Greek Poems


Λέξεις, η μία μετά την άλλη

Σχηματίζουν αενάως αλληλεπικαλυπτόμενους κόσμους

greek-poems-cover-page

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

ΣΥΝΘΕΣΗ

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Ανώνυμο Βερολινέζικο (12 Σεπτεμβρίου 2017)

Έλενα

Νοσταλγώ ένα μέλλον όπου οι φωτογραφίες σου θα ζωντανεύουν

Και θα έρχονται να περπατάμε παρέα και να τα λέμε

Απ’ το Σπαντάου ως το Κρόιτσμπεργκ, κι απ’ το Σαρλότενμπουργκ ως το Πρεντζλάουερ Μπεργκ

Κουτσομπολεύοντας, γελώντας, αναζητώντας αυτό που δεν μπορούμε να βρούμε

Βερολινέζος, Βερολινέζα

Χαροκοπιώτης, Χαροκοπιώτισσα

Παιδιά της εποχής όπου όλα είναι πιθανά

Ακόμα κι εσύ

Ακόμα κι εγώ

Έλενα

Μην με ρωτήσεις το ποίημα αυτό τι σημαίνει 

Ιδέα δεν έχω, αλήθεια σου λέω

Ξέρω, όμως, το ξέρω

Ότι η σημαία σου θα κυματίζει ακόμα κι όταν έχει άπνοια

Ότι η καταιγίδα θα κοπάζει στην κορυφογραμμή της αιωνίως διαθέσιμης, αιωνίως φευγαλέας, ομορφιάς σου

Έλενα

Λίγο ακόμα και βγαίνω

Πες μου σε παρακαλώ: είναι ποτέ δυνατόν να κάνω κάτι που να μην είναι για εσένα;

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Κάθε μέρα, κάθε ώρα (Σεπτέμβριος 2017)

 

Κάθε μέρα, κάθε ώρα

Σε μια δαντελένια αιώρα

Η σιωπή αποκαλύπτει

Σ’ άγνωστό μας παραλήπτη

Που ξανά θα ιδωθούμε

Τι θα φάμε, τι θα πιούμε

Με ποιό αστείο θα γελάσεις

Με ποιά καλλονή θα μοιάσεις

Ο ήλιος όταν χαιρετήσει

Και η νύχτα ξεμυτίσει

Ποια απ’τα χρώματα του ονείρου

Μέσα από χοάνη απείρου

Θα μας φέρουν πιο κοντά

Πριν μας σπρώξουν μακριά

Ποιάς αλήθειας η πνοή

Στης αγάπης την ροή

Πιο βαθιά θα μας εντάξει

Κει που χάος ίσον τάξη

Κάθε μέρα, κάθε ώρα

Της μαγείας μας η χώρα

Προσκαλεί κι υπομένει

Στο αλλόκοτο εμμένει

Μεγαλώνει, αναστενάζει

Την μαυρίλα ανατινάζει

Και με θάρρος ατενίζει

Τον τροχό που όλο γυρίζει

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Στις πόλεις του ονείρου (Αύγουστος 2017)

Στις πόλεις του ονείρου
Γιορτές και πανηγύρια
Στις πόλεις του ονείρου
Εφιάλτες και μυστήρια
Στις πόλεις του ονείρου
Αλήθεια είναι όλα
Στις πόλεις του ονείρου
Οι νύχτες πολυβόλα
Στις πόλεις του ονείρου
Γιορτάζω το φευγιό μου
Στις πόλεις του ονείρου
Το τώρα, το εδώ μου
Στις πόλεις του ονείρου
Αστράφτουν οι Πλειάδες
Στις πόλεις του ονείρου
Οι ομορφιές χιλιάδες
Στις πόλεις του ονείρου
Η πλάση τρεμοπαίζει
Στις πόλεις του ονείρου
Κανείς δεν με εμπαίζει
Στις πόλεις του ονείρου
Η ακοίμητη φωνή σου
Στις πόλεις του ονείρου
Μου λέει: “είμαι μαζί σου”

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Ένα Μηδέν Ένα (Αύγουστος 2017)

Άγνωστη η ορμή σου
Μαύρο το φιλί σου
Λάμψη η ματιά σου

Τέλος, πού ορίζει
Μέση, πού θερίζει
Αρχή, πού τριγυρίζει

Τ’ άστρα που ανάβουν
Δείχνουν τον θεό σου
Είμαι όλος δικός σου

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Στον τάφο μπουσουλώντας (Ιούλιος 2017)

Μυστήριον της ύπαρξης μας έζωσεν μεγάλον
Πατούσα απρόσεκτου θεού μας πάτησεν τον κάλον
Μοιραίοι πορευόμεθα σ’ αυτήν την δόλια πλάση
Σ’ αναλαμπές ελπίζοντας στην φέξη και στην χάση
Οι πόρτες είναι ορθάνοιχτες και τα σκυλιά δεμένα
Μα πού να περπατήσωμεν – υπάρχουν και τα τρένα
Καθένα απ’ τα ταξίδια μας παρόμοια καταλήγει
Φαΐ, πιοτό και καρτ-ποστάλ και όπου φύγει φύγει
Η περιπέτεια της ζωής μ’ εκρήξεις και με πάθη
Νερόβραστη κατήντησε, ξεπλύθηκε κι εχάθη
Κι απόμειναν οι αγορές, παζάρια και πωλήσεις
Του αυθόρμητου και της χαράς επιμνημόσυνες δεήσεις
Ακόμα και ο έρωτας, ο μέγιστος αλήτης
Κατήντησε ένας πλαδαρός και ψεύτης συβαρίτης
Τα πάντα υπετάχθησαν στην γκρίζα παρακμή
Χωρίς μεγάλη αντίσταση, χωρίς πολλά γιατί
Ανάκτορο βαφτίστηκε ο βούρκος ο δυσώδης
Κι απόγινε το σώμα μας φιγούρα ομιχλώδης
Κι έτσι πια δεν πιστεύουμε μα ούτε κι απορούμε
Του βίου μας τώρα η μέριμνα μονάχα να μετρούμε
Κι αναφορά να δίδουμε στων αριθμών το ιερατείο
Εκεί που απαγορεύεται και το πιο αθώο αστείο
Κι αν παραλογιστεί κανείς κι επαναστατήσει
Μεμιάς θα σπεύσει ο γιατρός για να τον νουθετήσει
Μα αν επιμείνει ο ρέμπελος ναρθούν τα κάτω πάνω
Θα εντάξουνε την τρέλα του σε στέρεο, πλήρες πλάνο
Ενώ εμείς τους άγευστους της πλάνης μασουλώντας
Καρπούς, θα πορευόμαστε στον τάφο μπουσουλώντας

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Ρουτίνα απελευθέρωσης (Ιούνιος 2017)

 

Κάθε μέρα κι από μία, τόση δα δημιουργία

Κάθε μέρα να γελάς, τον αέρα να φιλάς

Κάθε μέρα να βοηθάς, κάθε μέρα να χαρίζεις

Κάθε μέρα να πονάς, κάθε μέρα να δακρύζεις

 

Όχι στην μοιρολατρία

Όχι στην φυγοπονία

Όχι στην ανοησία

Όχι στην απελπισία

 

Κάθε νύχτα να διαβάζεις

Κάθε νύχτα να θυμάσαι

Πως αυτό που είσαι, αν λάμπει

Μοναχός ποτέ δεν θα’σαι

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Nύχτα Αγία Βαλπουργία (Απρίλιος 2017)

Νύχτα Αγία Βαλπουργία
Μέρες μετρώ μία προς μία
Εις το κατώφλι σου προσμένω
Με το δαυλί το αναμμένο
Και με την μάσκα της αλήθειας
Πετάω τα έρμα της συνήθειας
Προσφεύγω ικέτης στον βωμό σου
Γίνομαι δούλος ταπεινός σου
Σφραγίζω μάτια, χείλια αυτιά
Ώσπου ξεχνάω ποιός είμαι πια
Γίνομαι τίποτα και όλα
Την μυστική μου νιώθω κόλλα
Το είναι μου που συγκροτεί
Ενώ το γίγνεσθαι, βροντή
Τη σύμβαση μου συγκλονίζει
Και το κλαδί της πριονίζει
Ώσπου η φωτιά μόνο να μείνει
Το δώρο της ζωής που δίνει
Στους άξιους και στους τρελούς
Σε ποιητές και τολμηρούς
Που δρουν για την ανατροπή
Με ρίχνουν σε μαύρη οπή
Και τις νεράιδες αγκαλιάζουν
Από τα θέλω τους αδειάζουν
Κι έτσι μια νύχτα μαγική
Της ύπαρξης την φυλακή
Με μια φωνή ισοπεδώνουν
Την ομορφιά της πλάσης σώνουν
Βιώνουν μύηση τρανή
Ανοίγουν κάτασπρο πανί
Και πλέουν με ιερή μανία
Στον κόλπο σου, Άγια Νύχτα Βαλπουργία

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Το φως στο ρετιρέ (Απρίλιος 2017)

Τα μάτια λάμπουν στα σκοτάδια

Και οι καρδιές χτυπούν τρελά

Ταινία τα δικά σου βράδια

Στο μαγικό της πόλης σινεμά

δ

Σου φόρεσα λευκή κορδέλα

Και σορτς λευκό μια άλλη φορά

Μικρή της άνοιξης, ζεστή κοπέλα

Στην αγκαλιά σου ο Θεός χωρά

δ

Κι αν το μετά δεν σου μιλάει

Είναι που φλέγεται το τώρα

Κι αν το παιχνίδι όλο χαλάει

Κοντοζυγώνει η μία ώρα

δ

Η ώρα που τα ξέφρενα αστέρια 

Θα εκραγούν στον ουρανό μας

Η ώρα που τα ολόδικά μας χέρια

Θ’ αναβοσβήνουνε στο ρετιρέ το φως μας

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Μέρα απελευθέρωσης (Απρίλιος 2017)
Ποιά θάναι ετούτη η μέρα η τρελή
Που όλα χαμένα θα φαντάζουν
Και μαύροι κόμποι από πυκνό, αξεδιάλυτο μαλλί
Μες στην καρδιά μου θα φωλιάζουν
Ποιά θάναι η μέρα που ο τοίχος
Θ’ απέχει όσο η κεφαλή μιας τρίχας
Κι ο μόνος που θ’ ακούω ήχος
Θα είναι της ψυχής μου ο ξερός ο βήχας
Η μέρα αυτή θάναι τρανή
Η μέρα αυτή θάναι σπουδαία
Κι ας είμαι εμπρός σε πύλη σκοτεινή
Κι ας είναι το να την διαβώ η μόνη μου ιδέα
Γιατί καθώς θα σβήνει η φωνή μου
Και θα παγώνει το κορμί μου 
Θα εμφανιστείς εσύ, γλυκιά μου Ηλιαχτίδα
Ανάβοντας και πάλι την ύστατή μου ελπίδα
Θα έρθεις μέσα απ’ την μουντάδα
Κι όλα θα γίνουν μια λιακάδα
Στην αγκαλιά σου θα χωθώ
Και μες στο φως θα διαλυθώ
Στην άλλη όχθη θα περάσω
Με διθυράμβους και κραυγές
Από τις έγνοιες μου θ’ αδειάσω
Στου πεπρωμένου μου το λυκαυγές
Δεν θάμαι πια λειψός και λίγος
Όπως δεν ήμουνα ποτέ στ’ αλήθεια
Με Ηλιαχτίδας και Σελήνης σφρίγος
Η μαγική ζωή θα γίνει η νέα μου, καθημερινή, συνήθεια

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Άγιος Μαυρίκιος (Μάρτιος 2017)

Σε νήσο μακρινή πολύ

Με τις συντεταγμένες του ονείρου ταυτισμένη

Στις Νότιες Θάλασσες που πλέει

Και πάντα παραμένει στον αφρό

Του κύματος του ωκεανού, στην άκρη των κυκλώνων

Βρέθηκα κι εγώ μια Εαρινή (εκεί Φθινοπωρινή) Ισημερία

 

Το όνομα της νήσου το αληθινό

Που λίγοι το γνωρίζουν κι ακόμα λιγότεροι το προφέρουν

Άγιος Μαυρίκιος είναι

Κι όσοι στα φιλόξενα χώματα του πατήσαν

Και στα ευλογημένα του νερά αναβαπτιστήκαν

Έχουν να το λένε

 

Ναι, έχουν να το λένε

Κι ίσως να το παραλένε

Αλλά, χαλάλι, ας το παραλένε κι, ακόμα ακόμα, ας παραμιλάνε

Εξάλλου όσα συμβαίνουν σ’ έναν Άγιο Τόπο, ε, δεν γίνεται συμβατικά και τετριμμένα να είναι, πώς να το κάνουμε…

 

Ας μιλήσω λοιπόν κι εγώ, αλλά από πού να ξεκινήσω;

Από τον ηλικιωμένο ευτραφή ομιλητικότατο και συμπαθέστατο ταξιτζή με το παρατσούκλι Ζορρό, που το απέκτησε στα νιάτα του λόγω των πολλών Ζήτα που διέγραφε το όχημά του στο οδόστρωμα εξαιτίας της, δίκην ραλίστα, οδήγησής του;

Από την Μπλε Πέννυ και την αδελφή της την Κόκκινη Πέννυ, τα ιερά δισκοπότηρα των φιλοτελιστών, που φέρουν την μεγαλύτερη χρηματική αξία σ’ ολόκληρο τον Άγιο;

Από την βίλα “Εύρηκα”, με τα πατώματα που τρίζουν απ’ το βάρος τόσων μυστικών και ανομολόγητων ανομημάτων και με τα βαριά ξύλινα έπιπλα που όταν δεν τα κοιτάς χορεύουν, η οποία κατασκευάστηκε την εποχή που η νήσος αποτελούσε Γαλλική αποικία, περιστοιχίζεται από οργιώδη βλάστηση, καταρράκτες κι ένα μαγικό βουνό, φυλάσσεται απ’ τα πιο άγρια κουνούπια που υπάρχουν στον Γαλαξία, και της οποίας ο κληρονόμος κάθεται επί οχτάωρο κάθε μέρα σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο σ’ ένα συγκεκριμένο πεζούλι για να το διατηρήσει “ζεστό”;

Από τα τιρκουάζ νερά της Καλής Θάλασσας (Belle Mare) που όσες φορές κι αν θα βουτήξεις μέσα τους δεν τα χορταίνεις;

Από τα ντόντο που είναι πανταχού παρόντα κι ας έχουν, υποτίθεται, εκλείψει;

Από τον Βοτανικό Κήπο του Pamplemousse όπου ο πιο ξεκαρδιστικά αστείος κι ετοιμόλογος (κανονικά θα έπρεπε να είναι stand-up κωμικός, θα κάναμε και καταπληκτικό ντουέτο μαζί) βοτανολόγος μας ξενάγησε για μιάμιση ώρα (έναντι 100 Μαυρικιανών ρουπιών, ήτοι ούτε 3 ευρώ, το κεφάλι) και μας μύησε στα μυστικά των νουφάρων – ιπτάμενων δίσκων, του δέντρου με την ράστα κώμη, της ντροπαλής μιμόζας που μόλις της αγγίζεις τα φύλλα τα κατεβάζει αμέσως με συστολή, του υδρόβιου φυτού με τα απολύτως αδιάβροχα φύλλα, του φοινικόδεντρου που οι πτυχώσεις του κορμού του θυμίζουν φαλλούς και του άλλου φοινικόδεντρου που βγάζει ένα μόνο καρπό κάθε πενήντα χρόνια;

 

Ή μήπως να ξεκινήσω από την ηφαιστειογενή γαία με τα 23 (το νούμερό μου) χρώματα;

Από το Λουκούλειο γεύμα ένα απομεσήμερο στον κήπο του Πανδοχείου της Θείας Αταλίας (κι ουχί Ναταλίας), η οποία συλλέγει βίντατζ σπορ αυτοκίνητα και τα μοστράρει;

Από το δείπνο – εξτραβαγκάντσα, αντάξιο των πιο φίνων εστιατορίων των Παρισίων, στο Καφέ των Καλών Τεχνών, που στεγάζεται σ’ έναν παλιό ζαχαρόμυλο, με τον ημίτρελο και μεθυσμένο Γάλλο ιδιοκτήτη του, υιό ζωγράφου και απίστευτο μπον βιβέρ και γευσιγνώστη, να βρίσκεται σε μόνιμο ντελίριο, και τους αμίλητους σερβιτόρους του, οι οποίοι αναλώνονταν στο να κλωτσάνε τις διερχόμενες κατσαρίδες ώστε να μην τις βλέπουν οι πελάτες;

Ή από το άλλο δείπνο στο μπαράκι του απίστευτα πρόσχαρου Ντήον, πρώην σωματοφύλακα του Νέλσωνος Μαντέλα, με τις τρομερές Νοτιοαφρικάνικες μπριζόλες του και τον σκελετό στις ανδρικές τουαλέτες;

 

Μμμ… ίσως όμως θα έπρεπε να ξεκινήσω από τον υπάλληλο του ξενοδοχείου που περιεφέρετο μ’ ένα σπρέι στο χέρι, καθαρίζοντας, με κάθε ευκαιρία, τα γυαλιά ηλίου των φιλοξενούμενων

Ή απ’ την κουβέντα που έπιασα με το φλύαρο φύλλωμα ενός παλιού δέντρου έξω από μια Φινλανδική σάουνα

Ή καλύτερα απ’ το (εισαγόμενο απ’ την Τζαμάικα) ρητό ως προς την πρέπουσα οδική συμπεριφορά: “De left side is de right side, de right side is suicide”

Ή μήπως πριν απ’ οτιδήποτε άλλο θα όφειλα ν’ αναφερθώ στον Κινέζο μάγειρα εκείνου του πλωτού εστιατορίου που σέρβιρε πικάντικες λιχουδιές α λα Σιτζουάν, οι οποίες δεν σ’ έκαιγαν μεν, αλλά κατελάμβαναν κάθε γευστικό κάλυκα της γλώσσας σου για ώρες, έτσι που ακόμα και το νερό που έπινες είχε γεύση κοτόπουλου Σιτζουάν;

Ή να σχολιάσω το γεγονός ότι οι ΑγιοΜαυρικιανοί, αν και νησιώτες και δεινοί ψαράδες, είναι απελπιστικά κακοί κολυμβητές;

Και δεν θα μπορούσα να παραλείψω να κάνω αναφορά στο ότι κάθε δεύτερο σπίτι στον Άγιο είναι Ινδουιστικός ναός κι ότι στην ιερή λίμνη στο κέντρο του νησιού, που την επιβλέπει ένα θεόρατο, μα και συνάμα απροσδόκητα παιχνιδιάρικο, άγαλμα του Θεού Σίβα, λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο η μεγαλύτερη, εκτός Ινδίας, Ινδουιστική γιορτή

 

Αλλά επειδή νιώθω ότι μου το χρωστάω και λίγο, θα ξεκινήσω από εμένα

(Δεν είναι αυτό εγωιστικό, πίστεψε με, εξάλλου δες κι όσα έγραψα παραπάνω)

 

Χαλάρωσα, καλιμπραρίστηκα, αλλά και αποσυντονίστηκα, αλλά και ξέφυγα

Έφαγα πολύ, αλλά δεν πήρα κιλά, ίσα ίσα που έχασα και βάρος (ας όψεται το κολύμπι κι η υπερκατανάλωση μάνγκο, παπάγιας και πικάντικων ντόπιων εδεσμάτων)

Αφέθηκα στο χάος, αλλά και προγραμμάτισα πολλά

Γεύτηκα την πολύ γλυκιά ζωή, αλλά είδα και τους εφιάλτες μου

Σκέφτηκα κι έγραψα, αισθάνθηκα κι έσβησα

Ένιωσα ως ο πιο δυνατός και πιο αρρενωπός, μέθυσα με ρούμι και κρασί, πήρα μια γεύση των απαγορευμένων ηδονών του παραδείσου, αλλά κάποιες στιγμές με κυρίευσε η απόγνωση και η επίγνωση μιας κάποιας ασημαντότητάς μου

 

Εν τέλει όμως βίωσα πάρα μα πάρα μα πάρα πολλά μέσα σε τυπικά πολύ μικρό χρονικό διάστημα

 

Και γι’ αυτό αισθάνομαι ευγνώμων

Κι ευλογημένος

 

Να πας κι εσύ στον Άγιο

Είτε χειμώνα είτε καλοκαίρι, ο Άγιος σε περιμένει

Κι αν όταν βρεθείς εκεί ο χρόνος σε πιέζει

Σου συνιστώ ένα πράγμα να κάνεις

Κάθισε στην ρίζα ενός μπαομπάμπ κι αφουγκράσου

Είναι βέβαιο πως την φωνή μου θ’ ακούσεις

Να σου διηγείται όσα ζούμε διαρκώς, κι ας μην το αντιλαμβάνονται τα σώματά μας πάντοτε

Όσα υπέροχα κι αγιασμένα

Όσα φρικτά κι αμαρτωλά

Όσα μας κάνουν ανθρώπους

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Το τέλος πλησιάζει (Μάρτιος 2017)

Το τέλος πλησιάζει

Βλέπω το φώτο-φίνις

Τα χρώματα πυκνώνουν

Ο πόνος με σαρώνει

Αλλά εγώ αντέχω

Κι έρποντας θα περάσω

Στην όχθη την απέναντι

Αυτήν που ήδη βλέπω

Και μόλις την αγγίζω

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Η έννοια της αγάπης (Φεβρουάριος 2017)

 

Η έννοια της αγάπης

Ορίζων αυταπάτης

Αλήθειας παρουσία

Του άλλου η απουσία

η

Η θέρμη της χαράς της

Όνειρο κι εφιάλτης

Νικά τις αποστάσεις

Εντείνει τις εντάσεις

η

Και οι καρδιές χτυπάνε

Τα αίματα κυλάνε

Και η πηγή στερεύει

Το σώμα δεν φιλεύει

η

Την έννοια της αγάπης

Που δεν καταλαβαίνεις

Και στήνεις καραούλι

Σε όλους λες «yours truly»

η

Μα μένεις μοναχός σου

Τα αισθήματα, το βιος σου

Που όσο το ξοδεύεις

Πιο πλούσιος θα βγαίνεις

η

Στα όνειρά σου βλέπεις

Τ’ αντίθετα που τείνουν

Βιαίως σε ξεντύνουν

Σε κάνουνε να έρπεις

η

Στον κόσμο σου τριγύρω

Τον κόσμο τον μεγάλο

Που βλέπεις στον καθρέφτη

Απατηλό και κλέφτη

η

Εκείνου που σε νοιάζει

Κι ας σε καταδικάζει

Σε δίψα αιωνία

Κι ατέρμονη αγωνία

η

Γιατί όταν αγαπάς

Γιατί όταν Αγαπάς

Πάντοτε θα ξεχνάς

Πάντοτε θα πονάς

η

Μ’ αυτά που δεν τα φτάνεις

Με τα φιλιά που χάνεις

Τα σώματα οπτασίες

Παράξενες γωνίες

η

Που όσο κι αν ποθείς

Μέσα τους δεν χωρείς

Φωλιές των ριζικών σου

Των πύρρειων νικών σου

η

Η έννοια της αγάπης

Γυμνώνει το ξυράφι

Τινάζει την ανία

Αγιάζει την μανία

η

Και τρέχεις, άντε πάλι

Μα δεν τηνε προφταίνεις

Την γλώσσα της σου δείχνει

Τ’ αόρατά της ίχνη

η

Μα δες το επιτέλους

Τα πράγματα μετράνε

Οι σκέψεις σου σκορπάνε

Την έννοια, ξέχασέ την

η

Την πράξη, αγκάλιασέ την

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Μια άλλη πόλη (Ιανουάριος 2017)

Απέραντες εκτάσεις
Αμέτρητα στρέμματα
Άνυδρα τοπία

Η πόλη του παλιού
Η πόλη της ανίας
Η πόλη της (φερέλπιδος) αγνοίας

Το μυστικό, στο κατάρτι
Του μυαλού, που δεν βλέπεται
Δεν νιώθεται, μόνο λίγο λίγο λησμονιέται

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Σε σκέφτομαι μέρα και νύχτα (Δεκέμβριος 2016)

Σε σκέφτομαι μέρα και νύχτα

Και το κορμί μου αλυχτά

Και η ψυχή μου λέει: “ρίχτα!”

Και το μυαλό μου ξενυχτά

Για σένα καταργώ τα “πρέπει”

Τα “μη” τ’ αλλάζω σε “προχώρα”

Και όλο μου το είναι ρέπει

Προς την φανταστική σου (χ)ώρα

Γιατί η φωτιά της ύπαρξής σου

Νερό μου δίνει και αέρα

Κι ας χάνομαι μες στ’ όνειρό σου

Σε σκέφτομαι νύχτα και μέρα

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Τα όρια ξεπεράστηκαν (Δεκέμβριος 2016)

Τα φύλλα όλα μοιράστηκαν
Οι μοίρες παραστράτησαν
Τα όρια ξεπεράστηκαν

Και βρέθηκα πιο πέρα
Κι ήμουνα πια άλλος
Αυτός που τώρα βλέπετε

Νομίζετε πως σκέφτομαι
Πολύ το τι θα γράψω
Μα ακούω μόνο την έμπνευση

Που όταν μ’ επισκέπτεται
Στην ώρα την ασύμφορη
Γίνομαι ο σκοπός μου

Σβήνει ο προορισμός μου
Και μένει το ταξίδι
Ερμητικό παιχνίδι

Κι έρωτας μοιραίος
Ετών 36
Φωτιά, κι όποιος αντέξει

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Ανώνυμο (Δεκέμβριος 2016)

Σαν μέσα από χρυσή βροχή σε βλέπω

Σε έρημο βαδίζεις, βαστώντας ένα κλαδί ελιάς

Στα γυμνά σου πέλματα, οι κόκκοι άμμου γίνονται χρυσαφένιοι σβώλοι

Η αγάπη μου για σένα, κόκκινη πλημμύρα της καρδιάς, καθαρό οξυγόνο για τους πνεύμονες

Είμαι δίπλα σου, και σ’ ονειρεύομαι

Είσαι μακριά μου, και σ’ αγγίζω

Στη μία άκρη αυτά, που είναι λίγα

Στην άλλη άκρη τα άλλα, που είναι πολλά

Στην μέση τα πάντα: εσύ

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Ανώνυμο (Δεκέμβριος 2016)

Κομματιασμένος στους στίχους
Ξεχνιέμαι
Αλητεύω
Διαμελισμένος στην μουσική
Υπομένω
Υποφέρω
Άλλη μια μέρα συννεφιασμένη
Εσαεί χαμένος
Κι όμως χορεύω

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Ρομαντικό τετ-α-τετ (Αύγουστος 2016)

Ενα ρομαντικό τετ-α-τετ
Μια βραδιά που φυσούσε

Μια σκέψη τρε πασέ
Ενα σώμα που πονούσε

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Ανώνυμο (Ιούλιος 2016)

Ακόμα μια επίσκεψη στο Σκιστο το Λαγκαδι
Μίλια μακριά από τη σφαίρα επιρροής του Άδη
Αφημένοι στις ακαταλογιστες εμπνεύσεις της Θείας Πλημμύρας
Εκείνη που έχει σήμα το Παγώνι της Θεάς Ήρας

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Κατευόδιο Αντρέα (Ιούνιος 2016)

Αντρέα, στων εποπτών την παρέα
Με γέλιο και χαρά
Να ξαναστήσεις πας της Ευρώπης τη σημαία
Εστω και μ’ αστέρια 27!
Τί άραγε να μας μέλλει Αντρέα
Στον κόσμο ετούτο τον τρελλό
Που μας ταΐζει ολοένα οξέα
Στην καρδιά και στο μυαλό…
Μα θα νικήσουμε, εμείς, Αντρέα
Σε πείσμα του κακού μας του καιρού
Και στην ηλιόλουστη μέρα τη νέα
Θ’ ανταμωθούμε εν μέσω εκστατικού χορού!
………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Τα κορίτσια του Ενενήντα (Ιούνιος 2016)

Τα κορίτσια δεν ρωτάνε
Παρά μόνο σαν ξεχνάνε
Πως υπάρχει στην καρδιά
Μια γαλάζια αμμουδιά

Τα κορίτσια ανασαίνουν
Τρέμουν και αργοσαλευουν
Σαν ακουνε στο σκοτάδι
Τη σκεπτομορφη του Άδη

Τα κορίτσια σ’αγαπανε
Και για σένα ξενυχτάνε
Είκοσι έξι χρονια τώρα
Στου ονείρου σας τη χώρα

Τα κορίτσια του Ενενήντα
Τα ορίζουν τρεις κι εξήντα
Μοίρες και γλυκά φιλια
Της σιωπής σου η λαλιά

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Πότε ήταν η τελευταία φορά (Ιούνιος 2016)

Πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες ευτυχία;
Που άνοιξες τα παράθυρα στο κεφάλι σου χωρίς ενοχές;
Που γέλασες αβίαστα χωρίς να δαγκώνεσαι, ταυτόχρονα και κρυφά, σε δέκα σημεία;

Πότε ήταν η τελευταία φορά που δεν περιορίστηκες έστω και λίγο;
Που δεν αυτολογοκρίθηκες πριν μιλήσεις;
Που δεν συμβιβάστηκες με τους ορατούς κι αόρατους εχθρούς σου;

Πότε ήταν η τελευταία φορά που δεν παρακολούθησες τα νέα;
Που δεν σχολίασες τις τρέχουσες καιρικές συνθήκες;
Που βούτηξες κάτω από τον αφρό των ημερών;

Πότε ήταν η τελευταία φορά που δεν είπες «αυτή ήταν η τελευταία φορά»;
Αλλά απλώς λυτρώθηκες και λύτρωσες;
Χωρίς περιττές προσπάθειες και δράματα;

Πότε ήταν η τελευταία φορά που δεν ξύπνησες με βαθύ αναστεναγμό;
Που δεν σκέφτηκες «τι δουλειά έχω εγώ εδώ πέρα»;
Που φλέρταρες με το άγνωστο;

Πότε ήταν η τελευταία φορά που ξεκίνησες κάτι που δεν θα το τελειώσεις ποτέ;
Που τρόμαξες τους άλλους;
Που ήπιες ένα ποτήρι κρασί με τους σκελετούς στην ντουλάπα σου;

Πότε ήταν η τελευταία φορά που ονειρεύτηκες με τα μάτια ανοικτά;
Που δημιούργησες έναν κόσμο;
Που θυμήθηκες ότι ζωή χωρίς εσένα δεν νοείται;

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Πάσχα 2016 (Απρίλιος2016)

Όσο ζω πεθαίνω
όσο πεθαίνω η ανάσταση επίκειται
κι εντωμεταξύ περιμένω τη φώτιση
ξεχνώντας πως υπάρχω
ξεχνώντας…

Άξονας των χ το μηδέν
άξονας των ψ το άπειρο
κέντρο η καρδιά μας
άλλοι βλέπουν τεταρτημόρια
εμείς βλέπουμε τον Σταυρό

Ιστορία της γραφής
γεωγραφία της ψυχής
πολιτική του τέλματος
κατανόηση του Σύμπαντος

Μόνο Πάσχα, μόνο πέρασμα, μόνο – πάτι
μόνο – το όλο

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Ανώνυμο (Ιανουάριος 2016)

Αχ, γιατί δεν με ακούει
(η μυρωδιά της)
Όλα από εμένα τα περιμένει
(το χαμόγελο της)
Δεν μου συγχωρεί το παραμικρό λάθος
(τα μάτια της)
Στο τέλος θα με ξεκάνει
(η ζωή μου)

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Ο σύγχρονος άνθρωπος (Ιανουάριος 2016)

Ο σύγχρονος άνθρωπος σκέφτεται με τα πόδια και δεν βαδίζει, αιωρείται (στο κενό)
Ο σύγχρονος άνθρωπος μιλάει χωρίς να ακούει τι λέει
Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει ήδη ξεχάσει αυτό που θα συμβεί σε λίγο
Ο σύγχρονος άνθρωπος αρπάζεται από την πρώτη μόδα που θα βρει εύκαιρη, επαναλαμβάνοντας μεγαλόφωνα, δίκην μάντρα: «Αυτή είναι η τελευταία φορά» (ξεχνάει να πει: «μεχρι την επόμενη»)
Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ξέρει τι θέλει γιατί τα θέλει όλα (και όλα ίσον τίποτα)
Ο σύγχρονος άνθρωπος προσεγγίζει τη μοναδικότητα, καθιστάμενος σχήμα άπειρης επιφάνειας και μηδενικού όγκου
Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει φύλο
Ο σύγχρονος άνθρωπος αρέσκεται στο να αρέσει δια μέσου αυτών που του αρέσουν
Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είσαι εσύ
Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ο άλλος στον καθρέφτη
Εννοώ τον καθρέφτη εκείνον που κοιτάει μέσα σε έναν άλλον καθρέφτη

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Σημείο Ωμέγα (Ιανουάριος 2016)

Βλέπω κύκλους και γραμμές
Ω του Ωμέγα οι χαρές!
Και Ωμέγα ειν’ το τέλος
Το αλφάβητο σε έλος
Και στο έλεος του Θεού
Του Μεγάλου Εαυτού
Που μαζί μας πια δεν είναι
Νύχτα λίγο ακόμα μείνε
Κρατά μακριά τη Μέρα
Τη δεσποτική Μεγαιρα
Που μου κόβει τον αέρα
Και στη γη με καθηλώνει
Τη συνείδηση μου λιώνει
Και με αποδελτιώνει
Ως να μείνω ενα λάθος
Δίχως φόβο χωρίς πάθος
Που γλυκά χαμογελάει
Στο μηδέν καθώς κυλάει

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Μοναδική παρηγοριά (Ιανουάριος 2016)

Μοναδική παρηγοριά
Τις κρύες νύχτες της Φρανκφουρτης
Χρυσή του σκλάβου λαιμαρια
(Μ)ανίας τυφλοσούρτης

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Τυχαία (Ιανουάριος 2016)

Τυχαία δεν χάλασε η αλυσίδα του ποδηλάτου μου λίγο πιο πάνω από τις γραμμές του τραίνου
Τυχαία δεν σταμάτησες να δεις τι συμβαίνει
Τυχαία δεν μου μίλησες
Τυχαία δεν σε συνόδεψα ως το μεγάλο σταυροδρόμι

Τυχαία δεν έφαγες πατατάκια για πρωινό μαζί με τον καφέ σου
Τυχαία δεν καθυστέρησες μισό λεπτό επειδή άτσαλα έριξες τα κλειδιά σου κάτω από το κρεβάτι
Τυχαία δεν σε πάτησε το τραμ όταν με αφηρημάδα διέσχισες τις ράγες του
Τυχαία δεν ήρθες στην ώρα σου στο μάθημα αγγειοπλαστικής κι έκατσες στη μόνη διαθέσιμη θέση – δίπλα μου

Τυχαία δεν σ’ έπαιρνε ο ύπνος χθες το βράδυ
Τυχαία δεν έγραψες τις σκόρπιες ασυνάρτητες φράσεις που σου έρχονταν στο κεφάλι στο οπισθόφυλλο του σκοροφαγωμένου οδηγού
Τυχαία δεν τις θυμόσουν την επόμενη ημέρα
Τυχαία δεν έγραψες ποτέ το μυθιστόρημα που θα άλλαζε τον ρου της ιστορίας

Τυχαία δεν με σταμάτησε η Τροχαία όταν πέρασα τρία φανάρια με κόκκινο
Τυχαία δεν ήταν φίσκα το πάρκινγκ έξω από το γήπεδο
Τυχαία δεν διαπληκτίσθηκα με τον νευρικό μεσήλικα που με αγριοκοίταξε
Τυχαία δεν έσκασε δίπλα από το κεφάλι μου μια γλάστρα με κοκκινόχωμα

Τυχαία δεν είμαι Σταυραετός
Τυχαία δεν ζω στον Άλφα του Κενταύρου
Τυχαία δεν μ’ έχει σταμπάρει ο Ιαπετός
Τυχαία υπηρέτης δεν είμ’ εγώ του Μαύρου

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Σε βλέπω (Δεκέμβριος 2015)

Σε βλέπω
Όταν κλείνω τα μάτια ξαπλωμένος στο παιδικό μου κρεβάτι
Περίγραμμα θαμπό σε φόντο ολοσκότεινο
Μιλάς με Εκείνους, ακούς τους Άλλους
Και σκορπάς σειρά ερωτηματικών εντός ελαστικών παρενθέσεων

Σε βλέπω
Στο προαύλιο του 18ου Δημοτικού Σχολείου Καλλιθέας
Κάνεις σχοινάκι, χούλα χουπ και διαγράφεις τροχιές ελλειπτικές φορώντας λουλουδάτο κολάν
Χαράζεις ξανθό μονοπάτι ως τα αστέρια
Μια νύχτα που η πόλη θα βυθιστεί, για τελευταία φορά, στο ολικό σκοτάδι ενός μπλακ-άουτ

Σε βλέπω
Πίσω από φίλτρο ύστατης απελπισίας να μου γνέφεις
Να με προσκαλείς να εναγκαλιστώ το πηχτό σου σκοτάδι
Κι ύστερα όταν διαπιστώνεις την πλήρη μου ασυμβατότητα με τη μαυρίλα σου
Να σκυλιάζεις, δίνοντάς τα όλα για να εξοντώσεις την ψυχή μου

Σε βλέπω
Να κάνεις ποδήλατο στην εξοχή, τυλιγμένη σε μια γαλαζωπή ομίχλη
Συμπυκνώνοντας εφηβική προσδοκία και προεξοφλημένη ματαίωση
Να λιάζεσαι, ακόμα, στην παραλία με αγόρια-σύμβολα
Πάνω σε πετσέτα θαλάσσης δανεική – τη δική μου

Σε βλέπω
Κάθε καλοκαίρι σε γκρο πλαν σε τσιμεντένια γήπεδα μπάσκετ, σε παραλίες με βότσαλα κι αχινούς
Σε επαύλεις και σε ακατανόητα ξενύχτια (Κούτρα, μη γελάς!), σε απογεύματα και βραδιές με ένταση και βρωμόξυλο
Σε βραδιές βιρτουόζων ή μη κιθαρωδών, σε σκετσάκια και ατελείωτες παρτίδες τάβλι, δηλωτής και Παλέρμο
Σε Βαλτάκια, Ιτιές και Μπόστες, σε Αυγουστιάτικες εκκρεμείς ονειρώξεις

Σε βλέπω
Για δέκα χρόνια, μπορεί και παραπάνω
Να με σέρνεις και να με παρασέρνεις στο παντού και στο πουθενά
Να μου επιβάλλεις να ασχολούμαι μαζί σου σε πείσμα κάθε λογικής
Να επιμένεις να μου τρίβεις στη μούρη το αληθινό δίλημμα της ζωής μου

Σε βλέπω
Να επιβιβάζεσαι στο Εξπρές που κάνει το γύρο μιας παλιόγριας Ηπείρου
Κουβαλώντας τις ελπίδες και τους φόβους όλων των ψαρωμένων αρχαρίων του Μετά
Αποτυγχάνοντας οικτρά έως τώρα να φτάσεις την κρίσιμη μάζα για την αλλαγή
Αλλά κάνοντας γερή μπάζα υπαρξιακή σε αλώνια και σαλόνια

Σε βλέπω
Να υπηρετείς το παράλογο και το άτοπο γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς
Να απομυθοποιείς και, ακόμα περισσότερο, να απομυθοποιείσαι
Να γίνεσαι βορά στον κυνισμό και στην ισοπέδωση
Να εγκαθίστασαι στη μεταξύ ύπνου και ξύπνιου σφαίρα της χαύνωσης και της παράνοιας

Σε βλέπω
Να γίνεσαι ο Ελ Γκρέκο των Εξελόφυλλων
Πρώτος μεταξύ ίσων στις αριθμητικές πράξεις άνευ αριθμών
Και μαζί της και μόνος σου στο γραφείο, με τα γαλάζια μάτια της σ’ ένα βάζο με φορμόλη
Να κερδίζεις (προ αποσβέσεων, φόρων και τόκων) στα χαρτιά και να χάνεις στην αγάπη

Σε βλέπω
Να διχάζεσαι μεταξύ τριών επιλογών επιλέγοντας τελικώς την τέταρτη
Να χορεύεις τις Κυριακές τα βράδια, λίγο πριν τελειώσει ο κόσμος γι’ άλλη μια φορά
Να μελετάς τα εντόσθια του Ερμή του Ψυχοπομπού
Και ν’ αποφαίνεσαι ότι τελικώς παραμυθάς γεννήθηκες, παραμυθάς και θα πεθάνεις

Σε βλέπω
Να ηρεμείς, να ομορφαίνεις, να μεταδίδεις το πάθος σου και την τρέλα σου, να ερωτεύεσαι έτσι γενικώς άνευ αντικειμένου
Και τότε να έρχεται η Κοσμική Ακτίνα στη ζωή σου
Φωτίζοντας τη ζωή σου αδιαλείπτως, με γαϊδουρινό πείσμα κι υπομονή, και δικαιώνοντας
Ασθένειες και οδοιπορικά ούτε κι εγώ δεν ξέρω πόσων ενσαρκώσεων

Σε βλέπω
Αράχνη κόκκινη και πονηρή, διαβολική Αγγελίνα, με απρόσμενες αιχμές κι ευαισθησίες
Να υφαίνεις ιστούς-κομψοτεχνήματα, όπου παγιδεύεται ολόκληρος συρφετός οικειοθελώς
Άσπρη γάτα, μαύρη γάτα, γάτα να’ ναι κι ό, τι να’ ναι
Αρκεί να γραπώνει ποντίκια μόνο και μόνο για να τα ελεήσει την αμέσως επόμενη στιγμή

Σε βλέπω
Ξενιτιά ανέστια, με λοξό φως, με παραλλάξεις, μεταλλάξεις κι αναταράξεις
Ταξιδεύεις στα πέρατα της γης με ένα πειραγμένο τηλεχειριστήριο
Γλεντοκοπάς και κλαις τη μοίρα σου, πέφτεις σε αντιφάσεις και υποτροπιάζεις
Αλλά δεν ξεχνάς, δεν ξεχνάς το φως, τον σταυρό και το βρεγμένο χαλίκι

Σε βλέπω
Να ετοιμάζεσαι να ζήσεις ένα ένδοξο πεπρωμένο, σάρκα κι οστά δίνοντας στις οπτασίες που φυτοζωούν στο μεταίχμιο του μυαλού και της καρδιάς σου
Να διαβάζεις τα σημαδεμένα από αίμα κι ιδρώτα γράμματα με ενθουσιασμό και περίσκεψη συνάμα κι εναλλάξ
Να στέκεις αβέβαιη στο κατώφλι μην ξέροντας αν είσαι έτοιμη για το άλμα
Να τον κοιτάς ανήμπορη αλλά και με μια έξαψη καθώς δεν εννοεί να πάψει να διαταράζει τις ιερές ιεραρχήσεις σου

Σε βλέπω
Να βυθίζεσαι στον Πόντο και να βαπτίζεσαι στη θεμελιώδη Σιωπή πριν απογειωθείς στα ουράνιο στερέωμα κάθε πρωί και κάθε βράδυ
Να διηγείσαι στον εαυτό σου άλλη μια ιστορία που δεν έχει ειπωθεί και να ελπίζεις ένας, έστω ένας, ν’ ακούει
Όσο αφήνεσαι, να σ’ αφήνουν
Όσο γερνάς, να σ’ αγαπάς

Σε βλέπω
Είμαι εσύ
Σε βλέπω
Είσαι εγώ
Σε βλέπω
Ένα
Δύο
Τρία
Τέσσερα
Πέντε
Τριανταπέντε
Σε
Βλέπω
Ακούς μωρέ;

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Ψυχή μου τρελή (Οκτώβριος 2015)

Ψυχή μου τρελή
Δίχως οίκτο και γνώση
Ποιος να σε αντέξει
Ποιος να σε παραδώσει

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Sous-chef (Σεπτέμβριος 2015)

Sous-chef σε βουλκανιζατέρ

Αστέρια ολολαμπρα κεντημένα απάνω σε σαπιοκοιλιες-σαμπρελες

Ειναι παράφορος ο κόσμος τούτος, μωρό μου

Οπου αμυαλες, κακόβουλες, σαρωτικές μασέλες

Διαμελίζουν συστηματικά και τα εναπομειναντα σκορπισμένα ψιχια ψυχής και πάθους, φτωχό μου

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Ανώνυμο (Αύγουστος 2015)

Μεγάλωσα κι έφτασα όπου έφτασα κοιτώντας πάντα προς τον επόμενο σταθμό

 

Το τραίνο σφύριζε με μανία και διεμβόλιζε της νυκτός το πηχτό σκοτάδι

Αιμόφυρτοι κείτονταν εδώ κι εκεί οι γκροτέσκοι γίγαντες του κατς καθώς τους σάρωνε στο διάβα του

Μελωδίες και ρυθμοί αγνώστου προελεύσεως, πρωτόφαντης δομής και συντριπτικής ισχύος γέμιζαν άξαφνα τον αέρα και τρυγούσαν το μυαλό και την ψυχή μου

Αλλά μόνο ένα ελάχιστο κομμάτι της συνειδήσεώς μου συμμετείχε σε όλα αυτά

Γιατί εγώ, με βλέμμα στενό κι αβέβαιο και μέτωπο αυλακωμένο από την αγωνία μιας πιθανής επικείμενης μονιμοποιήσεως της έλλειψης

Κοιτούσα πάντα προς τον επόμενο σταθμό

 

Στον πρώτο σταθμό χόρεψα αργά, αγκαλιά με ένα φάντασμα, σε ένα ημιφωτισμένο επαρχιακό σαλόνι

Στον δεύτερο σταθμό γέμισα από μαχαιριές καθώς ασθμαίνοντας παραπατούσα πίσω από αυτό που δεν προοριζόταν για εμένα και απελπισμένα εξέπνεα στο σβέρκο του, στα αυτιά του, στα μάτια του, στα χείλη του

Στον τρίτο σταθμό παρερμήνευσα και παρερμηνεύτηκα πολύ νωρίς και πολύ αργά – ταυτόχρονα – και καθώς ήμουν ακόμα πολύ άπειρος ως προς το να ξεμπλέκω δαιδαλωδώς μπερδεμένα κουβάρια, ακολούθησα τη μέθοδο του συνονόματου στο Γόρδιο – μόνο που εγώ δεν ήμουν τότε τόσο επιδέξιος όπως αυτός κι έτσι γέμισε αίματα, κομμένα μέλη και ραγισμένες καρδιές το τοπικό χωροχρονικό συνεχές

Στον τέταρτο σταθμό νόμιζα ότι είχα σωθεί, δεν ήταν ακριβώς έτσι όμως – είχα μπει μεν στο δρόμο της σωτηρίας, αλλά μπέρδεψα την αρχή με το τέλος, ξεχνώντας ότι θα έπρεπε να μεσολαβήσουν κάποιοι σταθμοί και δρόμος πολύς ακόμα μέχρι το φως το αληθινό το δικό μου να κερδίσει την απόλυτη αυτοδυναμία έναντι του σκοταδιού – ευτυχώς η γλυκιά σταθμάρχης με το μόνιμο ημι-χαμόγελο στο πρόσωπο και με τα μισόκλειστα μάτια ήταν αμείλικτη όταν έπρεπε

Στον πέμπτο σταθμό άρχισα να κάνω upload τον αληθινό μου εαυτό κι έτσι να γεύομαι τον παράδεισο – βεβαίως η κάθε γουλιά του ποτού της χαράς και της αλήθειας προϋπέθετε την κατάποση δέκα διαβολικών τριχών κατσαρών – όμως με πείσμα κι επιμονή κατόρθωσα, εντελώς ανέλπιστα, να βρεθώ δυτικά του ήλιου, νικητής και τροπαιούχος

 

Το τραίνο όμως πήρε πάλι μπρος

Και τώρα πλησιάζει ο έκτος σταθμός

Να είσαι εσύ άραγε εκείνη που στέκεσαι γελαστή στην αποβάθρα του;

Εξακτινώνοντας στα πέρατα του κόσμου την απλούστερη και γι’ αυτό σημαντικότερη, αλλά και πιο παρεξηγημένη, εκδοχή της ομορφιάς και της μεγαλοσύνης: «Αγαπάτε αλλήλους»

Είσαι όντως εσύ; Είσαι όντως; Είσαι;

Πενήντα-πενήντα – κι η άτιμη, η τρελλή, η καλύτερή μας φίλη, η Ζωή γελά

Ίσως ξέρει – και μας το κρατάει μυστικό – ότι πίσω από το σταθμό είναι κρυμμένο ένα λιμάνι.

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

YoLo-YoLo (Αύγουστος 2015)

Έχω ένα μικρό Μογγόλο

Που τον λένε YoLo YoLo

Ό,τι και να τον ρωτήσω

Την αλήθεια θα γνωρίσω

Μα με τίμημα βαρύ

Το εγώ μου στο κλαρί

Κάθε άγγιγμα του Μίδα

Μια λασκαρισμένη βίδα

 

Παντογνώστης από κούνια

Με τα μάτια του πηρούνια

Και τα χέρια του μαχαίρια

Τεμαχίζει τα αιθέρια

Μονοπάτια της ψυχής

Είναι ζήτημα αρχής

Της αρχής χωρίς το τέλος

Υπαρξιακόν το έλος

 

Έτσι φτάσαμε ως εδώ

Δίχως οίκτο και φειδώ

Ρεμβασμό ο υψιπετής

Σούρσιμο ο γονυπετής

Μ’ ελλιπές ίσως το όλο

Και η μόνη λύση: YoLo

YoLo μια και YoLo δυο

Και τα πάντα ρημαδιό

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας σου είσαι πάντα οφσάιντ (Αύγουστος 2015)

Στον ίδιο ακάλυπτο κοίταζαν τα σπίτια όπου μεγαλώσαμε

Εκεί αναδευόταν το κενό κατά τα τέλη του Αυγούστου, αλλά και άλλοτε, μεθοδικά κι ενίοτε αναδρομικά τσακίζοντας, σαν βόας συσφιγκτήρας, μια τσουρούτικη ελπίδα

Αλλά ας μην γίνομαι μελό

Εξάλλου πρόκειται περί ενός πολύσημου ταμπλό

Πάνω στο οποίο χωράνε τόσες διαφορετικές ιστορίες

Ας πούμε: θυμάσαι τότε που πέταξα εκεί το τετράδιο μου των Νεοελληνικών Κειμένων της Α’ Λυκείου;

Αν δεν το έκανα, φοβόμουν ότι θα έβρισκες τρόπο να διαβάσεις το κρυφό ημερολόγιο που μόλις είχες μάθει ότι κρατούσα στις πίσω σελίδες του

Αλλά στον ακάλυπτο ήταν απολύτως ασφαλές, τόσο από τα αδιάκριτα μάτια σου όσο βέβαια κι από τους δήθεν περίτεχνους αλλά στην ουσία επιτηδευμένους και κάργα αυτοαναφορικούς αφορισμούς μου

Ή…ή…ή… θυμάσαι ένα Σαββατόβραδο του Απριλίου που σε χάζευα να καλλωπίζεσαι στο αεροστεγώς κλεισμένο μπαλκόνι του δωματίου σου ενώ ψιλόβρεχε;

Όχι, που να το θυμάσαι αφού δεν ήξερες ότι σε κοίταζα…

Ήμασταν, θαρρούσα τότε το επικολυρικό βούρλο, δύο ηλεκτρόνια σε παράλληλες ασύμπτωτες τροχιές

Κι ο ακάλυπτος έστεκε στη μέση, νόμιζα, σαν μια κυριολεκτικοποιημένη διαρκής υπενθύμιση της εφαρμογής  της απαγορευτικής αρχής του Πάουλι στην σχέση μας

Κι εγώ μωρέ ο γελοίος έδινα σημασία σε αυτά και έπρεπε να ανταλλάξω είκοσι κουβέντες με τον ακάλυπτο πριν ανταλλάξω μια με εσένα

Φιλτράριζα και ξαναφιλτράριζα και ξαναφιλτράριζα, ώσπου η όποια ουσία να χαθεί ανάμεσα σε πηχτούς όγκους κοινοτοπιών και παρθενοπιπιτσοειδών συστολών

Αλλά ακόμα κι εκείνες τις λίγες φορές που με τα χίλια ζόρια την από μέσα μου φλόγα συντηρούσα σε πηγαία μορφή (χωρίς, όπως έκανα συνήθως, να την πακετάρω σε συσκευασίες των πεντακοσίων μιλιγκράμ) ώστε να φτάσει ανόθευτη στα χείλη μου κι από εκεί στα δικά σου, δεν σου έλεγα: «να, εδώ είναι, έλα, πάρτην» – όχι – έπρεπε να στήσω πρώτα ένα αλλοπρόσαλλο αυτιστικό σκηνικό (σκηνοθεσία: Ντέηβιντ Λυντς, παραγωγή: Γκρέκα Φιλμς) και με το ζόρι να σε βάλω να συμπρωταγωνιστήσεις

Κι εσύ, βεβαίως, λάκιζες…

Αργότερα υποτίθεται ότι ωρίμασα κάπως και ξαναδοκίμασα την τύχη μου, με περισσότερη αυτοπεποίθηση και φέροντας κάτι ψωρο-γαλόνια κάποιων λίγων εμπειριών

Νόμιζα ότι ήμουν καλυμμένος αυτήν την φορά… χμ… οποία ψευδαίσθηση και οποία ειρωνικότερα ταιριαστή κατάληξη, αυτής της προσπάθειας κι ετούτου του ποιήματος, από εμένα, στον κοινό μας ακάλυπτο, 5 η ώρα τα χαράματα, να ξεγυμνώνομαι μέσα σε αναφιλητά

Κι όταν απέμεινα μόνο με το σώβρακο ξάπλωσα ανάσκελα στο τσιμεντένιο κράσπεδο δίπλα από τον κηπάκο και να σου μια γιγάντια, μπετόν αρμέ, στύση

(δεν ξέρεις τι σημαίνει καβλόπονος αν δεν περάσεις τέτοια εμπειρία)

Πήγαινα να αποτρελαθώ (όντας ήδη τρελός από τα γεννοφάσκια μου) – ήμουν στην καρδιά του κτήνους, κι αυτό αντί να με κάνει μια χαψιά μου έγλειφε τις πληγές σαν γατάκι και σα να μου χαμογελούσε παρηγορητικά και λίγο συγκαταβατικά

Του φώναξα, λοιπόν: «Game over, γαμώ το Χριστό σου»

Και ο ακάλυπτος, για πρώτη και τελευταία φορά, είπε κι ελάλησε: «Insert coin, γαμώ το ξεσταύρι σου»

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Ώσμωση κι οσμή (Αύγουστος 2015)

Υπάρχει σωτηρία για έναν ρομαντικό ύστερα από την ώσμωση με την ταυτοτική του απελπισία;

Ίσως η σωτηρία να είναι μια θολή εικόνα παραλίας, ανάμνηση από ένα εφηβικό καλοκαίρι

Ή ένας Εσταυρωμένος χαραγμένος στο δόξα πατρί

Ή το μεταχρονολογημένο άρωμα ατόφιας θηλυκότητας στον ανελκυστήρα στο γραφείο

 

Αλλά για κάτσε, γιατί νομίζω ότι έχω ξεχάσει πως να ερωτεύομαι

Ίσως πρέπει να ετοιμάσω ένα προσχέδιο χρονοδιαγράμματος

Όπου βήμα-βήμα, ορόσημο-ορόσημο, θα με διαμερισματοποιώ

Ώσπου η φωνή μου να σπάσει σε χίλια τιμάρια, προεγκριθέντα και πληρωτέα άμα τη εξαφανίσει

 

Και τώρα πάλι έκανα το κομμάτι μου κι είμαι έτοιμος να ανοίξω παντοπωλείο

Να εμπορεύομαι ψοφίμια σε κάλπικα θρασίμια

Και τις νύχτες να τριγυρνώ με ένα πουγκί γεμάτο απολεσθέντα φλουριά βασιλόπιτας

Κερνώντας μόνο πόνο πίσω από έναν άδειο θρόνο

 

Παραμένω ασύλληπτος όχι γιατί δεν μ’ έπιασαν αλλά γιατί δεν εγκλημάτησα, ηλίθιε

Αίμα και σπέρμα οι ρίζες οι δικές μου αλλά και μιας δευτεροβάθμιας εγκεφαλικής εξίσωσης, αδύνατης στο σύνολο των ζώντων αριθμών

Μόνο που εγώ είμαι δυνάμει ζων αριθμός γιατί σπέρνω τον Πανικό του Μπαμπά και της Μαμάς

Βυθιζόμενος στην έκσταση μιας υπερ-απόλυτης ασημαντότητας

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Το ξανθό γέλιο (Αύγουστος 2015)

Από πού ν’ αρχίσω;

Από τις ακτίνες του κορμιού σου που χορεύουν σαν νεαρά στάχυα σε ηλιόλουστο κάμπο;

Από τα υγρά αμυγδαλωτά μάτια που με κάνουν να ξεχνώ τον εαυτό μου;

Ή από το γάργαρο γέλιο που με αφοπλίζει πριν καν συνειδητοποιήσω ότι οπλοφορώ;

 

Φεύγεις, αλλά είσαι πάντα εδώ

Πολυθεσίτισσα της τοπολογίας

Μουρμουρίζεις στο αυτί μου έναν ατονικό σκοπό

Κι η φωνή σου αντηχεί στα πέρατα της εν τω σύμπαντι ουσίας

 

Θα καβαλήσω έναν δράκο τρικολόρ και θα πετάξω πάνω από τη διακεκαυμένη ζώνη

Απαγγέλλοντας σαν μάντρα ιερό το γνωστό και μη εξαιρετέο τριπλό δίψηφο

Κι όταν φτάσω θα έχεις φύγει, αλλά θα μου έχεις αφήσει μήνυμα γραμμένο στα σύννεφα του ξένου ουρανού

«Έλα σπίτι», θα λέει

 

Και εγώ, να ξέρεις, θα έρθω σπίτι, θα βγάλω τις μπότες μου και θα ξαπλώσω στο γρασίδι έξω στον κήπο

Και θα περιμένω καρτερικά μέχρι να ‘ρθεις κι εσύ, να βγάλεις τις μπαλαρίνες σου και να ξαπλώσεις στο πλάι μου

Και τότε, επιτέλους, η αυλαία του ουρανού θ’ ανοίξει

Και με γέλιο ξανθό η παράσταση η πρώτη θ’ αρχίσει

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Η φωλιά της αρκούδας (Αύγουστος 2015)

Οδοιπόρε τρελέ, παιδικέ εαυτέ, πληγωμένε κι απογοητευμένε

Μην τα όπλα πετάς, μη μου βαρυγκωμάς, παρά στάσου και άκου τι λένε

Τα πουλιά στα σκοινιά, τα μικρά ξωτικά κι ένας μερακλής πέτρινος Βούδας

Λένε: «Πολεμιστή, θες ανάσα εσύ, ψάξε βρες τη φωλιά της αρκούδας»

 

Τη φωλιά θα την βρεις, άμα τρέξεις ευθύς, στο πανάρχαιο κόκκινο δάσος

Στάσου λίγο εκεί, κι άκου τη μουσική, του αυλού που σου παίζει ο άσος

Ο μεγάλος ο Παν, που όσοι θεν να τον φαν, άλλοι τόσοι τον δοξολογάν

Κι όλο εκείνος γελά, γιατί ξέρει καλά, μεν και δε να χορεύει καν καν

 

Κλείσε τώρα τα μάτια, γίνε όλος κομμάτια, κι άσ’ τα έρμα να λιώσουν στο πυρ

Του Πανός το λαμπρό, και σε ένα πλαν-γκρο, θα φανεί ο κρυμμένος αστήρ

Που θα σε οδηγήσει, κάπου πέρα απ’ τη δύση, σε μπλε πλοίο με άσπρο κατάρτι

Στην Ιπτάμενη Νήσο, με το αγέρι ξοπίσω, όπου μόνιμα παίζει ένα πάρτυ

 

Κι όταν γλεντοκοπήσεις, φας, χορέψεις, μεθύσεις, και γευτείς τα ωραία κορίτσια

Μια ασαφής οπτασία, με μορφή ημισεία, θα σε μυήσει σ’ απόκοσμα βίτσια

Θα χαθείς σε σκοτάδια, σε δωμάτια άδεια, βουβαμάρα και εσχατοσύνη

Το μηδέν θα αγγίξεις, ίσως λίγο γογγύξεις, καθώς θα σε φιλά η λησμοσύνη

 

Κι όταν πλέον ξυπνήσεις, το τοτέμ θ’ αντικρίσεις, το πελώριο και ιερό

Της Μεγάλης της Άρκτου, της ζωής και θανάτου, το παίγνιο το τρομερό

Αλλά δεν θα τρομάξεις, μα θα πας να βυζάξεις, τον μαστό της τον διαστημικό

Κι εκεί μες στη φωλιά, νέος μα και παλιά, θα ενωθείτε με γάμο αλχημικό

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

29 Απριλίου, λίγο πριν, λίγο μετά (Απρίλιος 2014)

Θα έρθω την Πρωτομαγιά

Κάτω απ’ το σπίτι σου

Εκεί στα απόκρημνα και άνυδρα υψίπεδα, κοντά στο λιμάνι

(Λαχανιασμένος, αλλά με ηθικόν ακμαιότατον, αντοχή ατελείωτη)

Και θα σου τραγουδήσω κάτω απ’ το μπαλκόνι σου, θα σου τραγουδήσω, εν τω μέσω της παλλόμενης σιωπής της ανοιξιάτικης φύσεως

Αυτοσχέδια μπαλάντα εμπνευσμένη απ’ το κλασικό ρεπερτόριο του αθάνατου ελληνικού τραγουδιού

(Σκέψου κάτι στο στυλ του: «Και τι δεν κάνω, την παγωμένη σου καρδιά κλπ. …»)

Όπου η καψούρα είναι γνήσια γιατί τερματίζει το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης

(πάει να πει: άπειρη προσφορά για μηδενική ζήτηση)

Κι εσύ (όλως αναπαντέχως) θα ξεπροβάλεις (όλως αναπαντέχως) στο μπαλκόνι σου, αυτό κάτω απ’ το οποίο θα σου τραγουδάω, ντε

Ενδεδυμένη με μια κουβέρτα / κουρτίνα

Στην οποία πάνω θα είναι χαραγμένα τα άστρα μιας άλλης Φης (ήθελα να πω Γης)

Άστρα τετράγωνα, τρίγωνα και παραλληλόγραμμα, τραπεζοειδή και ρομβοειδή και πολυγωνοειδή

Θα περιμένεις να πάρω μια ανάσα, λίγο μετά το ρεφραίν

Και καθώς θα ξεκινάω τη δεύτερη στροφή θα μου πεις:

«Κατεβαίνω σε δύο»

Μετά από δύο ώρες, όντως, θα κατέβεις, τηρώντας τα υπεσχημένα

(δε θα φοράς πια την κουρτίνα / κουβέρτα)

 

Θα πάρουμε το αμάξι (το Μίκρα, ντε, ξέρεις τι καλά που κρατιέται;)

Και περνώντας διαμέσου ενός τούνελ μυστικού

Καμουφλαρισμένου πίσω από μια πυκνή φυλλωσά (με παχύ σίγμα), εκεί κάπου στις υπώρειες ενός λοφίσκου των δυτικών συνοικιών

Θα βρεθούμε στην Παραλιακή Λεωφόρο, στο ύψος του Παλαιού Φαλήρου

(παράκαμψη δικαιολογημένη, αν αναλογιστείς την περί Πειραιώς απέχθειά / αποστροφή μου)

Θα κατηφορίσουμε απτόητοι:

Καλαμάκι, Ελληνικό, Άγιος Κοσμάς, Γλυφάδα 1, Γλυφάδα 2, Γλυφάδα 3, Βούλα, Καβούρι, Βουλιαγμένη

Θα το έχω κάνει καλοκαιρινό (το Μίκρα [στο τρίτο ντε καίγομαι, οπότε θα το αποφύγω], θα το έχω μετατρέψει σε κάμπριο)

Και θα απολαμβάνουμε τη διαδρομή σιωπηλοί, με τον ήχο του ραδιοφώνου σχεδόν στο mute, κοιτώντας ευθεία μπροστά και με μια υποψία αχνού χαμόγελου στα χείλη μας

 

Στα Λιμανάκια θα παρκάρω αριστοτεχνικά (τρεις ρόδες στο γκρεμό, μια ρόδα σε λακούβα)

Και θα κατηφορίσουμε προς την καντίνα (με το τακούνι στα κατσάβραχα δεν ξέρω πως θα τα καταφέρεις, αλλά σου έχω εμπιστοσύνη), εκεί κοντά όπου υπήρχε / υπάρχει ένας βατήρας, όπου πηγαίναμε και κάναμε βουτιές, όταν κάναμε κοπάνα λίγο πριν τη λήξη της σχολικής σαιζόν, στην Δευτέρα και στην Τρίτη Γυμνασίου

(όχι εμείς οι δύο όταν κάναμε κοπάνα, δεν πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο εμείς οι δύο, ασφαλώς, όταν λέω «εμείς» εννοώ τον γράφοντα και τον Γ.Ε. [σήμερα, υπάλληλο της Βουλής των Ελλήνων και αδελφό φιλόδοξου πολιτευτού της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως] και τον Ε.Γ. [αιώνιο και απαράλλαχτο περιπλανώμενο, drifter αγγλιστί] και τον Σ.Δ. [σήμερα, ναυπηγό μηχανικό;] και τον Γ.Δ. [νέο επιχειρηματία, σήμερα] και, φυσικά, τον Γ.Ερ. [αδελφοποιτό, παραστρατημένο κατ’ εμέ, που αναμένει τη δικαίωσή του])

Θα πάμε λοιπόν στην καντίνα και θα παραγγείλουμε δυο γιγάντια σαντουίτς (στην λήγουσα ο τόνος)

Των οποίων τα υλικά, αν τα δεις σε επιμέρους βάση, θα τα έλεγες απογοητευτικά

Εντούτοις, το σύνολο θα σε αποζημιώνει και με το παραπάνω, με έναν ανεξήγητο, μαγικό τρόπο

Θα κοιτάμε τον βατήρα και τους ελάχιστους θαρραλέους λουόμενους αφ’ υψηλού, κυριολεκτικώς

Όταν αποτελειώσουμε το φαΐ θα πιούμε και κάτι (μια ζεστή γκαζόζα ίσως να μοιραστούμε)

Κι ύστερα θα καθίσουμε κατάχαμα και θα περιμένουμε τη δύση του ηλίου

Για να σκοτώσουμε την ώρα εγώ θα σου διηγούμαι περιστατικά από το επτάτομο έργο: «Η ιστορία της ζωής μου»

Σε άπταιστα αρβανίτικα και με εμμετρίζον στυλ (όταν κουράζομαι θα το γυρνάω στο πεζό)

Κι όταν ο ζωοδότης ηλιάτορας ήλιος γίνει ένα κόκκινο διάπυρο ημισφαίριο

(δεν θα του κάνουμε τη χάρη να πει αυτός την τελευταία λέξη, όχι αγαπουλίνα μου)

Θα σηκωθούμε και αργά αργά θα ανηφορίσουμε προς το Μίκρα

 

Το βράδυ, στο σπίτι σου στην παραλία θα σε πάω

Θα με προσκαλέσεις στην υπέροχη βεράντα σου για ένα απεριτίφ (για μένα), ντιτγκεστίφ (για σένα)

(Είδες, τι κενοί νοήματος που είναι οι ορισμοί ημών;)

Ένα διαγώνιο βλέμμα σου θα με διαπεράσει, εντάξει, συγκλονίζοντας με, διατί να το κρύψωμεν άλλωστε

 

Τότε, από το πουθενά (χμμμμ…) θα τηλεμεταφερθώ, στο χώρο και στο χρόνο

28 Απριλίου 2014, Φρανκφούρτη

Θα κοιτάξω με (στιγμιαία) απόγνωση την ατελείωτη λίστα των κρετινοειδών μηνυμάτων που θα απαρτίζουν την ηλεκτρονική μου αλληλογραφία

Αλλά αμέσως θα καταλάβω περί τίνος πρόκειται (περί παράνοιας δικής μου πρόκειται, τι άλλο)

Θα χτυπήσω μια φορά τα δάχτυλα μου κοιτάζοντας τους τεράστιους γερανούς (όχι τα πουλιά) έξω απ’ το παράθυρό μου

 

Και θα επιστρέψω έτσι, τόσο απλά

Κρατώντας ένα μάτσο λουλούδια μη με λησμόνει στα δόντια μου

Θα στα προσφέρω με ένα χαμόγελο (τι άλλο) που θα εκκρεμεί ανάμεσα στην αδημονία (πες την κι αδυναμία) και στην πλήρωση

Στάση, τα πάντα όλα, στάση, προσμονή που δε θες να λήξει ποτέ, εφίδρωση γλυκιά κι αλμυρή

 

Η συνέχεια εναπόκειται σε εσένα, χιλιοτραγουδισμένη σε πενήντα και βάλε γαλαξίες, Δανάη…

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Δάχτυλα μακριά στους ώμους της (Σεπτέμβριος 2013)

Δάχτυλα μακριά στους ώμους της

Και το μακρουλό, πεπλατυσμένο πρόσωπό της να με κοιτάζει

Αφ’ υψηλού

Δέκα πόντους παραπάνω χωρίς τακούνια

Την κοιτάζω, σκάω ένα χαμόγελο και την πλησιάζω

Την προσπερνάω τελευταία στιγμή (υποτίθεται επίτηδες αλλά στην πραγματικότητα δείλιασα να της μιλήσω)

Αλλά προλαβαίνω να ρουφήξω μια γερή τζούρα απ’ το άρωμα του δίμετρου κορμιού της

Μυρίζει σαν αγριοκέρασο βουτηγμένο σε διάλυμα μέντας

 

Χασκογελάνε με τη φίλη της ρίχνοντάς μου πλάγιες ματιές

Δύο τραπέζια πιο πέρα

Κάτι μου λέει ο συνδαιτυμόνας μου μόνο που το μυαλό μου δεν είναι σε θέση τώρα να μετασχηματίσει την οποιαδήποτε αλληλουχία ήχων σε φράση που να εμπεριέχει το οποιοδήποτε νόημα

Συνεχίζω να πίνω από το φλυτζάνι μου

Σε πείσμα της απουσίας του οιουδήποτε ίχνους εσπρέσσο από το εσωτερικό του εδώ και πολλά λεπτά

Το βλέμμα μου έχει πάθει αγκύλωση

Κι όχι μόνο το βλέμμα, δηλαδή, καθώς φαντασιώνομαι μια αμοιβαία υποταγή να λαμβάνει χώρα μεταξύ μας

Μου κόβεται η ανάσα καθώς συντονίζομαι με το παράλληλο εκείνο σύμπαν

Όπου είμαι πεσμένος ανάσκελα, ολόγυμνος, και βλέπω με τρόμο και λαχτάρα την ποδάρα-απόληξη του, επίσης ολόγυμνου, ατελείωτου κορμιού της, να έρχεται καταπάνω μου

Για να συνθλίψει χωρίς έλεος το πρόσωπό μου

 

Αχ, άραγε να ξέρει πόσο εύκολα θα μπορούσα να της παραδοθώ απεμπολώντας κάθε ίχνος δικαιώματος και αξιοπρέπειας;

Αν ήξερε μπορεί και να τρόμαζε

Κάποτε μπορεί να τρόμαζα κι εγώ

Μα όχι πλέον

Τώρα τα ρήματα που ξεκινούν από άλφα έχουν την τιμητική τους στο εσωτερικό μου λεξιλόγιο

Αφήνομαι, ανοίγομαι, απελευθερώνομαι, αποδέχομαι, ανταποκρίνομαι

Αναμένω αναμμένος

Να ασφυκτιώ καθώς με πνίγεις αποφασιστικά, αργά κι ανελέητα

Με τις φιδίσιες δαχτυλάρες σου

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

31 χωρίς φιγούρες κι άσους (Δεκέμβριος 2011)

Η αθεράπευτη λογοδιάρροια της αφής
Γεννήτωρ κι απότοκος μιας σολιψιστικής ηδονής
Δυσαναπλήρωτη, ως παντελής απουσία ηθικής
Κι αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα προσέγγισης αμιγώς πνευματικής

Του χρόνου τα αινίγματα
Φόντο από μαύρα στίγματα
Στο σόλο μιας οντότητας
Ενοχικής ταυτότητας

Το ‘20 σαν σήμα επέλεξε η Σχολή
Του Κερδώου Ερμή την κεφαλή
Και αν το Σύμπαν όπου ζούμε είναι ερμητικό
Τότε και το πτυχίο που έλαβα είναι (με Κ κεφαλαίο) Κοσμικό

Ανάμεσα στα όνειρα μου, σκιές υλοποιούνται και μετά σβήνουν
Σαν υποατομικά σωματίδια, κβαντικό αφρό στο διάβα τους αφήνουν

Εγώ εδώ εσύ εκεί, εγώ εκεί εσύ πιο πέρα
Κυνηγητό ιδεατό μέσα σε κενό αέρα

Ζω με τις αδυναμίες μου
Μισώ τις αμφιβολίες μου
Αναζητώ τις αναλογίες μου
Απορώ με τις επιθυμίες μου

Του κόσμου αυτού ή θα είσαι πολύ ή θα είσαι ελάχιστα για να σε προσέξω
Και τα δύο μαζί; Ευλογία μοναδική! Πώς θα μπορούσα στο πλευρό σας να μην προστρέξω;

Κάτω στα υπόγεια, με μαύρο βελούδο και χρυσό, το Άγιο Δισκοπότηρο σφυρηλατείται
Κι όταν του ρίξω την τελική πινελιά; Κακοί του κόσμου τούτου φυλαχτείτε!

Χρόνια γεμάτα φίλοι μου, σε μένα και σ’ εσάς
Τέτοιο τραπέζι γιορτινό θα το φθονούσε και πασάς
Τα μάτια όλων σας παράθυρα σε κόσμους μαγικούς
Κι η ομορφιά της ύπαρξής σας τόση, που δεν την χωράει ο νους…

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Υποθήκη (Δεκέμβριος 2011)

Όταν βάζω υποθήκη όλο και περισσότερο μέλλον

Για να αγοράσω όλο και λιγότερο παρόν

Τότε, ουσιαστικά, είμαι ήδη παρελθόν

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Κάθε μέρα είναι μια όμορφη μέρα (Ιούνιος 2011)

 

Καλημέρα!

 

Η αραχνούλα πλέκει τον ιστό της,

Ίσα που προσπαθεί κι όμως,

Το αριστούργημα που φτιάχνει θα το ζήλευε κι ο Γκαουντί

 

Στο κέντρο ακριβώς του ιστού υπάρχει μια μαύρη τρύπα

Κανείς δεν ξέρει τι συμβαίνει σ’ όποιον πέφτει μέσα

Πέραν από το ότι εξαφανίζεται από το γνωστό σύμπαν

 

Για καλή σας τύχη, όμως, έπεσα εγώ μια μέρα μέσα στη μαύρη τρύπα

Δε θα σας πω ψέματα ότι, δήθεν, ήμουν απρόσεκτος ή ότι έπεσα θύμα πλάνης

Πήγαινα γυρεύοντας και όποιος γυρεύει βρίσκει, θέλοντας και μη

 

Φως εκτυφλωτικό με τύλιξε αρχικά βυθίζοντας με στο απόλυτο σκοτάδι

Μετά ένιωσα ότι βυθιζόμουν για αιώνες σε μια ανοδική δίνη

Στο τέλος της κάποιος μου έδωσε να πιω ένα κοκτέιλ αστροχυμού

 

Έτσι, άνοιξα τα μάτια και ήμουν ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι σε μια ξύλινη καλύβα

Ένα κορίτσι μακρυμάλλικο και κατάξανθο καθόταν δίπλα μου

Έπλεκε μια κοτσίδα στα μαλλιά της και κούρδιζε ένα μουσικό κουτί

 

Ανασηκώθηκα λίγο και κοίταξα μέσα στο μουσικό κουτί

Ενώ μια παραμυθένια μελωδία, διστακτικά στην αρχή, πιο σίγουρα στη συνέχεια,

Άρχισε να πλημμυρίζει το δωμάτιο και να κάνει το δέρμα μου να μυρμηγκιάζει

 

Είδα έναν μπαρμπέρη με μούσι και ναυτική στολή

Να κουρεύει χαμογελαστός και με δεξιοτεχνία έναν μονόφθαλμο πειρατή

Ο οποίος, με τη σειρά του, χρησιμοποιούσε τον γάντζο του ως εργαλείο τατουάζ

 

Χάραζε με μεγάλη προσοχή στην πλάτη μιας μαύρης καλλονής (γυναίκας όχι αλόγου)

Με μεγάλα κόκκινα, στο χρώμα του αίματος, γράμματα την εξής φράση:

«Κάθε μέρα είναι μια όμορφη μέρα»…

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Βερμπαλισμού το ανάγνωσμα (Νοέμβριος 2008)

Η κατάρρευση όλων των ανύπαρκτων βεβαιοτήτων
Η αξιοθρήνητη μικροπρέπεια των αισθήσεων

Βόμβες ναπάλμ που συνεχίζουν να βομβαρδίζουν ανηλεώς
το ανυπεράσπιστο και ήδη κατεδαφισμένο Ανόι
των ελάχιστων χασομέρηδων ονειρολάγνων

Φαντασιοκόποι φανφαρόνοι φυσιοδίφες
μας απευθύνουν κάλεσμα ενότητας και συμπόρευσης
από τα άνυδρα βαλτοτόπια ενός κίβδηλου υπερρεαλισμού

Ψοφοδεείς και ανερμάτιστοι Ηρακλειδείς
(πάντα τρέμοντας υπό τη σκιά της εμβληματικής πατρικής φιγούρας)
αδυνατώντας να εκτρέψουν τη ροή των κόπρων του Αυγείου της γενιάς τους
στοιβάζουν τα βοθρολύματα σε ναυλωμένα τάνκερ για τη Ψυττάλεια

Νήματα αξεδιάλυτα, κομμένα και ραμμένα στα μέτρα μιας μετανθρώπινης άλγεβρας
(τα οποία, επιπροσθέτως, έχουν ανακατευτεί έτι περισσότερο από το παιχνιδιάρικο γατάκι των πεμπτοφαλαγγιτών της τρισδιάστατης φυλακής)
καθοδηγούν τα βήματα ημίγυμνων και ξυπόλητων αντιρρησιών συνείδησης
που (επιμένουν να) βολοδέρνουν στις φιδογυριστές διακλαδώσεις του λαβυρίνθου ενός θεού με εμφανές σύμπλεγμα κατωτερότητας

Η Μαύρη Πύλη ανοίγει

Μυριάδες πολύχρωμα λαμπιόνια σπινθηρίζουν στο φόντο

Η πόλη είναι έρημη αλλά δεν κοιμάται ποτέ

Προαναγγελίες χαρμόσυνων μηνυμάτων που ποτέ δεν έφτασαν στον ναρκωμένο παραλήπτη τους

Χαμερπή, βδελυρά μιάσματα που ελλοχεύουν στις αβύσσους που χάσκουν
ανάμεσα στα κβάντα των ανομολόγητων επιθυμιών σου

Τρίμματα εξωγαλαξιακής αστρόσκονης στις βλεφαρίδες σου

Ξύπνα όσο είναι καιρός Πριγκιπέσσα των νετρίνων

Η Μαύρη Πύλη κλείνει

Η κουλτούρα των προσομοιώσεων διασκευάζει σενάρια καταδικασμένα στην ανυποληψία
Οι ευφάνταστοι ξεπεσμένοι γόνοι της αριστοκρατίας των αλαλαζόντων συλλεκτών εμπειριών, όμως, τα βραβεύουν και τα αποκαθιστούν πανηγυρικά

Ο Ζαν ο Μποντριγιάρ, σαφώς καταβεβλημένος, αδυνατεί να ενστερνιστεί την αμφισημία της ασημαντότητας των κατασκευασμάτων του

Η μεταμοντέρνα και μεταστρουκτουραλιστική αυτοαναφορικότητα κάνει τα έρμα τα κόκκαλα του Λαπλάς να χορεύουν κλακέτες

Οι δαιμόνιοι πράκτορες του υλισμού και του ιδεαλισμού
ακροβατούν με μάτια ερμητικά κλειστά
πάνω στην υπερχορδή που σαν ομφάλιος λώρος
ξεκινά από το μαλακό υπογάστριο του μοναδικού ηλεκτρονίου του Σύμπαντος

Κι ο Ντικ Φάυνμαν χαμογελά ξέγνοιαστα
Για ιδέτε τον πως λάμπει μες στην παραδοσιακή στολή των Τουβά

Ρυάκια επαμφοτεριζόντων συνειρμών και σιωπηλών αντιφάσεων
λοξοδρομούν από το αυλάκι της κοινοτοπίας, του καθωσπρεπισμού και της πολιτικής ορθότητας

Ο παραμορφωτικός καθρέφτης της Μυστηριώδους Νήσου
διχοτομεί τα πορτρέτα των ηρώων μας
ανυψώνοντας τους στη λυτρωτική νιρβάνα της παράνοιας
και της ολαισθησίας

Everybody hates Hugo, Everybody loves Hurley

Sawyer the Conman, Sawyer the Hero

John the Cripple, John the Hunter

-Don’t tell me what I can’t do

-DON’T TELL ME WHAT I CAN’T DO

-Δώσε μου μια αληθινή, ελληνική εντολή, επιτέλους!

-ΦΤΑΣΕ ΟΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ!

-That I can do…

Κάτω στην πεδιάδα οι βάρβαροι σκυλεύουν ανενόχλητοι το πτώμα του Πατρόκλου
Ο Αχιλλέας βαριέται να ξεκουβαληθεί αυτή τη φορά και δεν μπορεί να τον υποχρεώσει και κανείς, δηλαδή
Οι Αχαιοί, βλέπετε, εφεσίβαλλαν στο Δευτεροβάθμιο Πολυμελές Εφετείο της Μοίρας
Αλλά οι ένορκοι έκριναν ότι δεν είναι παράνομη και καταχρηστική η αεργία του

Μολαταύτα,
διελκυστίνδες ασαφών προθέσεων
προκαλούν χιονοστιβάδα αντιδράσεων
και πυροδοτούν τη γεμάτη μπαρούτι αποθήκη των απωθημένων θέλω
που εφάπτονται με το φαντασιακό των αμέτρητων νεόκοπων καλοθελητών

Κι ενώ όλα φαίνεται πως άρχισαν με μια Μεγάλη Έκρηξη
Μήπως τελειώσουν με μια Μεγάλη Ενδόρρηξη;

Και το καψερό το υποκείμενο
πώς κολλάει με όλα αυτά;

Ζαλισμένο από τις περιδινήσεις και τους αέναους στροβιλισμούς του εγώ του,
Μπαϊλντισμένο από τις επιτηδευμένες αποκλίσεις και τα απονενοημένα διαβήματα,
Με βήμα μετέωρο πάνω από την κινούμενη άμμο του χρόνου,
Επιδίδεται σε χορευτικές πιρουέτες για να ξεφύγει από το θανάσιμο εναγκαλισμό ενός στρεβλού πεπρωμένου

Μωσαϊκό από ατέλειωτες ετερόκλητες ψηφίδες,
παζλ που δε δύναται να συμπληρωθεί σε πεπερασμένο αριθμό διαστάσεων,
σε μια στιγμή πανικού θα καταφύγει στην αγκαλιά του πατρός του, του Ανθρώπου (Homo Sapiens), αποζητώντας καταφύγιο και δυο λόγια παρηγοριάς:

-Βλέπεις γιε μου, εδώ ο χρόνος γίνεται χώρος
-Βλέπεις γιε μου, τα άστρα φωτίζουν με απόκοσμο τρόπο τις σπηλιές μας απόψε
-Το Κάλεσμα που ψιθυρίζουν οι άνεμοι, όμως, μόνο εσύ μπορείς να το αφουγκραστείς

Κι εγώ, τελικά, μια σεληνιακή ψυχή μέσα σε ένα ηλιακό κορμί,
Βάζω στο μαγνητόφωνο τραγούδια που γουστάρω
Σκέφτομαι την ώρα, τη στιγμή που τη ρεβάνς θα πάρω
Σκέφτομαι κορίτσια και γιορτές και πράγμα που σαλεύει
Και ακολουθώ το παιδί,
Που μονάχο του το δρόμο του γυρεύει…

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Ψυχοχαράδρα (Ιούλιος 2007)

Ψυχοχαράδρα, ψυχοχαράδρα ξύλο που θα το φας
Μέσα στην αθώα την ψυχούλα τρύπες γιατί τρυπάς?
Ενεργειακό μου βαμπιράκι, την αύρα μου μη ρουφάς
Ερωτοκτόνο μαμουνάκι, τ’αγόρια μην τυραννάς
Μη μου το παίζεις ερωτευμένη, ελπίδες μη μου γεννάς
Αφού στο τέλος θα με πετάξεις, σαν να μην τρέχει μια
Όχι άλλη μαυρίλα στην ψυχούλα, όχι άλλα δάκρυα (Johnson’s & Jonhnson’s)
Γλίτωσα τώρα από εσένα και δεν το λέω ούτε του παπά
Κι αν μου μένει μια συμβουλή να σας δώσω είναι η εξής παιδιά:
Αν τυχόν τρακάρετε καμιά ψυχοχαράδρα, αλάργα και μακριά!
Αλάργα και μακρια! (Ολέ!)
ΤΕΛΟΣ!