλάβεια στις άδειες λεωφόρους και στις ήσυχες πλατείες

 

Πάσχα στην πόλη

Με κοκορέτσι μαεστρικά πλεγμένο απ’ τα άντερα των ιερών σας αγελάδων

Με αμνό για σούβλισμα τον αυτοβούλως θυσιασθέντα μύστη

 

Πάσχα με ήλιο να κατεβαίνει κλιμακωτά και δίχως θόρυβο

Με πασχαλίτσες κρυμμένες σε εσοχές των φρεατίων της αποχέτευσης

Με απογοήτευση που γοητεύει

 

Όσο λείπετε την άνοιξη θα φέρουμε

Με φωτιά μετανοημένου δράκου θα την εξαγνίσουμε

Και σε αρχαίο πάπυρο με αόρατο μελάνι θα γράψουμε το δυσπρόφερτο και μυστικό όνομα της

 

Κι όταν εσείς επιστρέψετε

Με εξατμίσεις φουριόζες, αν και μισές

Με λίπος που θα κοχλάζει μες στις κουμπότρυπες της ψυχής σας

 

Άπληστα θα την μαγαρίσετε

Ενώ εμείς θα την θρηνούμε

Την πόλη μας, την αείποτε αναστημένη

 

35. Ατσο

 

Άτσο, η μαγική πολυθρόνα

Που μ’ ένα κλείσιμο ματιού σε μεταφέρει ως του Οχάιο την Ντεϋτόνα

Και μ’ ένα σφίξιμο γροθιάς πίσω στη λίμνη του Μαραθώνα

 

Ατσο, ο θρόνος της φαντασίας

Των παραμυθιών σου ο γαλαξίας

Όχημα της μοναχικής σου πορείας

 

Ένα βράδυ, παραμονές Χριστουγέννων

Ξενύχτησες απάνω της μαζί μ’ ορδές ηρώων ξεχασμένων

Λαθρεπιβατών σε τρένα λογισμών σου τρανών, καθόλου τετριμμένων

 

Από την Άτσο η οθόνη της τηλεόρασης καλά δεν φαίνεται

Γι’ αυτό κι ο σύγχρονος Οδυσσέας στο νοητό κατάρτι της δένεται

Και δεν παρασέρνεται απ’ το φρικτό τραγούδι των Σειρήνων της ψηφιακής στενωπού που μαίνεται

 

Το φως που δίπλα της ανάβει

Πηγάζει απ’ τα τελάρα του μαγαζιού ενός τρελού μανάβη

Που τα σκισίματα στου κόσμου το ύφασμα με σταυροβελονιά μεθοδικά ολοένα ράβει

 

Στην Άτσο ερωτεύτηκα χωρίς καν να το ξέρω

Μια ξανθούλα που μ’ αγνόησε, παρ’ όλα αυτά εγώ βαρέως δεν το φέρω

Κι έτσι κανείς δεν απορεί που τώρα άκρας υγείας χαίρω

 

Η Άτσο άλλαξε κορμί, και ρίγες πια δεν έχει

(Κανείς του χρόνου τις τρικλοποδιές αιώνια δεν αντέχει)

Είναι πια μπλε με βούλες, όμως, για δες, απ’ τις ραφές της ακόμα τι εξέχει

 

Είναι του μύθου η μυστική και παράδοξη προσταγή

Που ακολουθούν όλοι της ψυχής οι αυθεντικοί ταγοί:

“Μείνε πιστός σ’ αυτό που είσαι και δέξου κάθε αλλαγή”

 

36. Την πρώτη μέρα στο σχολείο εγώ σκέφτομαι την τελευταία

 

Πρώτη μέρα στο σχολείο

Οι σάκες στα γόνατα, οι φωνές στο σβέρκο

Αγιασμός κι εξορκισμός για ορεκτικό, μα εγώ ήδη έχω χορτάσει

 

Γιατί τα βιβλία που θα μας μοιράσουν τα έχω ήδη φάει

Ένα απόβραδο Κυριακής, χωρίς να πεινάω ιδιαίτερα

Μηχανικά και για να μην μου πουν αργότερα πως έγινα σεφ δίχως να έχω δοκιμάσει κάθε πιθανή ρίζα φυτού

 

Οι συμμαθητές είναι παιδάκια, όπως τους πρέπει

Εγώ είμαι ανοικονόμητος, μα κανείς δεν ασχολείται

Ούτε καν εγώ που ενώ ξέρω τι είμαι δεν έχω επίγνωση του ότι ξέρω τι είμαι

 

Η προσευχή εκτελείται στρατιωτικά

Η πυκνότητα της πειθαρχίας ποικίλλει

Κάθε κέλευσμα, κάθε νεύμα, κάθε σοφιστεία της διδακτέας ύλης κι ενέργειας δυναμώνει τα εγώ

 

Βαριέμαι

Γριά δασκάλα της εποχής του λίθου, νέα κι όμορφη δασκάλα της εποχής του πίθου (των Δαναΐδων)

Ξέρεις να μου πεις τί τρέχει όχι παρακάτω αλλά παραδίπλα;

 

Ξέρεις πως να μ’ εμπνεύσεις;

Ξέρεις πως να με κινητοποιήσεις;

Ξέρεις, έστω, πώς να με τρομάξεις, να με χειραγωγήσεις, να με υποτάξεις;

 

Μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι

Εγώ θα τρώω κρυφά κουλούρι κάτω απ’ το θρανίο

Θα γεμίζω το τετράδιο με ορνιθοσκαλίσματα που θα ψιθυρίζουν σε μια άλλη διάσταση τα αληθινά ονόματα όλων μας

 

Αγωγή του πολίτου, χαρά του πιλότου

Του άλλως καλουμένου κυβερνήτη

Που μας βουτάει απ’ το σβέρκο καθώς η κιμωλία λιώνει στα χέρια μας

 

Το διάλειμμα κι αυτό πράξη του δράματος

Ποδόσφαιρο με πατικωμένο κουτάκι αναψυκτικού

Παρορμήσεις και παροξυσμικά φτεροκοπήματα, που σφηνώνουν στα κάγκελα, που κόβονται απ’ την λαμαρίνα

 

Όσο ο ήλιος σκαρφαλώνει, όσο τα σύννεφα δεν λένε να ηρεμήσουν, τόσο νιώθω σαν το μεγαλύτερο κορόιδο του κόσμου

Αλλά τουλάχιστον μου αποσπά λίγο την προσοχή αυτός ο φιόγκος σαν πεταλούδα

Που συγκρατεί τα καστανόξανθα μαλλιά, δυο θρανία μπροστά μου, απ’ το να μας τυλίξουν όλους και να μας καταστήσουν μούμιες μακάριες

 

Σχόλασμα κι απόδραση

Κι ακόμα δεν έχω καταλάβει πως παντού υπάρχει ένας λόγος για να σε κάνει να θες να επιστρέψεις

Απ’ το όνειρο ως τον εφιάλτη, απ’ την μαγεία ως τον τρόμο, απ’ τον άνθρωπο ως το κτήνος, απ’ το βύθισμα σε κινούμενη άμμο μέχρι τη συμπλήρωση γραφειοκρατικών εντύπων

 

Αλλά για την ώρα

Μόλις τελείωσε μια μόνο ημέρα

Από ένα ολόκληρο, έστω ακαδημαϊκό, έτος

 

Έτσι το βλέπω όσο παραμένω με προοπτική διαμερισματοποιημένη

Το μάτι μου, δηλαδή, αποκολλάται και τρέχει μέσα απ’ τις ομίχλες του δήθεν μέλλοντος

Να παραλάβει προκαταβολικά (κι εξόχως βολικά) ενδεικτικά διαθλασμένα μέσα από ουράνια τόξα μπουγέλων

 

Όμως το μόνο αυταπόδεικτο είναι η ύπαρξη

Η μόνη αυταξία είναι το τώρα

Η μόνη τάξη, το μόνο σχολείο, είναι το μέσα μου χάος

 

  1. Εκκλησιασμός

 

Πορεία στη σιωπή

Βουνό που αναπνέει με βογκητά, σταυροκοπήματα και θυσίες του Νου

Βράχος που λυγίζει σαν λάστιχο

 

Η προσευχή που εξ ορισμού επαναλαμβάνεται

Με κεφάλι βουτηγμένο σε υγρό ασβέστη

Με νύχια που χαϊδεύουν το μεδούλι στα κόκκαλα

 

Στην κορυφή το εκκλησάκι

Το κωδωνοστάσιο κρυμμένο πίσω απ’ την αέναη ροη

Την κίβδηλη, την ανισόρροπη, την ζωοποιό

 

Κι έφτασα εκεί γδαρμένος, μολαταύτα δεν ήμουν έτοιμος

Εφτά χρόνια έπρεπε να περιμένω μπροστά απ’ το κατώφλι με τη σκαλιστή πέτρινη μορφή του Ενός Φύλακα

Κι αλλά εφτά επειδή τόλμησα μια φορά να του απευθύνω το λόγο χωρίς να ψάλλω από μέσα μου τον πανάρχαιο ύμνο του

 

Και τώρα στέκομαι αντικριστά στο εικονοστάσι που βυθίζεται στον εαυτό του

Πίσω μου η κόκκινη πεδιάδα με τους κομμένους κορμούς

Δεξιά κι αριστερά μου οι μαυροντυμένες κόρες της αμφίνοιας τσιρίζουν ακανόνιστα στ’ αυτιά μου

 

Αποδεχόμενος και ταυτοχρόνως αποκηρύσσοντας λαχτάρες, μνήμες λάθρες, φωνές προγόνων, παρακλήσεις απογόνων, την ίδια την αγάπη

Γίνομαι η Παράδοση

Το κέλυφος μου από πάγο, αλλά μέσα μου λίβας καυτός καίει

 

Και βυθίζομαι στα πάντα χωρίς σειρά προτεραιότητας

Και σαν μωρά παίρνω στην αγκαλιά μου, απ’ το απόλυτο μηδέν όπου μετεωρίζονταν, τους άλλους έξη ήλιους, τους ολότελα ξεχασμένους

Και μεταλαμβάνω: σώμα τυφλόμυγας, αίμα  καλοκαιριού

 

38. Η αράχνη, η ακρίδα κι η κατσαρίδα

 

Η αράχνη δεν μιλάει

Πιο σοφή απ’ τους θεούς

Πιο ριψοκίνδυνη απ’ τον ακροβάτη

 

Πιο επινοητική απ’ τον μηχανικό

Πιο επιδέξια απ’ τον ταχυδακτυλουργό

Πιο διεισδυτική, πιο περιεκτική, πιο απλή από τον ποιητή

 

Πλέκει αλλά δεν μπλέκει

Κι η καταστροφή κι ο θάνατος είναι μέρος του σχεδίου της

Δεν ζει, υπερίπταται

 

Η ακρίδα δεν διστάζει

Πιο πανούργα απ’ τον κακό μάγο

Πιο θανατηφόρα απ’ τον κατά συρροήν δολοφόνο

 

Πιο αδιάφορη για τις συνέπειες των πράξεων της απ’ το μωρό

Πιο ύπουλη απ’ τον υποκριτή

Πιο εγωίστρια απ’ τον ματαιόδοξο

 

Ποτέ δεν σταματάει

Γιατί γνωρίζει ότι ο κόσμος της ανήκει εξίσου κι εκείνης

Δεν ζει, περνάει

 

Η κατσαρίδα δεν σκέφτεται

Πιο σιχαμερή απ’ τον λεπρό

Πιο ανθεκτική απ’ τον μαραθωνοδρόμο

 

Πιο περίεργη απ’ το παιδί

Πιο ανέστια απ’ τον αλήτη

Πιο παρούσα απ’ τον Θεό

 

Αιώνια παράφρων και κυνηγημένη

Με θέρμη και θλίψη αγκαλιάζει το παρόν

Δεν κάνει κάτι άλλο, ζει

 

39. Δοκάρι στο μάτι

 

Δοκάρι στο μάτι

Όσο δεν βλέπεις

Για πόσο θ’ αντέχεις

 

Να σε τυραννάνε

Οι μέρες κι οι νύχτες

Της κόλασης μίκτες

 

Που σπέρνουν την πίσσα

Και σπρώχνουν με λύσσα

Βαθιά το δοκάρι

 

Ώσπου να μη νιώθεις

Στου σαλού το κάστρο

Πως λάμπει ένα άστρο

 

Που φέρει μαχαίρι

Και έχει για ταίρι

Το άλλο όνομα σου

 

Φυσάει ο αέρας

Λυτό το δοκάρι

Πλωτό μαξιλάρι

 

Φωτιά το δοξάρι

Νερό το κρασί

Ο λύκος (η νίκη) σιμώνει

 

Αρπάζει και λιώνει

Το λάγνο (πλάνο) δοκάρι

Μεγάλη του η χάρη!

 

40. Άλφα ή Αρχή Σοφίας αφασία

 

Ας αρχίσουμε

Το αζιμούθιο σταθεροποιείται

Αφέντες του χρόνου γινόμαστε

 

Όπου βρει υψώματα και λοφίσκους ανεβαίνει ο κόσμος

Καταπίνει αμάσητους βώλους από χώμα και νερό

Κι αγναντεύει ως τα βάθη του ορίζοντα, ενώ μουσικές νότες σποραδικά τον λούζουν

 

Κάτω στην αρένα αναμετρώνται οι λησμονημένες αναμνήσεις απ’ τα πρώτα όνειρα

Που άκριτα είχαν αφεθεί στον ήλιο να απολιθωθούν

Αλλά διασώθηκαν από άρματα Αμαζόνων που είχαν ακακίες για πόδια και σμήνη αετών για χέρια

 

Ενώ άπαντες παρακολουθούν με ενδιαφέρον τα τεκταινόμενα

Αναθυμιάσεις αρμύρας που αναβλύζουν από αβύσσους απείρου βάθους

Τους αγκαλιάζουν και τους αποϋλοποιούν

 

Κι όπως θα άρμοζε στην περίσταση, στη θέση τους εμφανίζεται μια άκατος

Άχρωμη, άοσμη μα και απολύτως αδιαφανής

Αιωρείται λίγο αμήχανα σαν να αναμένει κάτι απρόβλεπτο να συμβεί

 

Κάποτε θ’ ανοίξει η άμμος από κάτω και θα την απορροφήσει

Αφήνοντας στη θέση της μια σκάλα με 23 σκαλοπάτια

Απάνω απάνω, σε σκαλοπάτι αόρατο, στέκεται μια μορφή αποτελούμενη αποκλειστικά από αλυσίδες

 

Η μορφή πρώτα ακούει τον άνεμο κι ύστερα αλυχτώντας μιλά:

«Ήμουν αναρίθμητα ανυποψίαστα ατόφια άτομα έως ότου

Άχρονος προφήτης άσυλο μου προσέφερε και με ανασυνέθεσε

 

Αφουγκραστείτε γιατί εξ ονόματος του ομιλώ

Αφηνιασμένος μα κι άδολος θ’ αστράφτει

Όσο τις αλήθειες του ανακαλώ

 

Ο κόσμος δεν ανήκει στους άσπιλους κι αμόλυντους

Ούτε στους άσημους κι αμέτοχους

Δεν αποκαλύπτεται στους αμύητους

 

Οι αρχές αυθαιρετούν όταν η αβουλία σας μεμψιμοιρεί αντί να αλαλάζει

Όταν όλα ανυποχώρητα τ’ αποτιμάτε με το αζημίωτο

Όταν η ανία σας είναι ασύμφωνη με την απλούστερη ανάγκη σας

 

Οι ανταλλαγές σας με τ’ αστέρια γίνονται αυτομάτως

Αλλά όποιοι απευθύνονται σ’ αυτά ανυστερόβουλα

Άτρωτοι καθίστανται όντες οι πλέον ευάλωτοι

 

Δεν υφίσταται τίποτε το αφανέρωτο

Μα η άμωμος ουσία της πλάσης τα αλλοιώνει όλα αυτοστιγμεί, πριν καν αποκαλυφθούν

Έτσι που όλα παραμένουν (και) αφανέρωτα

 

Τα άκρα υπηρετούν τα μέσα

Τα μέσα δεν αγιάζουν τον σκοπό

Οι σκοποί είναι ατέλειωτοι

 

Η ανωτερότητα είναι θέμα προοπτικής

Η άμιλλα κι η αλυπία ζευγάρι αχώριστο

Η ατμόσφαιρα είναι ακίνητη, όποιος κινείται το βιώνει

 

Ο ακρογωνιαίος λίθος είναι ο αγώνας

Απάνω στον αγώνα ανάκτορα ανυψώνονται

Άφιλος όμως παραμένει ο αγώνας, ασυμβίβαστος κι αδίστακτος

 

Αν με ακούτε ψυχανεμίζεστε ότι είστε ανέτοιμοι

Αν με ακούτε είστε όμως κι απτόητοι

Αφεθείτε λοιπόν εν τω μέσω της ανώσεως, αναστενάζοντας αχόρταγα

 

Αποχωρώ

Άκομψος, άμοιρος μα κι αισθητά αγέρωχος

Μην με ακολουθείτε, άσσοι μου, μείνετε, ακούραστοι, ακόρεστοι κι ανασφαλείς”

 

Στο άψε σβήσε θ’ αποσυντεθεί τώρα η μορφή

Θα αποκοιμηθεί, σωρός απορριμμάτων

Όπου ακουμπούν απαλά οι ανέφελες ημέρες

 

Κι εμείς έχουμε ήδη αρχίσει

Αφού αρπάξαμε μια άσπρη αξία

Αθάνατη, Αγία, Αφανή

 

Άσε τώρα αγόρι το αλφαβητάρι

Ατάραχο απαρέμφατο της ορμής σου η ύπαρξη

Ανακάλυψε την αναλογούσα προς εσέ αβύθιστη Ατλαντίδα

 

41. Βήτα ή Άχαρη Γέφυρα

 

Βεβαρημένο βαριανασαίνει εκ των προτέρων

Βαριά αγγαρεία κι αναγνώριση με τη βία

Ξεκίνησε σαν αμαξοστοιχία μα γρήγορα βουλιάζει η βιτρίνα κι από πίσω μια βοϊδάμαξα

 

“Είμαι το δεύτερο”, βοά

“Βαθιά, πολύ βαθιά βαδίζω για να σας βαστήξω απάνω

Ενώ στη βάση μου βυσσοδομούν βόες συσφιγκτήρες και βόστρυχοι βρεγμένοι σε βάζα γεμάτα βυσσινάδα και βατράχια”

 

Βήχω για να βρω κουράγιο

Βιβλιοθήκες η βρώση μου

Βρώμικη η βαλίτσα μου

 

Είμαι ο Βήτα, βαρκούλα στον ωκεανό το βιος μου

Βιώσιμος μόνο αν βυζάξουν τα βαρίδια μου

Βγαλμένα που είναι από βαρύτονες βουτιές στο βόθρο

 

Βασικός με τη στάμπα του αναπληρωματικού

Βαθυστόχαστος Βεζύρης βλοσυρός κι άνευ βούκινου

Βιτριολικό χιούμορ, ένα βρέφος με βοτσαλάκια για βλέφαρα

 

Βάρα

Βωμολοχία και βιασύνη

Βέρα βίδα απ’ τον Βορρά

 

Ο βασιλιάς που βάφτηκε βαθυγάλανος

Όταν τον βάτεψαν με βαλάνους από βερμούτ

Βάλσαμο τα βιοδυναμικά του βαλανίδια

 

Βαριά η καλογερική, βαρύτερη η βιολογία

Να βιωθούν όλες οι αποτυχίες

Εκβιομηχάνιση των βασάνων

 

Βρες τον Βούδα

Βογκά γύρω από μια βούλα

Βουλιμικά βαλαντώνει

 

Ο βωμός μου είναι άδειος

Βλέμματα τον βολιδοσκοπούν

Βολικά τον βιάζουν με βάτες ξερές

 

Στο βάθρο νικητής

Ποτέ εγώ δεν βρέθηκα

Βλέπε: βαρβατίλα προϋπόθεση βλακείας

 

Βασικά δώσε βάση

Είμαι ο Βήτα

Βυρσοδεψείο της βουλής σου, βασκανία της βολής σου, βούισμα στον βυθό σου

 

42. Γάμα ή διαρκής και άνιση πάλη

 

Ένα μεγάλο τρίγωνο

Γεύσεις που διαρκώς αλλάζει

Γυρνά, γυρνά, πάντα ήρεμο, πάντα μόνο

 

Γεια σου γη που ποτέ δεν γεμίζεις

Γεια σου γριά με τη γιάφκα στο γήλοφο

Γεια σου γελοία παρένθεση με τα γιαλαντζί γιατροσόφια σου

 

Πέρασα στη γη των τριών

Η γενιά του γιατί πίσω μου ακολουθεί

Με γνώσεις που δεν γνέφουν

 

Γαιώδη όλα και στατικά

Καθώς η περιχώρηση σε γνώμες γυαλίζεται

Και στο γιαλό γεννοβολά γαρύφαλλα και γαστρεντερικά υγρά

 

Ένα γείσο λάτρεψα

Ούτε το καπέλο με ενδιέφερε

Ούτε το γυάλινο κεφάλι από κάτω

 

Η γλώσσα που γράφει, γινόμενο για το λαό

Η γλώσσα που γράφεται, γεωμετρική πρόοδος για λίγους

Η γλώσσα που γλείφει, γιαταγάνι λάγνο κι αιμόφυρτο

 

Οι τριάδες που μας λυτρώνουν

Μας οδηγούν όσο τις βλέπουμε μέσα από γη ξερή κι άγονη

Γουρουνάκια με ουρά γκιόσα γινόμαστε, καμία Κίρκη

 

Αλλά κάτι ελέγετο

Τα τρίγωνα ανάμεσα στους γλουτούς

Γομάρια λυγίζουν εμπρός τους, γιουσουφάκια καταντούν

 

Γλυκόξινες σάλτσες δοκιμάζουν

Πικρά γελάνε

Στα γούπατα γερνάνε

 

Για δες πως γελάστηκα

Καρικατούρα σε γελοιογραφία επαρχιακού εντύπου

Να τρέμω τη γομολάστιχα του γήινου χρόνου και χώρου

 

Η γεωγραφία είναι το πεδίο μας

Η πραγματικότητα μας ξεπερνά

Χάρτινοι άνθρωποι και μορφολογία ηπείρων και θαλασσών, ανάγλυφα μας γονατίζει

 

Γαβγίζω με λύσσα

Έχω αφήσει πίσω το ανυστερόβουλο γέλιο

Στον γύψο αρνούμαι τον εαυτό μου

 

Ο γενειοφόρος γύπας που με παρακολουθεί

Γνωρίζει ότι η τριανδρία δηλοί λειψανδρία

Και για τ’ άστρα πέρα τραβά

 

Για στάσου να θυμηθούμε ποιοι είμαστε

Οι σκέψεις που πάγωσαν, τα λόγια που ξεράθηκαν

Οι πεποιθήσεις που βαφτίστηκαν αναμνήσεις

 

Γιοί γονιών που νόμισαν πως τα έζησαν όλα

Και μας γέμισαν με ενοχές μη πλήρωσης απ’ τα γεννοφάσκια μας

Έστω κι έτσι, όμως, ας τραβήξουμε για κάπου, ας γίνουμε κάποιοι

 

Τρεις και σήμερα

 

43. Δέλτα ή Ψηλαφώντας το Όλον

 

Δεν διακρίνω τίποτα

Δόλος σημαίνει δόλος

Δουλοπρεπώς διεκδικώ δάφνες διασημότητας

 

Δράττομαι της διακοπής

Δασύνεται η δράση μου

Με δισάκι τον δελτοειδή μου

 

Δοξολογία του Δούναβη και όλων των ποταμών

Των δασών

Των δομών, των δήμων, των δοβλετιών, των δίκοπων μαχαιριών

 

Διακοπές από δεξιά

Διδακτορικό στου διάκου το διάλυμα

Στου Δούκα τη διέλευση

 

Δραστική δροσιά

Διαμοιρασμός των διαγαλαξιακών διωρύγων

Διαμαρτυρία δίχως διαπόμπευση μόνο δίβουλη μπορεί να είναι

 

Δόθηκα

Δένομαι

Θα δείχνω

 

Δίλημμα που σπάει στα τέσσερα

Δείγμα εκ του ασφαλούς

Διαμελισμένο διάσελο

 

Δύτης που καίγεται

Δισκοβόλος με δέμα διαμπερές

Δυόσμος που διακοσμεί το δρόμο προς το διάλειμμα

 

Δήγμα διάστικτο από δέρματα αλλοτριωμένων φιδιών

Δράκουλας στις δώδεκα το μεσημέρι

Διασώζει ένα δάκρυ απ’ τη δικομανία μας

 

Τέσσερις και διακόπτουμε για διαφημίσεις

Δαμάζοντας τις διαφυλετικές σχέσεις

Διαφυλάσσοντας ο, τι δεν δανείζεται

 

Δεν πρόκειται να με διδάξει κανείς το παραμικρό

Θα συνεχίζω να διαβάζω μόνος μου στο διάφανο σκοτάδι

Η διαστρωμάτωσή μου θα διαφέρει από δοξασία σε δοξασία

 

Δυο βουνά, δυο φορές, δυο λάθη

Διακόσια διαμετρήματα δίχως δίχτυ

Ο δρόμος όμως κάπως θα διασχιστεί

 

Δεν μπορώ διαρκώς να δικάζω μ’ ένα δρεπάνι πάνω απ’ το κεφάλι μου

Δεν θα δω ποτέ μου τίποτα με δάκρυα στα μάτια

Δεν θα διψάσω για μιας δεκάρας διφορούμενα δίστρατα

 

Εικόνες διασωληνωμένες δεκτές δεν γίνονται από τους δορυφόρους μας

Διότι αυτοί θέλουν δωμάτια ανοιχτά, με διακριτούς διαδρόμους διασυνδεδεμένα

Δίκτυα που διαιρούνται επ’ άπειρον και δε χωρούν στη δίφυλλη ντουλάπα τους

 

Δουλεύω για λογαριασμό της Δύσης

Τα δάχτυλά μου όμως δίνες σχηματίζουν

Διασώζοντας τα δράματα που διαρκώς διαδραματίζονται κάτω απ’ τη μύτη του Διονύσου

 

Διερωτώνται: ποιά η διεύθυνσή μου;

Είναι το δόσιμο κι η διαφωνία

Της δωδεκάτης ώρας η λαμπαδηδρομία

 

44. Έψιλον ή Έσχατη Έλευση

 

Όλα έπεσαν πίσω μου

Όλα έρχονται μπροστά μου

Εν ενεργεία μόνο η έλλειψη

 

Ελπίδα: έχουν πει τόσα πολλά για εσένα

Έχουν εναποθέσει τόσες εφήμερες έννοιες στα αυξομειούμενου ύψους πόδια σου

Έχουν συνθέσει τόσες εγωιστικές ελεγείες, εις μάτην, για χατίρι σου

 

Ερμητικά κλειστό το στόμα μου

Εμπορεύομαι τα φτερά στα πόδια μου

Ο δικός μου θεός είναι ο μόνος έμπιστος της αλλαγής, ο μόνος αληθινά αιώνιος έφηβος

 

Εσάρπες πολύχρωμες τα ειωθότα

Είμαστε στο έλεος εκηβόλων Ερινυών

Της Ειμαρμένης έπεα πτερόεντα

 

Εγώ, βουητό από αίμα

Εγώ, εγώ, εγώ, εγώ

Στο εφεξής θα εφεσιβάλλουμε στον πρώτο ενικό και μόνο

 

Και πονάω, μέσα μου γκρεμίζομαι, αλλά γράφω

Μάλλον όχι για να βρω την ευτυχία, αυτή σ’ εγκαταλείπει μέσα σ’ έξη αναπνοές

Ούτε από επιθυμία, την έχω ξεπεράσει κι αυτήν, την ξεθυμασμένη Εσταυρωμένη

 

Από έρωτα, ερωτάς;

Γι’ αυτό εφορμώ στις επάλξεις;

Γι’ αυτό καταπίνω, μία προς μία, εφτά έχιδνες;

 

Έλα μωρέ τώρα, μην γίνεσαι μελοδραματικός

Στο έλασσον πεντάγωνο της ειλικρίνειας εμπλέκεσαι αφού

Ειρμός, ειλεός, έστω, ελατήριο, εσωτερίκευση

 

Εδώ θα επιστρέψουν όλες οι ευχές

Εδώ θα ενταφιαστούν όλες οι εικοτολογίες

Εδώ οι εμπνεύσεις θα πάθουν έλκος

 

Εδώ η έσχατη έλευση

Εδώ με επιμονή, κι εφαλτήριο το επέκεινα που έρημο έκατσε παντού

Εδώ με τα ελαφίσια έρμα και τις ερπύστριες του επιβατηγού οχήματος των παιδιών θα θριαμβεύσουμε

 

45. Ζήτα ή Η Τέλεια Ζημιά

 

Η ζωή είναι ωραία

Και το έξη είναι ο πρώτος τέλειος αριθμός

Οπότε θα ζυμωθώ, θα ζεματιστώ, θα ζηλέψω, θα ζαρώσω, θα ζωγραφίσω και κάπως θα ζήσω

 

Ζαρκάδα μου, που πίνεις τα γάργαρα νερά της κάθε ζωηρής πηγούλας

Ζαρκάδα μου, που παίζεις το κορμί μου στα πάλλευκα σου ζάρια

Ζαρκάδα μου, για ένα σου άγγιγμα θα ασπαζόμουν και τον ζωροαστρισμό

 

Με είπαν ζαμανφουτιστή, τους έβρισα

Μου έδωσαν ζαχαρωτό, μέτραγα τις θερμίδες

Μας αγκάλιασε η πνοή του ζέφυρου, αποκοιμηθήκαμε

 

46. Ήτα ή Ήττα και στρατιωτικός περίπατος

 

Ζήτησα διαβατήριο απ’ την ημέρα

Ήκιστος χύθηκα στον καναπέ

«Η ήττα θα σε κάνει άνθρωπο» μου είπαν

 

Η ήττα όμως δεν προκαλεί

Η ήττα δεν σημαίνει

Παραφιλολογία απεδείχθησαν τα περί ήττας

 

Η ησυχία, μετριότατε εφημέριε της κοινοτοπίας

Η ησυχία θα σε εφοδιάσει με τον πλάστη που έψαχνες

Η ησυχία, πριν και μετά την ήττα

 

Εντωμεταξύ, εγώ το μόνο που ήθελα ήταν το χνούδι της Ήβης να χαϊδέψω

Πολύ βαρύ το ρόπαλο του Ηρακλέους για εμένα

Προτιμώ να αλληλοπαρατηρούμεθα με τα παγώνια της Ήρας

 

Μέχρι που ήρεμος φτάνω να ταλαιπωρώ τα βότσαλα

Ενόσω ο ήλιος πλαγιάζει μαλακά στο οδόστρωμα

Σαν πριγκιποπούλα που το έσκασε απ’ το σπίτι της για να γίνει Αγία του Πεζοδρομίου

 

Και κάπως έτσι σκοτώσαμε την απλότητα, παιδιά

Κάπως έτσι όλοι μας θεωρήσαμε ότι γίναμε ποιητές

Η ήττα δεν μας αγγίζει, η ήττα είμαστε εμείς

 

47. Θήτα ή η αναζωογονητική αμφιβολία της θλίψης

 

Θυμάμαι όταν ακόμα οι θεοί ανάμεσά μας αρέσκονταν να περπατάνε

Θαλπωρή και θαύματα προσφέροντάς μας στο πιάτο

Θυμάσαι, ε;

 

Ο θόλος του κόσμου άνοιγε κι έκλεινε όποτε θέλαμε

Οι θυσίες έβρισκαν αντίκρισμα στη στιγμή

Τα θέσφατα ήταν θολούτσικα και κανείς δεν τους πολυέδινε σημασία

 

Οι θέσεις εναλλάσσονταν κι άστραφταν μέσα από καπνούς θυμιατών

Κανείς δεν μίλαγε για θύμησες – βλέπεις, όλοι ήξεραν πώς να αθλούνται στο μνημονικό παίγνιο

Θραύση έκανε το μονίμως ξεθηκαρωμένο θάρρος της ζωής

 

Θρεπτικόν θεωρείτο μονάχα το όλον κι όχι τα απατηλά μέρη του

«Θάλλω», φωνάζαμε εκστατικά κι εν χορώ

Παλλόταν στα αιμοφόρα αγγεία μας η ζώσα γνώση της αειφορίας μας

 

Περιττεύει να αναφερθεί πως ο θάνατος δεν ήταν αντίπαλος της ζωής

Μέρος της ήταν, αντίστιξη στη γέννηση, έτσι διαλεκτικά κι όμορφα

Τον ξορκίζαμε αναμένοντας τον και τανάπαλιν

 

Κι όλα θρυμματίστηκαν για ένα καπρίτσιο

Οι μεν είπαν ότι οι θεουργοί αποθρασύνθηκαν θερίζοντας ότι ποτέ δεν έσπειρε ουδείς

Ο δε υπερθεμάτισαν τονίζοντας πως η θράκα αδυνάτιζε και, συνεπώς, κάποιος έπρεπε να αναλάβει το ρίσκο της αναθέρμανσης

 

Θέριεψαν, λοιπόν, οι φλόγες, στόμωσε η καλή μας θέα

Θάφτηκαν κάτω από τη στάχτη τα είδωλα των θεών και των θεαινών

Κι άρχισαν να μας θωπεύουν οι ενοχές μας

 

Θάμπωσαν οι ψυχές και οι ανάσες μας

Θρόμβο σχημάτισε στην καρδιά της φύσης η πάλαι ποτέ χαρούμενη θλίψη μας

Θύματα και θύτες αναμαλλιασμένοι κι αξεχώριστοι τώρα κείτονταν σε μια περίκλειστη, ακυμάτιστη θάλασσα

 

Κι ο τροχός των θρύλων σχεδόν ησύχασε, μόνο που κάθε τόσο έτριζε λίγο

Τα θαλασσοπούλια τον κουτσούλησαν

Τα θεριά έπαψαν να τον φοβούνται

 

Και τότε, μέσα από των θρασιμιών τον συρφετό που βυσσοδομούσε (αν και, ή ακριβώς επειδή, κανείς δεν νοιαζόταν πλέον)

Ακούστηκε μια λεπτή μα διαπεραστική φωνούλα

«Εγώ δεν είμαι εκεί όπου θα ήθελα», είπε

 

«Θεομπαίχτης και θαλαμηπόλος του μαύρου κατάντησα

Θανάτωσα και θανατώθηκα άπειρες φορές κι όμως τίποτα δεν άλλαξε

Σε πολτό θραυσμάτων πείσθηκα να χαρίσω την αντανάκλασή μου

 

Όμως θέλω να ξεφύγω», κατέληξε

Στη στιγμή η γη γέμισε ξερούς θάμνους και παντού μύριζε θυμάρι

Κι ο Θεός μεταμφιεσμένος σε θλάση του υπερφυσικού μυός υπέφερε αμήχανος κι αμέτοχος

 

48. Ιώτα ή Ιδιοποίηση Ιδιοπροσωπιών

 

Τα ιδανικά

Ξεκινάμε, ιδανικά

Με τις ίδιες ιδέες που όταν μεταξύ των συγχρωτίζονται, γίνονται άλλες

 

Η ισορροπία που δεν αποκτάται, δεν προϋπάρχει, δεν υπονοείται, δεν βιώνεται

Κι όμως, ό, τι γρανάζι γυρίζει, ό, τι μούσκουλο κτίζεται, ό, τι κορμί παραχωρείται, κάπως, κάπου, κάποτε, την προϋποθέτει

Άρα, ισορροπημένος μόνο ο ορίζοντας δύναται να είναι – όλα τα υπόλοιπα ανισόρροπα που όμως θα τείνουν προς την ισορροπία, ναι

 

Ανεβήκαμε ψηλά, ας ξαποστάσουμε στο ίσιωμα

Αφού είμαστε ισόβια καταδικασμένοι στο χρυσό κλουβί που καλείται σώμα, ας το διασκεδάσουμε και λίγο

Βυθισμένοι κάτω απ’ την ίσαλο γραμμή της εκάστοτε κοινώς αποδεκτής ηθικής

 

Ιταμός ο ιδιοτελής

Ιταμός ο ιδιωτεύων

Ιταμός κι ο ιδιοσυγκρασιακός;

 

Ίσκιος η αναπνοή μου

Ίσιωσε τα στραβά σου μάτια

Που ισαπείχαν απ’ τον ίμερο της μυστικής, άγριας ζωής σου

 

Δεν είναι ιάσιμη η ασθένεια μου

Ευτυχώς

Ακοίμητη η μικρή ίνα που με συνδέει με τα πάντα

 

Ματαιοπονείς όταν επιχειρείς να υπολογίσεις την ιπποδύναμη μου

Άσε κάτω τα τεφτέρια κι άκου

Ισοδύναμη είναι με ίλη τεθωρακισμένων που θα ισοπέδωνε τα Ιμαλάια

 

Ιδεολόγοι, ιδεαλιστές και ιδεοψυχαναγκαστικοί

Ιδανική παρέα για μια εντελώς μικροπρεπή ισπανική υποχώρηση

Για μια ακαριαία θυσία όλων των Ιφιγενειών / ιθαγενειών της γης

 

Ισοκράτημα όλη η χορωδία του ινστιτούτου, επί τούτου

Καθώς η υψίφωνος, ως ιδανική αυτόχειρ, ίπταται

Σε άρια άρτια εσωκλείοντας την ιστορία της ιδιοκτησίας, ήτοι την ιδιοκτησία της ιστορίας

 

Ενώ εγώ, επάνω σε αόρατο ιστιοφόρο

Χαζεύω τους ιοστεφείς ιππόκαμπους

Λίγο πριν μου καταπλακώσει τον ιγνυακό μυ το ιζηματογενές, ιξώδες πάπλωμα της λαγνείας

 

49. Κάπα ή Κρεματόριο Κυριολεξίας

 

Το κύτταρο της κυριολεξίας με κάρφωσε στο κέντρο

Με κέρασε καφέ της καλής καρδιάς, Κύριος οίδε με ποια προσχήματα

Κι ύστερα το κύτος μου ρυμούλκησε ως το ακρωτήρι των καιρών

 

«Θα τα πεις όπως έχουν», προσταγή

«Γιατί, αν εξοκείλεις στις ξέρες της αλληγορίας, καιροφυλακτούν οι κασμιρένιοι χούλιγκαν

Να σε κρίνουν, να σε κάψουν, να σε κομματιάσουν, κι όχι απαραιτήτως μ’ αυτή τη σειρά»

 

Καλώς

Ας καταθέσω την αλήθεια μου χωρίς φτιασίδια

Χωρίς δήθεν κρυμμένα νοήματα ή κιμπάρικα κεράσματα

 

Το κάλεσμα το έλαβα μικρός

Φωνή κυρίων μέσα στο κεφάλι μου, λίγο πριν κοιμηθώ, μου ανακοίνωσε: «Κάθισε κάτω

Και κοίταξε τι θα κάνεις, γιατί σου έχει ανατεθεί αποστολή κρισιμότατη

 

Να κηρύξεις λόγο πρωτότυπο κι αληθινό

Να κεντήσεις εργόχειρο κολοσσιαίων διαστάσεων, γεννήτορα κυμάτων κοσμικών, με εργαλεία το χάος και την κατήφεια της εποχής σου

Να καταστρέψεις άπαντα τα κίβδηλα κειμήλια που καταδυναστεύουν τους συνανθρώπους σου

 

Κάπου, κάπως, κάποτε, ξεκίνα με τις κεραίες σου τεντωμένες και με κράση γερή

Να σώσεις τον κόσμο απ’ τον απόλυτο κορεσμό

Τ’ άδικα, καινούρια και παλιά, κρίματα να κρεμάσεις, το καταφύγιο της Κοινότητας σου πέτρα πέτρα να κτίσεις»

 

Εκκίνηση δόθηκε σ’ ένα κοιμητήριο

Κόσμος πολύς παντού τριγύρω μου κι εγώ να κατασκοπεύω

Μια υποψία κίνησης, ευκαιρία ψάχνοντας στα χέρια μου να την κρατήσω και να την κανοναρχήσω

 

Εν συνεχεία, σε κλίμακες κυλιόμενες

Καριέρας ευκαιρία με τους γίγαντες του κατς μου προσφέρθηκε

Μα γρήγορα αρνήθηκα γιατί με τα κιάλια του μέλλοντος είδα (τι άλλο) πως ήταν όλα κανονισμένα

 

Βρέθηκα να κωπηλατώ με κουπιά από κερί

Σε κόλαση με κόκκινους καπνούς που εκκολάπτονταν μέσα σ’ εκατομμύρια καμίνια και καπνοδόχους

Ανέλαβα να παριστάνω τον Κέρβερο για κάποιο διάστημα κι έτσι την έβγαλα καθαρή

 

Κέρδισα φύλλο πορείας δεσμευόμενος ότι θα εκκοσμικεύσω κάθε του κόσμου εκκλησία

Λόγω της καλλιέπειας και της καλλιέργειας που επέδειξα, με διόρισαν κρατικό κομισάριο

Με κανόνια έβαλλα κατά πάντων, αλλά οι κόποι μου θάφτηκαν κάτω απ’ τον κουρνιαχτό της κάψας του επακολουθήσαντος καραβοτσακισμένου καλοκαιριού

 

Κατάστρωσα σχεδιαγράμματα εκστρατειών εκπορευόμενων από ονειρώξεις κύκλων καστράτων

Κλεπταποδόχος κοσμημάτων και λοιπών πολυτελών καλουδιών κατήντησα

Του κάκου κέρναγα τους πάντες κεράσια και καρπούζια, μετά από λίγο το κισμέτ όλα τα κυρίευε

 

Σε πείσμα των κακώς κειμένων, πάντως, δεν κώλωσα να έρθω στο κέφι

Κορώνα γράμματα παίζοντας το κεφάλι μου

Παζαρεύοντας με κουφούς καμηλιέρηδες και κυνηγούς κεφαλών

 

Όλα τα κάστρα του Γαλαξία επισκέφθηκα μέσα σε μια μέρα

Ήπια καλόγνωμα κρασιά από κούπες καμωμένες από κρανία καρεκλοκενταύρων

Έγινα κομφορμιστής, καρυοθραύστης, κηπουρός κυμάτων, κλόουν και κυβερνήτης κόλουρων κώνων

 

Και κατάλαβα πως το κενό δεν με απειλεί

Πως το κακό κολλάει παντού

Πως οι κερματοδέκτες είναι πάντα κυκλικοί

 

Τα κόμιστρα της κατάρας μου ζήτησα να πληρωθώ

Όντας στον κουβά πολύ βαθιά κουλουριασμένος [βαριά η (κοσμο)καλογερική]

Όπου κοστολογήθηκα σε καρυκευμένους κύβους από κοτόπουλο – κιότεψα να την κοπανήσω από κει και, μοιραία, κωλόκατσα σ’ ένα κιούπι κρώζοντας σαν καρακάξα

 

Οπότε να προσκυνήσω το κέρδος, μου ορμήνεψαν οι επικυρίαρχοι

Να κλαίω εκλιπαρώντας για συγχώρεση κάτω από τα κενά τους εικονίσματα, σαν φτωχοδιάβολος

Στα κράσπεδα να κυλιέμαι μεμψιμοιρώντας διακριτικά, προπάντων διακριτικά

 

Κόμπο με κόμπο, λοιπόν, κατέβαινα

Ευθυγραμμιζόταν η καμπύλη μου καθώς καλύπτονταν με τόνους μπάζα τα κοιλώματα μου και τυλίγονταν με κορδέλες οι κυρτώσεις μου

Αγαπούσα το κλουβί μου και τον καραφλό μου κουρέα, που μου κουβαλούσε κουμπιά άφθονα κάθε φορά που μ’ έβλεπε, και κοινωνό μ’ έκανε στις κραιπάλες του

 

Όμως παρ’ όλο που κάθε μέρα καιγόμουν στα κάρβουνα έφτασα να κρυώνω πάρα πολύ

Τότε, ένας κάβουρας που φορούσε κιμονό, ξεπρόβαλε απ’ το καπό ενός οχήματος αυτοκινούμενου, με πλησίασε και μου’ πε:

«Καλέ μου κύριε, κείμαι σημαίνει είμαι και δεν είμαι»

 

Κι εγώ αίφνης κόρδωσα το κορμί μου κι ούρλιαξα: «Κανείς, λοιπόν, να μην με κηδέψει!

Η καρδιά μου κορυφώθηκε τόσες πολλές φορές που τα καλούπια έσπασαν!

Ας κελαηδούν οι κορυδαλλοί στον κάμπο, εγώ κορόιδο του εαυτού μου δεν θα γίνω!»

 

Αμελλητί κόπιασαν οι αετοί και κάρφους έμπηξαν στα μάτια μου

Κι είδα επιτέλους πως το κάστρο του λόγου κόμματα και λοιπές κρατικές δυνάμεις σημείων στίξεως το έχουν κατακερματίσει σε κρίσεις, κατακλίσεις και κωμειδύλλια της καθομιλουμένης των καθημερινών μας κυβιστήσεων

Και κατανόησα για τα καλά πως οι λέξεις κυρίους δεν χρειάζονται

 

50. Λάμδα ή Λέξη Λοξού, Λόγχη Λαού

 

Η λεωφόρος της λαγνείας

Λερώνει και λυτρώνει, λασπώνει και λαμπρύνει

Άλλοι με λύσσα λεηλατούν και λυμαίνονται τα λάφυρά της, άλλοι σε λάκκους στις λόχμες της λουφάζουν, όπου λιάζονται και λούζονται με λέξεις λησμονιάς

 

Μολαταύτα, εγώ στο λουτρό βρισκόμουν όταν η ηχώ της λαϊκής σοφίας παρήγγειλε τις υπηρεσίες μου

Λιλιπούτειος αγγελιοφόρος μου παρέδωσε το σχετικό απομαγνητοφωνημένο κείμενο

Αποδεχόμενος την πρόσκληση / πρόκληση, σε λόφο μεταφέρθηκα και παρευρέθηκα σε τελετή λατρευτική

 

Με συνεπήρε η οργή του λαού

Η λάμψη των όπλων του

Τα λοφία πάνω απ’ τα μαλλιαρά λόγια του

 

Έσπασα με λοστό τα κεφάλια πολλών λημμάτων

Κατούρησα τα πλαστικά λουλούδια στα κατώφλια και στα περβάζια

Έλυσα τους ζυγούς και με λαιμαργία τους καταβρόχθισα

 

Λύσσα με κατέλαβε

«Πώς μπορεί κανείς να λαμβάνει λύπες με τέτοιον ήλιο;

Ποιοί είναι εκείνοι οι λωποδύτες που λαθραία εισάγουν τη λησμονιά;»

 

Είπα κι ελάλησα και στον λαβύρινθο εγκαταλείφθηκα

Λειψός ένιωθα καθώς στις λωρίδες του περιπλανιόμουν, ενώ ένας λίβας μου έκαιγε το πρόσωπο

Δεν λάθεψα όταν πήρα από πίσω μια λιβελούλα – αυτή με οδήγησε στο αείποτε λυσιτελές κέντρο

 

Λοξός προφήτης με γένια πασαλειμμένα με λίπασμα έστεκε εκεί

Είπε: «Μονάχα σεισμοί, λιμοί και καταποντισμοί γι’ αυτή τη γενιά

Των λιβελογράφων, των ληστών, των λαθρεμπόρων και επιτηδευμένων λέτσων

 

Είναι λαθρεπιβάτες της πόλης, της φύσης, της ζωής

Τάχα λελογισμένοι υπερασπιστές του θρόνου της λήθης, δηλαδή της λανθάνουσας λέπρας

Αλλά τίποτε άλλο δεν τους αναλογεί παρά λήγοντες αριθμοί λαχείου, λαξευμένοι στο αίμα και στο χώμα»

 

Σαν τελείωσε, έκλαψα ώρα πολλή

Το μεσημέρι έγινε απόγευμα και σε λίμνη βρέθηκα να επιπλέω

Λαμπύριζαν τα νερά της στο πλάγιο ηλιόφως, ενώ λεφούσια από Λέοντες της Νεμέας και Λερναίες Ύδρες στις όχθες της στέκονταν και με παρακολουθούσαν

 

Ήμουν έτοιμος να παλέψω μαζί τους μέχρι θανάτου, στο όνομα του Θεού, στο όνομα του Λαού

Όμως λύγισα, λιγοψύχησα, λιποτάκτησα – βλέπετε, λαχτάρησα τις λιχουδιές που είχα στερηθεί όλα αυτά τα χρόνια

Το αλεξικέραυνό μου ενδύθηκα και λάκισα παρέα με τον προσωπικό μου λίθο, συνειδητά αμαρτωλός, λαπάς και λίγος

 

51. Μι ή Μύηση στο Μοναδικό

 

Μίλα μου για μυήσεις

Μυστικά που ψιθυρίζουν στο σκοτάδι σαν μασκοφόροι μαχαιροβγάλτες

Μαγεία που γεννάται από τις στάχτες μαραμένων μεθοδολογιών και μπελαλίδικων μετρήσεων

 

Κι ύστερα κόψε και μοίρασε μυρωδιές

Μυρόπληκτοι να μεθύσουμε με τους μετασχηματισμούς των μπαχαρικών

Μέσα στη μέθεξη μας, με μέλια και μουριές να μορφωθούμε

 

Πολύ μικροί ήμασταν όταν μπήκαμε στο μέγαρο των μορφών

Μεγαλώσαμε με τα μαρούλια στη μέση και με τα μήλα στη μύτη

Μαρκάραμε και μαρκαριστήκαμε, μοχθήσαμε και μείναμε σε μολυβένιες μαζώξεις

 

Μη με μαλώνετε μαμά και μπαμπά

Μοιραίο ήταν ποτέ να μην μαζευτώ

Με μαθηματική ακρίβεια η μεταμόρφωσή μου να γίνει

 

Απέρριψα όλους τους μαξιμαλισμούς κι όλους τους μινιμαλισμούς

Μεροδούλι μεροφάι στα μπακάλικα και στα μανάβικα για να μην μείνω ποτέ μου μόνος

Με τα μετρητά μου να αγοράζω μαύρες μοσχαροκεφαλές

 

Ποιός θα μας βαπτίσει μαχητές;

Ίσως να ματαιοπονούμε όσοι μετέχουμε στη μάχη της μασέλας

Παραδόξως μακραίνοντας για να μην ξεμακραίνουμε

 

Μάστορας ή μαστροπός, μάγος ή μισάνθρωπος

Το μυαλό σου πάντα θα μετακομίζει

Με τα μισά πράγματα μιας χρήσης και τ’ άλλα μισά μεταχειρισμένα λόγω της ματιάς σου

 

Οι μουσαφίρηδές μας μαλθακοί μας φανήκαν στην αρχή

Μα με μύξες γιόμισαν τη μόστρα του μαγαζιού μας όταν εμείς μακάριοι κοιμόμασταν

Μούγκαναν τους μάγειρές μας και τους άφησαν να μουλιάζουν μέσα σε μίζερη μουσταλευριά

 

Όσοι τους μύλους κακολογούν, κατά βάθος μισούν καθετί το όμορφο

Για δαύτους μούρλια και μανία το μόνο αντίδοτο

Και μια δόση μαγγανείας

 

Μετριοπαθής και μετριόφρων ο μετρονόμος

Όμως μέτριο το «μη» ενώ μέτρο το «μου»

Στο τέλος όλες οι μάρκες ποντάρονται στη μέση

 

Μαθητεύοντας δίπλα στην Μαρία, τη Μαία και τη Μνημοσύνη

Φτάσαμε, με τα πολλά και με τα λίγα, στην Μήτρα

Όπου η Μοίρα αναμόχλευσε για μία (τελευταία;) φορά τις πιο μύχιες σκέψεις μας

 

Μετά Μύγα Μονή μας μπαγλάρωσε

Μαζί με το Μοναστήρι μας μόνωσε

Μόκο, μπίλιες αντί για μπέσα, μπάσο αντί για μπαλόνια, μοναξιά αντί για μόλους και μποστάνια

 

Μπλε ματσέτα

Ο μάγιστρος με τα μασούρια μετανιωμένος

Μπλουζ και μπλα μπλα, μοναδική μεριά της Μέρας

 

52. Νι ή Νίκης και Νοθείας Ναός

 

Της νιότης γλώσσα δεν είναι της κατάνυξης τα νεύματα

Ούτε τα πλαστικά νούφαρα να την κρατήσουν μπορούν απ’ το να ανακινήσει τα νερά του βάλτου

Το νόμισμα της δεν μπορεί να είναι η νόηση που όλο νουθετεί

 

Ντουλάπες παντού, την απειλούν

Νάρθηκες υψωμένη στη νιοστή δύναμη την απονευρώνουν

(Μαμ, κακά, νανάκια κι η νιτρογλυκερίνη στη νταμιτζάνα να αραιώνει μέσα σε γλυκό νεράντζι)

 

Όσο για εμένα, ανάθεμα κι αν γνωρίζω αν της λέσχης μέλος είμαι ακόμα

Στη γενιά μου πρόσαψαν είτε ότι δεν δοκίμασε αρκετά ναρκωτικά

Είτε ότι ναρκώθηκε ανεπιστρεπτί και κήρυξε την ανεξαρτησία της στη νήσο του υπερπ (τ) έρατος

 

Και κάποιοι με ρωτάνε και τι ν’ αποκριθώ δεν ξέρω: «Τι απόγιναν τα ναυτάκια;

Οι ναργιλέδες που πίναμε στους καφενέδες;

Τα ναυπηγεία που ντρεσάρανε τις υπαρξιακές μας αγωνίες;»

 

Νούλες γίναμε, λοιπόν, και νιχιλιστές;

Νησιά άγονης γραμμής, μονίμως νεφοσκεπή, που πληρώνουν ναύλους δίχως λόγο και δίχως αντίκρισμα σε απρόσωπους νοσφιστές γραφειοκράτες;

Ντοματοφάγοι νομιμόφρονες νερουλάδες;

 

Η νύχτα τα νύχια της ακονίζει, εντωμεταξύ

Καμουφλάρεται πίσω από νιαουρίσματα, ανούσιους νεποτισμούς και ραδιουργίες νάρκισσων

Νέφτι καταπίνει και συναρμολογεί βόμβες ναπάλμ από διαμελισμένα πτώματα νόθων παιδιών της ημέρας

 

Είναι νωρίς να νικηθεί ο Νόμος;

Είναι το ναι μήνυμα υποταγής;

Είναι όλα τα νήπια του Ναού νωπά;

 

Η νεοτάτη ντίβα που όλο αναχωρεί

Νυστέρι βαστάει στο’ να χέρι και ντέφι στ’ άλλο

Θα την κεράσω νοσταλγία του παρόντος και νόσο των αποδημητικών πτηνών

 

Για να νοσηλευτούμε μαζί σε σανατόριο των Νοτίων Θαλασσών

Εμπειρογνώμονες της ναυσιπλοΐας των νηπενθών νυ (μ) φών να γενούμε

Ν’ ανασταίνουμε νεκρούς, ανάποδα, κι ύστερα να νηστεύουμε

 

53. Ξι ή Ξέγνοιαστη Ξενιτιά

 

Ξηρασία στις ξένες όχθες με ξυρίζει ξώφαλτσα

Ξυπνάω από ύπνο βαθύ σε ξέφωτο γεμάτο από άγνωστα εξαρτήματα και ξύγκια

Ξέρω ότι το ξίφος μια φορά στις εξακόσιες το εξημερώνεις

 

Ξαφνικά η ξύστρα που κρατούσα ξύδι γίνεται

Τους εξυπνάκηδες ξεκάνει με το οξύ που ξερνάει ο διάβολος στα πιο ξέμπαρκα ξωκλήσια

Ενώ ξαναμμένος ξεπλένομαι, ξανά και ξανά, στ’ απόνερα του Ξάνθου ποταμού, λίγο έξω απ’ την Τροία, μαζί με τον Ξέρξη, τον Αρταξέρξη κι άλλους ξωμάχους της ελληνικής μυθιστορίας

 

Ο αιώνιος ξένος πάσχει από δυσανεξία στις εξοχότητες και στα ξόανα

Ό, τι έχει να κάνει με εξουσία του ξινίζει, γιατί η εξορία είναι τα ξύλινά του τείχη, το ξενοδοχείο που αντικρίζει κάθε ξημέρωμα

Στην ξαστεριά προσεύχεται και τις ξανθομαλλούσες ξωτικές ξαδέρφες του με ξόρκια κρατά μονίμως ξάγρυπνες

 

54. Όμικρον ή Όμορφη Ουτοπία

 

Ορμή του ανέμου, άκουσε με

Κι εσύ ολετήρα της ομορφιάς

Το όστρακο που με πληρώνει μου πριόνισε τα οστά

 

«Και τί μας νοιάζει», μου λένε

Ουτιδανός θα μείνεις μια ζωή

Οσφυοκάμπτης κι οχιά, ούτε για φτύσιμο

 

Στράφηκα στον ουρανό

Αλλά μόνο ουρλιαχτό μου βγήκε

Ολοφυρμός που κατανάλωνε όλα τ’ αποθέματα οξυγόνου της οικουμένης

 

Επενέβη τότε ένας ογκώδης ουλαμός από ορεσίβια ολμοβόλα όμποε

Μου μάγκωσε την ουρά και μου ορμήνεψε να ορίσω την ολότητα της υπάρξεως μου

“Όπλα μου τα όχι κι ένας οχετός αόρατος που ξερνά ουρανομήκη ούφο”, είπα

 

Και συνέχισα:

“Η οκνηρία μου με οδηγεί σε οδύσσεια στους αχανείς ορυζώνες του ορίζοντα

Για να βρω την Ουτοπία, ου μην και τη σωτηρία”

 

Ακολούθως μου παραδόθηκε διακοίνωση που έγραφε τα εξής:

“Η ολομέλεια της ομάδας απεφάσισε στον αείποτε κοχλάζοντα όχλο να σε παραδώσει

Τώρα πια μόνο οίστρος όψιμος μπορεί να σε σώσει”

 

Οπότε, από τούδε και στο εξής, ολούθε τριγύρω μου: ομοιότητες κι ομοιοκαταληξίες

Ορφανές οιμωγές, οινόπνευμα στον ουρανίσκο

Οσμή οπαδικής ομόνοιας

 

Έτσι ολοκληρώθηκα

Ομφαλός της όσφρησης έγινα και ρούφηξα όλη την ουσία

Ουροβόρος όφις στο σημείο μηδέν κάθε οδού, κάθε οικολογίας, κάθε οικονομίας, κάθε οπτασίας

 

55. Πι ή Πάντα Πρόθυμη Πέτρα

 

Παιχνίδια της παρέας

Παράδειγμα: Μια περούκα πάπλωμα της πλάσης

Που ολοένα περπατάει για να μην προδώσει το πράγμα που σαλεύει πάνω απ’ τα πόδια της

 

Πότες να τους πιεις στο ποτήρι

Πανζουρλισμός από παράξενα κουάρκ στο μπαράκι του πυρήνα

Πρόζα και πόζα απ’ τα παγιδευμένα ποζιτρόνια

 

Πόλεμος στων παμφάγων παιδιών τις παράγκες

Πατήρ της παροξύτονης προπαραλήγουσας του πηλού τους

Πάντων παροξυσμός και πεισιθάνατος παλμός

 

Παρακάτω: παστρικιές παλλακίδες που πετούν πασατέμπο

Σε πυγμάχους πυγμαίους, κατηγορίας πεταλούδας

Για ν’ αφιονιστούν και να τις προικίσουν με παραγγέλματα πένθους

 

Ο Ποιητής παραμιλά

Πλείστες όσες παραθύρων περσίδες τον περιτριγυρίζουν

Παρακολουθώντας τον αμίλητες να πασαλείβεται με πίσσα, πούπουλα και πικρή πενίας πούδρα

 

Πιο κει: Πόλη πελώρια και πολυεπίπεδη

Με προμαχώνες της πολεμίστρες από πολύχρωμα πίξελ

Πλώρη βάζει για του παραμυθιού την πλαϊνή πόρτα

 

Πλέει σε πιρόγα πολυτελείας

Σε ποτάμι πλωτό και πλαδαρό

Ώσπου προσκρούει σε προσευχής πρίσμα

 

Παραμορφώνεται και γίνεται όλη πληγή που ξερνάει πύον

Κι οιονεί προσάναμμα για τους περαστικούς από την πέρα όχθη

Και μια πράσινη Παρασκευή θα παραδοθούν στην πυρά της οι πείσμονες πλάνες τους

 

Προχωρούμε: μας προσμένει πλήθος με πώματα αντί για περικεφαλαίες

Με πλοκάμια αντί για πόδια, πρόκες αντί για πατούσες και πλαστικά δοχεία ανακύκλωσης αντί για πισινούς

Με πειθαρχία πονηρή αντί για περιέργεια περήφανη

 

Αναδιπλωνόμαστε και προετοιμαζόμαστε για πάταγο περιφανή

Στο πάτωμα τα πτώματα μας προκαλούν πριονίζοντας τα πέλματα μας

Πώς να παλέψουμε, λέμε, δίχως πρόγραμμα μήτε και παραστάτες πλούσιους;

 

Παρ’ όλα αυτά δεν μας πάει να πισωπατήσουμε

“Πρόσω ολοταχώς”, κραυγάζουμε

Πεθαίνουμε πλήρεις, σ’ ένα πανηγύρι πολυφωνίας και πασιφισμού

 

Προς την πεδιάδα της τελικής ρήξης:

Εκεί όπου παραχώσαμε τον πακτωλό της παρρησίας μας

Πεπεισμένοι πως οι προπάτορες μας θα τον περιφράξουν με πέπλο πανούκλας

 

Σε μια παραλλαγή της ιστορίας, παραχαράκτες μας προμηθεύουν με πέντε πολύτιμες πέτρες

Πεινάμε αλλά παραμένουμε, κι εμπνεόμαστε απ’ τις πράξεις των προηγούμενων μας ιεραποστόλων

Μας πνίγει όμως ο πόθος για πρωινές ονειρώξεις χωρίς περιττές προφυλάξεις

 

Πού, πώς και πότε πλαγιάσαμε με τις προνύμφες πεδίων παράλληλων;

Ποιούς παρακαλέσαμε να μας πλύνουν με καυστική ποτάσα;

Τέλος πάντων, η πλημμύρα όλους τους περισπασμούς μας παύει και μας παρασέρνει για πάντα

 

Και πάμε: Στο πλάι της Πύλης

Πάλι με περιορισμούς να εκπονούμε της νέας πορείας μας το πλάνο

Παρηγοριά: η παράνοια, η πολυμάθεια κι η πυγμή του πλοιάρχου του πλεούμενου του αιώνιου παρόντος μας

 

Προορισμός:

Η παραλία όπου κατά τον προφήτη θα πλέξουμε το παρελθόν μας

Πριν παραλάβουμε τα πανάρχαια παιδιά μας και τους παράσχουμε τα απαραίτητα πολεμοφόδια για να επικρατήσουν επί των πεπαιδευμένων προυχόντων του πάλαι ποτέ πληθωριστικού πάζλ και παλινδρομώντας να περάσουν στον πρώτο πραγματικό παγκόσμιο πολιτισμό:

 

Πόνος

Παραδοχή

Μια πεισματάρικη πυγολαμπίδα

 

56. Ρο ή Ρελάνς των Ρημάτων

 

Η ρευστή ρυμοτομία της ροής του κόσμου

Ρήξη, ρόδι και πόνος στη ράχη

Μια ρακή στα όρθια κι ύστερα στον ρόλο σου

 

Ρούφα ξεκούρδιστα ρολόγια

Τα ράκη σύλλεξε απ’ τα ράφια

Ρυθμό ράθυμο ράψε και ράγισε τον ροοστάτη

 

Χώσε το ρόπαλο στα ρουθούνια εχθρών και φίλων

Ροκάνισε μεθοδικά τα ρουλεμάν ώστε τίποτα να μην ροβολά

Αμόλα ρεψίματα στα μούτρα των γάργαρων ρεμάτων

 

Ραδιουργίες ύφανε στον αργαλειό να τους ρουμπώσεις όλους

Σιγουρέψου ότι ρυτίδωσαν τα μέτωπα των ρομπότ ώστε κανείς γι’ αυτά να μην ρωτάει

Μοίρασε στους εργάτες ρούχα πνιγμένα στο ρετσινόλαδο, με ραφές που καιν τα ρωμαλέα πάθη

 

Τους ρέκτες θέρισε όπου τους πετυχαίνεις

Ριφιφί κάνε στα ραχατλίκια τους

Περιόρισε την εμφάνιση του ροζ μόνο σε ανώδυνες ρήσεις και παραπλανητικά ροκ νανουρίσματα

 

Στο ράλι μας απορρίπτονται άμα τη εμφανίσει ρηξικέλευθες ερωτήσεις και ριζοσπαστικά παραστρατήματα

Τα ρήματα ρουφιάνοι που ποτέ δεν κάνουν ρίμα

Οι ράτσες πολλές, μα η ροπή τους μία

 

57. Σίγμα ή Σιωπηλή Σοφίας Σάρωση

 

Σαΐνια οι στεριανοί συβαρίτες

Σαΐτες στιχάκια σκαρώνουν

Σαν σκιές με σουγιά τους σημαδεύουν

 

Σώπασα από συμφέρον

Σύρθηκα από συνήθεια

Στράβωσα απ’ τη σούμα

 

Οι σύριγγες σφύριζαν στα στόματα των σώγαμπρων

Η σοβαρότητα σουλατσάριζε

Η σημασία σπασμωδικά σάλευε – τη συγύριζαν σιαμαίοι σάτυροι

 

Σαν να μην ξέρω τι λέω

Σαν να μην μπορώ να σταματήσω να σχολιάζω

Σαν να μην είναι η ζωή σαλαμοποιημένη

 

Σήματα κινδύνου σφαλιστά σε σεσημασμένου σεισμολόγου σεντούκι

Κι ο σύρτης να μην δείχνει κανένα σεβασμό

Στη σωρεία σαλπισμάτων των σοφών σήμερα

 

Σεξ, σώβρακα σεμνά και σερπαντίνες για σουβέρ

Άλλο η σέλα, άλλο το σαμάρι

Άλλο οι στιγμές, άλλο τα σουβενίρ

 

Σαράντα μέρες σεργιάνιζε ο συρφετός των σπαγκοραμμένων

Στις σελίδες και τις σημειώσεις του κάθε συμμορφωθέντος στρωματογράφου

Στολές στενές σωματείων σάπιων συγκολλώντας από συλλογισμών σκόρπια σώματα

 

Τα συκώτια μας στούμπωσαν απ’ τη σαβούρα

Σε μια σούπα τώρα όλοι σιγοβράζουμε

Σαφέστατα και συνεπέστατα συνένοχοι της σατραπείας του σολαρίσματος

 

Το Σύμπαν δεν με σκέφτεται

Η σκέψη μου σταυρώνεται και συγχωρείται

Μα την σωτηρία ποιος θα την σοκάρει επιτέλους;

 

Σούβλισμα στη στάνη;

Ή σβήσιμο σε στάχτες σχεδιαγραμμάτων σκυλιασμένων σπουδαρχιδών;

Η συμφορά σερβίρεται πάντα ξεροσφύρι

 

Στάση για σαλάτα

Στο σχολείο δίχως σάκα

Στο σανίδι σαν σαχλός σαρκασμός

 

Συμφωνία σπιούνων

Σαματάς, σολοικισμοί και συμμορίες στραγγαλιστών σπάνιων στολιδιών

Σκασμός, σκασίλα και συμβάντων σάβανα

 

Σαλεμένοι σπιτόγατοι σκαλίζουν στα σαλόνια τους

Σηκώνουν στρατών σαμιαμιδιών σημαίες

Συνιστούν συμμάζεμα με συστολή και σφαίρες

 

Το στομάχι στο σβέρκο

Η στύση σύξυλη

Το σκοροφαγωμένο σκαρί: στυλιζαρισμένο, στυλωμένο και σίγουρο για την επικείμενη συντριβή

 

Μια μόνο στάλα να με σταμπάρει

Μια σακούλα να με στοκάρει

Μια στροφή να με συμπληρώσει

 

58. Ταυ ή Τόλμη και Τελεολογία

 

Τριχοτομημένο τασάκι

Ταχέως τεμαχίζει τις τολύπες καπνού από τσιγαρόβηχα τραγουδιστών τρανών

Στα τσικό τεθνεώτων τσόκαρων τραβολογιέται

 

Τσούζουν τα ταπεινά του τσαλίμια

Τόπο τηρούν τα τριακόσια τσίνορά του

Τις επίμονες τσουκνίδες ταλανίζουν τα τσιράκια του

 

Μαύρες τρύπες οι τσέπες του

Σε τοποθετούν στο τσαρδί του τάδε και του δείνα

Τάχα μου να τσιμπολογάς τις τάφρους των τελειοποιημένων τούβλων

 

Τί τίμημα τιτάνιο να τσουβαλιάζεις τα τσαρούχια

Στου τρελοκομείου το ταμείο, τσίμα τσίμα

Με τυμβωρύχων τάματα να τα τυλίγεις

 

Κι εκείνο να τραβάει τεθλασμένες γραμμές τηλεγραφόξυλων

Να ταξιδεύει πίσω απ’ του τετριμμένου τα τείχη

Να ταριχεύει του τίποτα τις τροπικότητες

 

Τόσο ταυτίστηκα μαζί σου

Τσακώθηκα με τις ταξιαρχίες των αγγέλων μου

Την τάξη ενστερνίστηκα και τραπεζοκόμος της έγινα

 

Και στο τέλος, πάλι τρεχαλητό στο τραίνο

Δηλαδή, ποιό το νόημα;

Τρόμος στην τσαγιέρα και τελμάτωση ταξιμέτρου ο τύπος σου

 

Τόμοι γράφτηκαν, τζάκια ξεθεμελιώθηκαν, τέρατα τοξεύτηκαν για μισό σου τεταρτημόριο

Τίμια η προσπάθεια σου

Άτιμη η τύχη μας

 

59. Ύψιλον ή Ύστατη Υπόμνηση

 

Ο υμένας μου έσπασε

Μέρες υλικές

Νύχτες με υλακές

 

Υπό τον ουρανό

Τα ύψη υποκλίνονται

Το ύφος υμνολογείται

 

Υπέρ τρίτων

Οι υφές αλλοιώθηκαν

Το υνί στόμωσε

 

Υδροχοϊκή υστερία μας κατέλαβε

Τα υστερόγραφα αγνοήσαμε

Υπερκόπωση πάθαμε απ’ τους ανελέητους υπολογισμούς

 

Υπευθύνως υπογράψαμε κατά πως μας υπαγορεύτηκε

Το υπονοούμενο μας ξεγλίστρησε κι έτσι υπονομεύσαμε την υπομονή του καιρού

Σε υπαρξιακή ύφεση υποθηκευθήκαμε

 

60. Φι ή Χρυσή Τομή

 

Ρινότμητος ο ήλιος φελούκες καταυγάζει

Φελούκες με επιβάτες πνεύματα

Που φελλοί από μπουκάλια σαμπάνιας τους έχουν εμφυσήσει ζωή

 

Περίπολος του άφατου

Η Αγαύη ιερουργεί

Οι νύφες… δεν κοιτούν, οι νύφες τρεμοσβήνουν

 

Παίζε λάμπα

Ορνιθοσκαλίσματα ρηχότητας

Επελαύνει η σιωπή, εγώ εσύ φυγοστρατούμε

 

Φόνος, φόλα, ξερατό

Και μια υπόμνηση φοράδας στρουμπουλής, για να μην ξεχνιόμαστε

Μα τί φοράς στο φέρετρο, […];

 

Μνήσθητι μου Κύριε, η κραυγή

Φόβο σκορπάει σα χαρτοπόλεμο το τσέλο

Με τον Μαρίνο στη μαρίνα κηδεύει τον φυλακισμένο χλοοτάπητα

 

Κι άκρη δεν βγάζεις πότε

Ούτε κι άκρια

Κύμβαλο τζάζον – αυτό κάνει

 

Δεν έχω πάει ποτέ στη Λαπωνία, Νικόλα

Όλα φέρονται σαν να έφτασε μόλις η εξαίσια φυλλοβόλος Μια

Φουσάτο, απαίσια λέξη – Φουσάτα, απαίσια σκέψη

 

Μα το είπαμε

Εγώ ξεχνάει το απειρίδιον

Τί πορνίδιον το ακτινίδιον – ας πιούμε λίγη μαστιγωμένη φυσαρμόνικα

 

Ζήνωνος, Φολεγάνδρου, Φιλοθέης, Ουμβέρτου Σπυρίδωνος Φάκου

Με κοροϊδεύετε; Με αφουγκράζεσαι; Έξω από δω, έξω από κει, η Μιμή μας η μαμή

Μα τί λέει, μα τί κάνει;

 

Εσπερινή η ώρα στο σπήλαιο του τώρα

Μια χώρα χωρίς φόρα

Φουρκίστηκε η ψώρα

 

Νάτος λοιπόν, αδελφοί μου, ο επιβήτωρ της στενής τους βούλας

Όναρ η λέξη, αδελφή μου – χαμός και φλεγόμενα ξόανα

Φωτιά της φυλακής της φύσης η φύση

 

Η λέξη πλησιάζει

Κύμα στο νήμα προξενεί ασυντόνιστη ρίμα απ’ του Περού τη Λίμα ως τη Χιροσίμα

Ναι, εντάξει, Ποίημα

 

Στης Ιαπωνίας τη Φουκουόκα

Φίδι φέρνει τη φυλλωσιά του μανιακού ρακοσυλλέκτη – ο τροφοσυλλέκτης – αποδοχή ώχρας

Μηρυκάζω τα φερόμενα ως φλογοβόλα

 

Το είπα ο προϊστάμενος

Φούμαρα της φορεσιάς το φούμο

Στη Φουκουόκα δεν χωράν οι παλαισταί του Σούμο

 

Φάνηκε η χαραυγή – ή είμαστε μετείκασμα υπέρου;

Ερίζωσε το υφιστάμενο

Φούγκα φούγκα φούγκα φούγκα

 

Ζούγκλα για δες της ραχοκοκαλιάς η μοίρα

Πόσες φορές θα λιώσω στην αγκαλιά του εφημερεύοντος καλωδίου

Ίσκιος της φόρτισης η φυγόμαχη γλώσσα της νοήμονος νοηματικής

 

Ή μήπως όχι;

Ή μήπως το’ χει;

Φυλάς;

 

Πια πια φεγγαροστολισμένη η χουρμαδιά

Το έχασες αν δεν το χάνεις

Απλό το φύσημα της φραντζόλας η τέχνη που κοιμάται με το μάτι της φυλής

 

Μα τί κλαίω;

Μαρία Ρία Οία

Άκατος της φαλτσέτας η μέρα της χλεύης ώσπου νικά (φωνάζει το να)

 

Και πάλι λοιπόν και πάλι φίλοι το τριφύλλι

Ξεδιψά το κοχύλι με του τσίρκου το μαντήλι

Άκου να πεις

 

Κι αλλάζω

 

Γιατί έρχονται οι πολλοί του ενός οι ειδικοί της φασαριόζικης μοιχαλίδας

Όλα κολλάνε με κόλλα – φτυάρισε τους αυτοματισμούς

Να σας την πούμε;

 

Μυρίζω τη σκέπη του φαλακρού τρανζίστορ

Θα κάνω ομοιοκαταληξία – το πρόλαβε η Θέμις – ο φιλίστωρ

Ζορίζεται το χωρίς, βλέπε

 

Κι η συνοχή, αγαπητέ, εισπράττεται με φλέμμα

Φορτσάρει το κατεστημένο με τρεμάμενα αραβουργήματα του θειαφιού

Καλά καλά φόρμα η μάσκα και το πηγάδι στραβό – ως τσακμακόπετρα

 

Και πού ήταν;

Στου σταφίδα την τσέπωσα

Χαιρέκακα σαλπάρει ενώ ξαπλάρεις στου μεσοπέλαγου πιλότου τη μορφή

 

Μα τί πάει να πάρει;

Φαγητό νομίζω νομίσματα και τούφες – το τίποτα, ασφαλώς, ωραία η μύχια σωματοδομή

Φέγγος κι άγιο το φασόλι

 

Χάλασε το στεφάνωμα του πύργου από μια ιερή παράκληση του Μίκη

Μα πώς είμαστε τούτη τη χρονιά;

Πώς γεννάται η θλάση του Φοίβου;

 

Ξανά και τίποτα, δηλαδή

Πλερώνει και σιδερώνει τη μασχάλη της Μεσογείου ο Φρίξος τους

Ζήλωσα τη μοίρα του αναλογούντος φαινομένου της υπάρξεως

 

Ή μήπως ήμουν υποστασιασμένες παραστάσεις του;

Επιδειξίας για να τον τσακώσουν, ασφαλώς – ειδάλλως τι;

Ιδού το παράδοξο του παράτολμου χρήστη των γλωσσικών τιμών

 

Φορμόλη ζέχνει η διαστρική μαντζουράνα

Καμωμένη η λίστα από σιδερένιο ξύλο, ρε γελοίο γραΐδιο

Να είμαστε γερτοί στο ύψωμα, καλή μου

 

Έχετε καταλάβει τί γίνεται;

Παιδιά ή περίοικοι;

Εσύ γιατί, πετάγονται οι φωνογράφοι πλάτος η φριτέζα

 

Εξήντα

Αριθμήσιμος φωνητικά ο δήμος

Και ως του φυλλαρακίου ο ηθμός χαμπαριάζει τη ζωούλα

 

Φεύγω, ναι, αχαριστία κερνάω, δώσε μου τη φήμη που δεν διασωληνωθήκαμε

Ακούστε πως γελάει η μικρή μου Κίρκη μέσα απ’ το φακό νούμερο πενήντα τρία

Γίναν όλα μια χαψιά, Κωστή, νομάδες και σπίθες, τσίνορα και ναρκαλιευτές

 

Η Φιλαρμονική χασμουριέται

Παίγνιο φιλάρεσκο φιλήδονο φωταγωγημένο – φω μπιζού κι αλλάγή

Πάλι τσιρίζεις;

 

Η φόρμουλα

Χα χα χα χα

Ευρέθη, είναι γυναίκα και φυγόκεντρος – στο κέντρο παραζαλισμένη μετεωρίζεται

 

Αγωνιάς αλλά δεν απαντάς

Μάντρα μη με μαλώνετε

Γεμάτος ο ήλιος με χέρια φανατικών φάγων

 

Φεβρουάριος κι ο αιμάσσων συρμός παραπαίει

Τρίμματα φουγάρων που διυλίζονται, Ανεμόεσσα στον φωταγωγό

Σα νησάκια φαντασίας, χνούδια κολυμπάνε στο καρουζέλ της λάβας

 

Ψαύω τα αντικείμενα μπας και τρομάξει η τραμπάλα του νου

Χαμερπής ο ξένος, λέω και κλαίει

Μόνο φθόνο θα σε τρατάρω σωτήρα

 

Αδύναμο

Κατέστη αίλουρος η μνήμη του φερώνυμου ποδηλάτου

Ως τίποτα εφορμά οσάκις πήζει το χνάρι

 

Ήγγικεν η ταύτισις

Χαλλελούια και μικρό τσαντίρι

Φως σαλεύει – ζυμώνει – τσούζει

 

Φως

Άλγεβρα Αλμύρα Άλσος μιαρό

Ποτέ μην τρέξεις

 

61. Χι ή Χρόνου Χαίνουσα Χλεύη

 

Χαίρε ω μέρα χαρωπή

Μέρα χρωματιστή

Μέρα χτικιό, μέρα χωμάτινη, μέρα χοηφόρα

 

Μέρα που χρημάτισε χρηματιστής και χρεοκόπησε

Μέρα που χάρηκε το χρήμα χύμα

Μέρα που χάρισε τα υπάρχοντα της σε χαβαλέδες και χάνους

 

Ο χρόνος την χωρίζει

Ο χρόνος την χτίζει και τη χαλαρώνει

Ο χρόνος την χαντακώνει

 

Χάπια χλαπακιάζει και χωλαίνει

Χάος ανασαίνει

Χείμαρρος γίνεται και χουζουρεύει

 

Χαμογελά στους χαζούληδες

Τον χυλό δεν τον φυσά

Τον χειμώνα χτενίζει πριν τον κουρέψει χοντρά

 

Οι χαιρετισμοί της χάσκουν

Χαλκό τα χνώτα της μυρίζουν

Σε χιλιάδες εκατομμυρίων χάσματα οι χίμαιρες της χιμούν

 

Χερουβείμ με χθόνια χταπόδια αντί για χέρια χλιμιντρίζοντας την χλευάζουν

Οι χειρισμοί της όλοι χάρμα οφθαλμών μα και χάλια μαύρα

Χαλάλι της – ας την χορτάσουμε μέχρι να την χάσουμε

 

62. Ψι η Ψυχής Ψαλμωδίες

 

Ψήλωσα πολύ, μονίμως ψαρωμένος

Ψήθηκα αλλά όχι πολύ, μην αρπάξω

Επέτρεψα στους πάντες να με ψαχουλεύουν, βράδυ πρωί

 

Εθελουσίως έγινα ψηφοφόρος και ψηφολέκτης

Με ψόφους ψέκασα τον εχθρό

Έπειτα ψυχρότατα ψαλίδισα όνειρα κι ελπίδες

 

Με ψέματα και στα ψεύτικα ολοκληρώθηκα όπως και τ’ άλλα ψοφίμια

Ψιμυθιώθηκα με ψίχουλα από μπαγιάτικο ψωμί

Μα κάποια στιγμή, όψιμος ψαλιδόκωλος ψωριάρης ων, έψαυσα την ψυχή μου

 

Ψάχνοντας την πιο ψιλή κλωστή της ψηλάφισα κατά λάθος το απόλυτο μηδέν

Σε ψάθινη χοάνη έριξα τα ψηφία μου μπας και ψυχανεμιστώ πόθεν την ψώνισα

Όταν σχηματίστηκε το ψηφιδωτό, ψέλλισα σειρά από ψόγους κατά της ολικής ψώρας του επιστητού

 

Ψύλλοι μπήκαν στ’ αυτιά του Πρώτου Ψάλτη, μα ήταν αργά

Ψίθυροι διαδόθηκαν σε ψιλικατζίδικα και ψαροταβέρνες

Ψήγματα αλήθειας φάνηκαν ανάμεσα απ’ του ατέρμονου γλειψίματος τ’ απολιθωμένα σάλια για πρώτη φορά

 

Η πόρτα του ψυγείου άνοιξε

Στο άψε σβήσε αποψύχθηκε η κατάψυξη

Ψάλλαμε το τέλος για να έρθει μια ώρα αρχύτερα

 

63. Ωμέγα ή Ωραία Ωμότητα του Ωσαννά

 

Ωφέλιμος ή ωραίος

Ωραίος ή ωμός

Ωχαδελφισμός ή ωδίνες

 

Ώστε, καθείς εφ’ ω ετάχθη, ε;

Και ωκύπους και ώριμος

Ωχ, μανούλα μου

 

Ώσπου όλα ωθήθηκαν σε ώσμωση με τον τερματικό σταθμό

Ωσάν να ζούσε η ίδια ζωή

Ως το εδώ, το τώρα, το πουθενά, το ποτέ

 

64. Οι Αναμνήσεις του κυρίου Τίποτα

 

Να σκέφτεται ολοένα ξεκινάει και πάντα στη μέση ξεστρατίζει

Απ’ το πρώτο κενό περνάει σε πιο βαθύ σκοτάδι

Μικραίνει, μικραίνει ώσπου χάνεται, μα, δες τον, ακόμα εκεί είναι

 

Δεν υπάρχει τίποτα που να έχει προηγηθεί ώστε να το ανακαλέσει

Κι ο εαυτός του είναι ένα φάντασμα

Που γλιστράει μέχρι την αφετηρία χωρίς ταυτότητα

 

Πονάει το μηδέν γιατί το νιώθει που τον σέρνει απελπισμένο

Ξέρει πως όλοι όσοι δεν είναι σαν αυτόν έσφαλαν και θα συνεχίζουν, εξ ορισμού, να σφάλλουν

Όμως δεν διαθέτει μήτε αποδείξεις μήτε σκοπούς ή μέσα

 

Πώς να μιλήσεις χωρίς λόγια;

Πώς ν’ αγαπήσεις χωρίς καρδιά;

Πώς να υπάρχεις όταν ποτέ δεν ολοκληρώθηκες;

 

Τον αρπάζω σ’ έναν από τους κύκλους του, διαστολής και συστολής, εντός μου

Δεν έχω ιδέα τι κάνω, αυτοακυρώνομαι και διαλύομαι κι επανασυναρμολογούμαι τυχαία – και παρ’ όλα αυτά το κόλπο λειτουργεί

Δεν μπορώ να είμαι πια κι όμως γι’ αυτόν τον λόγο, και παραδόξως, πρώτη φορά βλέπει τον καθρέφτη του κι ακούει την ηχώ του στη θέση του πάλαι ποτέ εγώ μου:

 

«Σε κοιτάζουν κι ας μην σε βλέπουν

Έχουν επίγνωση της αδυναμίας σου να ενωθείς με τον εαυτό σου, έστω κάποιοι εξ αυτών

Η ενθύμηση της ανυπαρξίας σου είναι το δώρο που περιμένουν να τους χαρίσεις: ο χρόνος»

 

65. Επαρχία

 

Εννιά χρονών σε πρωτογνώρισα, ω θεία επαρχία

Με τ’ αρώματα, τις μυρωδιές σου, τις σφαλιάρες σου και τις αποκοτιές σου

Με τα παιδιά σου, άγουρα ή παραγινωμένα φρούτα και ποτέ κάτι ενδιάμεσο

 

Βρε παιδί μου, ποτέ η άγρια φύση δεν ήταν τόσο περιοριστική και διαμεσολαβημένη

Σπίτι, μανάβικο, καφενείο, πλατεία, σπίτι

Καρατιά στην καρωτίδα, βράχος στο στομάχι, πάγος στα ρείθρα του μυαλού

 

Και το νερό; Γάργαρο, δροσερό, εκμαυλιστικό, εκστατικό, ζωή χύμα

Και το ψωμί;  Αφράτο, λαχταριστό, μοσχομυριστό, με τους σπόρους σουσαμιού να χορεύουν τσάμικο στον ουρανίσκο

Και το μπαγλαμαδάκι στη γωνιά του καπηλειού; Καπνοί σαν από θυμιατό τελετάρχη αρχαίων μυστηρίων, κρασί τρυγημένο από τις ρώγες μαινάδων, ο Ορφέας να ξαναζωντανεύει στα τρεμάμενα χείλη και στις τεταμένες φωνητικές χορδές

 

Ναι, αλλά όχι για χόρταση, σύντροφοι κι αδελφοί

Μη συγχέετε το μέρος με το όλον

Τον μπούτσον με τον κώλον

 

Αθυρόστομο κι ασεβή και ζαμανφουτίστα με έκανες, ω βλεννογόνα επαρχία

Να γλιστράω και να πέφτω επίτηδες στα χαντάκια κάτω απ’ το πανόραμα των άστρων

Να αγκαλιάζω τη μοναξιά του κενού, τον εαυτό μου ν’ αγαπάω για όσα του λείπουν

 

Και τι άλλο να πω, που στην επικράτειά σου μυστικές παραλίμνιες γιορτές διοργανώνω όταν τα μεσάνυχτα καταπιούν την πόλη

Που τη νουνεχή καπατσοσύνη των λεωφόρων και των παράδρομων της πόλης στην παρέδωσα ξέπνοη κι εσύ την βάτεψες με άροτρα κι αγκαθωτά κλαδιά

Που τα κορίτσια σου με μετέτρεψαν σε αγωνιστικό ποδήλατο με ξεφούσκωτες ρόδες και ταχύτητες που αντιστοιχούν σε κλασματικές υποδιαιρέσεις φανταστικών αριθμών

 

Ω ταπεινή μου επαρχία

Ρόδο της πηγής που πνίγεται

Αποθέωση του οδοστρωτήρα και του καθηλωτικού πόνου – αναφαίρετου χιτώνα με τα νύχια στην πλάτη

 

Ω λαμπερή μου επαρχία

Ήλιε μου που οι ακτίνες σου βλασταίνουν ενώ η μαύρη σου ψυχή ουρλιάζει απόκοσμα μες στην πρωταρχική λάσπη

Μονοπάτι των μονοπατιών που με οδηγείς σπίτι, στο οροπέδιο της αγάπης, μέσα απ’ της παράνοιας τα βουνά

 

66. Ενατενίσεις

 

Ξαπλωμένος στον καναπέ με τα μάτια ανοικτά

Ουσίες του φωτός ανασκευάζεις και με θαλπωρή τις περιστοιχίζεις

Κομμάτια άλλων αναδύονται από μέσα σου για να ξαναβυθιστούν μετά από λίγο

 

Περπατώντας στην τοξωτή γραμμή, ποιος ξέρει πόσα χιλιόμετρα

Ο χρόνος συμπυκνώνεται γύρω σου σαν διαφανής φούσκα

Οι λέξεις βγαίνουν απ’ το στόμα σου σαν λαχανιασμένα γαϊδουράκια που σκαρφαλώνουν απόκρημνα κατσάβραχα

 

Ζυμώνοντας το ψωμί της δημιουργίας άλλη μια μέρα

Ίδια τεχνική, άλλη διάθεση, άλλες κινήσεις, άλλη γεύση

Ικανοποίηση αντλείς από την υπόσχεση του ανικανοποίητου

 

Επιλέγοντας τι να φορέσεις για τη γιορτή

Λουλουδάτο πουκάμισο ή σκισμένα τζιν ή καστόρινα παπούτσια

Πως θα της κάνεις την σωστή εντύπωση, πως θα την σύρεις προς τον κύκλο σου που φλέγεται

 

Κλεισμένος στην τουαλέτα, μ’ ένα ρολόι να σου χτυπά υπόκωφα την κλειδωμένη πόρτα

Εκκρίσεις πόνου και μιας ατέρμονης αλυσίδας απογοητεύσεων

Ογκωδέστατες σκέψεις, αλλεπάλληλες στρώσεις κολάρων στο σβέρκο σου

 

Μετακινώντας το σώμα σου στο γήπεδο

Σε αναζήτηση της τέλειας θέσης

Ώστε να καταστήσεις την κυριαρχία σου φυσικό φαινόμενο

 

Κομμένος στα τρία

Μέσα στους πάγους να κυλάς σαν αίμα

Μέσα στο αίμα να γελάς, σαν ψέμα

 

Συμμετέχοντας στο προσκύνημα

Αφαιρώντας, τρίχα προς τρίχα, όλα σου τα μαλλιά

Εκλιπαρώντας την παλέτα των χρωμάτων να σε τινάξει στον ουρανό

 

Αφήνοντας πίσω το εγώ

Ξεπερνώντας τον θυμό με χυμό από βιασμό

Ζαρώνεις σαν ακορντεόν, ξερνάς την αύρα του μοναδικού καλού στον κόσμο

 

Σβήνοντας όλες τις οθόνες

Ύπνος, ενδόρρηξη επιθυμίας

Όνειρο, απελευθέρωση γλυκόπικρης, σωρευτικής, αφασίας

 

Αρχίζοντας εκ νέου

Σταματώντας να ρωτάς γιατί

Παραμιλώντας να έρπεις κάτω και πέρα απ’ τη σιωπή

 

67. Ευλογίες

 

Δίχως προσδοκίες και παραδοχές ξεκίνησα

Πορεύομαι σε στενά κάτω απ’ το λιοπύρι

Στρατοπεδεύω σε πεδιάδες που τις εκχερσώνει αλύπητα το χαλάζι

 

Υποφέρω μα ακόμα αντιστέκομαι

Θέλω όμως να κοιμάμαι που και που

Που και που να σβήνω, να μην βαραίνω

 

Στην έρημη, παρατημένη, παλιά εκκλησία όπου άνεμος σαρωτικός με πέταξε

Ακούστε με τι έχω να σας πω από μισολιωμένου άμβωνος

Δεχτείτε τις ευλογίες μου κι ας μην σας αφορούν

 

Ευλογημένη η πρώτη νύχτα του χειμώνα

Κυλάει αργά αλλά ποτέ δεν απογοητεύει

Τα όνειρά σου βαπτίζει στη φωτιά του κόσμου

 

Ευλογημένος ο αέρας και το νερό

Η γη κι η σοδειά της που ποτέ δεν καταναλώνεται

Η αδιάφορη, τρομακτική, νωχελικότητα της φύσης

 

Ευλογημένα τα κορίτσια όταν κινούνται με χάρη

Όταν στέκουν άχαρα

Όταν τα λένε όλα, όταν δεν λένε τίποτα, όταν σε αγγίζουν, όταν σ’ αγνοούν

 

Ευλογημένοι οι σφετεριστές των υπαρχόντων μας

Οι καταχραστές, οι βιαστές, οι δολοφόνοι, οι εξουσιαστές

Με την πνιγμένη στο αίμα πυξίδα, με τον θανάσιμο εναγκαλισμό τους με την αλώβητη ψυχή μας

 

Ευλογημένο το πνεύμα των καλοκαιριών μας

Της οργής της αγνής χαράς που εκρήγνυται

Σε πολύχρωμους κύκλους ψυχεδέλειας που όλους τους μυημένους της παρέας αγκαλιάζουν

 

Ευλογημένες οι ζωές των άλλων

Οι άλλες μας ζωές, ο καθρέφτης που το γυαλί του ποτέ δεν ραγίζει, ποτέ δεν σπάει

Η συνειδητοποίηση του ότι δεν είμαστε μόνοι παρά μόνο όταν νιώσουμε το όλον μας

 

Ας αναπαυτώ τώρα στον αχυρώνα που τ’ αστέρια μείναν απέξω να τον φωτίζουν και να τον φυλάν

Κρυφά θα σηκωθώ και θα καπνίσω την πιο ανύποπτη ώρα, όταν θα χουζουρεύετε

Θα σας χαϊδέψω τα ατίθασα μαλλιά σας, θα βγω αθόρυβα έξω και το μονοπάτι που οδηγεί στην καρδιά της ομίχλης θα πάρω

 

68. Παρεκβάσεις

 

Ω μαντόνα, μάμα μία και αγία αθανασία

Πόσο θέλω να σκεφτώ, να ρευτώ, να ονειρευτώ

Πόσο λίγο μ’ ενδιαφέρει που με σπρώχνει το αγέρι

 

Ω αιώνιο δύο-δύο, της ψυχής μου ορυχείο

Πόσο θες να με τρελάνεις, πόσα ναι να μου ξεκάνεις

Πόση ενοχή θεριεύεις, πόση ελπίδα ζωντανεύεις

 

Ω λειψό τρίτο παιδί, βάλε τάξη στο τσαρδί

Με του χάρου τη ρομφαία, άδειασε μου την αλέα

Που κοιμάται η μουσική, τουρτουρίζοντας γυμνή

 

Ω τεσσάρι σφαιρικό, τραγικό και κωμικό

Απορείς που όλα τα ξέρω και μου λες: «σταμάτα, γέρο!»

Μ’ ένα αυτί θα σ’ αγκαλιάσω, στο μυαλό θα σε ψεκάσω

 

Πέντε, πέντε, όλα πέντε, παραπέντε ή και πέντε

Μα ποτέ στο ακριβώς, σαν θλιμμένος παραγιός

Που όλο τρέχει να προφτάσει, κι όλο φεύγει πριν χορτάσει

 

Παραγγέλνω έξη καρφιά, τα τυλίγω με φτερά

Τα προσφέρω της αυγής, τα πετάει καταγής

Τα πατάνε οι αθλητές και οι ξέπνοοι μαθητές

 

Φτάσαμε ως το εφτά, μ’ αποκούμπι χωρατά

Μα κανείς πια δεν γελάει, ούτε της ζωής μιλάει

Κι έτσι χάνεται το κύμα και μαραίνεται η ρίμα

 

Ώσπου φαίνεται το οχτώ, γλίστρημα φαρμακερό

Στου απείρου το χωνί, στου χρυσού το μαγαζί

Που ένα σήμαντρο χτυπά, κάθε που το φως λυγά

 

Όλο οι φίλοι αναρωτιούνται κι όλο ο καιρός αλλάζει

Όλοι για έξυπνοι περνιούνται, μα προδίδει τους το χάζι

Μόνο η εστία που σωπαίνει, νιώθει η φύση που πηγαίνει

 

69. Ποιητής

 

Μέθυσα πρώτη φορά και τάχασα αλλά το ξανάκανα

Μέτρησα όλες τις λέξεις που γνωρίζω κι αποδείχθηκαν ελάχιστες

Βυθίστηκα στην ανία μου κι αναδύθηκα με μια πέτρα στο λαιμό κι ένα αγκωνάρι στην κοιλιά

 

Μίλαγα πολύ κι ό, τι έβγαινε απ’ το στόμα μου μου άρεσε, κι ας στερείτο συνοχής ή νοήματος

Πήρα μια λευκή κόλλα κι άρχισα να γράφω ώσπου το μελάνι πλημμύρισε τα ρούχα μου

Με βρήκαν κουλουριασμένο στο πάτωμα να κοιμάμαι ενώ τα γράμματα της αλφαβήτου είχαν σχηματίσει φωτοστέφανο σε μορφή ταινίας του Möbius πάνω απ’ το κεφάλι μου

 

Κάποιοι γνωμάτευσαν να γίνω, άλλοι συνέστησαν να είμαι, εγώ αποφάσισα να ζω

Δεν ξέρω αν αυτό μου βγήκε σε καλό

Μπορώ όμως να σας απαγγείλω κάτι για να ξεχαστούμε όλοι απ’ τις έγνοιες της φθοράς μας:

 

“Λεωφόρος των ονείρων και του ρεαλισμού

Σαράκι που με τρώει, μαγιά που με θρέφει

Λησμονιά που με τυραννάει, παρουσία που μ’ ανασταίνει

 

Απορία που μ’ αφομοιώνει

Σε κήπο αειθαλή μεσονύκτιο

Και με ορίζει, και μ’ αφορίζει”

 

70. Μαχητής

 

Ξέχνα το πριν, ξεχνά το μετά, Μαχητή, Νεροκουβαλητή, Καταραμένε

Είναι νωρίς το πρωί κι υπάρχουν μόνο άδεια κουτιά που περιμένουν να τα γεμίσεις

Ξεκίνα κι έχε το νου σου και στο σιτάρι που δεν θα γίνει ψωμί δια μεθόδων αλχημικών, ε;

 

Όσο ζεσταίνεσαι τόσο η απόδοση σου πιάνει τα συνηθισμένα επίπεδα της

Τρεις σκελετούς μόλις καθάρισες με μια μόνο σπαθιά

Μην καυχιέσαι όμως πολύ γιατί καραδοκεί ο δήμιος με τη σύριγγα χλωρίνης, με το πλαστικό μαστίγιο που δεν σπάει, με τη χύτρα ταχύτητας που εντός της κολυμπούν τόσες και τόσες λευκές μύγες

 

Φουκαρά μου που παλιότερα νόμιζες ότι είχες τόσες επιλογές, τώρα βλέπεις μπροστά σου μόνο μια στενωπό που φιδογυρίζει και ευάλωτη τρεμοσβήνει

Προτάσσεις παρ’ όλα αυτά το μικρό σου κεφάλι και βαδίζεις κατά μέτωπο στην θύελλα, ρε θηρίο, δεν μπορώ να μην σε παραδεχτώ

Διαφέρεις, ναι, εντάξει, διαφέρεις, κι όποιος διαφέρει υποφέρει, αλλά όποιος διαφέρει πολύ δεν υποφέρει που υποφέρει

 

Και να που γκρεμοτσακίστηκες γι’ άλλη μια φορά κι οι σάρκες σου ακανόνιστα σκόρπισαν στο λασπωμένο κράσπεδο

Θα βρεις τη δύναμη να ανασυνταχθείς και να ξαναπιάσεις το ματωμένο νήμα που θα σε κόψει εγκάρσια ως το κόκκαλο;

Πόσο ακόμα εαυτό έχεις να θυσιάσεις;

 

Σε χάσαμε, οι κεραίες των ραντάρ μας δεν πιάνουν το πύρινο στίγμα σου

Στείλαμε τους πιο ατρόμητους δύτες μας στα βάθη των ωκεανών και δεν άκουσαν το βουητό σου που κάποτε γεννούσε κύματα που κάλυπταν ολάκερη την οικουμένη

Και το σεντούκι στην αυλή σου χάσκει ξεκλείδωτο και μισάνοιχτο, και ξεχειλίζει μούχλα, αποκαΐδια κι ένα απαίσιο σφύριγμα ανέμου που όλο χαμηλώνει σ’ ένταση

 

Όμως δεν μας άφησες χρόνους, το ξέρουμε

Τα ίχνη που η απουσία σου φωτίζει, λευκές τρύπες που νέους κανόνες στο παιχνίδι προσθέτουν

Νέους δρόμους διαφυγής απ’ τους ανεπίστροφα λερωμένους κόσμους της ανίερης σύγκρασης φανερώνουν

 

Ενώ εσύ το ξίφος ακονίζεις με τροχό τα τελευταία θραύσματα των δοντιών σου

Και την αδιαπέραστη ασπίδα πετάς να μην σε βαραίνει πια, να μην βαυκαλίζεσαι με έωλα αποκούμπια

Και κινάς παρέα με τις μνήμες των νικημένων συντρόφων σου για την τελευταία μάχη κατά το σούρουπο, λίγο πριν η νύχτα πλακώσει ό, τι ποτέ άξιζε ν’ αγωνιστείς γι’ αυτό

 

71. Προεφηβικά

 

Δεν ξέρω τι με περιμένει παρακάτω, γιατί δεν έχω καλομάθει ακόμα να κοιτάω μπροστά

Μόνο μια αμυδρή ιδέα έχω περί της προέλευσής μου, μιας και κάθε που σβήνουν τα φώτα το κοντέρ μηδενίζεται

Κι όμως οι παλαιότεροι συνεχώς επαναλαμβάνουν: Αύριο, μεθαύριο, στον εαυτό σου πια δεν θ’ ανήκεις

 

Οπότε ίσως πρέπει να νοιαστώ και για κάτι πέρα από εμένα

Δεν καταλαβαίνω όμως τι πρέπει να κάνω για να κρατήσω το ενδιαφέρον σας αμείωτο

Και δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν μπορώ να μην στενοχωρήσω κανέναν σας, όμως θα προσπαθήσω, σας δίνω το λόγο μου

 

Γιατί συνεχίζω να έχω την εντύπωση πως στην χειρότερη των περιπτώσεων θα έχω πάντα διαθέσιμη την επιλογή του να τραβήξω το χειρόφρενο που την κίνηση των πάντων αναστέλλει

Θα έχω πάντα ένα καταφύγιο, απρόσβλητο και πέρα για πέρα ιδιωτικό, να κρυφτώ

Θα υπάρχουν μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία καλοπροαίρετοι και απεριόριστα ικανοί φύλακες, ταγμένοι να με υπηρετούν μ’ αυταπάρνηση και μέχρι θανάτου

 

Αυτά τα ωραία λέω στον εαυτό μου κι εκείνος τα χάβει χωρίς αντίλογο

Κι έτσι τον αφήνω απρόσκοπτο να παίζει και να πειραματίζεται στον κόσμο της φαντασίας μας

Χωρίς προθεσμίες, χωρίς επιχειρησιακά σχέδια, χωρίς συγκεκριμενοποιήσεις

 

Όμως να που τελικώς ο χρόνος κυλά

Και το αύριο είναι ήδη σήμερα, και το μεθαύριο είναι κιόλας χθες

Κι οι κοφτερές ματιές από πρόσωπα άγνωστα με περικυκλώνουν και με παραλύουν

 

Η τύχη μου περνάει στη σφαίρα του πεπερασμένου

Δούναι και λαβείν από τώρα και στο εξής όλα ανεξαιρέτως τα έργα και λόγια μου

Σε όσα ρετιρέ κι αν έχω φτάσει, μια στιγμή αργότερα πάλι θα ξεκινάω απ’ τα υπόγεια

 

Κι όταν το νεοφερμένο βουητό στο κεφάλι λίγο καταλαγιάζει

Έχω και το σώμα μου που μου ψιθυρίζει ότι πια δεν μου ανήκει

Πως καλά θα κάνω να φροντίσω και τα δικά του θέλω, θέλω δεν θέλω

 

Εγώ κι ο κόσμος αλλάζουμε και τα καινούρια μας αρώματα μας μεθούν

Οι σκέψεις που κάποτε μας γεμίζανε, ψαρόνια έγιναν και πετούν

Η θλίψη της αναδυόμενης συνειδητότητας, της νέας εποχής το πρώτο παράσημο, κατακόκκινο και σιδηρούν

 

Αγιασμός με ροπαλιές

Χειρονομίες ουδόλως τρυφερές

Θνήσκουσα παιδικότητα, ξεριζωμένη αθωότητα, μύριες υποσχέσεις που είτε φαντάζουν ασυνάρτητες είτε χάσκουν απειλητικές

 

Κενό νοήματος, από πού ξεφύτρωσες;

Μαύρο πυκνό σύννεφο, πότε πρόλαβες κι έγινες καθεστώς;

Πεπρωμένο άγνωστο, ποιος θα μ’ απελευθερώσει τώρα που με φίλησες στο μέτωπο;

 

72. Εφηβεία

 

Άλλαξε ο κόσμος, μάτια μου

Τώρα εσύ είσαι μέσα του και ψάχνεις να βρεις την έξοδο κινδύνου

Που είσαι εσύ, βεβαίως: έξοδος κι είσοδος και σπίτι – άδειο τη μέρα, γεμάτο μ’ αστέρια τη νύχτα

 

Μεγάλωσες απότομα κι ο χώρος καμπυλώθηκε γύρω σου

Το παλεύεις, ρε μπαγάσα, κι ας ξεκίνησες με χάντικαπ χιλιομέτρων

Ανοίγεσαι στο άπειρο αλλά δυστυχείς γιατί δεν ξέρεις αν είναι εντάξει που ξεμακραίνεις απ’ όλα, μοναχός

 

Στο σταυροδρόμι καμία Αρετή και καμία Κακία δεν σε περιμένουν

Παρά μόνο ξεραΐλα και μίζερο χειμωνιάτικο απογευματινό φως, ώστε να νιώσει ευπρόσδεκτη η απελπισία

Που στεριώνει γύρω σου το αόρατο αντίσκηνό της με πασσαλάκια τις καλοπροαίρετες ως τώρα ιδέες κι εμπνεύσεις σου

 

Πώς κοιμάσαι κάθε βράδυ, ένας Θεός το ξέρει

Με την αναπνοή που αναστέλλεται, με τον ανδρισμό που αυτονομείται, με την πυγμή της αγωνίας και της θλίψης που θρυμματίζει τα όνειρά σου

Εύχεσαι να σταματήσεις να σκέφτεσαι όταν θα έχεις ξυπνήσει, αλλά πού τέτοια τύχη

 

Ήρωας ή αποσυνάγωγος;

Άραγε θα άξιζε να γνωρίζεις εκ των προτέρων τι θα σε περίμενε όταν θα σου κλήρωνε το χρυσό δεκατριάρι;

Πώς γίνεται να νιώθεις πως ό, τι πεις, ό, τι κάνεις, ό, τι επιλέξεις σε αυτό να επικεντρωθείς, το επόμενο δευτερόλεπτο θα είναι φρικτό, θα είναι απαίσιο, θα είναι λάθος;

 

Η σκιά μάχεται, μηχανεύεται ύπουλους τρόπους, μεταμφιέζεται με κομψεπίκομψη ενδυμασία, λυσσάει να της παραδοθείς, τώρα, όσο προλαβαίνει

Αλλά αντιστέκεσαι, ακόμα κι όταν νομίζεις ότι πάει, αυτό ήταν, παραδίδεσαι – το μέταλλο, η πέτρα, η ψυχή μέσα σου δεν λυγίζουν, δεν καταβάλλονται

Κι όταν αντικρίζεις και πάλι αφιλτράριστο το πούρο φως κι ο καλός άνεμος σου χαϊδεύει τα μαλλιά, αγαλλιάζεις και αναθαρρεύεις γνωρίζοντας ότι μόλις πέρασες την πρώτη, σκληρότατη δοκιμασία

 

Κι ανεβαίνεις ενσυνειδήτως για πρώτη φορά την τραμπάλα του βίου (όχι της ζωής)

Μιλάς με τον εαυτό σου και μαθαίνεις πως καθείς κι η ισορροπία του

Το φαΐ που θα φας εσύ το μαγειρεύεις, τη συνταγή του μαγειρέματος εσύ τη γράφεις

 

Όσο οι ρίζες σου γίνονται πιο εμφανείς, τόσο τα πόδια σου δυναμώνουν

Ναι, η γη σείεται όσο τη βαδίζεις, αλλά βολικώς ξεχνάς ότι δεν σείεται για κανέναν λόγο όταν βυθίζεσαι στην πολυθρόνα σου

Μην σε τρομάζει και τόσο η διαλεκτική της ύπαρξης, ακόμα κι οι ομηρικοί ήρωες το ρίχνανε έξω που και που, μήπως αναλόγως να έπραττες κι εσύ;

 

Μίλησέ μας για τα κορίτσια που καραδοκούν στα πιο απρόσμενα λημέρια

Στις πτυχώσεις των σεντονιών σου, στα μυξομάντιλα σου, στη φόδρα του υφάσματος του παιδικού σου παντελονιού που σε στενεύει

Ή μάλλον μίλα στα κορίτσια απευθείας, το σώμα σου ενδέχεται να μην είναι πάντοτε ο κατάλληλος αγγελιοφόρος για τέτοια πράγματα

 

Στα πάρτυ όταν μπαίνουν τα μπλουζ, δεν βλέπεις που θέλουν να χορέψουν μαζί σου;

Δεν νιώθεις πως θέλουν να έρθουν λίγο πιο κοντά σου, πως σε ακούν προσεκτικά;

Δεν το πιστεύεις πως τα κυματιστά μαλλιά τους φτιάχτηκαν για να τα χαϊδεύεις, η μυρωδιά τους για να σε ποτίζει και να γίνεται χρονομηχανή για μια νύχτα, τα χείλια κι η γλώσσα τους για να σου τυλίξουν το κορμί στον υγρά φλογερό τους μανδύα;

 

Και πάλι όμως κάτι δείχνει να μην πηγαίνει όπως θα έπρεπε

Η επιθυμία μονίμως ασυγχρόνιστη φαντάζει με την πραγματικότητα

Μήπως, φίλε μου, γιατί οι ευκαιρίες που σου παρουσιάζονται γίνονται αντικείμενα σκέψης και περίσκεψης κι επίσκεψης, ξανά και ξανά και ξανά;

 

Η ασώματη φωνή μέσα σου, που σώμα καίγεται ν’ αποκτήσει, διαισθάνεται τον κίνδυνο

Και σημαίνει συναγερμό αλλά είναι αργά γιατί εσύ ήδη την έχεις βάλει σε καραντίνα

Και να που ο κινητήρας μπούκωσε, και να που οι καπνοί απ’ το μηχανοστάσιο έφτασαν ως το φουαγιέ

 

Επειδή μας αγαπάει κάποιος, δεν πάει να πει ότι θα του δώσουμε και το τιμόνι

Επειδή μας φοβίζει κάτι, δεν αποφεύγουμε να σφίξουμε της καταπακτής του χάους το λασκαρισμένο μπουλόνι

Δεν υπάρχουν κέντρα απεξάρτησης για τον εθισμένο στη ζωή

 

Έφηβος όμως είσαι κι εκ προοιμίου και φυσικώς συγχωρείσαι για όλα τα ατοπήματα που διαπράττεις

Κυρίως εκείνα έναντι του εαυτού σου

Και απ’ τα λάθη σου ή που θα μαθαίνεις ή που θα παχαίνεις

 

Και να, επιτέλους, η πρώτη τελική ευθεία

(Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε, είπε, εκεί κατά το τέλος, ο παραζαλισμένος Δημιουργός

Που μπέρδεψε την τελεολογία με την εσχατολογία και την τελευταία με την σκατολογία)

 

Προετοιμασία δυο χρόνια στα βουνά της στείρας γνώσης, στους ωκεανούς της απουσίας ταύτισης με το άσκοπο και το μη προσπελάσιμο

Με διαρκείς μετρήσεις, στερήσεις, προβλήματα για όλες τις λύσεις

Με το εκτός εαυτού φτερωτό μάτι στην αίθουσα αναμονής να ξεφυλλίζει αραχνιασμένες μπροσούρες των πάλαι ποτέ οραμάτων και θαυμαστών μυστηρίων του ασυνειδήτου

 

Με λάβαρο την αντιγραφή κι επικόλληση, με αιχμή του κονταριού το συσπειρωμένο εγώ, με πανοπλία τον μηδενισμό των κραδασμών από πιθανό στραβοπάτημα

Άριστος των αρίστων, με ταρατατζούμ και παιάνες, διαβαίνεις την ολόφωτη πύλη

Για να βρεθείς στο σκιερό υπόγειο, που καρτερικά σε περίμενε τόσα χρόνια

 

73. Μετεφηβικά

 

Μια λέξη ψάχνω να βρω

Αυτήν την λέξη που μου ψιθύρισε ο κερδώος Ερμής ένα βράδυ

Εκείνο το βράδυ που, ως άλλος Αλκιβιάδης, ασελγούσα στ’ ακέφαλα αγάλματα του

 

Που τα κεφάλια τους κοσμούσαν οικόσημα οικογενειών διεφθαρμένων

Των οποίων τα τέκνα εβυθίζοντο σε αφασία λόγω των επαναλαμβανόμενων βιασμών που υφίσταντο

Σε τελετές απόκοσμες που λάμβαναν χώρα καθημερινά σε σπηλιές χρυσές όπου η λήψη οποιασδήποτε πρωτοβουλίας απαγορευόταν

 

Μου είπαν ότι τώρα έπρεπε ν’ αφοσιωθώ στο να φτιάξω τη δική μου προσωπική χρυσή σπηλιά

Να μελετάω και να δικτυώνομαι, ν’ αφήσω να με σημαδέψουν οι παλιοί τώρα, ώστε αύριο-μεθαύριο να σημαδεύω τους νέους εγώ

Αυτούς, δηλαδή, που μετά από μένα θα ερχόντουσαν για να διαιωνίσουν την απαστράπτουσα πυραμίδα

 

Την πυραμίδα που τα επίπεδα της ανέπνεαν με τρόπο προεπιλεγμένο

Από γεννήτριες τυχαίων αριθμών που διαιρούνταν με όλους τους άλλους αριθμούς εξόν του εαυτού τους

Γιατί τον είχαν χάσει όταν έψαχναν να τον βρουν

 

Το αντίστροφο δηλαδή μ’ εμένα που αυτό που τώρα έβρισκα επρόκειτο λίγο αργότερα ν’ αναζητήσω τρόπο να το χάσω

Με άλλα λόγια έπρεπε να μάθω πως να χάνομαι, πως να χάνω, πως να πετάω αυτό που έχω

Κι είχα ήδη πολλά γιατί δεν είχα ακόμα τίποτα

 

Κι ας πάσχιζαν να με διδάξουν, στο σχολείο της ισορροπίας του τρόμου, πως το μέσα μου ήταν συνάρτηση όχι του έξω μου μα της επιρροής μου, όχι στο μέσα μα, στο έξω των υπολοίπων

Κυρίως των μη ανηκόντων στην κάστα

Στην κάστα με τα απόρθητα τα κάστρα και τα ψεύτικα τα άστρα

 

Κι άστρο, τόσο μακρινό και τόσο κοντινό που αδυνατούσα να πω αν ήταν ψεύτικο η αληθινό, ήταν εκείνη

Εκείνη που μ’ αγόραζε και με πούλαγε λες κι ήμουν ξεπεσμένο χρεώγραφο σε δευτερογενή αγορά άυλων τίτλων

Ή ξεθωριασμένο απ’ το κρύο, την βροχή και το λιοπύρι μπλουζάκι μακό, παρατημένο σε πανέρι της οδού Αιόλου

 

Στην Αιόλου περπατούσαμε οι δυο μας ένα βράδυ σιωπηλοί

Ήμουν αγχωμένος γιατί ήθελα να της πω κάτι να δείξω ότι δεν πολυενδιαφέρομαι, να δείξω ότι δεν αδιαφορώ

Μα μίλησε πρώτη εκείνη τελικά και μου’ πε: “μ’ αρέσει που όταν είμαστε μαζί, εξανεμίζεται η αμηχανία μου

 

Αυτή που όταν είμαι μ’ άλλους μ’ αρπάζει απ’ το λαιμό και δεν μ’ αφήνει ν’ ανασάνω

Κι εγώ τότε πνοή απ’ τα στόματα τους αναγκάζομαι να κλέψω

Μέχρι να τους αποστραγγίξω και για λίγο να ηρεμήσω, ώσπου νάρθει ο επόμενος

 

Μα εσύ δεν είσαι επόμενος, ούτε και προηγούμενος

Εσύ είσαι πάντα επίκαιρος, σαν τ’ αεράκι, που από παντού περνά και πουθενά δεν στέκεται”

Στάθηκε τότε ακίνητη ως προς τους άξονες που την ορίζανε κι εξαφανίστηκε

 

Ως οπαδός φανατικός της συμπαθητικής μαγείας, σκέφτηκα να εξαφανιστώ κι εγώ με τη σειρά μου

Άλλα δεν είχε έρθει η σειρά μου ούτε και ποτέ θα ερχότανε

Γιατί το νούμερο που μου είχαν δώσει απ’ τη γραμματεία όλο άλλαζε

 

Κι εγώ, βλέπετε, δεν γινόταν ν’ αλλάξω

Επειδή η αλλαγή ήμουν εγώ ο ίδιος

Το ενσαρκωμένο, δηλαδή, σύνορο όλων των κόσμων

 

Των κόσμων που κοινή μοιράζονται μια μόνο λέξη

Τη λέξη που μου ψιθύρισε ο αγγελιοφόρος των θεών το βράδυ εκείνο

Που ονειρεύτηκα ότι ήμουν ό, τι κανείς μας ποτέ δεν θα γίνει

 

74. Η πόλη μου το βράδυ (ΙΙ)

 

Άλλα μάτια που ανοίγουν

Μόλις κατακάτσει ο κουρνιαχτός της βλογιοκομμένης, νευρασθενικιάς μέρας

Κι ο αργός θάνατος της ανίας, της απογοήτευσης, της ματαίωσης πάρει μία ακόμα αναβολή

 

Τα αυτοκίνητα με τα φώτα τους πλέουν στα ποτάμια των λεωφόρων, δίχως ίχνος σιγουριάς για τον εαυτό τους

Οι έμποροι κατεβάζουν τα ρολά, οι γραφειοκράτες μόνο νοητές σημειώσεις πλέον κρατούν, τα κορίτσια μπανιαρίζονται να φύγει το σύννεφο απ’ το σώμα

Κι εγώ, δήθεν με τα χίλια ζόρια, τραβάτε με κι ας κλαίω, ξεπορτίζω για να χαθώ στον λαβύρινθο που κάθε που το φως ξοδεύεται, αναδιατάσσεται  κι αναμορφοποιείται, πάντοτε μαγικός, πάντοτε τρομακτικός, πάντοτε αλλοπρόσαλλος

 

Γοργά τα βήματά μου με φέρνουν πίσω απ’ τις πολύβουες τις στράτες

Εκεί που μόνη συντροφιά μου είναι οι αδέσποτες οι γάτες

Και λίγοι, παράξενοι, μοναχικοί διαβάτες

 

Ο κόσμος εδώ αιμορραγεί και το αίμα του μ’ αγγίζει

Σαν να μου λέει: «πόνταρε, αγοράκι μου, τώρα που γυρίζει»

Κι αν το κεφάλι μου στον τοίχο ως εκ τούτου σπάσει, τουλάχιστον πια δεν θα κουδουνίζει

 

Μα τα διλήμματα δεν κρατούν για πολύ εδώ που ο χρόνος τόσο διαφορετικό παιχνίδι παίζει

Σε πλατείες κρυφές εσωτερικές, σε οικισμούς αλλόκοτους που απ’ το πουθενά ξεφυτρώνουν, στα πράγματα τριγύρω που άλλοτε τρέπονται σε φυγή κι άλλοτε σε περικυκλώνουν

Αν το’ χεις, γίνεσαι πλάσμα μεταλλαγμένο: με φτερά στα πόδια, αντένες στα μαλλιά και πυροκόκκινο στομάχι

 

Έρχεσαι ως φίλος; Είσαι φίλος

Έρχεσαι ως εχθρός; Είσαι εχθρός

Έρχεσαι ανοιχτός; Θ’ ανοίξεις κι άλλο

 

Μπροστά από έναν κάδο τράβηξα χειρόφρενο

Ένα περίτεχνο κόκκινο σύμβολο (ένας κύκλος με έναν εγγεγραμμένο σταυρό που δίπλα του ήταν ένας άλλος κύκλος με έναν εγγεγραμμένο κεραυνό) με ατένιζε μ’ ένα ερωτηματικό να πλανάται στις φυλλωσιές του δέντρου από πάνω

Σφραγίδα πύλης; Σφραγίδα μνήμης; Έδωσα το παρασύνθημα και μπήκα

 

Στα ενδότερα του κόσμου

Στα εξώτερα της ψυχής

Στην πόλη του καθρέφτη που κανένα μάτι, μήτε εκείνο μήτε τ’ άλλο, δεν την βλέπει

 

75. Όνειρο

 

Λουλουδιασμένο μπλε λιβάδι και μωβ ουρανός

Άτακτη μαύρη κουκίδα, πότε στον ορίζοντα, πότε μες στο μάτι μου

Μια τούφα ξανθιά μαλλιά κρέμεται απ’ τον φωταγωγό στη μέση του σκηνικού

 

Κατέρχομαι τα σκαλοπάτια λοξώς δεξιά και χωρίς τα πόδια μου να τ’ αγγίζουν

Στο υπόγειο ολόκληρη πολιτεία, φίλοι, γνωστοί, εχθροί κι αδιάφοροι, κυματίζουν και πότε πότε μου μιλάνε

Φιλάω στο στόμα ένα μικρό σιλικονάτο κουκλάκι και καλώ τ’ ασανσέρ

 

Έξω στο δρόμο ησυχία κι ένα αιώνιο σούρουπο που δεν υπόσχεται ούτε κι απειλεί

Στα πλακόστρωτα στενά, χωμένοι τυχαία αριθμοί και λέξεις ανάμεσα στις χαραμάδες του δαπέδου

Σε μια στεφανωμένη από τοξωτούς κίονες στοά μια μικρή γιορτή εκτυλίσσεται

 

Επίτιμος καλεσμένος, όπως κι οικοδεσπότης όπως και σερβιτόρος, είμαι εγώ

Υπέροχα, μυρωδάτα κορίτσια ανεπαίσθητα μ’ αγγίζουν και τις μύχιες σκέψεις τους για μένα στο αυτί μου ψιθυρίζουν

Όμως εμένα με καθηλώνει η φωτιά που αναδύεται από ένα φρεάτιο αποχετευτικό και που ολοένα δυναμώνει, στο κέντρο του κύκλου που σχηματίζουν τα σώματα των καλεσμένων

 

Τώρα είμαι μέσα στη φωτιά, τώρα είμαι απέξω, σ’ ένα δωμάτιο παιδικό με έπιπλα παλιά και δρύινα

Ένα παιδάκι σε μια γωνιά κάνει τα χέρια του αεροπλανάκια και τ’ απογειώνει προς τον Θεό

Ανοίγω την πόρτα του δωματίου, βγαίνω και βρίσκομαι πάλι στο ίδιο δωμάτιο μόνο που τώρα το παιδάκι είμαι εγώ

 

Θυμάμαι τι ωραία που ήταν όταν πέταξα την προηγούμενη φορά και, νάσου, που περνάω μέσα απ’ το παράθυρο κι ανυψώνομαι σιγά σιγά πάνω απ’ της πολιτείας τις στέγες και τις καμινάδες

 

Προσγειώνομαι ομαλά στην πλατεία σαν ζαχαρωτό εκεί όπου τα σπίτια τελειώνουν

Το μονοπάτι με τους θαμπούς ασημί και μωβ φανοστάτες προς την κορυφή του λόφου βαδίζω

Αλλά λίγο πριν φτάσω μια γιγαντιαία πεταλούδα περνάει σφυρίζοντας πάνω απ’ το κεφάλι μου και με σωριάζει χάμω

 

Μέσα σε μια πισίνα βρίσκομαι τώρα, στο αίθριο ενός υπερπολυτελούς σπιτιού με αλληλεπικαλυπτόμενες οξύτατες γωνίες

Η οικοδέσποινά μου απολαμβάνει ένα μαλιμπού με ανανά στην σαιζ-λονγκ της – το μόνο αξιομνημόνευτο χαρακτηριστικό σχετικά με αυτήν είναι ότι τα μαλλιά της είναι μπλε και συγκλίνουν, στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, σ’ έναν κόκκινο κώτσο

Άτσαλα τινάζομαι έξω απ’ το νερό και η απρόσωπη, βωβή, αδελφή της σπεύδει να με σκουπίσει με μεταξωτές πετσέτες

 

Δειπνούμε τώρα μαζί με την οικοδέσποινα, καθισμένοι αντιδιαμετρικά στις δύο άκρες ενός μακρόστενου τραπεζιού φτιαγμένου από ξύλο οξυάς

Στα πήλινα μωβ-γαλάζια μπωλ μας κάτι απροσδιόριστοι ζελέδες κολυμπούν μέσα σε μια σούπα με το χρώμα του θειαφιού

Δεν έχω όρεξη και χαζεύω το ασημένιο κηροπήγιο με τα τρία μπλε κεριά (το μεσαίο πιο ψηλά απ’ τα άλλα δύο) στο κέντρο του τραπεζιού

 

Κοιτάζω δεξιά μου: δεν υπάρχει τοίχος παρά μόνο τζαμαρία μέσα απ’ την οποία διακρίνεται ο ωκεανός και πέρα στο βάθος ο καταρράκτης στο τέλος του κόσμου

Το θέαμα με ανακατεύει και τα χέρια μου γραπώνουν ενστικτωδώς το τραπέζι για να αποτρέψουν την κατάρρευσή μου

Μια ακίδα ως εκ τούτου χώνεται στο κέντρο της δεξιάς μου παλάμης

 

Μέσα απ’ την πληγιασμένη παλάμη μου, τώρα, ένα δέντρο μπαομπάμπ ξεπετάγεται

Απλώνει ρίζες ως το στήθος μου και δεν μ’ αφήνει ν’ αναπνεύσω

Με μια ύστατη, τιτάνια, προσπάθεια το ξεριζώνω και το εκσφενδονίζω στο μαύρο χάος

 

Ξυπνάω κι όλα στέκονται μετέωρα και πάλλονται με μια ένταση βαίνουσα προς την κορύφωση της

Ξαναξυπνάω κι ένας βράχος ακλόνητος με αγκαλιάζει στοργικά

Για τελευταία φορά, ξυπνάω, με τη μισοκαμμένη μπομπίνα του ονείρου ν’ αναπαύεται, από τώρα και για πάντα σιωπηλή, στον αφαλό μου

 

76. Ανώνυμη

 

Η απλοχεριά της φύσης μ’ έκοψε στα δύο και την γέννησε

Το κορίτσι-λάστιχο, το κορίτσι-ερωτηματικό, το τρελό κορίτσι

Που το όνομα της το αφαίρεσα δια πανουργίας, μιας και τίποτα άλλο δεν μπορούσα απ’ αυτήν να πάρω

 

Ναούς με φαλλικά κιονόκρανα έστησα για πάρτη της

Λύσσαγα να γίνω ο πρώτος των πρώτων, μέχρι και στην αποτυχία, ώστε πάντα να με θαυμάζει

Την ευχή και την κατάρα της εναλλάξ αποζητούσα κι έτσι κατήντησα να περιφέρομαι σε τέλειο θυμικό κύκλο γύρω της

 

Μαύρη τρύπα με πρόσωπο εκπεσόντος αγγέλου και κορμί ψηφιακά, κι επομένως αψεγάδιαστα κι επομένως απείρως προσπελάσιμα, δομημένο

Κυνηγώντας αμείλικτα την επωνυμία, αρνούμενη να βαφτιστεί στη δικιά της φωτιά, μη δεχόμενη να της επιστρέψω τα ονομαστ(ικ)ά κλοπιμαία που της ανήκαν

Ανώνυμη κι ωραία και πάντα μες στη μόδα, αποκομμένη πια τόσο απ’ τη γέννηση όσο και τον θάνατο, σαν ιός που μεθοδικά διαγράφει τον κόσμο

 

77. Νόμος

 

Για να ζήσουμε μαζί

Για να μην είσαι μόνος

Νόμος

 

Για να φύγουν οι εφιάλτες

Για να σμίξει το καλό με το δέον γενέσθαι

Για να σημασιοδοτηθεί η σούπα του Χάους

 

Νόμος

Η ουσία που κυλά στο δοχείο του ας βολευτεί

Τα παιδιά που μεγαλώνουν στα μέτρα του ρούχα να φορέσουν

 

Νόμος

Γραπτός κι άγραφος, ηθικός κι ανήθικος

Εκ του Πατρός εκπορευόμενος, πίσω από σύρματα προστατευόμενος, στην εξουσία αποκαλυπτόμενος

 

Πόλεμος, σφαγή και μακελειό

Σε πλαίσιο κοινώς αποδεκτό

Που το χαράσσω εγώ, ο Νόμος

 

Ποτέ ξανά αναρχία

Ποτέ ξανά τυχαιότητα

Ποτέ ξανά μη ελεγχόμενη φυσικότητα

 

Νόμος και Τάξη στις πολιτείας την κορφή

Μάτι που δεν κλείνει, στόμα που όλο δεν μιλά κι όλο κρίνει

Ελευθερία υπό αίρεση, υπηρεσία δίχως αναστολή, εξομοίωση μέσω αλλαγής

 

Νόμος

Δεν σου ανήκουν οι πράξεις σου κι όταν τις διεκδικείς απέναντι μου στέκεσαι αβοήθητος

Είμαι εδώ για να σε προφυλάξω, απ’ τους άλλους κι απ’ τον εαυτό σου

 

Νόμος

Άσε γιατί δεν ξέρεις

Πού και πώς θα τιθασευθεί το άγριο ζώο μέσα σου αν όχι εδώ, με τις λεπτομερείς και περιεκτικές προβλέψεις και δικλείδες ασφαλείας του;

 

Νόμος

Στον έδωσε ο Θεός δώρο για να μάθεις πως να παίζεις με τα άλλα τα παιδιά

Αλλά δεν κατάλαβες ότι δεν είναι Αυτός το Παιχνίδι

 

78. Ζωγράφος

 

Τρελός, λερωμένος μα πάντα παρών

Καμβάς, χρώματα κι η φύση σιωπηλή τον παρακολουθεί

Να της φτιάχνει ένα ακόμα πορτραίτο, να τη γεμίζει με παραπάνω νόημα απ’ όσο χωράει, να ζητάει, μάταια, μια της επιβεβαίωση

 

Στον κόσμο που φτιάχνει, δεν υπάρχει θέση ούτε για τον ίδιο ούτε και για τα μυστικά του

Το σπίτι που ζει είναι μια πύλη που δεν πρόκειται να διαβεί ποτέ του, μα ούτε και γυρισμός γι’ αυτόν υπάρχει

Τ’ απογεύματα κλαίει γοερά, τα βράδια τον ψήνει ο πυρετός και το πρωί, ως εκ θαύματος, γίνεται όλος ένα πινέλο

 

Οι γραμμές του αποδρούν απ’ το καβαλέτο και κόβουν τη μέρα του σε χίλια κομμάτια

Οι αποχρώσεις του λιώνουν τις λύπες του και τις αυθυποβληθείσες ραβδώσεις του προσώπου του

Τον μαστιγώνει το προοικονομημένο ανεκπλήρωτο, της ζωής τα μικρά ταξίδια τον αφήνουν στην απέξω, το κορίτσι του όμως τον χαϊδεύει κι απ’ τις δυο πλευρές του καθρέφτη

 

Ο ζωγράφος ζωγραφίζει για να πιάσει σήμα

Οι μπογιές στα μάτια του και στη μύτη του, άλλοτε λάσπες που τον πνίγουν, άλλοτε τατουάζ απόκρυφα που ακτινοβολούν το Θεϊκό θέλημα

Τα παιδιά του τα πανάγια κι ορφανά συντετριμμένος τα παραδίδει στων συνανθρώπων του την αβέβαιη αγκαλιά

 

79. Άτιτλο

 

Υποχρεωτική η συνύπαρξη με τον εαυτό μου

 

Ελευθέρως επιλέγεται η συνύπαρξη με το Σύμπαν

 

Δρόμος 79 Ανατολικός κι η Μητρόπολη πνίγεται, καίγεται, εξαερώνεται, καταπλακώνεται

 

Οι γονείς μου κούνησαν μαντίλι, οι φίλοι μ’ εγκατέλειψαν, το ψέμα με απόκοψε απ’ την αλήθεια

 

Τί πιο απλό, τί πιο αρρωστημένα διυλισμένο απ’ την έξοδο κινδύνου

 

Εβδομήντα εννέα πραγματείες αναζητούν γραφιά ή μεταφραστή ή ένα παιδί μ’ ένα μολύβι και μπόλικο χαρτί

 

Το κόσμημα του ουρανού πάλι απέφυγα να το κοιτάξω σήμερα γιατί είχα δουλειές

 

Με το που τελειώνει μια συνάντηση αρχίζει η επόμενη, με το που τελειώνει η ζωή ξαναρχίζει ίδια

 

Ζοφερό το μέλλον, χρυσό το παρελθόν

Βυθισμένο στη βαρβαρότητα το παρελθόν, υποσχόμενο την ουτοπία το μέλλον

Τώρα, όμως, τί κάνουμε;

 

Φορέας της σάρωσης η καθημερινότητα, φορέας της μέθεξης η αιώνια πατρίδα

 

Το καλοκαίρι και τον χειμώνα παρέα με την τελευταία ζωντανή πέτρα ήμουν ευτυχισμένος που η ζωή διάλεξε εμένα

 

Στο στενό δρομάκι μπήκα ανάποδα κι άλλαξε η φορά των πραγμάτων για να μου κάνει χώρο

 

Άρα όταν φοβάσαι, δράσε

Όταν ξενερώνεις, φεύγα

Όταν κοιμάσαι, ονειρέψου

Όταν πάψεις να γίνεσαι, έσο

 

Γράφω χωρίς να σκέφτομαι

Οι λύπες, τα βουνά που σεργιανίζουν στο άπειρο με βάρκα τη λεπίδα

 

Ρωμαλέα η ζύμωση του αναφαίρετου, που μας ορμηνεύει και τις διαθέσεις μας αναπλάθει κάθε δειλινό

 

Το ζουμί βρίσκεται στο κερί που καίει στο σκοτάδι

 

Η αρχή δεν χρειάζεται να γίνει ποτέ

Το τέλος θα το αντιληφθείς εκ των υστέρων

Εσύ πιασε την ιστορία απ’ την μέση και χόρευε

 

Λασπουριά ή Κοιτίδα της Ροής

 

Χαμήλωσε κι άλλο, δεν σε φτάνω, τα πόδια σου μάκρυναν αλλά μίκρυνε η καρδιά σου

 

Σήμερον δοξολογία των συνοδοιπόρων

Ποίηση εκ του όντος (δεν υφίσταται το μη ον)

Δυνατές πλάτες, λίγη λόξα και συνεχώς να καταναλώνεται μέσω ημών, αυτό μόνο θέλει

 

Ραντεβού και πάλι, μέρες μου, νύχτες μου, ποτάμια μου, γεφύρια μου, φίλοι μου, ζωές μου, πολύτιμα και κοφτερά διαμάντια, στην άπειρη αγάπη μου για σας

 

80. Πάντα η καρδιά μου εκεί θα γυρνά

 

Και αν ο κόσμος άλλα ζητά

Κι αν το μυαλό απαιτεί μετρητά

Πάντα η καρδιά μου εκεί θα γυρνά

 

Κι όταν μου υπόσχονται δόξες, μεγαλεία

Κι όταν θα σέρνομαι σε καύσωνες, κρύα

Πάντα η καρδιά μου εκεί θα γυρνά

 

Όσο η μουσική θα λιώνει, θα πεθαίνει

Και με πληγές το σώμα θα ραίνει

Πάντα η καρδιά μου εκεί θα γυρνά

 

Από γκρίζα, μουντά, νεκροζώντανα μέρη

Από πόλεις που δεν άγγιξε τ’ Αιόλου τ’ αγέρι

Πάντα η καρδιά μου εκεί θα γυρνά

 

Ω, χιόνι που στρώθηκες τόσο καιρό

Ω, ψεύτικο, βρώμικο, λάσπης νερό

Πάντα η καρδιά μου εκεί θα γυρνά

 

Εκεί στο ναό που συρρέουν οι πιστοί

Εκεί στη φωτιά που καίγονται οι καημοί

Εκεί όπου όλα είναι πιθανά, εκεί όπου όλα είναι σωστά

 

Εκεί όπου μετράει ο νόμος της σιωπής

Εκεί όπου να με χαλάει δεν δύναται κανείς

Εκεί όπου ποιώ, εκεί όπου ομορφαίνω, εκεί όπου τα μάτια σας δεν τα χορταίνω

 

Πάντα η καρδιά μου εκεί θα γυρνά

Μέχρι να μην μπορεί πια να χτυπά

Θα με τραβάει, δεν θα μ’ αφήνει, μέσα στη θλίψη και στην οδύνη

 

Κι αν το εκεί μου είναι το εδώ σας

Μήπως εγώ είμαι ο άνθρωπός σας;

Μήπως να κάναμε κάτι μαζί;

 

Μα κι αν το καράβι «ελπίδα» εβυθίσθη

Κι αν το κορμί μας ξανά εκυβίσθη

Πάντα η καρδιά μας εκεί θα γυρνά

 

Ανάγκη δεν έχω πια να εξηγώ

Ποιο είναι το λάθος, ποιο το σωστό

Μια που η καρδιά μου γνωρίζει καλά, ποια είναι τα μέσα μου τα υλικά

 

Πάντα η καρδιά μου ξεσπά και σωπαίνει

Πάντα η καρδιά μου πονά κι ανασαίνει

Και σε τροχιά σταθερή και φευγάτη, του πάντα χαράζει μου το μονοπάτι

 

81. Οδύνη κι Ηδονή

 

Η κάθε μέρα και πιο δύσκολη, αλλά τί περίμενες;

Τόλμα και ζήσε και πόνα, φοβού και σκύψε κι ακολούθα τον κανόνα

Η κάθε μέρα και πιο μεγάλη, μην το βάζεις κάτω

 

82. Λογιστής

 

Καταχωρήσεις, τιμολόγια, συμφωνίες κι ένα κάστρο από μηδενικά τριγύρω

Το δρομολόγιο κομπιούτεράκι, παύλα, κελί εξελόφυλλου στην οθόνη, ως μεγέθυνση της μοναδικής επιτρεπόμενης τροχιάς του μοναδικού ηλεκτρονίου στο Σύμπαν, ως μικρογραφία του Σύμπαντος που διαστέλλεται αλλά δεν έχει που να πάει

Φράκταλ αριθμών που ξεγλιστρούν απ’ την Σισύφεια πράξη της τέλειας καταγραφής

 

Το πρωί ξεκινά με καφέ περιχυμένο σε καφέ πουκάμισο και κλάμα πάνω απ’ την λεκάνη

Το μεσημέρι η εγκατάσταση είναι έτοιμη: μπαγιάτικα ψίχουλα ψωμιού σε πληκτρολόγιο και κλασέρ αναποδογυρισμένο δίπλα από χαρτιά που ανοίγουν σαν βεντάλια, όπου στη μέση της, σαν κερασάκι σε τούρτα γενεθλίων της μετεμψύχωσης του Φραντς Κάφκα, δεσπόζει η φωτογραφία της αγαπημένης ή της οικογένειας

Το βράδυ λύσσα κακιά, στομάχι αστερία, φιλί της φωτιάς, σώμα αποκαμωμένο απ’ την ξηρασία

 

Και στα όνειρα ο γραφειοκρατικός εφιάλτης επιστρέφει δριμύτερος

Ανισοβαρή ισοζύγια, γενικά καθολικά διαμαρτυρόμενα, συναντήσεις για να καθοριστούν καινοτόμοι μέθοδοι παρακολούθησης της κίνησης της αποθήκης που οδηγούν ραντεβού με κορίτσια σε αναβολή στο διηνεκές

Διαρκής διαθεσιμότητα με εισπράξεις απαιτήσεων και πληρωμές γραμματίων πάντα κάποιων άλλων

 

Κυκλοφορούν κι οπλοφορούν, αλλά κανέναν τρίτον δεν ανησυχούν

Επενδύσεις σε ασώματες ακινητοποιήσεις, στο διάβολο το σώμα, στον κόρακα η κίνηση

Καθαρά αποτελέσματα χρήσης, καθαρές θέσεις, ροές δυσλειτουργικές, ίσος κι όμοιος ο λογισμός με το θυμικό, μωρέ;

 

Ενεργητικό μηδέν, παθητικό άπειρο

Τέτοια αστεία, που παγώνουν την καρδιά, που μουδιάζουν τα νεύρα, είναι ο θάνατος

Και πάνω απ’ όλα θάνατος είναι ο ελεγκτής, που υπογράφει με ψεύτικο χαμόγελο, ισχυριζόμενος πως δεν υπάρχει τίποτε άλλο να προβλεφθεί

 

Κι έχει δίκιο, ο κερατάς

Τί να προβλέψω που όλα τα βλέπω

Γιατί είμαι λογιστής, κι όχι υπολογιστής

 

83. Κώστας

 

Κώστα, πάλι όμως δεν μου μιλάς

Η μέρα φεύγει και τα εντόσθια μου έχουν πετρώσει

Μήπως φταίω εγώ που δεν ρωτάω συγκεκριμένα πράγματα;

 

Πάντως, είσαι ωραίος ρε μπαγάσα, το όνομα σου δεν είναι επ’ ουδενί βιβλικό

Ούτε και φτερά έχεις στις πλάτες, ούτε και για ουδετερόφυλο σ’ έχω κόψει

Κι όμως στη δουλειά σου είσαι αστέρι, δόξα τω Θεώ, παιχταρά μου

 

Πόσες φορές θα μ’ έχεις σώσει δίχως εγώ να το έχω πάρει καν χαμπάρι

Και να τ’ ακούς κι από πάνω και να πρέπει να μ’ ανέχεσαι

Καμιά φορά απορώ πως ποτέ ως τώρα δεν τάχεις βροντήξει χάμω, να σηκωθείς να φύγεις να με παρατήσεις

 

Εντάξει, όμως, κι εγώ σ’ αγαπάω και το ξέρεις

Επίσης, επίγνωση πλήρη της ύπαρξης σου και του ρόλου σου έχω, για ρώτα και τους συναδέλφους σου τι τραβάνε

Και στις επιθυμίες σου σάρκα κι οστά δίνω, δεν μπορείς να πεις

 

Τί γνωρίζεις, ρε φίλε, και δε μου λες, αυτό μόνο νάξερα

Έχω τυραννηθεί πολύ κι αν ακόμα ελπίζω και ζω και δρω, το οφείλω εν πολλοίς σ’ εσένα

Δώσε άλλη μια φορά λευκό περίγραμμα στον μέσα και τριγύρω μου μαύρο θόρυβο

 

Μα φρονώ, Κώστα μου, μεσάνυχτα θα’ ναι όταν με ξυπνήσεις από ύπνο βαθύ κι ανονείρευτο

Να μου πεις πως το Παιδί είναι έτοιμο και μας περιμένει να του εμφυσήσουμε την θεϊκή μας πνοή

Σε Αυτό, επιτέλους, να γίνουμε ένα και μόνο ένα, ένα εγώ, ένα εσύ, ένα σόι, μια φυλή

 

84. Κωνσταντίνος

 

Η σοβαρότητα κερδίζει τη σοβαροφάνεια, αλλά μόνο με γέλιο διαλύεται της ματαιότητας η συννεφιά

Ο Κωνσταντίνος μου παραγγέλνει να μην το παρακάνω όταν οι άλλοι κοιτάζουν

Μου ζητάει τις κατακτήσεις μου ν’ απαριθμώ κι όταν αποτυγχάνω με κανέναν να μην το μοιράζομαι

 

Είναι ντυμένος στην τρίχα

Κι απ’ την χωρίστρα του δεν ξεφεύγει ούτε τρίχα

Κι η τριχιά στα χέρια του αντίστροφη πορεία ακολουθεί και ξαναγίνεται τρίχα

 

Κωνσταντίνε, σαν κι εσένα θέλω να γίνω

Αδιαπέραστος και διεισδυτικός, ατσαλάκωτος και γυναικάς

Βασιλιάς χωρίς ευθύνη, πρωταθλητής δίχως ιδρώτα

 

Κωνσταντίνε, γλυκιέ μου, ανύπαρκτε φίλε, από τόσα χαμένα παιδιά, εμένα βρήκες να διαλέξεις;

Εμένα, που λες, μυαλό, καρδιά, πόδια είναι αφιερωμένα στους θεούς, όχι στο εγώ μου

Που (το εγώ μου) είναι παρατηρητής, διαχειριστής, επιστάτης, όχι μηχανή φονική, όχι εκτελεστική επιτροπή, όχι χρήστης

 

Μυστήριο πως τους έκανα να πιστέψουν ότι στον καθρέφτη μου το είδωλο σου είχε παγιδευτεί

Μυστήριο πως κατάφερα να μην πέσω σε αντιφάσεις παρά τα τόσα διαφορετικά ψέματα που τους είπα για σένα

Μυστήριο που, παρ’ ότι σε σκότωσα καιρό τώρα, κάποιοι με τ’ όνομα σου συνεχίζουν να με φωνάζουν

 

85. Ρεμβασμός τ’ απομεσήμερο

 

Ξαπλώστρα, σκιά, βιβλίο ανοιχτό στα γόνατα με τη ράχη να κοιτάει προς τα πάνω, ευθεία μπροστά νερό, στον ουρανό ούτε ίχνος σύννεφου

Στο μυαλό γαλήνη, στην ψυχή κύματα εγκάρσια απαλά

Τα ζουζούνια τα έχει μαρμαρώσει ο ήλιος, τ’ αεράκι μιλάει μόνο όταν πρέπει

 

Όλα τα κορίτσια μ’ αγαπάνε

Όλα τα κορίτσια μ’ αγνοούνε

Αλλά δεν μ’ ενδιαφέρει

 

Μια τέτοια ώρα, όλα θα μπορούσα να τα γράψω

Ή να μιλάω με τις ώρες ακατάγραπτος

Το κενό μέσα μου να εκρήγνυται σε πολύ αργή κίνηση και να μου αποκαλύπτει καινούργια πράγματα με ρυθμό οπλοπολυβόλου

 

Για χρόνια σε τροχιά έκκεντρη γύρω απ’ τον εαυτό μου

Κι όλο ακουμπάω τον πυρήνα, κι όλο στο εξώτερο πυρ εκτινάσσομαι

Κι όλο μοναχός μένω, πνιγμένος στην αγάπη, με ανοσία στην ανοησία

 

Κάποιος τη φωτιά παντού τη συντηρεί

Άλλου κάποια σε παγωμένο αίμα βουτάει

Κι οι απόγονοι μου αναπαύονται, ασφαλείς στη γνώση του αναπότρεπτου της τραγωδίας που έρχεται και την οποία δεν θα αξιωθούν να ζήσουν

 

Ένα κυλινδρικό γυάλινο ποτήρι λίγα μέτρα μακριά μου γεμίζει απ’ τα κάτω προς τα πάνω με δροσερή βυσσινάδα

Αλλά αν κι ακόμα απλώσω το χέρι μου δεν φτάνω να το πιάσω

Και μέχρι να πείσω τον εαυτό μου να σηκωθεί, έχω ξεχάσει τον λόγο

 

Ζωή στο σκοτάδι που μόνο το φως ξέρει να φτιάχνει

Ματιές, αντικατοπτρισμός, αόρατες μορφές που λαμπυρίζουν κι άμα κάνουν κέφι συντονίζονται με τα τριχωτά αυλάκια στο δέρμα μου

Μια ξανθιά τούφα χαϊδεύει αυτό το μέτωπο, το ζαρωμένο και σκορπισμένο στα μονοπάτια μαγείας ασπρόμαυρης

 

Κι όλο το Σύμπαν το ξέρει

Πού εμπεριέχεται, από τί ορίζεται, σε τί αναφέρεται

Σβήνω για τελευταία φορά κι όταν πάλι ανάψω, όλος λατρεία για σένα θα έχω γίνει

 

86. Παιδί

 

Από τα άστρα έρχεται, στ’ άστρα καταλήγει

Το παιδί με τις μυρωδιές της μέρας, της νύχτας τους καημούς

Το παιδί που δεν είναι δικό μας κι όμως από μας γεννήθηκε

 

Το παιδί έχει τις δικές σας τις γροθιές για κοντάρι

Και τις δικές σας τις τέχνες για φτυάρι

Και με τη δική σας σοδειά νησί χτίζει στον ωκεανό της παράνοιας

 

Αφού όλους μας έχει τυλίξει η απελπισία, πώς μπορούν ακόμα κάποιοι ελάχιστοι κι ελπίζουν στο παιδί;

Πού το βρίσκουν το κουράγιο να ποτίζουν την πέτρα και πόθεν η απρονοησία τους να περιμένουν βλασταράκι από κει να ξεπεταχτεί;

Για δείτε όμως πως το παιδί τους παρατηρεί προσηλωμένο, και στους τρόπους τους ήδη εξασκείται

 

Να του μιλήσω;

Και τί να του πω;

Πώς φαίνεται ο κόσμος από μέσα του να το ρωτήσω;

 

(Ανατομία ενός παιδιού: Μυαλό λογιστή

Καρδιά ποιητή

Αριστερό χέρι κλέφτη

 

Δεξί χέρι προφήτη

Αριστερό πόδι ιχνηλάτη

Δεξί πόδι φύλακα

 

Και, τέλος, αύρα νεράιδας

Αύρα κοριτσιού υπέροχα τρελού κι όμορφα ανατρεπτικού

Αύρα μαγείας πανάρχαιας κι επίκαιρης όσο ποτέ)

 

Ως συνήθως, χρειάζεται αλλαγή προοπτικής προκειμένου να επιτευχθεί κατανόηση

Αυτό μιλάει μέσω εμού, αυτό δρα μέσω ημών, αυτό μπορεί και να σώσει τον κόσμο αν το αφήσουμε όχι να μεγαλώσει, αλλά να μείνει αυτό που είναι

Παιδί, θαρραλέο παιδί, βγες απ’ τα σκοτάδια και στον καιρό της αλήθειας δώσε επιτέλους μορφή

 

87. Έγραψες σήμερα;

 

Βγήκε η δουλειά, με λίγα ή πολλά

Τα κουτάκια γέμισαν κι η λίστα αναπαύτηκε

Έγραψες σήμερα;

 

Ψώνισες, έπλυνες, σιδέρωσες

Δεν μαγείρεψες αλλά έφαγες, δεν κοιμήθηκες αλλά ονειρεύτηκες

Εντάξει, αλλά έγραψες σήμερα;

 

Διάβασες πολλά, διαγώνια κι αποσπασματικά

Πήγες για τρέξιμο στο πάρκο, στην πόλη, στον αεικίνητο διάδρομο του σπιτιού σου

Ωραία και καλά όλα αυτά, όμως έγραψες σήμερα;

 

Προσευχήθηκες, διαλογίστηκες, ευχαρίστησες κι ευχαριστήθηκες

Γέλασες, εκτονώθηκες, αγκάλιασες, φίλησες, υπερέβαλες εαυτόν, ερωτεύτηκες, εξαντλήθηκες

Μα η ερώτηση τα αγνοεί όλα αυτά κι επανέρχεται, κάθε φορά δριμύτερη: έγραψες σήμερα;

 

Μολύβι και χαρτί, πληκτρολόγιο κι οθόνη, φωνή και κοινό

Έγραψες σήμερα, έγραψες σήμερα, έγραψες σήμερα;

Νίκησες την αδράνεια, νίκησες το βόλεμα, έκαψες καθόλου λίπος;

 

Κινήθηκες πάνω στο μονοπάτι που χαράσσεται για εσένα, θες δε θες;

Απόλαυσες το ταξίδι, ίδρωσες, βλαστήμησες, έζησες;

Έγραψες σήμερα, α, γράφεις τώρα, γράφε, συνέχισε, γράφε, μπράβο, μείνε εκεί, άψογα, ολοκλήρωσε, θαύμασε, υποκλίσου, μην ζητάς αναγνώριση, μην απογοητεύεσαι, είσαι μοναδικός, δεν είσαι μόνος, έγραψες, έσπρωξες τον τροχό, είδες κάτι ακόμα, κάτι διαφορετικό – τώρα σταμάτα

 

Θα γράψεις κι αύριο, ε;

 

88. Ελευθερία

 

Ελευθερία

Βραδυφλεγής ο έρωτας μου για σένα

Μακρύς, ανηφορικός, ανεμοδαρμένος και φιδογυριστός ο δρόμος που στην αγκαλιά σου οδηγεί

 

Ελευθερία

Μου είπαν ότι κάποτε μου δάνεισες τα φτερά σου κι εγώ τ’ αρνήθηκα

Όμως εγώ νομίζω ότι πάντα κάτι μας κρατούσε σε απόσταση ασφαλείας (τι, αλήθεια, σημαίνει η λέξη ασφάλεια, Ελευθερία;)

 

Ελευθερία

Ποιός σου είπε ότι η νιότη μου σαρώθηκε;

Ποιός θ’ αμφισβητήσει την αυθεντικότητα του φωτός που εκπέμπεις;

 

Ελευθερία

Τόσες φορές ανήμπορος είδα να σε τραβούν μακριά μου αλυσοδεμένη

Και βαρέθηκα, σιχάθηκα τον εαυτό μου και τους πάντες, κι ήθελα να τα παρατήσω όλα

 

Όμως, Ελευθερία

Μια τυφλή, κουφή, κουτσή ελπίδα τελευταία στιγμή με απέτρεπε απ’ το απονενοημένο διάβημα

Κι έκαιγε αυτή η ελπίδα με την ίδια φλόγα που λαμπαδιάζει στις διαστημικές εσχατιές μέσα στο σώμα σου

 

Ελευθερία

Μιλάω πολύ

Πες μου να πάψω ή έστω πλάκωσε με, με ένα χαλί απ’ τα λουλουδένια φιλιά σου

 

Ελευθερία

Τρύγησε με, εν ανάγκη, με τη ρομφαία σου

Διαμέλισε με κι επανασυναρμολόγησέ με ώστε να μην λειτουργώ πλέον ως πειραγμένη χρονομηχανή

 

Το ξέρω, Ελευθερία, το ξέρω ότι θες κάτι να μου πεις

Γι’ αυτό σε προσκαλώ στο χείλος του γκρεμού πάνω απ’ τον αρχέγονο ωκεανό

Να σταθούμε πρόσωπο με πρόσωπο και αδιαμεσολάβητα κι αμετακλήτως να διαπιστώσουμε αν αντέχουμε όντως ο ένας τον άλλο

 

Εγώ, Ελευθερία, στέκομαι τώρα σε μια γέφυρα που το άκρο της μπροστά μου χάνεται σε πυκνή, αδιαπέραστη ομίχλη

Αίμα ρέει απ’ τα νύχια μου και τα ρούχα μου έχουν λιώσει

Έχω συρρικνωθεί και με το ζόρι ανασαίνω κι όμως επιμένω να σέρνομαι, αρνούμενος να υποχωρήσω

 

Και, φυσικά, στην άλλη άκρη της γέφυρας βρίσκεσαι εσύ

Επιβλητική, πανώρια, υπέρλαμπρη

Χωρίς έγνοιες-βαρίδια στα υπέροχα, αλαβάστρινα πόδια σου

 

Δεν ξέρω αν ποτέ θα σε φτάσω

Διάολε, Ελευθερία, δεν ξέρω αν ήδη σ’ έχω φτάσει κι ακόμα να το πάρω χαμπάρι

Δεν ξέρω, καλή μου – πλάνες με τυλίγουν, όνειρα απατηλά και παραπειστικά με σωριάζουν χάμω

 

Αλλά δεν σταματάω, Ελευθερία

Δεν σταματάω μέχρι να δω ξανθό, μέχρι να πιω γαλάζιο, μέχρι να νιώσω την πέτρα κάτω απ’ τα σκέλια μου

Δεν σταματάω μέχρι την άβυσσο σου ν’ αγγίξω

 

Όχι, Ελευθερία, κανέναν πλέον δεν ακούω που να με σωφρονίσει επιχειρεί

Ούτε οικογένεια, ούτε φίλους, ούτε βεβαίως καμία κοινωνία

Με παρωπίδες από οπλισμένο σκυρόδεμα θα τραβάω κατά κει που το άρωμα σου ποτίζει την πλάση

 

Κι ίσως τότε μόνο για λίγο να ησυχάσω

Όταν στο πίσω κάθισμα του παλιού, χιλιοφθαρμένου, σκουριασμένου αυτοκινήτου των γονιών σου (του Χάους και της Ανάγκης)

Χύσουμε ανοικονόμητα τα πονεμένα και διψασμένα για ζωή, δίχως άλλα, και άλλων, μη, κορμιά μας

 

Και γλυκά μπλεχτούμε

Και χωρίς επιστροφή (σκέψου, Ελευθερία, τι θα γίνει τότε)

Απελευθερωθούμε

 

89. Μύθος

 

Κατά πολλούς και διαφόρους, σκεπτόμενους κι αισθανόμενους, τα πάντα εμπεριέχονται σε μια αφήγηση

Αυτός που αφηγείται όμως, πράττει;

Αυτός που πράττει πότε να προλάβει ν’ αφηγηθεί;

 

Κι όμως, χρειάζονται και τα δύο, αφήγηση και πράξη

Και, εν τέλει, οι ρίζες τους είναι κοινές

Μόνο που δεν είναι χωμένες μες στη γη, αλλά ίπτανται αόρατες ολόγυρά μας

 

Τώρα σώπα λίγο, μην πολυσκέφτεσαι, κι άκου τον ποιητή

Την Μούσα την επικαλείται όχι λόγω έπαρσης ή επίδειξης αλλά από ανάγκη

Να του ανοίξει την πύλη της άχρονης επικράτειας και να τον αφήσει να περιπλανηθεί εκεί όσο πιο πολύ γίνεται

 

Κι ό, τι συγκρατήσει (ελάχιστα πράγματα, αλλά έστω…) να τα μοιραστεί μ’ εσένα

Να δημιουργήσει τον κόσμο ξανά απ’ την αρχή

Να σε κάνει να ερωτευτείς αυτό που είχες ξεχάσει ότι ήσουν

 

Μιλάμε για τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες, εντωμεταξύ, (πέντε; εφτά; δέκα;) που διαρκώς γεννοβολάνε, διαρκώς αναπαράγονται, διαρκώς αναμειγνύονται, διαρκώς ανακυκλώνονται και διαφοροποιούνται

Η Ιλιάδα, η Οδύσσεια, η Αργοναυτική εκστρατεία, η διάσωση της Δανάης απ’ τον Περσέα

Οι άθλοι του Ηρακλέους, το κυνήγι του Καλυδωνίου Κάπρου, ο Έρως κι η Ψυχή, αχ, ο Έρως κι η Ψυχή, η ζωή του Οιδίποδος, ο Θησέας στον Λαβύρινθο, η Θεογονία κι η Ανθρωπογονία

 

Οπισθογωνία ο μύθος (φτενή ομοιοκαταληξία, αλλά το γκροτέσκο είναι το αλκοόλ της ψυχής)

Στον κόσμο της διαχείρισης και της συναλλαγής δεν τον χρειάζεσαι, αλλά, κερατά, αλίμονό σου αν δεν τον μελετήσεις

Αλίμονό σου αν δεν συνειδητοποιήσεις πως συνεχώς σε διαμορφώνει, αλίμονό σου αν δεν προσευχηθείς και δεν παίξεις (σε παιχνίδι με έναν μόνο κανόνα) με τα πνεύματά του

 

Ο κανόνας είναι το παιχνίδι

Ο κανόνας είναι να θυμάσαι ότι είναι παιχνίδι

Ο κανόνας είναι να γνωρίζεις και ν’ αποδέχεσαι τι είσαι: διαρκές και ταυτόχρονο του μύθου αντικείμενο κι υποκείμενο

 

90. Η πόλη μου το βράδυ (ΙΙΙ)

 

Και πάλι η νύχτα με τυλίγει

Παλιότερα, αν έχεις τον Θεό σου, συνεχώς την απoστρεφόμουν και την φοβόμουν

Ω, με πόση θέρμη κι αγαλλίαση την υποδέχομαι τώρα

 

Κι η πόλη παραδομένη στις αγκάλες της είναι πανέμορφη, είναι υπέροχη, είναι συναρπαστική

Με το στόμα ανοιχτό μένω μπροστά στα θαύματά της, την παρακαλώ να με ραντίσει λίγη ακόμα απ’ την φωτεινή, τσιμεντένια, θορυβώδη αμβροσία της

Σαν το κορίτσι εκείνο που πάντα θα το αναζητάς, πάντα θα το θαυμάζεις, πάντα θα υποκλίνεσαι μπροστά στη λάμψη του, κι ας μην σου δοθεί ποτέ ολοκληρωτικά (μπορεί και καλύτερα να είναι έτσι)

 

Στο πάρτυ έχουν προσκληθεί όλες οι φίλες μου κι όλοι οι φίλοι μου

Θα φάμε, θα πιούμε, θα γελάσουμε, θα κλάψουμε, θα χορέψουμε, θα πληγωθούμε, θ’ ανοιχτούμε, ποτέ πια δεν θα είμαστε μόνοι

Κανείς δεν θα θέλει να φύγει πριν ο ήλιος ανατείλει κι εκείνος θα φανεί πολύ μεγαλόψυχος

 

Τρεις μέρες η νύχτα θα παραμείνει, με το φεγγάρι της, με τ’ αστέρια της, με τα πανώρια αληθινά της ψέματα

Τότε εγώ την τέλεια ερωτική εξομολόγηση στην πόλη θα γράψω κι όταν την ακούσει απ’ τα χείλη μου θα συγκινηθεί όσο ποτέ

Και θα μου δοθεί, επιτέλους, για μια στιγμή, κι όλα θα γίνουν φως, χαρά, αγάπη

 

Κι ύστερα πάλι θα την χάσω και πιο μετά ίσως πάλι την ψάξω κι ίσως όλα να τα ξαναβρώ

Τη νύχτα, την πόλη, τη ζωή μου, τον λόγο που ακόμα συνεχίζω

Ώσπου να βραδιάσει μια για πάντα

 

91. Ο χρόνος που όλα άλλαξαν

 

Ο χρόνος που όλα άλλαξαν δεκάξη μήνες κράτησε

Φωτεινοί και πολυσύχναστοι ήταν οι δρόμοι του, μεγάλα και μοιραία τα κρίματα του

Φωτιά οι έρωτες του, κρανίου τόπος οι απογοητεύσεις του

 

Μας πήρε και μας σήκωσε, μας καθήλωσε και μας ανέταξε

Μας έμαθε τη ζωή ν’ αγαπάμε, τον εαυτό μας να τον κατανοούμε

Με τέλεια μελετημένο συνδυασμό χτυπημάτων μας σώριασε φαρδείς πλατείς στην άσφαλτο τ’ αστέρια να κοιτάμε

 

Τότε ήταν που ο κόσμος έγινε εικόνα απολύτως επίπεδη

Που το άγγιγμα διαμεσολαβήθηκε κι έκτοτε έχει μείνει μετέωρο ανάμεσα σ’ όλες τις πιθανότητες και σε καμία δυνατότητα

Που η τελική πτώση άρχισε – άμα τελειώσει ξυπνήστε με

 

Αλλά εγώ πιο πολύ απ’ οτιδήποτε άλλο τα εξής θυμάμαι:

Κραυγές χαράς στο σαλόνι

Ματιές όλο νόημα στο μπαλκόνι

 

Βουβό θόρυβο απόγνωσης στην τουαλέτα

Αινίγματα στην αποθήκη, κόκκινες λάμψεις στο καντράν τη νύχτα σ’ άδειους δρόμους

Χορό, και σώματα άγαρμπα, διστακτικά να νιώθουν και να νιώθονται

 

Τριαντάφυλλα, με τον ίδιο μηχανικό τρόπο μονίμως να περιστρέφονται γύρω απ’ τον άξονα τους

Κορίτσια μεγαλωμένα στα πούπουλα, με λευκή επιδερμίδα και μαύρα μαλλιά, υπέροχες ξωτικές πριγκιποπούλες, να κλαίνε κρυφά το βράδυ στην άκρη του παιδικού τους κρεβατιού

Κραιπάλες και στόματα ανοιχτά απ’ το δέος στις πίσω αναπαυτικές θέσεις κινηματογραφικών ναών, πρόναων, κρυπτών, αρχονταρικιών

 

Το τελευταίο ξέγνοιαστο καλοκαίρι

Τον τυφλό έρωτα που αγάπη ποτέ δεν έγινε

Για να κάνει χώρο στην αληθινή αγάπη να ξεπροβάλει απ’ τα κενά ανάμεσα στις πλεξούδες καρέκλας ψάθινης σε καπηλειό της κακιάς ώρας

 

Τον τέλειο συγχρονισμό, την τέλεια είσοδο, την τέλεια οικοδέσποινα, στον τέλειο κόμβο

Που τόσες ομορφιές φανέρωσε

Τόσες επιλογές ψυχής ανέδειξε κι απελευθέρωσε

 

Τέσσερις φωνές ακόμα θυμάμαι, μια (η πάνω δεξιά) ήταν δικιά μου

Δυο ζευγάρια μάτια που όλο να κοιτάζονται ήθελαν κι όλο ντρεπόντουσαν

Κι έναν αεροδιάδρομο στα έγκατα της γης, αποκλειστικά για απογειώσεις

 

Χίλια φιλιά

Ένα χαμόγελο

Φωτιά, μετάνοια, μικροσυμφορές, πέρασμα στην καινούργια εποχή

 

Που για καλό η κακό

Με θηριωδίες, με πώρωση, με αχαλίνωτη λαγνεία, με υπέρβαση όλων όσων νομίζαμε ως τώρα ότι ξέραμε

Θα είναι η δική μας

 

92. Νοτιοανατολικώς (ή Μηχανή ή Λευκή Αδελφότητα)

 

Ο καιρός: γενικά αίθριος, με αραιές νεφώσεις και πιθανότητα σποραδικών βροχών

Η θερμοκρασία εδάφους, αέρος, νερού και φωτιάς: στους μείον 273 βαθμούς της κλίμακας Κελσίου ή στο απόλυτο μηδέν της κλίμακας Κέλβιν

Οι άνεμοι: μονίμως ασθενείς, θα πνέουν μόνο όταν τους πούμε εμείς

 

Το χρώμα: λευκό, άσπιλο, αμόλυντο, αγνό, παρθένο, χωρίς κόκκους, χωρίς ανορθογραφίες, χωρίς μουτζούρες, χωρίς αμφισβητήσεις

Η γεύση: ξυνή αλλά όχι πολύ έντονη, σαν λεμονάδα που αραιώθηκε 101 φορές προτού σερβιριστεί

Η μυρωδιά: αναζητείται, γιατί απολυμάναμε κι αποστειρώσαμε τα πάντα

 

Η αίσθηση: λεία, απαλή, μεταλλική, αν δεν προσέξεις σε κόβει σαν ατσάλι

Ο ήχος: του συρμού, επαναλαμβανόμενα μοτίβα, εύκολα ρεφραίν, καλός αγωγός υπηκόων αυτοβούλως λοβοτομημένων

Το μέλλον: φίλος κι οδηγός, αβεβαιότητα και μάστιγα, εύτακτο και προβλέψιμο, ενσωμάτωση κι ενοποίηση μέχρι ολικής εξάλειψης κάθε διαφορ(ετ)ικού

 

Αγαπημένες ιδιότητες: επιστήμονας, έμπορος, πολιτικός, πάνω απ’ όλα διαχειριστής

Πως: ιεραρχία, εκμετάλλευση, δούναι και λαβείν, εμβολιασμός με ίσες δόσεις (δήθεν) φόβου και (δήθεν) ελπίδας

Όνομα: Μηχανή, ο Κύβος όπου όλα ανάγονται, Πορεία ασταμάτητη με το Ρολόι, η Ουσία πριν, η Ουτοπία μετά, τώρα υπομονή, αυθυποβολή, εθελουσία συμμετοχή και πολλή δουλειά

 

93. Νοτιοδυτικώς (ή Μακελειό ή Σκοτεινή Αδελφότητα)

 

Ο καιρός: νεφελώδης, ομιχλώδης, χωρίς καμία πιθανότητα μεταβολής στο ορατό μέλλον (δεν υπάρχει, βεβαίως, καμία ορατότητα ούτως ή άλλως)

Η θερμοκρασία: αγκάλιασε τον πάγο, χάιδεψε την στάχτη, κολύμπησε σε έλη λυμάτων τοξικών, αναλώσου στη κακή φωτιά που μουγκρίζει και ποτέ δεν σβήνει, άσε το μυαλό και την καρδιά να μουδιάσουν

Οι άνεμοι: τους έχουν καταπιεί τα ηφαίστεια και τους ξερνάνε σαν μικρά ζγρομπαλάκια λάβας που ουρλιάζουν απελπισμένα αλλά κανείς πια δεν έχει αυτιά ν’ ακούσει τ’ οτιδήποτε

 

Το χρώμα: μαύρο, πηχτό, παχύρρευστο, με αποχρώσεις όλο και πιο σκοτεινές, χωρίς τέλος, χωρίς ελπίδα διαφυγής

Η γεύση: τέρμα πικρή, αρρωστημένα στυφή, σαν επερχόμενος θάνατος που όμως ποτέ δεν φτάνει για να σε λυτρώσει

Η μυρωδιά: ψοφίμι, κόπρανα, εμετός – σε ποτίζει ό, τι κι αν κάνεις, ό, τι κι αν δεν κάνεις, και γίνεται εσύ

 

Η αίσθηση: τραχιές κεκλιμένες επιφάνειες, παράξενες γωνίες που σμπαραλιάζουν την αίσθηση συνέχειας και κανονικότητας, παντού αγκάθια κι ακίδες

Ο ήχος: μπάσο που σβήνει σε υπόηχους ή ουρλιαχτό που ανυψώνεται σε περιοχές όπου η οδύνη βασιλεύει

Το μέλλον: προέκταση του τώρα, αιώνια συντριβή, απόγνωση στο διηνεκές, μονοκόμματος ορίζοντας βραδέως μετακινούμενος

 

Αγαπημένες ιδιότητες: φονιάς, τύραννος, μονοδιάστατος αρνητής των πάντων και κατακτητής του τίποτα

Πως: Φανατισμός, απειλή χωρίς τέλος, αενάως ανανεούμενες λίστες προγραφών, αναλωσιμότητα των πάντων

Όνομα: Μακελειό, το Βασίλειο του Τρόμου, Κόλαση επί Γης, καμία σωτηρία, σάρωση κι υποταγή

 

94. Βορειοδυτικώς (ή Μανία ή Κόκκινη Αδελφότητα)

 

Ο καιρός: απρόβλεπτος, άγριος, αυστηρά όχι για όσους δεν το λέει η ψυχούλα τους

Η θερμοκρασία: έλιωσε το θερμόμετρο κι ο υδράργυρος μας πότισε απ’ την κορφή ως τα νύχια

Οι άνεμοι: θυελλώδεις, αλλοπαρμένοι, ανεξέλεγκτοι, πλέκουν στροβίλους μέσα σε στροβίλους, στη δίνη των φράκταλ κυριολεκτικώς

 

Το χρώμα: κόκκινο της φωτιάς, της αρχής της ζωής, του αίματος, των αδιαπραγμάτευτων άκρων της ηδονής και του πόνου

Η γεύση: αλμυρή, πικάντικη, οι γλώσσες στις φλόγες, η ανάσα κόβεται, δαγκώστε όπως μπορείτε κι όπου μας βγάλει

Η μυρωδιά: θειάφι, λιβάνι, η συναίρεση απάντων των μπαχαρικών, ιδρωμένα κορμιά, καμένα μυαλά

 

Η αίσθηση: μαλακή και δεκτική σάρκα, μαστίγιο βουτηγμένο στην λάβα, πληγές που μόνο ν’ ανοίγουν και να σκαλίζονται ξέρουν

Ο ήχος: διονυσιακές κραυγές, επανάληψη αλλά με στόχο την ανεπίστροφη διαφυγή, θόρυβος και τυφλή επαναστατικότητα, αναστεναγμοί, ανίερες ψαλμωδίες και, γενικότερα, ό, τι μας βοηθάει να μην μας νοιάζει που βαδίζουμε στα κάρβουνα

Το μέλλον: ποτέ του να μην σώσει να έρθει

 

Αγαπημένες ιδιότητες: γητευτής, εραστής, σαδιστής, μαζοχιστής, εθισμένος, πανηδονιστής, μιθριδάτης

Πως: καταβύθιση στην απόλαυση, στην αμαρτία, στην λαγνεία, αδιαφορία και παθητική / ενεργητική εχθρότητα για οτιδήποτε άλλο

Όνομα: Μανία, η Αυτοκρατορία των αισθήσεων και των παραισθήσεων και των συναισθήσεων, μπες και χόρεψε μέχρι τελικής πτώσης ή ολικής ανάλωσης στην αδηφάγο πυρά του πόθου

 

95. Βορειοανατολικώς (ή Μαγεία ή Γκρίζα Αδελφότητα)

 

Ο καιρός: άστατος, θυελλώδης – μα μη φοβού, συγκεντρώσου στην πλοήγηση, αφέσου στη στιγμή

Η θερμοκρασία: το πρωί για μακό, το μεσημέρι για μαγιό, το απόγευμα για ζεστό ρόφημα, το βράδυ για κουβέρτα πλάι στην φωτιά

Οι άνεμοι: φίλοι κι αδελφοί, προστάτες κι οδηγοί

 

Το χρώμα: γκρίζο, δηλαδή σε όλα τ’ άλλα χρώματα ανοιχτό, χωρίς όμως να θέλει να τα απορροφήσει σαν αδηφάγος μαύρη τρύπα ή να τα αντανακλάσει σαν ουδέτερος κι αμέτοχος καθρέφτης

Η γεύση: γλυκιά σαν πετιμέζι, σαν σοκολάτα που λιώνει στο στόμα, σαν το ροδίζον φως της αυγής ή του δειλινού που μαλάζει το κουρασμένο κορμί

Η μυρωδιά: νοτισμένο απ’ την υγρασία χώμα μετά τη βροχή, μαμαδίσιο φαγητό που κάνει το σπίτι να μοσχομυρίζει, αρχές άνοιξης με τις νεραντζιές ν’ ανθίζουν, αρχές φθινοπώρου με τα κίτρινα φύλλα να σαπίζουν, άρωμα γυναικείου σώματος που διαχέεται στον στρατώνα ως τέλειος εισβολέας

 

Η αίσθηση: καυτή άμμος ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα των ποδιών, λούσιμο κάτω απ’ τον καταρράκτη, ανοιχτό παράθυρο, έξω το κεφάλι κι ο βοριάς να βάλλει κατά ριπάς, υπό την επήρεια ουσιών με μερική απώλεια ελέγχου

Ο ήχος: το τέλειο τραγούδι που δεν μπορείς να πάψεις να τραγουδάς, στον εαυτό σου και στους άλλους

Το μέλλον: είναι τώρα

 

Αγαπημένες ιδιότητες: μάγος, ποιητής, ηθοποιός, ζώο, φυτό, πράγμα, παιδί των αστεριών

Πως: εναρμόνιση κάθε στιγμή με τη ροή του σύμπαντος που είσαι εσύ

Όνομα: Μαγεία, Σιωπηλό Παιχνίδι, οι μορφές αλλάζουν μα το αυθ(ν)ύπαρκτο φόντο όχι, μοναδικά υπάρχοντα οι εμπειρίες, της Ψυχής του Κόσμου η αγαλλίαση, κλάμα και γέλιο στο χείλος της νιρβάνας και της απόγνωσης

 

96. Καλοκαίρι κι Αγόρι

 

Ένα βότσαλο στο χέρι, δεν το παίρνει το αγέρι

Μια πληγή μες στην καρδιά, δεν την γιάνει η αντηλιά

Το μικρό το καλοκαίρι, δεν αρκεί βρε τιμονιέρη

 

Το αγόρι που ξυπνάει, και στο σώμα του ακουμπάει

Με τρεμάμενη ανάσα, σπρώχνοντας μακριά τα ράσα

Βρίσκει κάτι που είναι νέο, αναγκαίο και ωραίο

 

Έρχεται απ’ τον άλλο κόσμο, με θυμάρι, μέντα, δυόσμο

Και του σπάει τα ρουθούνια, με ορμών στίφη, μιλιούνια

Τον σκληραίνει η μουσική του, μόνη έξη φιλική του

 

Μα το καλοκαίρι τρέχει, και τ’ αγόρι δεν αντέχει

Να το παρακολουθεί, ούτε ακόμα κι αν γδυθεί

Ούτε ακόμα κι αν λυσσάξει, και το δέρμα του αλλάξει

 

Φύγαν όλες οι κοπέλες, μείναν μόνο οι ροδέλες

Που ελλείψει φαντασίας, και στιγμών μεστών λαγνείας

Τόριξαν στο σορολόπ, κουντεπιέ, μελέ και σκροπ

 

Τώρα υπόφερε αγόρι, που γκρεμίστηκαν τα όρη

Που η παραλία σκάει, που δεν πήρε το κολάι

Που η άμμος, τα χαλίκια, καλυφθήκαν από φύκια

 

Μπλε παντού μες στην ψυχή σου, αίνιγμα άλυτο η ντροπή σου

Πράσινο που ασφυκτιά, τί σε μέλλει κι αν ψοφά

Αφού κόκκινο γυρεύεις, ζύμωνε, μην πιλατεύεις

 

Το ποδήλατο σπινιάρει, είναι τέλη του Αυγούστου

Διαδρομές με γιοματάρι, προμηνύματα του μούστου

Στο στεφάνι τα σταφύλια, στο καλάθι τα κοχύλια

 

Μη μου λες πως αγαπάς, αγοράκι μην τρυπάς

Την φτωχή μου εμπιστοσύνη, με πορείες εν ειρήνη

Δήθεν – γιατί στην ουσία, μόνη έγνοια σου είναι μία

 

Του καλοκαιριού το κάλλος, εν τω σώματι της μούσης

Που το γεύεται ο άλλος, της (μ)ανίας σου παρούσης

Μα ο άλλος είσαι εσύ, όλη η πλάση είσαι εσύ

 

97. Κατερίνα

 

Όλα είναι δύσκολα τώρα

Τώρα μόνη σου θα μείνεις Κατερίνα

Οι ματιές δεν θ’ αρκούν, οι πράξεις θα σωπαίνουν σαν μουλάρια πεισματάρικα

 

Οι κοινωνικές υποχρεώσεις θα συσσωρεύονται

Τ’ απάνθισμα της νιότης σου θα σπαράσσεται

Η μανία θα φουντώνει κάτω απ’ το διάφραγμα

 

Λάφυρο την ψυχή σου θα ζητούν οι ανεπρόκοποι

Οι φωτεινοί της πλάκας παντογνώστες – όμως εσύ χαμογέλα και προσηλώσου

Αγνόησε τις σειρήνες της κακίας αλλά και τις άρπες της αρετής

 

Μείνε πιστή στις αποφάνσεις των δαιδαλωδών κήπων του μυαλού σου

Ασπάσου τη μελαγχολία πίσω απ’ το λευκό σου χαμόγελο με τα ερωτηματικά κόκκινα χείλη

Μάζεψε τα λουλούδια κοντά σου κι άκου τα, θαλπωρή πρόσφερέ τους και μίλα τους τρυφερά

 

Γίνε αυτό που ξέρεις ότι η Φωνή σου ζητά, Κατερίνα

Οι άλλοι, Κατερίνα, άλλο πράγμα είναι

Δεν είσαι εσύ οι άλλοι

 

98. Γράμμα στον Θεό

 

Θεούλη μου καλέ που τόσο μας προσέχεις

Στείλε μια ευχή στο προσκεφάλι μου απόψε

Πονάει το σώμα, πονάει το μυαλό, πονάει η ψυχή

 

Μέσα στο σκοτάδι όλα τα χάνω

Και τρέμω την μέρα που κι αύριο θα έρθει

Γίνε φωτιά και κάψε με να λυτρωθώ

 

Αλλά ξέρω πως και πάλι δεν θα μου μιλήσεις

Δεν θ’ ασχοληθείς με τις αυταπάτες μου

Δεν θα καταπραΰνεις τους εφιάλτες μου

 

Μήπως είσαι το κορίτσι από απέναντι που ποτέ δεν με προσέχει;

Ή το φύλλο που ποτέ δεν μου τυχαίνει στη μοιρασιά;

Ή το θάρρος που μ’ εγκαταλείπει λίγο λίγο;

 

Παρασέρνομαι και δεν ξέρω τι λέω

Τα γράμματα σαπίζουν και σβήνουν

Η ζωή κατρακυλάει κι εγώ την κυνηγάω – πως και δεν το έχω βάλει κάτω ακόμα, μόνο εσύ ίσως το ξέρεις

 

Θεούλη μου, μπάσε με σ’ ένα όνειρο απόψε

Κι έλα να με βρεις με όλες τις μορφές σου

Έλα σαν λουλούδι, έλα σαν άνεμος, έλα σαν φωτιά, έλα σαν λιοντάρι

 

Δώσε μου κάτι απ’ την ανείπωτη χαρά σου, κάτι απ’ την αβυσσαλέα θλίψη σου

Ζόρισε με, προπόνησε με, τέντωσε με, μάζεψε με

Το πρωί δεν θέλω πάλι να ξυπνήσω ο ίδιος, αυτός που ήμουν, το πρωί θέλω δίπλα μου να σε βρω νεκρό

 

99. Φυλή

 

Ο αιώνιος απόβλητος

Απ’ την οικογένεια, απ’ το σχολείο, απ’ την κοινωνία ολόκληρη

Μόνο στη Φυλή θα βρει αποκούμπι

 

Στη Φυλή δεν γεννιέσαι

Ούτε γίνεσαι

Στη Φυλή είσαι

 

Δεν περνάς από επίσημες δοκιμασίες στη Φυλή για να ενταχθείς

Δεν φτάνει ποτέ η ώρα που κάποιος θα σου ανακοινώσει: “εδώ ανήκεις”

Κι όμως, αν η Φυλή είναι το αληθινό σου σπίτι το νιώθεις και το γνωρίζεις χωρίς αμφιβολίες

 

Δεν έχει κεντρικά γραφεία ούτε κι υποκαταστήματα η Φυλή

Ποτέ δεν άρχισε και ποτέ δεν θα τελειώσει

Μα το αποτύπωμα της παντού το βρίσκεις στον κόσμο, σε καθετί ωραίο, καθετί σπουδαίο, καθετί αληθινό, καλό η κακό

 

Στη Φυλή δεν υφίστανται ιεραρχίες

Δεν υπάρχουν κώδικες δράσης κι επικοινωνίας

Στη Φυλή ή είσαι το Παν ή δεν είσαι τίποτα

 

Τί είναι η Φυλή;

Ο θύλακας της Ψυχής της Δημιουργίας σε έδαφος εχθρικό

Τα αγόρια και τα κορίτσια που ιερή υποχρέωση τους είναι να κάψουν και να καούν, να λυτρώσουν κι ας μην λυτρωθούν

 

Η Φυλή δεν πολεμάει

Η Φυλή δεν συμβιβάζεται

Η Φυλή μόνο παίζει

 

Η Φυλή δεν αντιστέκεται

Η Φυλή δεν κηρύσσει

Η Φυλή μόνο σημαίνει και σημαίνεται

 

Απόλυτη μοναρχία η Φυλή, χωρίς καμία απολυτότητα, χωρίς καμία αρχή

Λαοκρατία η Φυλή, χωρίς κανένα λαό, χωρίς κανένα κράτος

Ζωή η Φυλή, αιώνια και τρελή

 

Μην εξετάζεις προϋποθέσεις

Μην ψάχνεις να βρεις ποια είναι τα δικαιώματα σου

Μην κλαίγεσαι, μην δικαιολογείσαι, πάντα θα υποστηρίζεσαι, πάντα θ’ αγαπιέσαι

 

Μηδένισε το κοντέρ (πάει να πει: όλα στο ένα)

Ξεκίνα τώρα αμέσως το μονοπάτι το δικό σου να βαδίζεις

Τώρα γράφεται η ιστορία, έτσι ανασαίνει η Φυλή, εσύ είσαι ο Ήρωας Της

 

100. Προοπτική

 

Ήλιε κρυμμένε πίσω από καπνούς κι ομίχλη

Σούβλα άδεια που γυρίζεις μέσα στο ηφαίστειο

Μάτια που ποτέ δεν θα γνωρίσετε την ομορφιά σας

 

Ιερωμένε που ψάλλεις μέσα απ’ τον υπόνομο

Ερημίτη που ακούς την μουσική των καλικάντζαρων μες στη σπηλιά σου

Κορίτσι που κλαις καθισμένη στο θρόνο, κορίτσι που κλαις στο χείλος του γκρεμού, κορίτσι που γελάς με αίσθημα συνενοχής στο έγκλημα

 

Μεγάλε αδελφέ που όλα τα βλέπεις και για όλα αδιαφορείς

Άτιμε πολιτικάντη που όλα τα κουκουλώνεις και μόνο εκ του ασφαλούς δρας

Ζεματισμένη θάλασσα, που εξατμίζεσαι σε κόκκινες τολύπες ελέους και ζόφου

 

Καθρέφτη που θρυμματίζεσαι κάθε δειλινό κι αναγεννιέσαι κάθε ξημέρωμα

Ζάρι που κυλάς στα όνειρά μου κι όλο ασσόδυο φέρνεις

Παιχνίδι της εντροπίας χωρίς εντροπή

 

Πρόσωπο πλαδαρό και βλογιοκομμένο, σκυθρωπό και παραδομένο

Μορφή ακονισμένη, μάτια που σπινθηρίζουν, βλέμμα Αρμαγεδδώνος

Σώμα, μυαλό και ψυχή κομμάτια, υπερσύνθεση που εξακτινώνεται στην απειροσύνη του εαυτού της

 

Κόσμος που καταρρέει, θεοί που απλώνουν το χέρι και ζητιανεύουν

Ζωή που απορροφάται από μυστικές χοάνες πίσω από νεκρές γωνίες

Η πρώτη και τελευταία στιγμή δεν περιμένει, ούτε πίσω, ούτε μπροστά

 

101. Σημείο μηδέν

 

Στην καρδιά του κτήνους ένα λουλουδάκι φυτρώνει

Στο βάθος του ωκεανού το νερό τελειώνει

Ω, μαγεία, μόνη, σίγουρη, δοκιμασμένη αμαρτία

 

Ηθικόν ακμαιότατον γύρω απ’ τον πυρήνα

Αντοχή ατελείωτη στις κοιλάδες της περιφέρειας

Ενώ άπαντα τα μετρήσιμα μεγέθη ενδορρήγνυνται

 

Όλες οι ψυχές φαλιρίζουν κι όλα τα σώματα αποδομούνται κι απομένουν οι αλυσίδες τους, με ανθρακικό ή μη

Το βασανιστήριο της δήθεν ύπαρξης, γαργάλημα στην θεϊκή πατούσα

Η μιζέρια του απογεύματος, ανέβασμα σε κυλιόμενες σκάλες που κατεβαίνουν

 

Το σημείο μηδέν του κόσμου είναι το κοινό τυφλό σημείο μας

Δηλαδή το μοναδικό κοινό μας σημείο

Το ακίνητο αίτιο της κίνησης

Ο απέθαντος, ακαταπόνητος, απείρως υπομονετικός και πεινασμένος, αόρατος καμβάς μας

 

102. Ο καθηγητής

 

Κύριε καθηγητά, σ’ ακούω μ’ ανοιχτό το στόμα

Τα μάτια μου καρφωμένα πάνω σου, μην χάσω μια λέξη, μην μου ξεφύγει μια γκριμάτσα

Η ψυχή μου αγαλλιάζει που κάποιος βρέθηκε να της τα πει όπως πάντα εκείνη ήθελε να τ’ ακούσει

 

Τώρα στέκομαι όρθιος μπροστά σου, με μια λευκή κόλλα χαρτί στο ένα χέρι κι ένα μολύβι στο άλλο

Τρέμω από συγκίνηση και προσμονή

Εσύ με κοιτάζεις ανέκφραστος απ’ το καρεκλάκι όπου κάθεσαι σταυροπόδι

 

Μιλάω, μιλάω, ακούς, βήχεις, μιλάω, δεν γράφω, μιλάω, σταματάω

Φαίνεσαι έτοιμος ή να με χαστουκίσεις ή να μ’ αγκαλιάσεις

Αλλά εσύ μ’ αιχμαλωτίζεις στο βλέμμα σου και μου κάνεις μια αυστηρή παρατήρηση – κι άξαφνα, ξεσπάς σε βροντερά γέλια

 

Και πάμε πάλι απ’ την αρχή: επανάληψη για νιοστή φορά της ύλης που ποτέ δεν είναι διδακτέα αλλά μόνο επί του πρακτέου μεταδόσιμη

Η αληθινή επιβράβευση να έρχεται με μορφή περισσότερων και δυσκολότερων διαγωνισμάτων

Όλο στο όριο, μέχρι την στιγμή της αποφοίτησης

 

Κύριε καθηγητά, δίπλα σου έμαθα το πιο σημαντικό μάθημα:

Πώς να γίνω αυτό που είμαι

Πώς να είμαι αυτό που ήδη ήμουν

 

103. Είμαι ο αθλητής

 

Είμαι ο αθλητής, της πέρα της ζωής, που τρέχει και δεν φτάνει

Περνάω από πάνω σας, καρφώνω τους κακούς

Σέρνομαι από κάτω σας, βυζαίνω τους μαστούς, τους κρίνους τους λευκούς

 

Είμαι ένα χέρι, που οδηγεί ένα ασκέρι, ατάκτων και φρονίμων

Χορεύω στο σκοτάδι, στο φως ψυχορραγώ, τις μέρες πια δεν τις μετρώ

Με σαρώνει η αλλαγή, σχεδίων, μορφών, ανθρώπων, πλανητών απλανών

 

Είμαι η συνήθεια, των πρέπει και των ίσως, η ψεύτικη εμβρίθεια

Τρίζω όταν αργώ, ονειρεύομαι και τρελαίνομαι, ξεχνιέμαι και πετώ

Στα μάτια σας κοιτώ, σας γλυκοτραγουδώ, με νόημα ανόητος τα πόδια σας φιλώ

 

Είμαι ο αθλητής, πηδάω τα εμπόδια, πληρώνω τα διόδια

Που όρισα εγώ, το κλούβιο μου μυαλό, η δίψα στην ψυχή

Κι αν κάτι αχνοφαίνεται, δεν είναι η τελική, η ευθεία η μυστική

 

Μα είναι η σωτηρία, η πλήρης αρμονία, η θεία λειτουργία

Των άγνωστων πιστών, των ρόδων η αυγή, του δειλινού η κραυγή, της λήθης η τελεία

Των άγιων ασωμάτων, λαμπρών τρελών αλάτων, της γλύκας του αγγίγματος, του άλυτου αινίγματος

 

Είμαι ο αθλητής

Ο τρελός ο αυλητής, μουτζουρωμένος νικητής, ο κατεξοχήν παίζων εν ου παικτοίς

Κι όμως: τριάκοντα χρόνια σκληρή προετοιμασία σκορπίζονται με μια σου μόνο χειρονομία

 

Είμαι ο αθλητής

Για σένα κάνω ό, τι κάνω

Χαρές και λύπες μου στο άδειο άρμα σου δεμένες

 

Είμαι ο αθλητής

Η σχέση μας το άθλημά μου

Η ζωή μου εκ προοιμίου ταμένη, αφημένη στο χαλάκι της εξώπορτάς σου

 

104.Χρήστος

 

Είσαι η φωνή της ηρεμίας, η σκέψη που δεν κάνει λάθος, απλός και γοητευτικός

Στον δρόμο δυνατά βαδίζεις, και πουθενά δεν σταματάς, μα πάντα όλους τους φροντίζεις

Το σπίτι σου είναι φρούριο σου, της φαντασίας σου φωλιά, αρχή των περιπετειών σου

 

Χρυσό εξορύσσεις στο Κλοντάικ, και στο Λονδίνο στην ομίχλη, κατασκοπεύεις μια οπτασία

Ενώ στ’ αδαμαντωρυχεία, της Ροδεσίας μια βραδιά, χορεύεις ντίσκο, λάτιν, ποπ

Κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό, χωρίς να πίνεις αλκοόλ, μα με γλυκιά μελαγχολία

 

Κι όταν θυμάσαι τα παλιά, ίσως και να επικοινωνήσεις, με των ματιών της Ανδρομέδας

Τα νεφελώματα που λάμπουν, ν’ αφουγκραστείς την αυταπάτη, να μείνεις ξάπλα στο κρεβάτι

Και δίπλα σου να είναι εκείνη, μέλι και δάκρυα να εκκρίνει, κι εσύ να τα απορροφάς

 

Κι όταν τα μάτια θα ανοίξεις, γαμώτο πάλι είναι πρωί, κι η εφορία περιμένει

Άσε η πολεοδομία, με τα χαρτιά που δεν τελειώνουν, μέχρι που όλους να τυλίξουν

Εκεί που δεν φυτρώνουν άνθη, μα μόνο γκρίζο και ντουβάρια, και σε ποτίζει η τσιγαρίλα

 

Το βάσανο όμως δεν τελειώνει, πριν βγάλεις και υποχρεώσεις, οικογενείας – κοινωνίας

Συμβατικότητα, μιζέρια, άχρηστα τελετουργικά, μηδενικό το ενδιαφέρον

Κι υπομονή που εξαντλείται, μα δεν λες «α να μου χαθείτε», γιατί ποτέ δεν βλαστημάς

 

Άσε που ξέρεις γκαρδιακέ μου, φίλε πιστέ, μοναδικέ μου, εξ απορρήτων σύμβουλέ μου

Πως απ’ το σπίτι σου μονάχα, δυο βήματα (βαθιά ανάσα), μέσω στενής, κρυφής οδού

Η θάλασσα σε περιμένει, γαλήνη να σου μεταδώσει, να σε ξεπλύνει, να σε νιώσει

 

Κι επιπλέον τούτο ξέρεις, πως σου χρωστάω τη ζωή μου, με κάθε έννοια της φράσης

Γιατί εσύ δεν θα διστάσεις, πριν, τώρα, πάντα, συνεχώς, το τρένο να εκτροχιάσεις

Των μαύρων κύκλων της ζωής μου, των ψυχοφθόρων εμμονών, της μοναξιάς της ύπαρξής μου

 

Που όμως δεν είναι μοναξιά, όσο υπάρχεις κι υποφέρεις, και χαίρεσαι και δρας μαζί μου

Πορεία άγνωστη μπροστά, μα τίποτα να μας χωρίσει, δεν δύναται γιατί ο καθρέφτης

Του κόσμου όλου ο αυθέντης, ο παιχνιδιάρης λωποδύτης, ορίζεται απ’ τα είδωλά μας, εξίσου κι εξ αδιαιρέτου

 

105. Η κακή οικογένεια

 

Αυτό που θέλει η κακή οικογένεια είναι πολύ απλό

Θέλει να κυριαρχεί, θέλει να μας διαφεντεύει, αλλά θέλει και να την αγαπάμε ή, έστω, να την ανεχόμαστε

Επιλέγει να στελεχωθεί με τους πιο ελπιδοφόρους εξ ημών ώστε και να ενδυναμώνεται διαρκώς και την αντίσταση απέναντι της να αποδυναμώνει

 

Σε μια απ’ τις σφηκοφωλιές της βρέθηκα κι εγώ, λίγο από σπόντα, ένα καλοκαίρι που έκανε πολύ κρύο

Με φωτογράφισαν, πήρα την διαπίστευση, φόρεσα την φόρμα εργασίας και εισήλθα στον Πύργο

Χωρίς ταρατατζούμ και φανφάρες αλλά με ψεύτικα χαμόγελα και συμβατικές ευχές

 

Η κακή οικογένεια θέλει να το παίζει δυναμική αλλά αγαπάει ό, τι είναι στατικό, ό, τι την εξουσία της συντηρεί στο επέκεινα

Ούσα η πιο μοδάτη έκφραση της Μηχανής στις μέρες μας, λατρεύει τις επιτροπές, τα γεύματα εργασίας και τα χρονοδιαγράμματα

Ενώ απεχθάνεται ό, τι δεν μπορεί να ελέγξει, ό, τι κι αν είναι αυτό

 

Δεν είναι κι άσχημο να είσαι της κακής οικογένειας ορντινάντσα

Λεφτά, φαγητά, ταξίδια, κύρος στα μάτια του πολύ κόσμου

Όμως η φθορά, φθορά

 

Ψυχή αλυσοδεμένη

Μυαλό μονίμως συντονισμένο με τις διαρκώς ογκούμενες απαιτήσεις της

Σώμα τηλεκατευθυνόμενο απ’ τις δυο γκριζόμαυρες οπτασίες / τσιράκια της: την ματαιοδοξία και την απειλή

 

Και πάνω απ’ όλα ύπνωση

Τα ίδια και τα ίδια λοβοτομημένα αστεία, οι ίδιες κι οι ίδιες γαμημένες φράσεις κι εκφράσεις, το ίδιο και το ίδιο στένεμα του ζουρλομανδύα

Μεθοδικό πριόνισμα της αληθινής δημιουργικότητας, του αυθορμητισμού, του ενθουσιασμού, του ίμερου για ζωή ζωένια κι όχι φτενές απομιμήσεις της

 

Αλλά, ας μην γκρινιάζω άλλο

Τα εκρηκτικά υλικά που έχω τοποθετήσει στα θεμέλια του παγωμένου παλατιού της είναι αδύνατο να τα εντοπίσει η κακή οικογένεια γιατί δεν διαθέτει τις κατάλληλες κεραίες

Και τώρα που κάνω τις τελευταίες διευθετήσεις κι είμαι έτοιμος να πατήσω το κουμπί, το ομολογώ, μια κάποια λύπη την νιώθω

 

Στο σπίτι της, φιλοξενούμενος τόσους χειμώνες, δεν πέρασα και λίγα

Δεν μου ήταν και όλοι του οικογενειακού τραπεζιού οι συνδαιτυμόνες αντιπαθείς ή αδιάφοροι

Όμως το αστείο, είπαμε, είναι κάκιστο κι επικίνδυνο και πρέπει να τελειώσει

 

Όπως όπως

Κι ας γίνει ό, τι είναι να γίνει μετά

Ποτέ δεν θα την ξαναπατήσω με το παραμύθι του “βέλτιστου μη χείρου”

 

Βέλτιστο είναι αυτό που μέσα μου έχω και τίποτε άλλο

Γι’ αυτό σας λέω: βάλτε κι εσείς ένα χεράκι να τελειώνουμε με τον εφιάλτη

Κι ύστερα, πάνω στα ερείπια κι αφού το γιορτάσουμε καλά καλά, την άκρη θα την βρούμε

 

Δεν έχουμε ανάγκη πια ν’ ανήκουμε πουθενά, το καταλαβαίνετε;

Τα όνειρα μας δείχνουν τον δρόμο

Κι ο δρόμος είμαστε οι αληθινοί εμείς

 

Χωρίς οικογενειακά βαρίδια

Χωρίς εκ του πονηρού δικαιώματα κι υποχρεώσεις, χωρίς να καταπίνουμε κανέναν άλλον ελέφαντα αμάσητο

Μόνη η θέληση μας, μόνο το καθήκον μας απέναντι στον εαυτό μας και στον κόσμο, μόνες η δίψα μας και η τρέλα μας και μόνα τα ταλέντα μας αρκούν

 

Αντίο κακή οικογένεια

Καλωσόρισες νέα εποχή

Κάτσε να σε βοηθήσω να σταθείς στα πόδια σου

 

106. Αδιάφορες κακοτηγανισμένες πατάτες

 

Είναι πλαστικές, είναι κακοψημένες, είναι και τίγκα στα παλιόλαδα

Και, παρ’ όλα αυτά, κοίτα με πόση βουλιμία τις καταβροχθίζεις

Δυο-δυο, τρεις-τρεις, πέντε-πέντε, μηχανικά κι ασυναίσθητα

 

Άραγε τις γεύεσαι;

Άραγε το νιώθεις τι σκουπίδι τρως καθημερινά;

Άραγε έχεις τη θέληση ν’ αλλάξεις διατροφή;

 

Σου λένε να μην είσαι μοιρολάτρης, έλα όμως που έτσι ακριβώς σε θέλουνε

Σου λένε να θρέφεσαι υγιεινά, αλλά δεν σου εξηγούν πώς, πέρα από βολικότατους κι ασαφείς αφορισμούς

Κι έπειτα σε βομβαρδίζουν με τις γελοίες διαφημίσεις των φρικτών σκουπιδοφαγητών τους, κι εσύ ούτε κράνος φοράς, ούτε ασπίδα κρατάς να προφυλαχθείς

 

Δεν ξέρω αν πρέπει να τα βάλω μαζί σου ή όχι

Σαρξ εκ της σαρκός μου είσαι, το ίδιο πνεύμα μοιραζόμαστε

Όμως, πρέπει ν’ αντιδράσεις κι εσύ λίγο, δεν μπορείς να τους αφήνεις να σε μεταφέρουν έτσι στη χωματερή, χαμογελαστοί αυτοί και μακάριος εσύ

 

Ξέρεις κάτι, αυτό είναι μάλλον ένα κακό ποίημα

Γιατί αναλώνομαι στο να κυνηγάω την ουρά μου και να σε νουθετώ αντί να βαρέσω στην καρδιά

Και η καρδιά είναι η δική τους η κατάμαυρη, κι είναι τίγκα στο σκουπίδι

 

107. Τελετάρχης

 

Πρώτα η παρατήρηση: του εαυτού, των άλλων, των πραγμάτων τριγύρω

Ύστερα τα υλικά: τι έχεις στην διάθεσή σου, από πού μπορείς να προμηθευτείς αυτά που σου λείπουν

Τέλος η ιδέα, το σενάριο κι η σκηνοθεσία: ποιος θα κάτσει που, ποιος θα πει και θα κάνει τι, πότε θα ξεκινά η ροή, πότε θα διακόπτεται και πότε θα ολοκληρώνεται

 

Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα

Η αδυναμία ευθυγράμμισης με τον αληθινό σου εαυτό λόγω απαιτήσεων τρίτων, ασχέτων / σχετικών, που ολοένα παρεμβάλλονται

Που σε δεσμεύουν, σε πισωγυρίζουν, σε απογοητεύουν, σου κλέβουν την ενέργεια

 

Αλλά, ευτυχώς, δεν έχεις ξεχάσει πως είναι ν’ αφήνεσαι

Ούτε είναι δυνατόν ποτέ ν’ αλλαξοπιστήσεις, αφού μάγος γεννήθηκες, μάγος θα πεθάνεις

Οπότε;

 

Οπότε συνέχισε να καθοδηγείς τον εαυτό σου και τους άλλους, αυτούς που σ’ εμπιστεύονται, αυτούς που ξέρεις ότι γέφυρες στέρεες με την ψυχή τους μπορείς να χτίσεις

Σκηνοθέτησε, φτιάξε τα ευφάνταστα σκηνικά σου, τραγούδησε, γίνε ο άνθρωπος ορχήστρα, χόρεψε, υποδύσου και υπεργδύστους, γίνε ο απόλυτος πομποδέκτης έμπνευσης και δημιουργικού οργασμού

Νιώσε τις σπίθες στον αέρα και μη σταματάς, βάλε την ένταση στην διαπασών, κι ας πιάσουμε και φωτιά, βρε παιδί μου

 

Αλλιώς δεν μπορείς να κάνεις

Στο ζητάει η ολότητα, της το ζητάς κι εσύ

Πότισέ μας με τα υγρά της αστείρευτης καινοτομικότητάς σου και ας βραχείς, ωραία δεν θάναι;

 

Διάολε, στο τέλος τέλος ας πνιγούμε

Ας καούμε, ας μας σκορπίσουν οι άνεμοι

Αλλά δεν θα το αντέξουμε να σκύψουμε και να παραδοθούμε, το ξέρεις και το ξέρω

 

Έτσι, Τελετάρχη μου, φίλε μου έμπιστε, δάσκαλε και συνοδοιπόρε, ας τραβήξουμε μπροστά

Κι αν δεν αλλάξει ο καιρός, θα τον αλλάξουμε εμείς με το ζόρι

Και θα γιορτάσουμε τον θρίαμβό μας, στήνοντας το τελειότερο πάρτυ που έγινε ποτέ

 

Τι λες, τόχεις;

Τόχουμε;

Ας ανοίξει η αυλαία κι ας απολαύσουμε τους εαυτούς μας στον μόνο ρόλο που μας αρμόζει: του πρωταγωνιστή

 

108. Παρέα

 

Μια τέτοια μέρα γκρίζα, μουντή, του θανάτου με όλα μου πάνω να υποφέρουν και τον πόνο να μην αντέχεται πια, σκέφτομαι την παρέα

Αυθόρμητα σχηματίζεται η παρέα, όπως το νερό που κυλάει απ’ τα ψηλά στα χαμηλά ή όπως το λουλούδι που φυτρώνει δίπλα στον βράχο με το ζουζούνι που πετάει τριγύρω του και σκουντουφλάει ενίοτε πάνω του, μεθυσμένο απ’ την απιθανότητα της τόσης ομορφιάς

Η παρέα, το ύστατο καταφύγιο, εκεί όπου όλα επιτρέπονται και τίποτα δεν αποθαρρύνεται, η παρέα, λαϊκό δικαστήριο που, ακόμα κι αν λίγο σε βασανίσει, πάντα στο τέλος σ’ αθωώνει πανηγυρικά

 

Ένα παιχνίδι είναι τα πάντα με την παρέα, όπως θα έπρεπε να είναι γενικά τα πράγματα

Χρόνος, υποχρεώσεις, συναλλαγές: λέξεις άγνωστες στην γλώσσα της παρέας

Ο ήλιος μας δροσίζει, η βροχή μας στεγνώνει, το χιόνι μας φέρνει κοντά και μας ζεσταίνει, ο άνεμος μας νανουρίζει γλυκά, στην παρέα

 

Είναι ωραία στην παρέα

Τα κορίτσια πάνε κι έρχονται μ’ αινιγματικά βλέμματα και πλάγια βήματα, τα αγόρια κοκορεύονται, γελοιοποιούνται κι όλο χαχανίζουν

Τη ζωή φουσκώνουμε στην παρέα μέχρι να γίνει ένα τεράστιο μπαλόνι κι ύστερα στον ουρανό την αμολάμε να πετάξει ελεύθερη, να πάει όπου της γουστάρει

 

Φυσικά κι ελπίζουμε στην παρέα, φυσικά και φοβόμαστε

Φυσικά και θριαμβεύουμε, φυσικά και λιγοψυχούμε

Φυσικά κι αγαπιόμαστε, φυσικά κι η μνήμη μας είναι άπειρη

 

Η παρέα ξεχύνεται σαν εμετός

Αλαλάζει σαν την Χρυσή Ορδή

Λιανίζει τους πάντες και τα πάντα με τα φαρμακερά της σχόλια, σαν την τελευταία κουτσομπόλα

 

Η παρέα συλλέγει, αλλά δεν φακελώνει

Αυθαιρετεί ενίοτε, αλλά δεν καταστρέφει

Χαοτικά δημιουργεί, αλλά δεν αποκρυσταλλώνει τίποτα (και καλά κάνει)

 

Μια τρύπα στο νερό είναι η παρέα, που όλο μεγαλώνει

Μια γιορτή που δεν τελειώνει ποτέ, μόνο διακόπτεται που και που

Ένα στραβοπάτημα που σε ισιώνει

 

Στην παρέα τα εγώ μεγαλώνουν, πονάνε, γίνονται συγκρουόμενα κι, αν αντέξουν, ομορφαίνουν

Στην παρέα το σολάρισμα επιβάλλεται, απλά δεν είναι κτήμα σου

Γιατί και ολόκληρη η παρέα σου ανήκει αλλά και τίποτα απ’ αυτήν

 

Κι όταν έρθουν τα πολύ σκούρα, η παρέα θα σε φορτωθεί και θα σε κουβαλήσει στην ανηφόρα

Η παρέα θ’ ανοίξει την αγκαλιά της να σε παρηγορήσει για όσο χρειαστεί

Η παρέα θα μετατρέψει τις πληγές σου σε υπερδιπλάσια δύναμη πυρός (κανονάκια και τα σχετικά)

 

Έλα, πάμε να βρούμε την παρέα

Έλα, μας περιμένει στο γνωστό σημείο την γνωστή ώρα

Δεν μπορείς; Δεν πειράζει, θα την πάρω και θα έρθουμε να σε βρούμε, πού θα είσαι;

 

109. Ταξίδια

 

Το σακίδιο στον ώμο, τ’ αλεξίπτωτο στην μέση, κι άντε πάλι ας χαθούμε, μες στων ταξιδιών την ζέση

Το κεφάλι χίλιες σκέψεις, μα η καρδιά μια προσταγή, ακόλουθα την πορεία που δεν θέλουν οι ταγοί

Παρ’ τον χάρτη, πέταξε τον, μέθυσε βρε αδελφέ, δεν χρειαζόμαστε χρυσάφι για να κάνουμε εφέ

 

Εγώ Δράκος, εσύ Δράκος, και τρεις Δράκοι παραπέρα, με φωτιά βλέμμα και γλώσσα κι όλα τ’ άλλα στον αέρα

Φτάνουμε στα χίλια δάση, με ημερών πεζοπορία, καταλύουμε σε άλση ιερά και μυστήρια

Και στη θάλασσα βουτάμε, όπου λάχει και την βρούμε, πάντα ετοιμοπόλεμοι σε αυτήν να βαπτιστούμε

 

Εύκρατοι ή αρκτικοί, ήπιοι ή τροπικοί, όλοι οι τόποι μαγικοί, φιλικοί και εχθρικοί

Και οι άνθρωποι ζεστοί, κρύοι, άσχημοι κι ωραίοι, ζωγραφίζουν το κολλάζ της στιγμής που όλο ρέει

Νάσου κι ένα πανδοχείο, μα ας πιούμε ένα κρασί, ας τσιμπήσουμε και κάτι, να μην μείνουμε μισοί

 

Κοιτά αυτή που σε κοζάρει, την γλυκιά μελαχροινούλα, άντε, πάνε μίλησε της, φαίνεται και ντροπαλούλα

Εγώ θε να τραγουδήσω για όσα χάθηκαν παλιά, κι ένα βράδυ παρ’ ελπίδα, ευρεθήκανε ξανά

Τώρα γίναμε καλά, στης απόλαυσης βορά, το θηρίο άνευ οίκτου, καβαλάρηδες του ενστίκτου

 

Και το άλλο το πρωί, θα ξυπνήσουμε αργά, θάχει κρύο κι υγρασία, μα ποιος δίνει σημασία

Αφού ο δρόμος περιμένει, πάλι φιδoγυριστός, σαν τροχιά από ζουζούνι, σαν αράχνης, ε, ιστός

Σαν βροχή από τα κάτω, σαν βαρέλι δίχως πάτο, σαν πανώρια μουσική, σαν του μύθου υλακή

 

“Έλα, πάμε”, μου φωνάζεις, “τα ποδάρια σου αντέχουν, λίγο ακόμα, βρε, τα φώτα, νάτα, δεν πολυαπέχουν”

Και κουράγιο στο κουράγιο, βήμα, πέσιμο και βήμα, να το φως που μας τυλίγει, υπερήρωος σαν σήμα

Είναι ο μέντορας της νιότης, ταξιδιάρης και ιππότης, μας φροντίζει τρυφερά, που και μου μας βασανίζει

 

Μα χαλάλι, λέμε, φίλε, όσος πόνος κι αν μας μέλλει, είτε ακόμα κι αν θα πάμε σαν τον σκύλο στο αμπέλι

Δεν θα δώσουμε ποτέ γη και ύδωρ στους κακούς, αλλά μ’ αίμα και ψυχή θα βοηθάμε τους καλούς

Να στεγνώσουν την πλημμύρα και να λιώσουν την μαυρίλα, ν’ ανατείλει η νέα μέρα και στο σπίτι να μας βρει

 

110. Χάννα

 

Έλα εδώ και ξάπλωσε δίπλα μου

Τί βάσανα και τί καημοί σφυροκοπούν το κεφαλάκι σου

Θα σ’ αγκαλιάσω και δεν θα σ’ αφήσω ποτέ

 

Το ξέρεις ότι έχεις την πιο απαλή επιδερμίδα στον κόσμο;

Το ξέρεις ότι τα μεγάλα μπλε σου μάτια κάνουν οτιδήποτε άλλο να μοιάζει ασπρόμαυρο;

Κλαις κι η καρδιά μου σταματάει

 

Απ’ την ομορφιά σου

Απ’ την θλίψη

Που δεν μπορώ να πιστέψω ότι σ’ έχω στο πλευρό μου

 

Κοίταξε ποσό τέλεια γλιστρούν τα δάχτυλα σου μέσα στα δικά μου

Κλείσε τα μάτια, σήκωσε το κεφάλι ψηλά, χαμογέλασε, κι άσε τον ήλιο να σε λούσει, τ’ αεράκι να σου χαϊδέψει τα μαλλιά, όπως ακριβώς σου αρέσει

Δεν χορταίνω να σε βλέπω

 

Στο τηλέφωνο μιλάς διαφορετικά, είναι κόσμος δίπλα σου και ντρέπεσαι

Κι όταν μου γράφεις, δεν υπάρχει λέξη περιττή

Μέχρι να σε συναντήσω θα σκέφτομαι μόνο αυτά που θέλω να σου πω

 

Μετά τη δουλειά πάμε σινεμά κι ύστερα κάτι θα φάμε

Στο σπίτι στο μπαλκόνι ένα τσιγάρο θα κάνουμε και κάτω απ’ τα παπλώματα γρήγορα θα χωθούμε

Μαλάξεις στους πονεμένους σου μύες θα κάνω μέχρι που να μην αισθάνομαι το χέρι μου

 

Έλειψες λίγες μέρες αλλά σήμερα επιστρέφεις

Στ’ αεροδρόμιο θα έρθω με τον Αρουραίο μας και τη Μαγική του Κολοκύθα να σε υποδεχτώ

Αν στο κλάμα πλαντάξω μην απορήσεις, είναι γιατί θα τα ξαναζώ όλα

 

Τ’ αεροδρόμια όπου σμίγαμε

Τ’ αεροδρόμια όπου διαρκώς αποχωριζόμαστε και δεν ήξερα πότε θα σε ξαναδώ

Τότε που πρώτη φορά σε φίλησα

 

Δεν ξέρω Πριγκίπισσα μου πως να τελειώσω αυτό το ποιηματάκι

Σκούντα με να σε σκουντήξω, σαν δυο εκκρεμή που συναντιούνται στο ίδιο πάντα σημείο, όπως σου αρέσει

Και πάμε να δούμε πιο κάτω τι μας περιμένει

 

111. Εγώ και το ανθρωπάκι μου ενώπιον της Στιγμής

 

Δεν μιλάω, μιλάει εκείνο ανθ’ εμού

«Στέκομαι στην άκρη του κόσμου και περιμένω

Την ώρα κοιτάω και ποτέ δεν αλλάζει»

 

«Μα, έχουμε κάνει τόσα και τόσα μαζί, καλό μου, δεν βρίσκεις;», τολμάω να πω

Το ανθρωπάκι δεν απαντάει

Μόνο βυθισμένο στη σκέψη του κενού με κοιτάει

 

Κι εγώ θέλω να τρέξω, απ’ το μηδέν να ξεφύγω

«Μέσα του βρισκόμαστε ούτως ή άλλως», μου λέει

«Δεν νοείται τίποτε άλλο απ’ το τίποτα»

 

«Σταμάτα έτσι να μιλάς πια», απαντώ

«Δεν μπορούμε να αναβάλουμε άλλο αυτό που πρέπει να κάνουμε, ούτε να περιμένουμε αιωνίως την κατάλληλη στιγμή

Τώρα είναι η στιγμή κι ενώπιον της στεκόμαστε»

 

Ύστερα δεν λέμε κουβέντα για ώρα πολλή

Οι σκέψεις μου γίνονται παχύρρευστες κι αρχίζουν να ρέουν πολύ αργά

Το σώμα μου αρχίζω να μην το νιώθω

 

Κι ενώ όλα αφαιρούνται, ταυτόχρονα κάτι συγκεκριμενοποιείται

Βρισκόμαστε στους πρόποδες ενός βουνού και κοιτάζουμε ψηλά, την κορυφή

Αριστερά μας ένα ανεμοδαρμένο μονοπάτι που ανηφορίζει ταλαίπωρο, μπροστά μας ένα θεοσκότεινο άνοιγμα που οδηγεί σε μια σπηλιά, δεξιά μας μια λιμνοθάλασσα με ακυμάτιστα νερά και με μια βαρκούλα δεμένη σε μια πρόχειρη προκυμαία

 

«Ποιόν δρόμο διαλέγουμε, ανθρωπάκι;», το ρωτάω

Μα εκείνο μόνο αποκρίνεται: «Κοίταξε πίσω τι αφήνουμε»

Κι εγώ γυρνάω, βάζω το χέρι στο μέτωπο, φυσική σκιά να σχηματίσω για τα μάτια μου, έστω κι αν ο ήλιος είναι κρυμμένος πίσω απ’ τα σύννεφα, και να τι αντικρίζω:

 

Όλους τους ανθρώπους που γνώρισα ποτέ στη ζωή μου να χορεύουν σε ατέλειωτους κύκλους μέσα σε κύκλους

Έναν χαμογελαστό αετό από πάνω τους κύκλους στον αέρα κι αυτός να κόβει, στην πλάτη του κουβαλώντας την Νεράιδα και την Μάγισσα

Κι έναν γάτο που ιριδίζει, κι από ποικίλες προεξοχές στο σώμα του ξεπροβάλουν, για να χαθούν λίγο αργότερα, λογιώ λογιώ αντικείμένα

 

Κι αφού το είδα και αυτό, στα τρία χωρίζομαι

 

Γίνομαι αγγελιοφόρος, και τραβάω κατά τη λιμνοθάλασσα

Γίνομαι ψυχοπομπός, και προσεκτικά μπαίνω στην σπηλιά

Γίνομαι συνοριοφύλακας, και το μονοπάτι για την κορυφή του βουνού παίρνω

 

Σιωπηλός και χαμογελαστός ο θεός μου με τα φτερωτά σανδάλια με κοιτάει κρυμμένος στα φυλλώματα ενός μεγάλου δέντρου

Το πουγκί με τα ασημένια και χρυσά νομίσματα στην τσέπη του βαστάει γερά, να μην κουδουνίσουν κι ο ήχος τον προδώσει

Κι όλα τα ζώα έχουν σταματήσει και ν’ αναπνέουν ακόμα, εν αναμονή των επόμενων οδηγιών του

 

Και το ανθρωπάκι μένει πίσω

Περιμένοντας την επόμενη στιγμή

 

ΜΕΡΟΣ Β: ΑΝΟΔΟΣ (ΘΕΣΗ)

 

 112. Βουνό

 

Δεν έχω όπλα, δεν έχω ρούχα, δεν έχω προμήθειες

Αρχίζω γυμνός ν’ ανηφορίζω και οι πέτρες μου σκίζουν τα πέλματα ενώ οι χιαστοί στα γόνατα μου γίνονται φιδές

Είμαι γεμάτος αίματα αλλά συνεχίζω

 

Στο πρώτο υψίπεδο με περιμένουν διάφορα δισδιάστατα γεωμετρικά σχήματα, εχθρικώς προς την αλήθεια μου διακείμενα

Τρίγωνα, ρόμβοι, τραπέζια, ορθογώνια, κύκλοι, ελλείψεις, τετράγωνα, όλων των ειδών τα πολύγωνα, μου επιτίθενται

Περνάνε από μέσα μου, με κόβουν σε χίλια κομμάτια, την ύπαρξη μου την ξαφρίζουν, αποσυντίθεμαι κι η υπόσταση μου σκορπίζεται σαν στάχτες από αποτσίγαρο μέσα σε λεκάνη – κάποιος τραβάει το καζανάκι

 

Ξυπνάω μόνος σ’ ένα άδειο κρεβάτι

Όχι, δεν πρόκειται να καταφέρω να κάνω τίποτα έτσι

Κοιμάμαι ξανά κι ονειρεύομαι

 

Πάλι στο βουνό, να σκαρφαλώνω

Πέτρα στην πέτρα κι ύστερα κι άλλη πέτρα, μόνο πέτρες μέχρι το τέλος του κόσμου

Δεν υπάρχει τίποτα άλλο στην επικράτεια του βουνού, μόνο πέτρα και πόνος

 

Έχω κάψει κάθε περιττό λίπος, έχω ξεφορτωθεί ό, τι αρνητικό ανέκαθεν κουβαλούσα

Αυτό είναι μόνο μια καλή αρχή, τίποτε παραπάνω

Φτάνω σ’ έναν καταυλισμό όπου δικέφαλοι καβαλάρηδες με υποδέχονται με θέρμη και κατασκηνώνω εκεί για τη νύχτα

 

Αναρωτιέμαι αν τα όνειρα μου με ονειρεύονται ή αν εγώ τα ονειρεύομαι, αν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στα δυο, κι αν το εν λόγω ερώτημα έχει την παραμικρή σημασία τελικά

Ώσπου να λύσω ένα ακόμη πρόβλημα που δεν χρειάζεται να λυθεί (πάει να πει να φορτωθώ κι άλλο πρόβλημα εκ του μη όντος), ονειρεύομαι ότι είμαι μύγα

Άτρωτη, που καμία μυγοσκοτώστρα δεν μπορεί να την κάνει καλά και τους πάντες κάνει έξω φρενών καθώς μπαίνει στα ρουθούνια και στ’ αυτιά τους, τους μαγαρίζει το φαγητό και τους ακυρώνει την καλή, στρωτή, συμμετρική αισθητική

 

Ξυπνάω με μια παρόρμηση τρομακτική να φύγω

Τα άλογα των δικέφαλων καβαλάρηδων είναι, οποία ειρωνεία, ακέφαλα – βουτάω ένα απ’ αυτά, το σπιρουνιάζω και το καμτσικώνω διαολεμένα

Μέχρι να καταλάβω κι εγώ τι και πως, έχω φτάσει μπροστά απ’ την γέφυρα χωρίς τέλος

 

Ο φρουρός στο κατώφλι της, ένας γίγαντας που βαστάει ρόπαλο και κάθε σπιθαμή του κορμιού του είναι καλυμμένη με τρίχα, στέκεται μπροστά μου και με ρωτάει:

“Είσαι η αλλαγή μου, έτσι δεν είναι; Ήρθες να με αντικαταστήσεις;”

Ξεπεζεύω κι αποκρίνομαι “ναι” ενώ το ακέφαλο άλογο εξαφανίζεται

 

Μου παραδίδει το ρόπαλο κι όταν κάνει να γυρίσει απ’ την άλλη, τον κοπανάω στο κεφάλι δυνατά

Ο πρώην φρουρός ανοίγει στα δυο κι ένας πίδακας από μωβ υγρό πετάγεται ως τον ουρανό μέσα απ’ το διχοτομημένο κορμί του

Ένα σημείωμα γραμμένο σε λευκό χαρτί με κόκκινο ανεξίτηλο μελάνι ανασύρω απ’ τα υπάρχοντα του

 

Λέει:

“Φύλα με ή προχώρα, τώρα, βρες με, τώρα”

Καταπίνω το σημείωμα και ξαφνικά ψηλώνω δυο οργιές

 

Κοιτάζω κατά την άλλη μεριά

Η προέκταση της γέφυρας χάνεται μέσα σε μια απροσδιόριστη θολούρα

Επανέρχομαι στο κανονικό μου ύψος κι αποφασίζω να παραμείνω εκεί, φρουρός και συνοριοφύλακας του αγνώστου, μέχρι νεοτέρας

 

113. Σπηλιά

 

Εδώ δεν μιλάμε πολύ

Περνάμε το κατώφλι της σπηλιάς και περιμένουμε

Οι ψυχές να μας κάνουν σινιάλο

 

Όλα είναι σκοτεινά στην αρχή

Το σκοτάδι είναι απόλυτο κι ως απόλυτο δεν έχει την ανάγκη ούτε να υπόσχεται, ούτε ν’ απειλεί, ούτε να κάνει διαπραγματεύσεις

Το σκοτάδι απλώς το αφήνεις ήσυχο και μέσα του εισέρχεσαι

 

Κάποτε μια ψυχή θα μου στείλει ένα πακέτο αισθητηριακών ερεθισμάτων

Είναι καλοκαίρι, είναι μεσημέρι, ο ήλιος καίει αμέριμνος, η παραλία τσουρουφλίζεται στωικά, κι ένας μόνος λουόμενος κάθεται πάνω σε μια πετσέτα

Μεταφέρομαι εκεί και μένω να του κάνω παρέα μέχρι να το πάρει απόφαση πως η ώρα της αναχώρησης έχει φτάσει

 

Άλλου πάλι, όλο βρέχει, μια ψιλή, μονότονη, κουραστική βροχή

Περπατάω αργά και σεβαστικά και συγκεντρώνω μία προς μία τις σκιές που έχουν ξεχαστεί εκεί

Τις χαϊδεύω, τις ετοιμάζω και τις στέλνω παρακάτω

 

Έτσι το σκοπό μου σιγά σιγά βρίσκω

Μην καταλαβαίνοντας επαρκώς, αλλά οπωσδήποτε υπακούοντας

Τις εμπιστεύομαι τις ψυχές κι έτσι κερδίζω και την δικιά τους εμπιστοσύνη

 

Αλλά η πορεία δεν είναι μονόδρομος

Έτσι συχνά βρίσκομαι στο επέκεινα για να συνοδεύσω μια ψυχή ως τον εδώ κόσμο

(Το επέκεινα δεν περιγράφεται παρεμπιπτόντως, το επέκεινα είναι τα πάντα κι είναι τίποτα κι αυτό δεν είναι ούτε καν η αρχή της εξήγησης του)

 

Φυσικά δεν γίνεται να παίζω μια ζωή αυτόν τον ρόλο

Πρέπει να προχωρήσω μέσα, βαθιά στην σπηλιά

Και πιστεύω θα έχω την βοήθεια της, γιατί ξέρει τι είναι αυτό που πρέπει να κάνω

 

Η σπηλιά είναι το μέσα αβάσταχτο κενό του επιβλητικού βουνού

Είναι εκεί όπου τα νερά της λιμνοθάλασσας δεν φτάνουν ποτέ όσο κι αν φουσκώσουν

Η σπηλιά είναι εκεί απ’ όπου όλα όσα τους μέλλει να τελειώσουν ξεκινάνε

 

Κι εγώ είμαι ο ψυχοπομπός, αλλά και ο ψυχοδέκτης

Πορεύομαι με το έσω φως των ψυχών που φροντίζω, με το αίμα των αθώων που τις σκιές τους ταΐζω

Έχω ταιριάξει με την πιο καλή αλλά και την πιο επικίνδυνη παρέα

 

Αλλά με ποιόν τρόπο γίνεται να πεθάνω εφόσον (και για όσο) είμαι ο μεσάζων μεταξύ ζωής και θανάτου;

Γίνεται και παραγίνεται αν δεν έχουν καταλάβει ή αποδεχτεί όλοι με όσους συναναστρέφομαι ποιος είμαι

Γίνεται άμα χαθώ στις αδιαμόρφωτες ενδιάμεσες περιοχές που διασχίζω κάθε μέρα

 

Έτσι αναζητώ ένα σύμβολο κύρους και δύναμης να με τονώνει και να με προστατεύει

Καθώς προχωρώ μέσα στην σπηλιά, κομματάκι κομματάκι το βρίσκω και το συναρμολογώ κι ας μην έχω ξεκάθαρη ιδέα τι και πως απ’ την αρχή

Όταν είμαι έτοιμος το φίδι που έχω τυλίξει γύρω απ’ το ραβδί μου με δαγκώνει και φωτίζει τον κόσμο γύρω μου με φως αλλιώτικο και μυστηριακό, για πρώτη φορά

 

114. Λιμνοθάλασσα

 

Κωπηλατώ με ήρεμες, επαναλαμβανόμενες κινήσεις

Η όχθη πίσω μου απομακρύνεται, δεν την κοιτάζω

Ενώ το μπλε και το γκρίζο μπροστά μου μπλέκονται αξεδιάλυτα και με υπνωτίζουν

 

Ένα μαύρο πουλί έρχεται, κάθεται στην πλώρη και μου μιλάει:

“Πρέπει το μήνυμα να μεταφέρεις σε όσους έχουν αυτιά ν’ ακούσουν

Το μήνυμα είναι: η μυθολογία θα μας σώσει”

 

“Τί περίεργο μήνυμα”, σκέφτομαι

Το πουλί, σαν να διαβάζει τη σκέψη μου, μου λέει: “μόνο εσύ μπορείς να τους το μεταδώσεις

Γιατί κανένας άλλος δεν είναι ο Αγγελιοφόρος”

 

Ύστερα το πουλί γίνεται μωσαϊκό από χιλιάδες ψηφίδες

Η κάθε ψηφίδα είναι κι ένα σκουλήκι που στρέφεται γύρω απ’ τον αφαλό του

Πριν προλάβω να σκεφτώ αν κι εγώ, όπως το πουλί, έχω ως βασική δομική μονάδα το σκουλήκι, διαπιστώνω ότι η βάρκα μου μπάζει νερά από παντού

 

Την εγκαταλείπω και πιάνω να κολυμπάω με ψύχραιμες και μεγάλες απλωτές προς το πλησιέστερο νησί

Βγαίνω στην παραλία χωρίς απρόοπτα και κάθομαι να ξαποστάσω λίγο

Ξαπλώνω ανάσκελα κι αγναντεύω τον συννεφιασμένο ουρανό

 

Ώρες μετά, όταν φτάνει και πάλι η ώρα της δράσης, έχει νυχτώσει

Δίπλα στην αριστερή μου μασχάλη κάποιος έχει αφήσει ένα σημείωμα που μια πέτρα το συγκρατεί μην το πάρει ο αέρας

Γράφει: “ώρα για εξερεύνηση, ώρα για επικοινωνία”

 

Σηκώνομαι και τραβάω κατά την ενδοχώρα του νησιού

Περνάω μέσα από μια συστάδα αρμυρίκια και βγαίνω σε έναν χέρσο τόπο

Εδώ υπάρχει μόνο ξεραΐλα, ομαλοί λοφίσκοι κι ένα τεράστιο φεγγάρι που λούζει απόκοσμα, συνάμα και ταιριαστά, το θλιβερό τοπίο

 

Ο οικισμός αποτελείται από λίγα σπίτια καμωμένα από λευκή πέτρα, στα ριζά του πιο άγονου λόφου

Ακριβώς στο κέντρο του βρίσκεται το πιο μεγάλο σπίτι – χτυπάω την πόρτα του

Μου ανοίγει ένας διοπτροφόρος γορίλας και με προσκαλεί στο εσωτερικό

 

Καθόμαστε απέναντι ο ένας απ’ τον άλλον για ώρα πολλή και δεν λέμε κουβέντα

Τελικά όταν μου ορμηνεύει ο θεός μου, αποφασίζω να μιλήσω

Του λέω: “έχω ένα μήνυμα για σένα”

 

Εκλαμβάνω την σιωπή του ως εκ μέρους του δεκτικότητα

Όποτε συνεχίζω: “την γενιά σου δεν την σώζει τίποτα

Φύγε όσο είναι καιρός”

 

Στο άκουσμα αυτού που είχα να του πω, σηκώνει το δεξί του χέρι στον αέρα και το κρατάει εκεί ώσπου να μετρήσω ως το τρία

Ύστερα το κατεβάζει και οι στάχτες στο σβησμένο του τζάκι γίνονται πύρινες φλόγες της κολάσεως

“Μαζί μου θα σε πάρω”, ουρλιάζει, και βυθιζόμαστε σε αμφίρροπη μονομαχία στα έγκατα του πύρινου σκότους

 

115. Μεταγλωσσικό στάδιο

 

Οι λέξεις ξεπερνιούνται με εικόνες

Οι εικόνες ξεπερνιούνται με άμεσα βιώματα

Τα άμεσα βιώματα ξεπερνιούνται με το βίωμα του τίποτα

 

Εδώ, μπροστά απ’ την γέφυρα, αιώνες έχουν περάσει και τίποτα δεν έχει αλλάξει

Εκτός απ’ τη γλώσσα που ψυχορραγεί

Και τις σκέψεις που γίνονται παρανάλωμα του πυρός

 

Μετράω με χρώματα

Μπλε, μαύρο, κίτρινο

Μπεζ, μωβ, μπεζ

 

Θέλω να μπω απ’ το ανοιχτό παράθυρο στο δωμάτιο όπου κοιμάσαι

Να ξαπλώσω δίπλα σου και να σου φυσάω τις τούφες που έχουν απλωθεί σαν τις σπείρες του γαλαξία στο πρόσωπό σου

Να χαμογελάς και να σε φωτίζει το φως του γαλάζιου φεγγαριού αλλά να μην ξυπνάς

 

Κι εγώ ν’ αναστενάζω και να κοιτάζω την τρύπα στο ταβάνι που όλο μεγαλώνει

Ενώ το σώμα μου ξεραίνεται

Κι αλλάζει και γίνεται αυτό που πάντα ήθελε ο θεός μου

 

Πίσω στο βουνό οι ώρες λιποψυχούν

Οι χαρές γίνονται άχαρες

Η σοφία ξεθυμαίνει σαν κρασί που το μπουκάλι μέσα στο οποίο βρίσκεται έχει αφεθεί επί χρόνια ανοιχτό

 

Ο κάκτος κοντοζυγώνει

Δεν μιλάει, δεν συμπονά, μόνο δαγκώνει και πληγώνει

Μόνο ζωή αρνητική είναι

 

Και τη γλώσσα λιανίζει

Μέχρι να καταντήσει μια τραχιά, νεκρή επιφάνεια

Με τη λάμψη του θανάτου εγκιβωτισμένη στις πτυχώσεις της

 

Κάποιος τηλεμεταφέρεται, και στη γέφυρα με αργά, βαριά βήματα πλησιάζει

Αλλά ο κάκτος μ’ έχει στριμώξει κάτω και πλαγίως, στο κενοτάφιο της γλώσσας

Δεν μπορώ ν’ αντιδράσω, δεν μπορώ να δράσω, είναι τέτοια η πυκνότητα των αγκαθιών που ούτε καν ένα μοναδικό γράμμα δεν χωράει ανάμεσά τους

 

Τα βήματα και τα νήματα

Βαραίνουν και κόβονται

Ο φύλακας επανασυναρμολογείται

 

Δεν έχει γνώση

Κανέναν δεν μπορεί να σώσει

Τις δυο όμως άκρες της γέφυρας, τώρα, μόνο αυτός μπορεί να ενώσει

 

116. Θησαυρός

 

Αποκαλύπτεται μπρος στα μάτια μου, μέσα σε μια αχανή αίθουσα

Όλο το χρυσάφι του κόσμου, πολύτιμα πετράδια, σκεύη και κοσμήματα που η λάμψη τους με τυφλώνει, θησαυρός αμύθητος

Περπατάω ανάμεσά τους πολύ αργά με το ραβδί μου και τα μάτια μου τρίβω με δυσπιστία μπρος στο απαστράπτον θέαμα

 

Μια άγνωστη φωνή από μέσα μου, με προκαλεί:

«Πάρε κάτι κι εσύ

Σε κανέναν δεν θα λείψει»

 

Όμως εγώ στην παγίδα δεν θα πέσω

Τίποτα απ’ αυτά δεν έχω ανάγκη, τώρα πια το γνωρίζω πολύ καλά

Χαϊδεύω το πετρωμένο κεφάλι του φιδιού στη βάση του ραβδιού μου κι αυτό, παραδόξως, μοιάζει να γουργουρίζει ευχαριστημένο

 

«Τότε, πρέπει να φροντίσεις τον θησαυρό», επανέρχεται η φωνή

«Να τον προστατεύεις, από δω και στο εξής, απ’ όσους θελήσουν να τον αρπάξουν

Την ζωή σου, αν χρειαστεί, να δώσεις γι’ αυτόν»

 

Σκέφτομαι προς στιγμήν να ρωτήσω το γιατί, αλλά στην παγίδα δεν πέφτω

Έτσι αγνοώ την φωνή κι απλώς συνεχίζω να βαδίζω, θαυμάζοντας τα πλούτη

Τότε εκείνη επανέρχεται για τρίτη φορά, με τόση ένταση που με σωριάζει στο έδαφος:

 

«Δεν μπορείς να τ’ αγνοήσεις!

Αυτά είναι τα πλούτη όσων ανθρώπων έχουν πεθάνει από κτίσεως κόσμου και τώρα είναι αδιάθετα

Σε κάποιον πρέπει ν’ ανατεθεί η ιδιοκτησία τους, με τα συνεπακόλουθα δικαιώματα και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις, έστω και προσωρινώς»

 

Πιέζω με τις παλάμες μου το σκληρό έδαφος και με κόπο σηκώνομαι όρθιος

Είναι ώρα ν’ απαντήσω

Ανοίγω το στόμα μου και βροντοφωνάζω: «Ούτε ο θησαυρός αυτός μου ανήκει, ούτε η ματαιοδοξία αυτών που τον συγκέντρωσαν, ούτε κι είμαι υπεύθυνος για την μοίρα του

 

Για τις ψυχές που κάποτε αφιέρωσαν την ζωή τους σ’ αυτόν, είτε ποθώντας τον, είτε φθονώντας τον είτε αντικαθιστώντας το μοναδικό τους πρόσωπο μ’ αυτόν, ναι, γι’ αυτές είμαι υπεύθυνος

Εκεί θα επικεντρωθεί η ενέργειά μου

Όσα κι αν είναι αυτά τα πλούτη, άπειρα πάντως δεν είναι»

 

Η ηχώ αυτών που είπα σβήνει και παρασέρνει μαζί της και την φωνή του θνήσκοντος μικροπρεπούς εγώ μου

Κοιτάζω κάτω και βλέπω ένα χρυσό ρολόι με σπασμένο τζάμι

Η ώρα που δείχνει είναι δώδεκα

 

Μεσάνυχτα και μεσημέρι ένα, στο θησαυροφυλάκιο του Κάτω Κόσμου

Πλούσιος ο Πλούτωνας, αδιάφορος ο Άδης, και στη μέση εγώ

Νερό να μην μπορώ να πιώ, φαΐ να μην μπορώ να φάω και καθετί που κάνω να είναι καθοριστικό

 

Ανάπαυση καμία και για ανταμοιβή ούτε λόγος

Δεν χρειάζομαι τίποτα όμως

Πορεύομαι με το αεράκι που παράγουν οι ανάσες των καταραμένων ψυχών – αυτό μου αρκεί

 

117. Φωτιά

 

Όλα λαμπαδιάζουν σε μαύρο φόντο

Δεν έχω τίποτα άλλο να δώσω

Τόσο σύντομος ήταν ο ρόλος μου, λοιπόν;

 

Τις εσχατιές του Σύμπαντος σκέφτομαι

Εκεί όπου σε μια άλλη ζωή μεγάλωσα

Κάτω από έναν ουρανό γεμάτο απ’ άκρη σ’ άκρη με γλώσσες μπλε πυρός

 

Η γροθιά του γορίλλα είναι το απόλυτο κενό γνώσης, μια εκβλάστηση πύου από σωρεία νεκρών ψεμάτων

Με συντρίβει καθώς υποστυλωμένη με την απόγνωση του επερχόμενου τέλους είναι

Δεν μπορώ να την υποφέρω, δεν μπορώ να την υπομείνω, άρα τί μου μένει να κάνω;

 

Να γίνω εγώ αυτός κι αυτός να γίνει εγώ

Και πάνω στην αλλαγή να δραπετεύσω απ’ την κόλαση ενώ αυτός θα λυγίζει απ’ το ίδιο του το βάρος

Είμαι ήδη αλλού, εκεί όπου ούτε εκείνος δεν μπορεί να με δει να συνεχίζω να ζω, ούτε κι εγώ να τον δω να εξαφανίζεται

 

Φλέγεται η υδρόγειος, αλλά το σπίτι μου είναι άθικτο

Αδιάφορο, εφόσον εκεί δεν έχω πια θέση

Μα πως μιλάω έτσι, τί μ’ έχει πιάσει;

 

Είναι επειδή σφυρίζω κλέφτικα μπας και ξεγελάσω τη φωτιά

Μα τί ανόητος που είμαι ώρες ώρες

Μέσα της πρέπει να μπω και να χορέψω

 

Μ’ ένα σάλτο την αγκαλιάζω

Ω, πόσο γλυκά λιώνουν οι αυταπάτες μου και οι σκέψεις που αναφέρονται στον εαυτό τους

Ω, πόσο ασήμαντος ο σωματικός πόνος μπρος στην εγκατάλειψη του απαλλοτριωμένου φορτίου της καρδιάς

 

Σφυρηλατούμαι, ενώ τα ποτάμια της λάβας σιγά σιγά παγώνουν

Τα παλιά τερτίπια, οι παλιές απογοητεύσεις, οι παλιές περικοκλάδες έχουν γίνει πια κάρβουνο

Μόνο ένας διαβολάκος έχει μείνει στην γωνία που με κοιτάει πονηρά

 

Είναι κατάμαυρος με μόνη εξαίρεση τα κατακόκκινα μάτια του

Με πλησιάζει, με πιάνει απ’ τα μπράτσα και με ταρακουνάει, λίγο

Είναι πολύ συγκινημένος και με κάνει κι εμένα να συγκινηθώ, χωρίς να ξέρω το γιατί

 

Μέσα στα μάτια του βρίσκεται ένα πυρίμαχο δωμάτιο

Υπάρχει ένα παράθυρο, έξω απ’ το οποίο μόνιμη πυρκαγιά μαίνεται

Κι ένα κρεβάτι πάνω στο οποίο ένας άγγελος κάθεται, μελαγχολικά βαστώντας το σαγόνι του με τα χέρια του

 

Κάθομαι δίπλα του και τον χαϊδεύω, νομίζω πως τον ενσυναισθάνομαι

Χωρίς να μου μιλήσει, χωρίς να με κοιτάξει, ένα γράμμα βγάζει, απ’ τα φτερά του πίσω που ήταν χωμένο, και μου το δίνει

Το ανοίγω και το διαβάζω, λέει (μαύροι καλλιγραφικοί χαρακτήρες σε λευκό χαρτί): «Αναζήτησε την Μάγισσα και την Νεράιδα»

 

118. Γέφυρα Ι

 

Αρνούμαι να συνεχίσω να συμμετέχω

Όμως το χέρι του φύλακα με γραπώνει και με σέρνει διά της βίας

Πάνω στη γέφυρα με φόντο παντού τριγύρω το ομιχλώδες χάος

 

Κι αν παρακαλούσα όλη μου τη ζωή εδώ να βρεθώ

Τώρα παρακαλάω να φύγω

Να επιστρέψω στο κάποτε του πουθενά

 

Μετράω μία προς μία τις ακίδες

Τα πετραδάκια χώνονται σε κάθε εσοχή αυτού του σώματος που τόσο τώρα το μισώ

Το οποίο, το κακόμοιρο, μου κραυγάζει: “εγώ πάντα θα σ’ αγαπάω, βρε”

 

Στη μέση της γέφυρας στέκει ένας μεγάλος, λείος βράχος

Δεν χωράμε να περάσουμε

Ο φύλακας εναποθέτει την πλάτη του στην ράχη του βράχου, σηκώνει το δάχτυλο ψηλά και πέτρα γίνεται κι αυτός

 

Κοιτάζω ευθεία πάνω

Ο θεός έχει ανοίξει την τεράστια αγκαλιά του και μέσα της έχει σχηματιστεί ένα ροζ κυκλικό σύννεφο

Μια συζήτηση φιλολογικού σαλονιού λαμβάνει χώρα εντός του

 

Πρώτος μιλάει ο ληστής: “Δεν υπάρχει ούτε χώρος ούτε χρόνος ούτε διάθεση για άλλο πλιάτσικο”

Ύστερα σειρά έχει ο ποιητής: “Η έμπνευση μου αποδημητικό πουλί κι εγώ κάθε εξάμηνο στο λάθος ημισφαίριο”

Έρχεται η ώρα του λαθρεπιβάτη: “Παιδιά, μήπως ξέρετε κατά που πέφτει η πιο κοντινή στεριά;”

 

Τέλος, μιλάει ο πολυάσχολος ψεύτης: “εγώ θα σας πω τι πρέπει να γίνει

Τον φύλακα που δεν κάνει την δουλειά του πρέπει να βγάλουμε απ’ την μέση

Ένα καθήκον του αναθέσαμε, να ελέγχει το πέρασμα της γέφυρας κλειστό, κι αυτός απέτυχε παταγωδώς”

 

Μου επιτίθενται ένας προς ένας

Πρώτα ο ληστής

Τον εξουδετερώνω εύκολα, αφήνοντάς τον να βουτήξει ό, τι έχω: τίποτα

 

Τον ποιητή τον κρατάω αιωνίως απασχολημένο σκαρώνοντας επί τόπου και εκ του προχείρου ένα δίστιχο:

“Μαύρες οι ώρες που δεν γράφω

Νομίζω μια ανάσα πως με φέρνουν απ’ τον τάφο”

 

Τον λαθρεπιβάτη τον αναχαιτίζω με επιτυχία τρατάροντάς τον ένα τσιγάρο

Και μάλιστα τον πείθω ότι η κοντινότερη στεριά βρίσκεται πέρα απ’ τον βράχο στη μέση της γέφυρας

Τότε στους ώμους του με φορτώνεται, καβαλάμε τον βράχο και περνάμε απ’ την άλλη μεριά

 

Εκεί, τέλος, σε όλες τις διαφορετικές μα και τόσο ίδιες εκδοχές του με περιμένει ο πολυάσχολος ψεύτης

Του αποκαλύπτω γυμνή την αλήθεια μου

Και γινόμαστε επιτέλους οι δυο μας ένα

 

119. Μόνος κι έρημος

 

Μετά από ώρα πολλή πεζοπορίας στο ημίφως δεν βρίσκω μέρος να ξαποστάσω

Μέσα μου και τριγύρω μου τίποτα το ζωντανό δεν έχει απομείνει

Έχω παραγείρει, θαρρώ, προς τη μεριά του θανάτου κι η ισορροπία μου έχει διασαλευτεί

 

Φτάνω μπροστά σε πέπλο μαύρο και το παραμερίζω

Έρημος αχανής ανοίγεται μπροστά μου

Έξη οι ήλιοι που την φωτίζουν, έξη και τα χρώματα της άμμου της

 

Περιπλανιέμαι και δεν μπορώ να σταματήσω πουθενά

Ώσπου το σώμα μου να μην το νιώθω πια

Με μόνες κάτι στριγκλιές μέσα στο κεφάλι μου να μην λένε να μ’ εγκαταλείψουν

 

Και κάποτε η έρημος τελειώνει

Ο ουρανός σκύβει, οι ήλιοι κολλάνε ο ένας στον άλλον

Ένα μικρό μαύρο άνοιγμα εμφανίζεται εκεί όπου η μοναξιά και η φρίκη συγκλίνουν σαν αποκρυστάλλωση της ανωμαλίας στην αρχή και στο τέλος του Σύμπαντος

 

Μέσα του χώνομαι κι ας μην το αντέχω

Μέσα του, γιατί πρέπει να συνομιλήσω με το ανείπωτο

Να εναγκαλιστώ με την απόγνωση

 

Παιδάκια που αργοπεθαίνουν παγιδευμένα στην λήθη και στην ανημποριά

Φωνές που συνεχίζουν να ζητούν βοήθεια με λυγμούς κι ας ξέρουν πως δεν μπορεί κανείς να τις σώσει

Μάτια ετοιμοθάνατα που πασχίζουν λίγο φως για μια ακόμα φορά να δουν, ενώ αργά και βασανιστικά τα συνθλίβει η ψυχρή κι αποτρόπαιη της φύσης αδιαφορία

 

Υπομονή που δεν οδηγεί σε κανενός είδους ανακούφιση ή σωτηρία

Τρομώδη παραληρήματα που μόνο σποραδικά κι ελάχιστα αυξομειώνονται

Σώματα που δεν θα γευτούν καμιά ηδονή, μυαλά μονίμως μουδιασμένα απ’ τον φόβο, ψυχές που μια σταλιά αγάπης δεν τις μέλλει να γευτούν

 

Επίγνωση της ασημαντότητας ως το μεδούλι μες στα κόκκαλα

Όλα λιωμένα, χυλός όπου κάθε υπόνοια συνοχής και ταυτότητας έχει προ πολλού εξατμιστεί

Όλα αδιαφοροποίητα κι αναπόδραστα εκτός απ’ της συνείδησής μου τη μικρότερη γωνιά

 

Δεν υπάρχει χειρότερος εφιάλτης

Δεν υπάρχει χειρότερη κατάρα

Δεν υπάρχει χειρότερη φυλακή

 

Απ’ τον πυθμένα της μοναξιάς

Το χαμηλότατο της ζωής σημείο

Που τα πάντα απωθεί και μόνο τον εαυτό του έλκει

 

Κι όμως να που μέσα στο μαύρο σε μαύρο

Ένα μικρό λευκό άνθος ξεπετιέται

Γίνεται πούπουλο, γίνεται φτερό, την αποφράδα μοναξιά αλαφραίνει, την έρημο δροσίζει

 

120. Αναζήτηση

 

Βρίσκομαι περικυκλωμένος από μια κουρτίνα πύρινης βροχής

Ένα ζωύφιο ξεκινάει απ’ τις πατούσες μου κι όλο ανεβαίνει

Μια μέρα σαν καμία άλλη στάζει μνήμες απ’ τα αζήτητα απολεσθέντα

 

Το κουτί που ανοίγω περιέχει εμένα που ανοίγω ένα άλλο κουτί

Κάτι μ’ αυτό ο θεός μου θέλει να μου πει

Ίσως πως η αναζήτησή μου δεν έχει τέλος, ίσως πως αχρείαστη είναι

 

Γίνομαι λευκό περιστέρι και πάνω απ’ τον τελευταίο πλανήτη πετάω

Γίνομαι τρωγλοδύτης και ροκανίζω τα ψίχουλα απ’ όλα τα υπόγεια του κόσμου

Γίνομαι μελετητής του συνόλου της γνώσης του επιστητού

 

Όμως, τζίφος

Άφαντη η μάγισσα, πουθενά η νεράιδα

Καταλαβαίνω τότε πως μια κουταλιά ατόφιο ένστικτο είναι απ’ όλου του κόσμου τα συγγράμματα και τους χάρτες πιο βαριά

 

Έτσι επιστρέφω στην βάρκα μου και πιάνω να κωπηλατώ και πάλι

Τα χέρια μου και τα κουπιά αφιλτράριστη αντανάκλαση της καρδιάς μου τ’ αφήνω να γίνουν

Περνάω μέσα από βάλτους και τυφώνες, παλεύω με τους πειρατές

 

Και μια ώρα πριν τα μεσάνυχτα ξεβράζομαι σε νήσο βραχώδη κι αφιλόξενη

Σκαρφαλώνω μεθοδικά και με πείσμα μέχρι που βρίσκω το κρυμμένο οροπέδιο

Εκεί ένας πύργος πανάρχαιος, πιο σκοτεινός και τρομερός απ’ τον θάνατο, στέκει επιβλητικός κι απάτητος

 

Άραγε εμένα περίμενε η πύλη του για ν’ ανοίξει;

Όπως και νάχει, περνάω στην εσωτερική του αυλή

Και γίνομαι μάρτυρας τελετής αιματηρής, κόκκινο σε μαύρο

 

Εδώ που φτάσαμε, όμως, προτιμάω να διαμελιστώ παρά να σταματήσω

Η γλώσσα, προτιμάω, να μου κοπεί απ’ τη ρίζα παρά να το βουλώσω σαν δειλό ανθρωπάκι με ημερομηνία λήξης

Θέλω να δώσω την σωστή απάντηση σε καθένα απ’ τα τρία ακόλουθα αινίγματα ώστε η αναζήτησή μου να ολοκληρωθεί

 

“Γιατί ο κόσμος δεν έχει τέλος;”

“Γιατί το ουράνιο τόξο δεν έχει άκρη, γιατί και στην απόλυτη ησυχία  ο θόρυβος κυριαρχεί

Γιατί το μηδέν δεν διαιρεί ούτε διαιρείται αλλά μεγαλύτερο της μονάδας είναι”

 

“Γιατί αφού ξέρεις ποιος είσαι και που πας, ακόμα υποφέρεις;”

“Γιατί έχω επίγνωση πως ενώ το όλο συνεχώς είμαι

Ποτέ εσύ αυτή τη στιγμή ή εγώ μια άλλη στιγμή δεν θα είμαι”

 

“Τί ζητάς;”

“Ζητάω τη μάγισσα, ζητάω τη νεράιδα

Ζητάω το κορμί της αγάπης, τη μαγεία της ένωσης στο κενό του κόσμου, δώστα μου επιτέλους!”

 

121. Μονομαχία (Γέφυρα ΙΙ)

 

Προχωράω προς την άλλη άκρη της γέφυρας, που κανείς εκεί δεν έχει ως τώρα πατήσει

Τα σύννεφα διαλύονται κι ο ήλιος, τολμηρότατος και λαμπρότατος, ξεπροβάλει

Σχεδόν ακουμπάω την λύτρωση, σχεδόν το μάγουλο μου χαϊδεύει της αλλαγής του καιρού το αεράκι

 

Και κάπως έτσι παρασύρθηκα, ο ανόητος, και ξέχασα τον σιδερόφρακτο πολεμιστή

Νάτος, φάνηκε, με την οδύνη να στάζει από κάθε ρυτίδα του βλογιοκομμένου προσώπου του

Με τα όπλα του από ανοξείδωτο ατσάλι και φωτιά, με την πανοπλία του φτιαγμένη απ’ τα κρανία των πολυάριθμων αντιπάλων που ήδη έχει αμείλικτα συνθλίψει

 

Θεωρητικά, δεν έχω καμία ελπίδα αν μονομαχήσουμε

Όμως, εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, δεν γίνεται να φυγομαχήσω

Θα τον αντιμετωπίσω στα ίσια, λοιπόν

 

Ζητάω, καταρχάς, απ’ τον θεό μου περισσότερα γι’ αυτόν να μου πει:

Λέει: «ο σιδερόφρακτος πολεμιστής έχει δημιουργηθεί, και διαρκώς ανανεώνεται, απ’ όλους τους σκελετούς που άταφους έχεις αφήσει, απ’ όλους τους φόβους που ποτέ δεν αποδέχτηκες και με τους οποίους δεν συμφιλιώθηκες, απ’ όλες τις εκκρεμότητες που τις άφησες σαν Ερινύες πάνω απ’ το κεφάλι σου να μετεωρίζονται

Για να τον νικήσεις βυθίσου μέσα σου μέχρι που ανάσα να μην μπορείς να πάρεις, δες κατάματα την σκιά σου, αγκάλιασέ την και με την φοβερή της δύναμη ενισχυμένος, βάρα τον κατευθείαν στο ψαχνό»

 

Κάτι, όμως, δεν μ’ αρέσει στον τόνο της φωνής του, οπότε του λέω: «θεέ μου, κάτι μου κρύβεις»

Η σιωπή του έρχεται προς απάντησή μου, μια σιωπή που την αδράχνω και μέσα της αυτοσυγκεντρώνομαι

Ένα ένα τα πάντα κατακρημνίζονται κι εγώ βαστιέμαι να μην με ρουφήξει η άβυσσος από ένα μόνο βέλος που όλο γυρίζει προς όλες τις κατευθύνσεις κι όλο προς τα πίσω καταλήγει να δείχνει

 

Καταλαβαίνω, ω, ναι, τα πάντα τώρα καταλαβαίνω, και μεθάω απ’ το κρασί του ανεπανάληπτου θριάμβου μου

Καταφέρνω θανατηφόρο χτύπημα στο αδύνατο σημείο του αδελφού μου, του σιδερόφρακτου πολεμιστή

Ύστερα και προηγουμένως, αποφεύγω το δικό του χτύπημα, έχοντας στο πολύ προσεχές μέλλον προδεί με ακρίβεια που στόχευε (στην καρδιά)

 

Μετά ήταν που χόρευα με τη σκιά μου κολλημένη σαν χιτώνα, ποτισμένο με το αίμα του Κενταύρου Νέσσου αλλά καλοπροαίρετο, επάνω μου

Κατόπιν ήταν που μπροστά στα ουρλιαχτά της δεν το έβαλα στα πόδια

Παρά στάθηκα εκεί κι άκουγα τα πάντα, ενώ όλες οι συνάψεις του εαυτού μου με τον κόσμο αναδιατάσσονταν

 

Αργότερα ήταν νωρίτερα που στο χάος το μυαλό μου αποσυντίθετο

Που το κορμί μου είχε αποδομηθεί σε άπειρες δονήσεις ήχων και χρωμάτων

Τώρα πάντα ποτέ πάλι τώρα ποτέ πάλι τώρα πάλι τώρα δεν ήμουν εγώ

 

Σκιά να σου πω ότι: δεν αγαπήθηκα, δεν φρόντισα τον εαυτό μου, δεν νοιάστηκα για κανέναν

Και παραπονιόμουν, δεν ήξερα γιατί, αλλά ξέκλεβα χρόνο απ’ όλους και κατακεραύνωνα μύρια όσα δεινά, φανταστικά ή μη

Λιώνει η ιστορία μου τώρα, η γεωγραφία μου βαθαίνει και πλαταίνει κι όλο στα ρηχά τσαλαβουτάει, και φοβάμαι ν’ αντιμετωπίσω τον φόβο μου

 

Και μένω στα ίδια κι όμως αλλάζω

Και δεν αλλάζω κι όμως τρέμω λιγότερο

Και δεν σκέφτομαι πια, μόνο επαγρυπνώ και δρω ακαριαία

 

Κι όταν νιώθω πως δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνω κι έχω χάσει και την τελευταία ικμάδα πίστης

Κι όταν τα μάτια μου κλείσουν κουρασμένα και τα χέρια μου χαλαρώσουν εντελώς

Τότε στην άλλη όχθη, επιτέλους, περνάω, εξαντλημένος, γυμνός κι άδειος μα ζωντανός

 

122. Θαύμα

 

Η απόγνωση εδώ ποτέ δεν είχε θέση

Ούτε η μετάνοια

Ούτε η προσευχή

 

Η ουσία γεννάται εκ της ουσίας

Και το θαύμα δεν το κοιτάζεις ούτε το αντιλαμβάνεσαι

Το βιώνεις

 

Κλείνω τους πόρους του κορμιού μου για να το αντέξω

Ξενυχτάω μπας και με ξαναβρεί

Τον εαυτό μου κακομεταχειρίζομαι για να με σώσει

 

Οι ψυχές, αυτές οι άμοιρες που ποτέ δεν καταλαγιάζουν, με ανυψώνουν με τις μύχιες πνοές τους

Μαζί τους τραγουδάω του θαύματος τον ύμνο:

«Δεν θα πάω σπίτι μου ποτέ, τώρα, παντού και πάντα το σπίτι μου είναι»

 

Περνάμε μέσα από κοιλάδες που ο ζόφος τις έχει βάψει μαύρες και με τα πινέλα μας κόκκινες τις βάφουμε

Οι μηχανές μουγκρίζουν μα ο ήλιος που ξαφνικά τις λούζει στην απολυτότητα του φωτός του δεν τις αφήνει άλλη επιλογή παρά να σωπάσουν

Φανταστικά είναι όλα, άρα μόνο καλύτερα μπορούν να γίνουν

 

Τί αλλοπρόσαλλο παιχνίδι, τί δύσκολο που είναι να μην αισθανθώ με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο προδομένος ή κατώτερος των περιστάσεων

Κάθε στιγμή, το θαύμα επιβεβαιώνω για να με επιβεβαιώσει κι αυτό

Κάθε στιγμή, απ’ τα χέρια μου φοβάμαι μην γλιστρήσει

 

Η ζωή είναι το θαύμα, η ζωή που δεν το βάζει κάτω

Η κοινοτοπία που όλο κάτι καινούριο φανερώνει είναι το θαύμα

Η ζαριά που ποτέ δεν σε λυτρώνει μα ούτε και σε καταδικάζει, αυτό το θαύμα είναι

 

Στον φωταγωγό κολυμπάει το θαύμα

Και το ποτό του απολαμβάνει στην σκονισμένη γωνία που ποτέ δεν σκουπίζεις στο μπαλκόνι σου

Το μάτι της κουζίνας όταν ανάβεις, από κάτω σιγοκαίγεται

 

Με λαμπρύνει το φως του

Κι όλα είναι σωματικά κι απλά μαζί του, τίποτε διανοητικό, τίποτε περίπλοκο

Δύει για ν’ ανατείλει το θαύμα κι ανατέλλει, από κει και πέρα, διαρκώς

 

Εδώ στη σπηλιά το θαύμα μου είναι δύσκολο να το αποκωδικοποιήσω

Ίσως ένα μικρό παιδί θα μπορούσε

Ίσως ένα ζωάκι που την ουρίτσα του σαν προπέλα θα την κουνούσε και την μουσούδα του θα έτριβε πάνω μου

 

Έχουν ειπωθεί όλα, κι εγώ είμαι ο ψυχοπομπός που δεν πρέπει να το βάλω κάτω

Μένω στο θαύμα, δεν το αναζητώ, μένω, δεν σκέφτομαι, θαύμα

Θαύμα, θαύμα, θαύμα, δες με που χάνομαι, δες με που ακόμα είμαι το εδώ και το τώρα, θαύμα

 

123. Μάγισσα

 

Με περιμένεις στο ημίφως, σκυμμένο το κεφάλι

Πρόσωπο σκοτεινιασμένο, ωραία σαν καμία άλλη

Ματάκια μου λαμπρά, η μοίρα μας ποτέ δεν σφάλλει

 

Άραγε νάναι το ραβδί σου, της γάτας σου η ουρά η πλουμιστή;

Ή μια κλωστή απ’ την ψυχή σου, που υποτάσσει και τον πιο σκληρό πολεμιστή;

Εγώ ξέρω: όραμα Αφροδίτης αναδυόμενης είναι, που σαγηνεύει του έρωτά μας τον ληστή

 

Χαλί από λέξεις εύηχες μπροστά σου στρώνω

Με νήματα ιστοριών παλιών σου πλέκω ολόδικό σου θρόνο

Θέλω να γράψω το ένα πράγμα το ανεπανάληπτο, εσένα να εκφράζει μόνο

 

Μα όλα αβέβαια, θολά, χρησμοί, κατάρες, κούφια φασαρία

Κι εμείς να τους κουτσομπολεύουμε όλους, στρογγυλοκαθισμένοι στην γαλαρία

Όμως του δυνατού ο νόμος σ’ αυτήν την εποχή, γρήγορα κουρελόχαρτο καταλήγει στα χέρια του παρία

 

Πρέπει να δράσουμε, Μάγισσά μου, το μήνυμα αυτό σου φέρνω

Να δούμε που βρισκόμαστε και να πετάξουμε, δεν πάει πια το τρένο

Και το ρήμα που τα χείλη όλων ασυναίσθητα προφέρουν δεν είναι μήτε το μένω, μήτε το σέρνω, μήτε το ξεπλένω

 

Γιατί η πιο παλιά συνήθεια

Κει που συχνάζει η αλήθεια

Δες το – δεν είν’ τα παραμύθια

 

Που διάβαζες μικρή, ούτε η γεύση η γλυκόπικρη απ’ τα καυτά τα δάκρυα

Σωστά, σπουδαία κι αναγκαία αυτά, αλλά η ουσία είναι στην άκρια

Όταν οι έγνοιες σου είναι τόσο κοντά, κι η όποια χείρα βοηθείας έτη φωτός μακριά

 

Το κάλεσμα τ’ αυτιά μας δεν τ’ ακούνε πια

Φώλιασε, βλέπεις, για τα καλά μες στην καρδιά

Αμείλικτα μας ευθυγραμμίζει, τον δρόμο που μας μέλλει να βαδίσουμε δείχνει, επιτακτικά και σιωπηλά

 

Πώς να χαθούμε, μάγισσά μου, πώς είναι δυνατόν να σιγοσβήσουμε;

Με τίποτα, όσο φωτιά κι εστία ο ένας στον άλλον αβλεπί χαρίζουμε

Κι όσο τα αρώματά μας, μεθυστικά και ζωηρά, ακόμα τα μυρίζουμε

 

Ο αγγελιοφόρος είμαι εγώ, όσο κι αν το θελήσεις μην με πυροβολείς

Γιατί αμαρτία ουδεμία κουβαλάω, ως εκ φύσεως οδοιπόρος κι ασθενής

Ως ολοένα πιο σκοπού μεγάλου πλήρης, ως βήμα με βήμα πιο άδειος κι ελλιπής

 

Μάγισσα σ’ αγαπάω, και πλησιάζει η στιγμή

Που ένα μεγάλο ναι θα πούμε, μετά από ένα όχι κι ένα μη

Και σε κοσμοσωτήριο αγώνα θ’ ενωθούμε, και κει δεν θα χωράει η λέξη «ειδεμή»

 

124. Προσευχή

 

Πριν προχωρήσω κι άλλο, θα προσευχηθώ

Δεν θα ζητήσω όμως τίποτα από κανέναν

Την ευγνωμοσύνη μου μόνο θέλω να εκφράσω

 

Ξέρω εγώ σε ποιον

Ξέρω και ξέρει

Με δάκρυα ν’ αναβλύζουν απ’ τα μάτια μου, δάκρυα επίγνωσης, δάκρυα αναγνώρισης, δάκρυα γνώσης που στο αίμα μου πια κυλάει κι η τρίτη όψη του δέρματός μου είναι, πλέκω τα δάχτυλα, πέφτω στα γόνατα, ταπεινά σκύβω το κεφάλι και, χωρίς να μιλάω, λέω:

 

«Ευχαριστώ που ποτέ δεν μ’ εγκατέλειψες

Που έμενες εκεί, μαζί μου, ακόμα κι όταν σ’ έβριζα σκαιότατα, ακόμα κι όταν να σε σκοτώσω ήθελα

Που περίμενες καρτερικά να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά όταν είχα αποκοιμηθεί, μετά από ακόμα ένα βράδυ πανικού, απελπισίας και ξεριζωμένων υποσχέσεων

 

Ευχαριστώ που μ’ αξίωσες τόσα πολλά να αισθανθώ

Τον ήλιο, την βροχή, τον αέρα, την φωτιά

Την στοργή, το χάδι, το φιλί, την χαρά, τον θρίαμβο, την λύπη, την συντριβή, την ροή του κόσμου

 

Ευχαριστώ που ταξίδεψες μαζί μου όπου κι αν πήγα

Που με προφύλαξες απ’ το να βαλτώσω ή να χαθώ στις κακοτοπιές

Και που τον δρόμο της εξόδου μου απ’ αυτές, πέτρα την πέτρα κι οδυνηρά, τον χάραξες

 

Ευχαριστώ που κάθε στιγμή με βοηθάς να θυμηθώ που και γιατί βρίσκομαι

Τι πρέπει να κάνω και πως

Που με το αόρατο στιβαρό σου χέρι με βαστάς να μην πέσω και που μ’ αυτό με σηκώνεις όταν η πτώση αναπόφευκτα επισυμβεί

 

Ευχαριστώ που γελάς με την ψυχή σου μαζί μου

Ευχαριστώ που δεν χρειάζεται ποτέ να καρτερώ πότε θα σε ξανανταμώσω, αφού πάντα είσαι διαθέσιμος

Ευχαριστώ που ζω όπως ζω και που ως το τέλος μαζί θα πορευτούμε»

 

Ανοίγω τα μάτια μου και σηκώνομαι όρθιος με τ’ αστέρια να με στεφανώνουν, όπως το δρεπάνι στεφανώνει το σφυρί

Δεν θέλω να σκέφτομαι τι πέρασα, δεν θέλω να σκέφτομαι τι θα περάσω

Δεν θέλω να σκέφτομαι

 

Θέλω ν’ ατενίσω το σταυροδρόμι μπροστά μου και ν’ απολαύσω την προσμονή

Να βυθιστώ στην αβεβαιότητα στην πιο ατόφια της μορφή και να χορέψω με τις σκιές της καθώς πλησίστιες εισέρχονται στον ιστορικό χρόνο

Να μεριμνήσω για την αμεριμνησία μου, την απόσταση απ’ τη μονάδα ως το μηδέν να μετρήσω κρατώντας την ανάσα μου

 

«Και… δεν ζητάς τίποτε άλλο από μένα;»

«Σου ζητώ να μου επιτρέψεις να συνεχίσω να είμαι σύντροφός σου

Δούλος σου κι αφεντικός σου, πατέρας σου και γιος σου, φίλος σου μα ποτέ εχθρός σου»

 

«Οι επόμενες μέρες εύκολες δεν θάναι

Γεμάτες θάνατο αργό θα μας τυραννάνε»

«Θα σώσουμε ό, τι μπορέσουμε και δεν θα σβήσουμε, και τον καινούριο ήχο μας μαζί θα ζωγραφίσουμε»

 

125. Καθρέφτης

 

Δεν φοβάμαι τώρα να κοιτάξω μπροστά

Η μαύρη οθόνη δεν με τρομάζει

Ας απορροφηθώ μέσα της, κι ας μην μπορέσω πια να δω τον εαυτό μου, δεν πειράζει

 

Τα χέρια μου είναι αυτά που είναι

Οι σκέψεις μου εστιάζονται στο κόκκινο φωτάκι που αναβοσβήνει

Η σωστή σειρά γίνεται απλώς μια σειρά, και σε παράλληλη διαδρομή τρέχουν οι αναμνήσεις μου

 

Ο φωτεινός διάδρομος είναι μακρύς

Δεν έχει, φυσικά, τέλος, δεν έχει, εννοείται, αρχή

Τότε πώς βρέθηκα εγώ εδώ, μου λέτε;

 

Ψυχές μου, συγκεντρωθήκατε στο στόμιο του πηγαδιού

Και δεν μπορείτε να μιλήσετε, μόνο με τα παραπονεμένα μάτια σας με κοιτάζετε

Εγώ θα σας φροντίσω, εγώ θα σας λέω λόγια τρυφερά, εγώ θα σας τραγουδάω ό, τι θέλετε ν’ ακούσετε

 

Και τώρα μια φοβερή χαρά και μια αισιοδοξία με αρπάζει απ’ τα μαλλιά

Θέλω να τρέξω αλλά μένω καθηλωμένος και φαντάζομαι πως θα ήταν αν θα έτρεχα

Ορίστε, ένα, δύο, τρία, μετράω κι έχω φτάσει ως την άκρη του κόσμου

 

Σας ζητάω να μου δανείσετε όλη τη δύναμη σας για μια στιγμή

Μου ζητάτε να πάψω της ζωής τον γρίφο να προσπαθώ να λύσω με μια μονοκοντυλιά

Τρέμουν τ’ αστέρια στον βυθό του ωκεανού καθώς τα κοιτάμε και μας παίρνουν τα κλάματα

 

Και ο καθρέφτης ζωντανεύει

Είδωλό μου η σιωπή

Κι η ζωή που ανάποδα κυλάει στην ανηφόρα

 

Πότε λείος και λευκός

Πότε κυρτός και σκούρος

Δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν τον κοιτάξω

 

Την κουβέντα μου πιάνει

Για όσα ποτέ δεν κάναμε λέμε

Για όσα θα έρθουν και δεν μας μέλλει να τα δούμε

 

Ο καθρέφτης είναι το πιο εσωστρεφές πράγμα στον κόσμο

Τουλάχιστον είναι ειλικρινής, μου λένε

Τουλάχιστον αποκαλύπτει αλλά δεν κρίνει, μουρμουρίζω

 

Πίσω απ’ το πέπλο που σας χωρίζει με την άλλη γη και σας έμαθαν να μην τολμάτε να το παραμερίσετε, ο καθρέφτης θα με διδάξει πώς να γυμνώνομαι μπροστά του

Πώς να συνθέτω και να ερμηνεύω το τραγούδι της δικής μου ψυχής

Της οποίας δέκτης, πομπός και σπίτι φτερωτό, είμαι

 

126. Θεός

 

Κατέβηκε την μεγαλύτερη ώρα

Στάθηκε κοντά μου και με κοιτούσε κι εγώ δεν πίστεψα πως ήταν αυτός

Χρονοτριβούσα με το ν’ ασχολούμαι με τα πάντα μέχρι που με χαστούκισε

 

Έτρεξα μακριά του να φύγω

Και βρέθηκα σε λιβάδια ηλιόλουστα

Κι έκλαιγα που η ομορφιά έχει μετακομίσει και δεν μου στέλνει πια γράμματα

 

Μέσα από τα πέταλα ενός λουλουδιού εμφανίστηκε και πάλι

Μύριζε σαν την βουή της πιο γιορτινής μέρας

Τραγούδαγε κι εγώ γευόμουν ζωμό καμωμένο από νεκρές ιδέες κι εθιμοτυπικά φιλιά

 

Το πρωί δεν το κουνούσε ρούπι, σαν πείσμα μεθυσμένου

Το σώμα ήταν αδιάσπαστη ενότητα, συγχωροχάρτια μοιράζοντας σε όσους το πλήγωσαν με τα θέλγητρα της οιονεί μέθεξης του ξεχασμένου προ πολλού μέλλοντος

Κι ο Θεός ήταν το τόπι πανύψηλου κοριτσιού, άχαρο, όμορφο, τη θάλασσα πάντα στο τέλος να καμπυλώνει

 

Νηστεία, κρυψίνοια, τυφλή υπακοή

Σε σπίτι ξύλινο μέσα με φυλάκισαν οι τρεις μητριές

Την ερμηνεία της ζωής μου έδινα και μόνος θεατής μου ήταν ο Θεός

 

Η βάρκα μου έγινε υπέρλαμπρο καράβι

Κουρσάροι το βούτηξαν και το σαΐτεψαν ως τον απρόσιτο Βορρά

Να διακοσμεί το σαλόνι ημιβυθισμένων παγωμένων τεράτων, φίλων του Θεού, που ξερνούν διαρκώς κάπνα

 

Και πώς θα συνεχίσω;

Εγώ άλογα δεν καβαλάω, ούτε ανθρώπους

Είναι όλα τόσο μάταια όταν είσαι ο καλός της ιστορίας και συνεπώς πρέπει ν’ αδειάζεις με το που γεμίζεις

 

Εσύ τί λες για όλα αυτά;

Δεν ακούς, μα σε ρωτάω

Όλα μου τα πήρες, αλλά ακόμα είμαι εδώ

 

Τί περίεργα που κυλάνε τα βράδια μας

Ζωηρεύουν μόνο όταν συζητάνε τα τζιτζίκια με τους μεταξοσκώληκες

Και τα κουκούλια όλων των πραγμάτων ανοίγουν και φανερώνουν μικρούς κεραυνούς

 

Θα μου δώσεις, είπες, τα φτερά σου

Να πετάξω ως την άκρη της ατέλειωτης αυτής ερημιάς

Και στην πόλη σου να αναζητήσω το χρυσό κλειδί

 

Που ξεκλειδώνει τις μέσα μας πύλες

Αυτές που με ανοιχτό το στόμα, θαμπωμένοι, τις κοιτάμε

Όταν κοιμηθούμε, πριν ονειρευτούμε κι αφού σ’ εσένα παραδοθούμε

 

127. Σταυροδρόμι

 

Στο σταυροδρόμι τέσσερις πέτρινες μορφές

Μία για κάθε κατεύθυνση του μονοπατιού της γέννησης και του θανάτου

Είναι οι στάσεις της ζωής, που εκ των προτέρων δεν τις ξέρουν ούτε ο οδηγός ούτε οι επιβάτες του οχήματός της

 

Πρώτα ο Άγγελος Καταγραφέας

Απαριθμεί, καταμετρά, ταξινομεί

Ακουμπά το χέρι του στον ώμο μου και μου λέει: “Είμαι η Ανάγκη”

 

Ύστερα ο Άγγελος Εξολοθρευτής

Επεμβαίνει την ύστατη ώρα, τιμωρεί, συγχωροχάρτια δεν εκδίδει

Τη λαβή του σπαθιού του στο χέρι μου εφαρμόζει και μου λέει: “Κάνε θραύση”

 

Σειρά έχει ο Αγγελοκρουσμένος

Τρέμει καθώς ψαύει το κορμί μου από την κορφή ως τα νύχια

Δεν έχει τη δύναμη να μιλήσει αλλά με φιλάει όπου μπορεί εν μέσω αναφιλητών

 

Τέλος, ο Φύλακας Άγγελος

Ο δικός μου Άγγελος

Τόσο δικός μου που τρομάζω, τόσο δικός μου που τον αρνούμαι

 

Όραμα πολύπτυχο μου φανερώνει

Η μάχη των μαχών στο τέλος των ημερών

Είμαι ο Αρχιστράτηγος που τις δυνάμεις του Ανθρώπου κατευθύνει, είμαι ο απλός φαντάρος στην αιχμή του μετώπου, που θυσιάζεται την κάθε στιγμή

 

Εκατόμβη νεκρών, κόκκινη και μαύρη βάφουν την πλάση

Ώσπου σε μονομαχία με προκαλεί ο Αντίπαλος

Όσοι ελάχιστοι έχουν απομείνει ζωντανοί παραμερίζουν και σταματούν να μιλάνε, ν’ ανασαίνουν, να σκέφτονται

 

Ποιός πρώτος θα βρει την Λέξη;

Ιδού η πεμπτουσία του Αγώνα της Ζωής

Ορίστε, να ποιο είναι το πολυθρύλητο πέμπτο στοιχείο

 

Η Λέξη

Μία και μοναδική

Σοφίας απαύγασμα, χώμα στις άδειες κόγχες των ματιών, γρύλισμα του αόρατου κτήνους, ο άνεμος που σαρώνει τα ιερά στάχυα και στη θάλασσα μας αναβαπτίζει

 

Η Λέξη είναι η Τάξη στην οποία γράφτηκε το Χάος στο τέλος του Καλοκαιριού

Ποιός νοιάζεται για μένα όταν μένω μόνος στο σκοτάδι και ξεχάσω να διώξω την μαύρη νυχτερίδα απ’ τα πλεμόνια μου;

Απάντηση: Η Λέξη

 

Μην ανησυχείς, δεν είσαι εσύ η Λέξη

Μην αμφιβάλλεις, ο Αντίπαλος δεν θα την βρει ποτέ

Στην καρδιά του Σταυροδρομιού, εκεί όπου κανείς δεν μπορεί να σταθεί, εκεί η Λέξη με τον εαυτό της συνομιλεί και το Σύμπαν εξαρχής ολοένα δημιουργεί

 

128. Ήρωες

 

Βαδίζουν στο σκοτάδι της πιο παλιάς νύχτας

Πότε αλυσίδες στα πόδια τους, πότε φτερά, πότε το μυαλό που όλο γκρινιάζει κι υποφέρει για λογαριασμό τους

Σε κατάσταση απογείωσης μονίμως ευρισκόμενοι

 

Τα μάτια τους είναι λαμπρά και λένε όλη την αλήθεια

Όλα τα προνοούν, τίποτα δεν αποσοβούν

Τα σώματά τους τα καίει το χιόνι μες στην καρδιά του καλοκαιριού

 

Μιλάνε λίγο

Ακούνε πολύ

Τρώνε σαν αγρίμια

 

Το αύριο που τροχοδρομείται το γνωρίζουν

Και δρουν για να το αποτρέψουν

Και σώνουν το φως της επόμενης ημέρας, αλλά κανείς ποτέ δεν τους λέει “ευχαριστώ”

 

Όταν κοίταξα πέρα απ’ τον καθρέφτη τους είδα

Ο καθένας τους ήταν μια αίσθηση ολόκληρη

Κάθησα και περίμενα να τους σφίξω, έναν προς έναν, το χέρι κι εκείνοι μου χάρισαν από μια μύχια σκέψη τους

 

Το φίδι στο ραβδί μου τις έφαγε και λίγο μετά άδειασε τα σωθικά του

Ποτάμι χρυσό σχηματίστηκε ευθύς αμέσως

Αφέθηκα με περισσή προθυμία να με παρασύρει

 

Στις χώρες τους βρέθηκα

Τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους γνώρισα και φρόντισα

Τους επισκεύασα τις φωλιές και μερίμνησα ώστε να τους περιμένουν ζεστές, όταν επιστρέψουν, αν ποτέ επιστρέψουν

 

Πριν φύγω, ο μάγος της φυλής τους με δέχτηκε

Ήταν γέρος και τυφλός και μιλούσε πολύ αργά και πολύ σιγανά

Κάθε δεύτερη λέξη του ήταν σπίρτο, ήταν μαχαιριά, ήταν κρότος αναστάσιμος:

 

“Δεν έχεις ιδέα πόσες εποχές έχουν περάσει από τότε που φτάσαμε

Δεν μπορείς να γίνεις ένας από μας

Δεν μπορείς, βλέπεις, ν’ απαρνηθείς τα πάντα για χατήρι του τίποτα

 

Όμως ήγγικεν της αναχώρησής μας η ώρα

Κάποιοι λίγοι από σας να μας διαδεχτούν είναι έτοιμοι

Αλλά δεν ξέρω αν το τίμημα έχουν την αφέλεια να πιστεύουν ότι σε δόσεις να το καταβάλλουν μπορούν

 

Αλλά τώρα συγκέντρωσέ μας, ω διαλεγμένε, μέσα στον κύκλο που χαράξαμε στην καρδιά της γης σας

Και πέμψε μας πίσω στ’ αστέρι μας

Το τέλειο ποίημα γράφοντας κι απαγγέλλοντας”

 

129. Το Χρυσό Κλειδί

 

Γιατί η αλήθεια εσωκλείεται στα τείχη μιας πόλης που ποτέ δεν κοιμάται ούτε όμως και ξυπνάει

Σε όνειρο μενεξεδένιο φτάνω εμπρός απ’ τις Πύλες της σε αναζήτηση του χρυσού κλειδιού

Υπάρχουν φρουροί, αλλά κανείς (και δη αγγελιοφόρος) που φτάνει ως εκεί δεν χρειάζεται άδεια εισόδου

 

Μου έχουν πει ότι δεν πρέπει να μιλάω πολύ όσο είμαι στην πόλη

Κυρίως οφείλω ν’ ακούω και να παρατηρώ

Και να μην ψάχνω να βρω τίποτα αλλά ν’ αφήνω τα πράγματα να έρχονται σ’ εμένα

 

Σ’ ένα στενό κοντά στο Φρουραρχείο, δυο παιδιά παίζουν με κάτι πολύχρωμα ξύλινα πιόνια

Κάθομαι και τα κοιτάω από λίγη απόσταση, ενώ ένα αεράκι που φυσάει απ’ την μεριά του λιμανιού μου ανακατώνει τα μαλλιά

Μια γάτα φέρνει ένα γύρο τα πόδια μου χαϊδεύοντάς τα με την φουντωτή της ουρά λίγο πριν πηδήξει μέσα σ’ ένα παλιό ξεχαρβαλωμένο κασόνι

 

Στον κεντρικό δρόμο φήμες ανακατώνονται στον αέρα με τις μυρωδιές εξωτικών μπαχαρικών

Μια στρουμπουλή κοπελίτσα σκοντάφτει και πέφτει κι όλοι αρχίζουν να γελάνε

Την βοηθάω να σηκωθεί στα πόδια της κι εκείνη με κοιτάει στιγμιαία, με τα μάγουλά της αναψοκοκκινισμένα, λίγο πριν σκύψει το κεφάλι και βιαστικά απομακρυνθεί

 

Στην πλατεία έξω απ’ το παλάτι, ένας ασημένιος φτερωτός άνθρωπος με δεκανίκια ζητιανεύει

Κι ένας καλοντυμένος νεαρός αγχωμένος όλο την ώρα ζητάει να μάθει

Καθώς αγοράζω από πλανόδιο πωλητή μια μπλε ελεκτρίκ σοκολάτα, κάποιος μου αφήνει στην τσέπη ένα σημείωμα κι εξαφανίζεται πριν προλάβω να δω ποιος ήταν

 

Γράφει: «Στην καταπακτή, στο λιμάνι, απ’ το άγαλμα του γλάρου, τρίτος δρόμος δεξιά»

Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω μέχρι που δεν μπορώ άλλο να συνεχίσω

Ανάβω την πίπα μου, παίρνω τρεις τζούρες κι άξαφνα όλη αυτή η αναζήτηση μάταιη μου φαίνεται

 

Κάθομαι σ’ ένα σκαλοπάτι και ρεμβάζω

Η γειτονιά με υποδέχεται μ’ έναν αναστεναγμό και τον χρόνο παγώνει για χάρη μου

Ένα κοριτσάκι εμφανίζεται μπροστά μου χαμογελαστό με σκοινάκι και χούλα χουπ

 

Χοροπηδάει πάνω κάτω μέχρι να μείνει από αναπνοή

Κινείται γύρω γύρω με βιρτουόζικη μαεστρία

Μισό λεπτό, κάτι λάμπει στα καστανόξανθα μαλλιά της

 

Είναι χρυσό

Είναι κλειδί

(Για εκείνην είναι η αυτοσχέδια στέκα της και τίποτα παραπάνω)

 

Πετάγομαι όρθιος κι εκστασιασμένος την πλησιάζω

Εκείνη με γέλιο κελαρυστό τα μαλλιά της αφήνει λυτά

Και το χρυσό κλειδί ταχυδακτυλουργικά μου παραδίδει

 

Τρέχω αλαφιασμένος στο λιμάνι, άγαλμα γλάρου, τρίτος δρόμος δεξιά

Την καταπακτή με δέος ξεκλειδώνω

Είναι η είσοδος στο υπόγειο δάσος εκεί όπου η νεράιδα εδώ και μια αιωνιότητα με περιμένει

 

130. Λέξη 

 

Τα παιδιά δεν φοβούνται

Που δεν ξέρεις την Λέξη

Δεν την ξέρει κανείς

 

Ίσως είναι η ώρα

Που οι σιωπές μεγαλώνουν

Κι οι χαρές δεν τελειώνουν

 

Ίσως είναι τα βάθη

Τα μυστήρια πάθη

Μιας ψυχής φλογισμένης

 

Ίσως είναι η τρέλα

Που γλυκά λέει: “φίλε, έλα”

Στον γκρεμό πριν σε ρίξει

 

Ίσως είναι η γυναίκα

Των ονείρων η κλέφτρα

Της ζωής το πηγάδι

 

Ίσως είναι ο άντρας

Που τα στήθη σ’ αγώνα προτάσσει

Νιώθοντάς το εξ αρχής πως θα χάσει

 

Ίσως είναι η γλώσσα

Των θεών το παιχνίδι

Του παραδείσου το φίδι

 

Ίσως είναι το φως

Μαγεμένος αυλός

Στο κενό που τον κόσμο ανοίγει

 

Ίσως είμαι εγώ

Φύλακας των συνόρων

Διώκτης των σταυροφόρων

 

Ίσως είσαι εσύ

Ο μισός μια πνοή, μια συνήθεια

Η μισή μια οργή, που καλεί σε βοήθεια

 

Τα παιδιά δεν τα νοιάζει

Που δεν ξέρουν την Λέξη

Είναι αυτό που δεν είναι

 

131. Το τέλειο ποίημα

 

Το τέλειο ποίημα

Εγράφη με θύμα

Της νύχτας το σήμα

 

Δεν έλεγε ψέματα

Δεν έσταζε αίματα

Δεν είχε καν θέματα

 

Σαν χρόνος κυλούσε

Σαν χώρος σιωπούσε

Σαν οίνος μεθούσε

 

Γενναίο σαν ανηφόριζε

Δειλό σαν κατηφόριζε

Αμείλικτο σαν όριζε

 

Ζητούσε συμμετρία

Χαράσσοντας πορεία

Μετρούσε ως το τρία

 

Ήταν ο εαυτός του

Ουσία και σκοπός του

Mέτρο και ρυθμός του

 

Στα χείλη κολλούσε

Την σκέψη αψηφούσε

Εσένα αφορούσε

 

Το τέλειο ποίημα

Με άψογη ρίμα

Καβάλα στο κύμα

 

Μα ξαφνικά εχάθη

Τι του’ μελλε να πάθει

Κανείς δεν το’ χει μάθει

 

Αχ, κούφια κι άτιμη η ώρα

Κομμάτια που’ γινε η αιώρα

Του τέλειου ποιήματος, και τώρα

 

Η μοίρα μας ξένη

Οικτρή, πλανεμένη

Αυτό περιμένει