200 best Greek songs of all times


Σημείωση του συγγραφέα / επιμελητή: το έργο αυτό δημιουργήθηκε κατά την διάρκεια του 2011 και δημοσιεύθηκε στο Ίντερνετ, τμηματικά, στα τέλη του ιδίου έτους (2011).


Αγαπητοί φίλοι,

Πολλά χρόνια πριν, στο τέλος της εφηβείας μου, μου γεννήθηκε η ιδέα να φτιάξω μια λίστα με τα 100 πιο αγαπημένα μου ελληνικά τραγούδια, όλων των ειδών και όλων των εποχών. Τώρα πια, ξέρω ότι ο βασικός λόγος που ήθελα να ασχοληθώ με μια τέτοια καταγραφή, ήταν για να βάλω σε μια σειρά και να  χαρτογραφήσω  τις επιρροές μου από το χώρο της ελληνικής μουσικής και, μέσω αυτής της χαρτογράφησης και σε δεύτερο επίπεδο, να γνωρίσω καλύτερα τον εαυτό μου. Φυσικά, αν έφτιαχνα τότε αυτή τη λίστα, θα ήταν, αναπόφευκτα, αρκετά ελλιπής. Βλέπετε, υπήρχαν διάφορα είδη τραγουδιού στα οποία δεν είχα εμβαθύνει σχεδόν καθόλου και αρκετοί αξιόλογοι μουσικοί, που είτε δεν τους γνώριζα, είτε τους γνώριζα,μεν, αλλά δεν ήμουν αρκετά εξοικειωμένος με αυτούς. Ωστόσο, καθώς περνούσαν τα χρόνια, εμπλούτιζα τα ακούσματα μου και τις γνώσεις μου, όσον αφορά τους σημαντικούς Έλληνες τραγουδοποιούς και τα ξεχωριστά ελληνικά τραγούδια, τόσο του παρελθόντος όσο και του παρόντος. Επιπλέον, καθώς κάποιοι νέοι μουσικοί και συγκροτήματα, που έγραφαν εξαιρετικά τραγούδια, εμφανίστηκαν στο ελληνικό μουσικό προσκήνιο, άρχισα να παρακολουθώ και να μελετώ και το δικό τους έργο.

Πρόσφατα, λοιπόν, συνειδητοποίησα ότι, έχοντας αποκτήσει μια αρκετά σφαιρική γνώση όλων των ειδών του ελληνικού τραγουδιού, είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου για να εκπληρώσω την εφηβική μου επιδίωξη. Μόνο που, επειδή τα 100 μου φαίνονταν λίγα, αποφάσισα η λίστα μου να περιλαμβάνει τα 200 καλύτερα ελληνικά τραγούδια όλων των εποχών (και πάλι, βέβαια, το ότι επέλεξα 200, σήμαινε πως πολλές δεκάδες, αν όχι και εκατοντάδες, θαυμάσια τραγούδια έπρεπε να μείνουν εκτός). Επιπλέον, για να κάνω πιο ενδιαφέρουσα την πρόκληση αποφάσισα να γράψω ένα συνοδευτικό κείμενο για το κάθε ένα από αυτά. Το εγχείρημα αυτό αποδείχτηκε πιο δύσκολο απ’ ότι το περίμενα, και οδήγησε τα πράγματα στο να πάρουν μια κάπως διαφορετική τροπή. Σύντομα, διαπίστωσα πως έπρεπε να επενδύσω πνευματικά, ψυχικά και συναισθηματικά στο πρότζεκτ «λίστα», ειδάλλως το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν κολοβό, νερόβραστο και, εν τέλει, αδιάφορο. Οπότε, έκανα αυτό που θεωρώ ότι όφειλα να κάνω για να ανταποκριθώ στις προδιαγραφές που είχα θέσει στον εαυτό μου και, από εκεί και πέρα, διατρέχοντας τη λίστα, εσείς θα κρίνετε, με βάση τα δικά σας κριτήρια και την αισθητική σας, αν άξιζε ή όχι τον κόπο όλη αυτή η ιστορία.

Και τώρα, επιτέλους, είμαι στην ευχάριστη θέση να σας παρουσιάσω, με κάθε επισημότητα, την λίστα μου. Ωστόσο, επειδή αυτή διέπεται από κάποιες συγκεκριμένες αρχές και κανόνες, θα ήθελα να σας τους αποσαφηνίσω, πριν καταπιαστείτε με την… δοκιμασία της ανάγνωσής της: Πρώτον, η λίστα περιλαμβάνει τα 200 καλύτερα ελληνικά τραγούδια όλων των ειδών (από χιπ-χοπ μέχρι ρεμπέτικο και από λαϊκό μέχρι ροκ), μέχρι και το σωτήριον έτος 2010 μ.Χ., σε αντίστροφη μέτρηση από το νούμερο 200 ως το νούμερο 1, βάσει του δικών μου προσωπικών προτιμήσεων και της δικής μου υποκειμενικής κρίσης. Αυτά τα δύο είναι τα μόνα κριτήρια μου, και κανένα άλλο. Συνεπώς, η αξιολόγησή μου σε καμία περίπτωση δεν επιχειρεί να εμφανιστεί ως αντικειμενική. Εξάλλου, εκ πεποιθήσεως, δεν ενστερνίζομαι την πεποίθηση περί της ύπαρξης μιας απολύτως αντικειμενικής οπτικής γωνίας θέασης της πραγματικότητας και των επιμέρους χώρων της. Δεύτερον, όταν μιλάω για ελληνικά τραγούδια, εννοώ, αποκλειστικά, τραγούδια με ελληνικό στίχο ή ορχηστρικά τραγούδια από Έλληνες δημιουργούς. Τρίτον, επιδιώκοντας να υπάρχει ένας ελάχιστος βαθμός αντιπροσωπευτικότητας στη λίστα, έθεσα ως ανώτατο όριο εκπροσώπησης σε αυτήν τα 5 κομμάτια ανά συνθέτη (διότι αλλιώς, ενδέχεται να έπαιρναν την μερίδα του λέοντος 9-10 συνθέτες, και το αποτέλεσμα θα ήταν, μάλλον, άνισο). Προσοχή, το όριο είναι τα 5 κομμάτια το πολύ ανά συνθέτη (απόρροια της αντίληψής μου ότι ο μουσικός είναι ο σημαντικότερος συντελεστής ενός τραγουδιού και εκείνος που, ουσιαστικά, καθορίζει τη φυσιογνωμία του), και όχι ανά στιχουργό ή ανά ερμηνευτή. Εκεί δεν υπάρχουν όρια, όπως θα διαπιστώσετε. Τέταρτον, επειδή κάποια από τα τραγούδια της λίστας έχουν πολλές εκτελέσεις / παραλλαγές, εγώ προκρίνω, σε κάθε περίπτωση, την συγκεκριμένη εκτέλεση και τον συγκεκριμένο ερμηνευτή, που αναφέρω. Πέμπτον, η παρούσα λίστα δεν αποτελεί ούτε επιστημονική διατριβή, ούτε δοκίμιο, ούτε κριτική επισκόπηση του ελληνικού τραγουδιού. Αν ήθελα, οπωσδήποτε, να της προσδώσω έναν χαρακτηρισμό, αυτός θα ήταν ο εξής: ένα πειραματικό «καλλιτεχνικό» πρότζεκτ, προϊόν διανοίας (μιας διανοίας, πιθανώς, ελαφρώς διαταραγμένης), που, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και πολύ σοβαρά! Εννοείται πως οποιαδήποτε ομοιότης με πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις μόνο ως συμπτωματική θα πρέπει να θεωρείται κ.λ.π., κ.λ.π. Και έκτον, η λίστα είναι αυστηρώς ακατάλληλη δι’ ανηλίκους, στην ηλικία, στο μυαλό ή στην ψυχή.

Αυτά, εν ολίγοις!  Απολαύστε υπεύθυνα!

Αλ. Αθ. Εξ.

Οκτώβριος 2011

 

200. Τα κανονικά παιδιά

Σύνθεση: Γιώργος Καρράς

Ερμηνεία: Τρύπες & Αννέζα Παπαδοπούλου

Στίχος: Γιάννης Αγγελάκας

Άλμπουμ: Τρύπες στον Παράδεισο

1990

Νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να βρεθεί τραγούδι πιο ταιριαστό, από απόψεως συμβολισμού, ως αφετηρία της αντίστροφης μέτρησης-παρουσίασης της λίστας μου με τα καλύτερα ελληνικά τραγούδια όλων των εποχών. Τα κανονικά παιδιά… Από μόνος του ο τίτλος του τραγουδιού είναι ειρωνικός, βέβαια. Το θέμα του δεν είναι τα κανονικά παιδιά, αλλά τα «άλλα» παιδιά, τα «μη κανονικά». Η «μαμά» (Γη, Φύση, όπως θέλετε πείτε την, η ουσία είναι ότι, στην περίπτωση του εν λόγω τραγουδιού, συμβολίζει  την αρχέγονη δύναμη συντήρησης και παγώματος της ανθρωπότητας, και όχι μόνο) έχει επωμιστεί το καθήκον να γεννάει, ανατρέφει, νοηματοδοτεί υπαρξιακά και αναπαράγει τα παιδιά εκείνα που θα διαιωνίζουν την (ακολουθεί λέξη κλειδί!) εκάστοτε υπάρχουσα κατάσταση, το εκάστοτε στάτους κβο και, φυσικά (μην το ξεχνάμε αυτό), να τα ξεφορτωθεί όταν ολοκληρώσουν την αποστολή τους. Όσο κι αν προσπαθεί όμως, πάντοτε θα ξεπετάγονται από τη μήτρα της κάποια (οπωσδήποτε λίγα, σχετικά, σε αριθμό) ατίθασα παιδιά, αλλεργικά στην κανονικότητα και στις συμβάσεις, που έλκονται από το καινούριο, το διαφορετικό, το εξωφρενικό, το απαγορευμένο, το αδιανόητο και το κυνηγούν εν γνώσει τους (εδώ έγκειται και το μεγαλείο αλλά και η τραγικότητα τους, συνάμα) ότι ποτέ δε θα το πιάσουν, ό, τι κι αν κάνουν. Γιατί το παραπέρα, ο ορίζοντας είναι, εξ ορισμού, πέρα από τις δυνατότητες μας να το αγγίξουμε. Η μαγεία και η ομορφιά της ζωής βρίσκεται στο ότι στην προσπάθεια τους αυτή (που συνοδεύεται από απίστευτο πόνο και κακουχίες κάθε είδους, για να μην ξεχνιόμαστε) τα «μη κανονικά» παιδιά προκαλούν αναστάτωση, ταράζουν τα λιμνάζοντα ύδατα των ανθρώπινων κοινωνιών και, τελικά, αλλάζουν τους εαυτούς τους αλλά και όλους τους άλλους που τα ακολουθούν, θέλοντας και μη, στη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται. Και φτου κι απ’ την αρχή με τη «μαμά» να γεννάει κι άλλα, πολλά, κανονικά παιδιά (με βάση τις καινούριες προδιαγραφές περί κανονικότητας) και λίγα, πάντοτε, «άλλα» παιδιά. Μόνο που, μην μπερδευτείτε, εδώ δεν πρόκειται περί κυκλικής αλλά περί σπειροειδούς ή ελικοειδούς πορείας. Ξέρετε, όπως αυτή που διαγράφει ο πλανήτης μας στο διάστημα (γιατί και ο Ήλιος περιφέρεται γύρω από το κέντρο του Γαλαξία). Για να μην ξεφεύγουμε πολύ (ήδη το κάναμε, αλλά λέμε τώρα), η μη κανονικότητα με τη δημιουργικότητα και την πρόοδο πάνε χεράκι χεράκι και αυτό το γνωρίζει ο κάθε καλλιτέχνης που σέβεται τον εαυτό του. Πώς θα μπορούσαν να το αγνοούν ο Αγγελάκας και οι Τρύπες; Και… προσέξτε, το ερώτημα, εν τέλει, είναι αν πεθαίνουν κανονικά τα «άλλα» παιδιά ή είναι μήπως, απλώς, αν πεθαίνουν;;;

http://www.youtube.com/watch?v=ecVfz6h1Ot4

199. Που να βρω γυναίκα να σου μοιάζει

Σύνθεση: Αντώνης Διαμαντίδης, «Νταλγκάς»

Ερμηνεία: Αντώνης Διαμαντίδης, «Νταλγκάς»

Στίχος: Κώστας Κοφινιώτης

1939

Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι η έλευση των μυριάδων προσφύγων και μεταναστών στον κυρίως ελλαδικό χώρο από τη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη μετά την καταστροφή του 1922 έφερε μια πνοή δημιουργικότητας και έναν αέρα αλλαγών σε μια  πλειάδα εκφάνσεων του ελληνικού κοινωνικού γίγνεσθαι. Και ένας από τους χώρους που μπολιάστηκαν και γονιμοποιήθηκαν περισσότερο από τους νέους και κάπως… εξωτικούς, για τα τότε δεδομένα της μητροπολιτικής Ελλάδας, σπόρους που έριξαν οι νεοφερμένοι στο (ομολογουμένως κάπως αφιλόξενο, αρχικά) έδαφος της «μαμάς-πατρίδας» ήταν εκείνος του τραγουδιού, όπου συντελέστηκε, χωρίς υπερβολή, μια μικρή επανάσταση. Η επανάσταση αυτή εκφράζεται κυρίως μέσα από την εξέλιξη και άνθηση του ρεμπέτικου τραγουδιού κατά τις δεκαετίες του 1920 και ’30. Και εδώ έχουμε έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους αυτής της εποχής, τον Κωνσταντινοπολίτη Αντώνη Διαμαντίδη, ο οποίος ήταν γνωστός με το ψευδώνυμο «Νταλγκάς» (σημαίνει «κυματισμός» στα τούρκικα) που απέκτησε λόγω της πολύ ιδιαίτερης, και κάπως… απόκοσμης, φωνής του, με το ωραιότερο, κατ’ εμέ, τραγούδι που συνέθεσε και ηχογράφησε. Είναι ενδιαφέρον, πάντως, πως αν ακούσετε αυτό το τραγούδι (όπως και άλλά αντίστοιχα της εποχής εκείνης) αποστασιοποιημένοι κάπως από το τρέχον zeitgeist, θα μεταφερθείτε νοερά σε μια άλλη Ελλάδα, από την οποία είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι προέκυψε η Ελλάδα, όπως την ξέρουμε σήμερα. Όχι, δεν είμαι παρελθοντολάγνος σε καμία περίπτωση, μην με παρεξηγήσετε, απλά μου αρέσει να αναρωτιέμαι για τα μυστήρια της ροής του χρόνου, των μηχανισμών μεταβολής των συλλογικών αξιών και ιδανικών των ανθρώπινων κοινωνιών και της πλαστικότητας της φύσης της ίδιας της πραγματικότητας. Αλλά αρκετά σας ζάλισα με το μικρό, βαρετό, δοκίμιο μου, απολαύστε το τραγούδι και τη μαγική αυτή φωνή…

http://www.youtube.com/watch?v=tWA7yhKyUsI

198. Πάρε με απόψε πάρε με

Σύνθεση: Νίκος Ζιώγαλας

Ερμηνεία: Γλυκερία

Στίχος: Νίκος Ζιώγαλας

Άλμπουμ: Ζεστό αγάπης κύμα

1990

Σε θέλω… απόψε… δε με νοιάζει το πριν, δε με νοιάζει το μετά, δεν υπάρχουν για μένα αυτά, έχουν θολώσει, έχουν ξεθωριάσει, έχουν εξαφανιστεί…. εγώ θέλω να σε κάνω δικιά μου απόψε, τώρα, σήμερα… θα κάνω ό, τι χρειαστεί, θα πω ψέματα, θα παίξω παιχνίδια, θα αυτοαναιρεθώ, μόνο και μόνο για να φτάσω στην τελική λύτρωση, την υπέρτατη αλήθεια του Σύμπαντός μου, που τώρα, αυτή τη στιγμή είσαι εσύ… Τίποτα δεν έρχεται χωρίς κόστος, ο «τζάμπας έχει αποθάνει», το γνωρίζω πολύ καλά, όπως και ο καθένας που έχει παραδοθεί στο ερωτικό παραλήρημα το γνωρίζει, και άσε τους βλάκες να παπαγαλίζουν ανόητα κλισέ για το ότι, δήθεν, τα «ωραιότερα πράγματα στη ζωή είναι αυτά που σου παρέχονται δωρεάν», λες και το μόνο κόστος που έχει σημασία είναι το αμιγώς χρηματικό… Η έννοια του δωρεάν είναι άγνωστη στη φύση (ίσως λίγο άσχετη παρένθεση, αλλά πόσο θα σε βοηθούσε, συμπατριώτη μου, αν συνειδητοποιούσες αυτή τη δομική αλήθεια του Σύμπαντος)…   Δε θα αρνηθώ να πληρώσω τις όποιες συνέπειες ενδέχεται να προκύψουν μετά, αύριο, όμως, απόψε, θα κάνω ό, τι περνάει από το χέρι μου για να γίνω ένα μαζί σου, να ολοκληρωθούμε και να εκμηδενιστούμε παρέα… Πετάω όλα τα χαρτιά μου στο τραπέζι, δεν έχει νόημα να παίζω άλλο κρυφτούλι… Έλα λοιπόν μαζί μου, ανταποκρίσου στο κάλεσμά μου, δικαίωσε την ύπαρξή μου….

http://www.youtube.com/watch?v=JxIn0YLh1iA

197. Πριγκιπέσσα

Σύνθεση: Σωκράτης Μάλαμας

Ερμηνεία: Σωκράτης Μάλαμας

Στίχος: Σωκράτης Μάλαμας

Άλμπουμ: Ο Φύλακας και ο Βασιλιάς

2000

Ποιός είναι, αλήθεια, ο λόγος, που αυτό το τραγούδι, αν και προερχόμενο από έναν τραγουδοποιό με απήχηση σε συγκεκριμένο και σχετικά περιορισμένο κοινό, έκανε «γκελ» σε ευρύτερη μάζα κόσμου, γνώρισε μεγάλη επιτυχία και έφτασε να θεωρείται, έστω, στο συλλογικό υποσυνείδητο, ως ένα από τα χαρακτηριστικότερα και πιο αντιπροσωπευτικά τραγούδια της χώρας μας και της εποχής μας; Νομίζω ότι είναι μια κλασσική περίπτωση που καταδεικνύει γιατί ένας μουσικός, δυνητικά, πάντα θα υπερτερεί, ως προς την καλλιτεχνική έκφραση, απέναντι σε έναν σκηνοθέτη, ζωγράφο, γλύπτη, ποιητή και, βέβαια, συγγραφέα. Είναι απλό: μέσω της κατάλληλης επιλογής μουσικής επένδυσης ο μουσικός μπορεί να εκφράσει πράγματα και καταστάσεις που οι υπόλοιποι καλλιτέχνες αδυνατούν να προσεγγίσουν τόσο αποτελεσματικά με τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, όσο και αν προσπαθήσουν. Άδικο, ίσως, αλλά, πάντως, είναι γεγονός. Η υπαρξιακή αναζήτηση και το μεγάλο μυστήριο της ταυτότητας είναι οι κεντρικοί άξονες της θεματολογίας της «Πριγκιπέσσας», άντε και με μια μικρή τζούρα ερωτικού συμπούρδουκλου. Είδατε όμως; Πόσο ρηχός και κουραστικός γίνομαι ήδη, προσπαθώντας να ανιχνεύσω την υποτιθέμενη προβληματική του Μάλαμα; Ανούσια μπλα μπλα, που οι πρώτες, κιόλας, πολύ χαρακτηριστικές νότες του τραγουδιού τα κάνουν να φαντάζουν κενά περιεχομένου και τα σκορπίζουν στον αέρα. Τι να κάνουμε όμως, αυτή είναι η μοίρα ημών των… μουσικόφιλων γραφιάδων. Να θαυμάζουμε τις όμορφες μουσικές συνθέσεις και τα ξεχωριστά τραγούδια, κι ύστερα να τρέχουμε από πίσω αγκομαχώντας, για να αποδώσουμε σε λόγο αυτά που εκ φύσεως δεν μπορούν να εκφραστούν μ’ αυτόν τον τρόπο. Απλά, να πω το εξής, με αφορμή ένα δίστιχο του τραγουδιού (δεν κρατιέμαι!): Όταν ψαρεύεις τον εαυτό σου, πρέπει να προσέξεις τι δόλωμα θα χρησιμοποιήσεις, αλλά και να είσαι προετοιμασμένος για το ότι το ψάρι που ενδεχομένως θα πιάσεις μπορεί να αποδειχθεί τελείως, μα τελείως, διαφορετικό από αυτό που, ίσως, περίμενες…

http://www.youtube.com/watch?v=n3LFCE6wyFE

196. Λατέρνα

Σύνθεση: Στέφανος Κορκολής

Ερμηνεία: Στέφανος Κορκολής

Στίχος: Πάνος Φαλάρας-Βαγγέλης Κωνσταντινίδης

Άλμπουμ: Με τη φωνή του φεγγαριού

1992

Μέσα στον ορυμαγδό του κιτς που, κατά βάση, κυριάρχησε στην ελληνική ποπ μουσική από τη δεκαετία του 1980 και ύστερα (στις μέρες μας, δε, η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο με την καθολική επικράτηση του σκυλοπόπ να έχει κατορθώσει το ακατόρθωτο: να βυθίζει διαρκώς σε νέα ιστορικά χαμηλά, ξεπερνώντας ακόμα και τις πρόσφατες αρνητικές επιδόσεις του… Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, την ποιότητα της ελληνικής ποπ, και όχι μόνο, μουσικής), υπάρχουν και μερικά, ελάχιστα, τραγούδια, τα οποία, χαρακτηριζόμενα από μια ειλικρινή παιδικότητα, αθωότητα και ρομαντισμό, ξεχωρίζουν από το γενικότερο σκουπιδοσωρό και με κάνουν να συγκινούμαι κάθε φορά που τα ακούω. Η «Λατέρνα» είναι ένα από αυτά τα τραγούδια της κατηγορίας αυτής και συμβολίζει για εμένα μια εποχή (στην πρώιμη εφηβεία βρισκόμουν τότε) κατά την οποία υπήρχαν ακόμη κάποιες μικρές εστίες «ρομαντικής» αντίστασης στον χονδροειδή κυνισμό, την ξετσιπωσιά και την ασυδοσία, που είχαν, ήδη από τότε, πάρει το πάνω χέρι για τα καλά στην Ελλάδα (και συνεχίζουν, φυσικά, ακόμα να το διατηρούν), μέχρι να τις ξεκάνει κι αυτές, δυστυχώς, η κουλτούρα του λάιφ-στάιλ. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι έπαψαν να υφίστανται ο καλώς εννοούμενος «ρομαντισμός» (τη βάζω σε εισαγωγικά, γιατί είναι λίγο περίεργα χρωματισμένη αυτή η έννοια) και  οι ποικίλες εστίες αντίστασης στην γενικότερη ισοπέδωση, η οποία συνεχίζει να προελαύνει. Απλά, μεταλλάχθηκαν και πήραν άλλες μορφές…

http://www.youtube.com/watch?v=GxD-G63-QmI

195. Τ’ ανείπωτα

Σύνθεση: Δημήτρης Ζερβουδάκης

Ερμηνεία: Δημήτρης Ζερβουδάκης

Στίχος: Δημήτρης Ζερβουδάκης

Άλμπουμ: Στα χαμηλά και στα ψηλά

2006

Θεωρώ ότι ο Ζερβουδάκης είναι ένας από τους πλέον αδικημένους τραγουδοποιούς της γενιάς του. Με αξιοζήλευτη συνέπεια, παράγει άλμπουμ, που το λιγότερο που μπορείς να τα χαρακτηρίσεις είναι αξιοπρεπή, τα τελευταία 25 χρόνια. Ίσως τα τραγούδια του δεν είναι αυτά που θα σε τρελάνουν και θα σε κάνουν να θες να τον ακούς φανατικά και non-stop (που λένε και στο χωριό μου), ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν μπορείς να τα προσπεράσεις αδιάφορα, υπό την προϋπόθεση, βέβαια ότι διαθέτεις και ένα μίνιμουμ επίπεδο καλαισθησίας (χμμμ…. Ας μην πω αυτό που σκέφτομαι, ήδη αρκετοί φίλοι μου προσάπτουν το χαρακτηρισμό του κυνικού και ελιτιστή…). Πρώτη φορά άκουσα περί Ζερβουδάκη από την κοπέλα που μου έκανε ιδιαίτερα μαθήματα στα γαλλικά στο γυμνάσιο και λύκειο. Εκείνη την περίοδο, τον είχα ακούσει και σε μια συναυλία, στο θρυλικό «Ελ Πάσο» της Καλλιθέας, όπου έκανε σαπόρτ στον Παπακωνσταντίνου (τον Βασίλη), αλλά δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Ωστόσο, πολλά χρόνια μετά, όταν έτυχε να τον ξανακούσω είχα αποκτήσει καινούρια.. αυτιά και, έτσι, επιτέλους τον εκτίμησα. Το τραγούδι του αυτό αναφέρεται σε πράγματα «ανείπωτα» και σε «σιωπές», από τις οποίες αναμένουμε να γεννηθεί κάτι διαφορετικό. Όπως θα δείτε και στη συνέχεια, το μοτίβο αυτό είναι ένα από εκείνα που διατρέχουν τη λίστα μου, και αυτό το γεγονός, φυσικά, κάθε άλλο παρά συμπτωματικό είναι…

http://www.youtube.com/watch?v=u2L9tr1n8Rg

194. Εξομολόγηση

Σύνθεση: Ριφιφί

Ερμηνεία: Ριφιφί

Στίχος: Ριφιφί

Άλμπουμ: Απάτη

1993

Γυμνάσιο… Εφηβικά πάρτι… Τα πρώτα μπλουζ… Φοβάμαι να έρθω να χορέψω πολύ κοντά σου, φοβάμαι ότι θα αισθανθείς ότι η καρδιά μου (και κάτι άλλο) κοντεύουν να σπάσουν (βασικά, αυτό το… άλλο είναι που με απασχολεί περισσότερο)…. Από το στερεοφωνικό, μας σιγοντάρουν οι Guns n’ Roses, οι Bon Jovi, ο Bryan ο Adams, οι Scorpions (πολύ πριν αρχίσουν να κάνουν το γύρο των πανηγυριών της ελληνικής επικράτειας) και οι Def Leppard. Ξαφνικά, κάποιος αλλάζει την κασέτα (ναι, ούτε καν η χρήση των CDs δεν είχε γενικευτεί τότε, μιλάμε για προϊστορικές περιόδους) και ένα άγνωστο σε μένα τραγούδι αρχίζει να παίζει. «Μια καλή ελληνική power ballad (ναι ναι έτσι το λέγανε και οι Αρβανίτες πρόγονοί μου στο χωριό κι εγώ είμαι παιδί των παραδόσεων), εντυπωσιακό», σκέφτομαι! Πριν προλάβω να εντυπωσιαστώ πάρα πολύ εσύ με σηκώνεις να χορέψουμε πάλι. «Δε θέλω άλλες ντροπές», μου λες με τη γλώσσα του σώματος σου και με ένα χαμόγελο. Εγώ καταλαβαίνω και σε αγκαλιάζω, σφίγγοντάς σε πάνω μου. Αχ… αυτή η μυρωδιά σου, αυτή η αίσθηση της γυμνής σου πλάτης πάνω στα τρεμάμενα δάχτυλα μου… Προς το τέλος του τραγουδιού σταματάς να χορεύεις, ξεπλέκεις με απαλές κινήσεις τα χέρια μου πίσω από την πλάτη μου, και τα εναποθέτεις στους ώμους μου, και, αφού με κοιτάς κατάματα για 2-3 δευτερόλεπτα, μου σκας ένα πεταχτό φιλί στο στόμα… Επόμενη σκηνή: Αργά το βράδυ, είμαι κουκουλωμένος κάτω από το πάπλωμά μου και, με σάουντρακ την «Εξομολόγηση» μέσα στο κεφάλι μου,  ζω την υπέρτατη ευτυχία… Και την ξαναζώ… Και την ξαναζώ… Και την ξαναζώ…

http://www.youtube.com/watch?v=Tq1htYcLYCk

193. Στη ντισκοτέκ

Σύνθεση: Ημισκούμπρια

Ερμηνεία: Ημισκούμπρια-Ελπίδα

Στίχος: Ημισκούμπρια

Άλμπουμ: Ο δίσκος που διαφημίζεται

1997

Those were the days, my friend… Αρχικά, έλεγα να σας κάνω μια μίνι διάλεξη περί δεύτερου νόμου θερμοδυναμικής και εντροπίας, επ’ αφορμή του συγκεκριμένου άσματος, αλλά μετά σας λυπήθηκα. Όχι ότι τη γλιτώσατε εντελώς, βέβαια, μπορεί να επανέλθω αργότερα, ίδωμεν… Τι λέγαμε; Α, ναι! Όλοι μας θυμόμαστε εκείνη τη χρυσή εποχή των ‘80s, έτσι δεν είναι; Πηγαίναμε στο σχολείο με τα μηχανάκια μας, τα καυτά σορτσάκια μας, τα λαχούρια μας και τις περμανάντ μας, κάναμε χαβαλέ ή / και ερωτοτροπούσαμε με τη Σοφία, την Καίτη, τον Σταμάτη, τον Πάνο, τον Μπίλλια (λέμε τώρα!), τσαμπουκαλευόμασταν με τα ρεμάλια του από κει σχολείου και τα τσακάλια της αντίπαλης συμμορίας, τη λέγαμε στους γέρους μας όταν πήγαιναν να μας τη βγουν στο έτσι (ναούμε!), στήναμε τους ολοδικούς μας πειρατικούς ραδιοσταθμούς… Τι τέλεια, τι αθωότητα, τι ομορφιά! Και, όπως και να είχε, όποια και να ήταν η περίσταση, κάθε βράδυ κατακλύζαμε τη Barbarella και χορεύαμε Big in Japan και Electricity κάτω από τη ντισκομπάλα σαν να μην υπήρχε αύριο! Και ύστερα ήρθαν τα ‘90s (=μεγαλώσαμε)… Και τώρα τριγυρνώ σαν τον χαμένο στα τρισάθλια Privilege και στα La Mamounia, και ψάχνω να βρω εσένα που μου λείπεις τόοοσο πολύ… Η αναζήτησή μου είναι μάταιη, το ξέρω κατά βάθος, αλλά εγώ επιμένω… Ναι, αν δεν το κατάλαβες ήδη, εσένα ψάχνω, χαμένη μου νιότη… Φευ, ο χρόνος είναι αμείλικτος, όμως… Ή μήπως δεν είναι;;;

http://www.youtube.com/watch?v=y_DvZ8p6rsc

192. Δείξε μου τον τρόπο

Σύνθεση: Ζακ Στεφάνου

Ερμηνεία: Ζακ Στεφάνου

Στίχος: Ζακ Στεφάνου

Άλμπουμ: Δραπέτες στο διάστημα

2003

«…Είμαι τόσο γλυκούλης, ευαίσθητος και ευάλωτος… Γιατί δε με θες; Πες μου τι δεν κάνω σωστά, πες μου τι θέλεις από μένα κι εγώ θα το κάνω, γιατί εγώ, να ξέρεις, είμαι διατεθειμένος να κάνω το οτιδήποτε μου ζητήσεις, ναι, ναι, μη γελάς, δεν υπερβάλλω! Όχι, μην παίρνεις αυτό το λυπημένο και αμήχανο ύφος και μην κάνεις αυτήν την εισαγωγή, μη λες ότι είμαι «ειλικρινά» πολύ καλό και ξεχωριστό παιδί, γιατί ξέρω με μαθηματική ακρίβεια ποιες είναι οι επόμενες λέξεις που θα ξεστομίσεις. Όχι! Μην πεις ότι «δε με βλέπεις έτσι», μην το πεις, δεν θέλω ποτέ ξανά να ακούσω αυτές τις 4 λέξεις στη ζωή μου! Με διαλύεις, να το ξέρεις, εγώ είχα επενδύσει όλη μου την ύπαρξη στο «ναι» σου, κι εσύ… Σε παρακαλώ, μην επαναλαμβάνεις το κλισέ περί «καλλιέργειας ψεύτικων ελπίδων», εμένα, αυτές οι ελπίδες που είχα για σένα με κρατούσαν. Αν σου πω ότι θέλω να γίνεις η μητέρα των παιδιών μου, θα αλλάξει κάτι; Αν σου πω ότι θα πάω να καλογερέψω στο Άγιον Όρος αν επιμείνεις στο χυλοπίτιασμά μου; Τίποτα, ε;… Καλά, ίσως πρέπει να φύγω, τότε… Άστο, να μου λείπει η συμπόνια σου, δεν μπορείς να μου χρυσώσεις το χάπι με τίποτα! Και στην τελική, ποια νομίζεις πως είσαι, πώς την έχεις δει, μας λες; Ε, αφού απαξιείς εσύ η «θεά» να ασχοληθείς με εμάς τους απλούς «θνητούς», τότε… στο καλό και να μας γράφεις! Ούτε φίλοι, ούτε καριοφίλι, ούτε τίποτα! Πήγαινε να βρεις κανέναν ουγκ να κάνετε χωριό και άσε μας εμάς στην ησυχία και στο βουβό, πλην αξιοπρεπή πόνο μας! Άιντε από κει χάμω! Φεύγω!… (Αχ, και να έτρεχες με αναφιλητά πίσω μου, εκλιπαρώντας με να γυρίσω και απολογούμενη για τη στενοκεφαλιά σου! Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς;;;  Για να γυρίσω με τρόπο να δω αν είσαι ακόμα εκεί… Έφυγες! Δεν το πιστεύω! Εγώ όμως φταίω, εγώ που σου έδωσα τόση σημασία και σε ανέβασα στον έβδομο ουρανό! Τσόκαρο! Ουστ!… Κλαψ! Μα, ποιόν κοροιδεύω; Τι θα κάνω χωρίς εσένα; Είσαι μοναδική, στον κόσμο όλο άλλη σαν κι εσένα δεν υπάρχει. Η ζωή μου δεν έχει νόημα αν δεν… Ώπα! Τί μωρό είναι αυτό εδώ! Και… και με κοίταξε! Και μου χαμογέλασε! Αμάν…! Ε, φαντάζομαι μπορώ να δώσω άλλη μια ευκαιρία στον εαυτό μου πριν τον στείλω πακέτο στη Μονή Εσφιγμένου…!).»

http://www.youtube.com/watch?v=Vm80Hkaa1x0

191. Σταγόνες στο γιαλό

Σύνθεση: Αλκίνοος Ιωαννίδης

Ερμηνεία: Αλκίνοος Ιωαννίδης

Στίχος: Αλκίνοος Ιωαννίδης

Άλμπουμ: Ο δρόμος, ο χρόνος και ο πόνος

1997

Ο Αλκίνοος μου είναι συμπαθής, δεν μπορώ να πω. Ωστόσο, τα τραγούδια του… δεν ξέρω βρε παιδί μου… άλλοτε μου αρέσουν και μου βγάζουν αυθεντικό συναίσθημα, άλλοτε δεν μου αρέσουν και μου φαίνονται υπερβολικά γλυκανάλατα… Πάντως, το συγκεκριμένο είναι, κατ’ εμέ το καλύτερο του κομμάτι ever (ζητώ συγνώμη και πάλι και την κατανόησή σας, αλλά δεν μπορώ να το σταματήσω, τα αρβανίτικα μου βγαίνουν αβίαστα…). Αυτό που λέει ο Αλκίνοος εδώ, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: «Ως δυο σταγόνες στο γιαλό θα ξεκινήσουμε σ΄αυτό το Σύμπαν, ως δυο σταγόνες στο γιαλό θα τελειώσουμε. Όμως, αυτό που ζήσαμε / ζούμε / θα ζήσουμε / θα έχουμε ζήσει μαζί (καταργούμε το χρόνο) θα νοηματοδοτήσει και θα φωτίσει όχι μόνο τις ζωές των δυο μας, αλλά και όλο το Σύμπαν. Γιατί χωρίς εμάς τους δυο, δεν έχουν νόημα (=δεν υπάρχουν) οι άλλες σταγόνες, ο γιαλός, ο κόσμος όλος, μέσα από εμάς τους δύο γεννιούνται όλα αυτά κι επάνω σε εμάς τους δύο καθρεφτίζονται αιώνια…»

http://www.youtube.com/watch?v=uOC402XO4kU

190. Πώς ερωτεύεται

Σύνθεση: Βασίλης Καζούλης

Ερμηνεία: Βασίλης Καζούλης

Στίχος: Βασίλης Καζούλης

Άλμπουμ: Ραντεβού στην Εθνική

2002

Παμμέγιστε βάρδε της ερωτικής απογοήτευσης, Βασίλη Καζούλη! Έχεις κάνει πολλές επιτυχημένες απόπειρες να περιγράψεις το ξετύλιγμα του κουβαριού εκείνης της τυπικής ερωτικής σχέσης, η οποία ξεκινάει τόσο πολλά υποσχόμενη (τουλάχιστον στα μάτια του ενός εκ των δύο μερών της) και καταλήγει άδοξα και με τον έναν εκ των δύο μερών (συνήθως, εκείνον με τις τεράστιες προσδοκίες) να κυλιέται στα μωσαϊκά. Το τραγουδάκι αυτό, όμως, αποτελεί την κορωνίδα των επιτευγμάτων σου, ασυζητητί. Καλύτερα δεν θα μπορούσες να τα είχες πει! Και έχοντας βρεθεί κανά 2 φορές σε ανάλογη κατάσταση με αυτήν που με τόση μαεστρία αφηγείσαι, μπορώ να ομολογήσω ότι συγκινούμαι κάθε φορά που σε ακούω, με την χαρακτηριστική σου φωνή, να επαναλαμβάνεις στην κορύφωση του τραγουδιού: «…Και έρχεται μια στιγμή που δεν την νοιάζει… Δεν σου χαμογελάει, δεν σε κοιτάζει…».

http://www.youtube.com/watch?v=p-DWV1uqynk

189. Στέλλα

Σύνθεση: Γιάννης Ζουγανέλης

Ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Στίχος: Γιώργος Οικονομέας

Άλμπουμ: Φοβάμαι

1982

Καλοί-χρυσοί οι στίχοι, καλή-χρυσή η ερμηνεία, αλλά, κατά τη γνώμη μου, αυτό που κάνει τη διαφορά στο τραγούδι αυτό και το έχει αναδείξει ως ένα από τα πιο γνωστά και αγαπημένα κομμάτια της τελευταίας 30ετίας, είναι η μουσική του Ζουγανέλη. Ως συνήθως, δυσκολεύομαι να βρω τις κατάλληλες λέξεις για να το περιγράψω (για να επιστρέψουμε και πάλι στο, θεμελιώδες, πρόβλημα της υστέρησης του γραπτού λόγου έναντι των άλλων μορφών καλλιτεχνικής έκφρασης, στο οποίο αναφέρθηκα και πιο πάνω), ωστόσο θα  το προσπαθήσω και θα πω ότι η μελωδία της «Στέλλας» κατορθώνει, χωρίς να είναι απίστευτα εξεζητημένη, να σου περάσει με τρόπο μοναδικό αυτό το περίφημο συναίσθημα της «γλυκιάς μελαγχολίας», το οποίο τόσο πολύ αγαπούν οι Έλληνες και όλοι οι Μεσόγειοι, γενικά. Είναι, αναμφίβολα, και θέμα κουλτούρας η μουσική: ένας Αγγλοσάξωνας δεν θα μπορούσε να έχει συνθέσει τη μουσική για τη «Στέλλα», και, πιθανόν, δεν θα την εκτιμούσε ιδιαίτερα. Ένας Ισπανός ή (ακόμα περισσότερο) ένας Ιταλός, όμως; Είμαι σίγουρος ότι στην αντίστοιχη λίστα με τα 200 καλύτερα ιταλικά τραγούδια των τελευταίων 100 ετών θα υπήρχαν πολλές «Στέλλες». Sono tante le stelle del Mediterraneo…

http://www.youtube.com/watch?v=l9NjZ0wGIdo

188. Κάποτε θα’ ρθουν

Σύνθεση: Μίκης Θεοδωράκης

Ερμηνεία: Παύλος Σιδηρόπουλος

Στίχος: Λευτέρης Παπαδόπουλος

Άλμπουμ: Ο Ασυμβίβαστος

1979

Αν στο προηγούμενο τραγούδι το δυνατό στοιχείο ήταν η μουσική, εδώ, αναμφίβολα, είναι ο στίχος. Αυτό δεν είναι, όμως, και τόσο εμφανές. Σε πρώτο επίπεδο, ο στίχος χαρακτηρίζεται από μια γενναία δόση διδακτισμού και κοινοτοπίας, ωστόσο, σε δεύτερο επίπεδο, εγώ, τουλάχιστον, νιώθω σαν να ακούω την απαγγελία μιας μυθολογικής προφητείας η οποία αναφέρεται σε επικείμενα γεγονότα κοσμογονικής σημασίας. Υπερβάλλω λίγο, ε; Μπορεί… Δεν ξέρω, ίσως το τραγούδι αυτό να αφορά, υποσυνείδητα, την αγωνία μιας γενιάς για την επόμενη που έρχεται και τις ενοχές που αυτή (η προηγούμενη, δηλαδή) γενιά κουβαλάει. Πότε γράφτηκε το τραγούδι; 1979… Μμμ.. τι λέτε, είχαν, τελικά, βάση αυτή η αγωνία και αυτές οι ενοχές; Πάντως, το μήνυμα της κατακλείδας του τραγουδιού είναι σαφές και κυριολεκτικό, ανεξαρτήτως του τι ακριβώς, κατά τα λοιπά, μπορεί να είχε στο μυαλό του ο στιχουργός: «Αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα». Έστω κι ένα παιδί…

http://www.youtube.com/watch?v=qlwuTYBWbcE

187. Αγάπη του καλοκαιριού

Σύνθεση: Γιώργος Σαρρής

Ερμηνεία: Ζιγκ Ζαγκ

Στίχος: Δημήτρης Τσακαλίας-Γιώργος Σαρρής

Άλμπουμ: Γεια χαρά

1989

Η αγάπη του καλοκαιριού έρχεται από το πουθενά και επιστρέφει στο πουθενά… Η αγάπη του καλοκαιριού δεν υπόσχεται τίποτα παραπάνω από αυτό που μπορεί να δώσει… Η αγάπη του καλοκαιριού βάζει στη θέση τους όλες τις κοινωνικές συμβάσεις με μια αφοπλιστική, παιδική αυθάδεια… Η αγάπη του καλοκαιριού τρέφεται και μεστώνει από το ελληνικό φως, και ο φυσικός της βιότοπος είναι τα ελληνικά νησιά… Η αγάπη του καλοκαιριού ρουφάει το τώρα με απληστία… Η αγάπη του καλοκαιριού σε κάνει να κλαις από ευτυχία… Η αγάπη του καλοκαιριού κλιμακώνεται σε ένα όργιο, μια πανδαισία ζωής και ανατινάσσεται τη στιγμή της κορύφωσής της, σαν τα τελευταία πυροτεχνήματα του Αυγούστου… Η αγάπη του καλοκαιριού θυμίζει, σε όσους το έχουν ξεχάσει, την αξία του να ζεις… Η αγάπη του καλοκαιριού έρχεται από το πάντοτε και επιστρέφει στο πάντοτε…

http://www.youtube.com/watch?v=75ZvGU5eSgw

186. Κανείς εδώ δεν τραγουδά

Σύνθεση: Νίκος Παπάζογλου

Ερμηνεία: Νίκος Παπάζογλου

Στίχος: Τάκης Σιμώτας

Άλμπουμ: Η εκδίκηση της γυφτιάς

1978

Η «Εκδίκηση της Γυφτιάς» είναι, ομολογουμένως, ένας δίσκος ορόσημο, που υπήρξε καταλυτικός για την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού των τελευταίων 30 ετών. Κυκλοφόρησε σε μια εποχή κατά την οποία το πολιτικό τραγούδι, με μπροστάρη τον Θεοδωράκη, κυριαρχούσε σχεδόν απόλυτα (με λίγες εξαιρέσεις, όπως του «συνεπή αιρετικού» Χατζιδάκι και λιγοστών άλλων, λιγότερο ή περισσότερο, περιθωριακών καλλιτεχνών), και ξένισε αρκετά, προκαλώντας πληθώρα αντιδράσεων από τους «φύλακες» του καθωσπρεπισμού και της πολιτικής ορθότητας της εποχής. Αυτό το οποίο έκανε το τρίο Ξυδάκη-Ρασούλη-Παπάζογλου (που ήρθαν στο προσκήνιο με τον δίσκο αυτό και, έκτοτε, όλοι τους διέγραψαν αξιοσημείωτη πορεία) είναι ότι πήρε την υπάρχουσα φόρμα του, αρκετά απαξιωμένου τότε, λαϊκού τραγουδιού της δεκαετίας του ‘60 και την αναβάπτισε στην κολυμβήθρα μιας εντελώς νέας αισθητικής αντίληψης, δημιουργώντας, ουσιαστικά, ένα νέο είδος ελληνικού τραγουδιού, το λεγόμενο «λαϊκό έντεχνο». Οι 3 πυλώνες του, αληθινά, επαναστατικού αυτού δίσκου ήταν, σαφώς, η πρωτοπόρος μουσική «πρόταση» των Ξυδάκη-Παπάζογλου, ο απροσδόκητος και κάθε άλλο παρά ανώδυνος στίχος του Ρασούλη και, φυσικά, η φωνή του Νίκου Παπάζογλου, σήμα κατατεθέν, αδιαμφισβήτητα, της σύγχρονης ελληνικής μουσικής παράδοσης. (Κάτι πρέπει να συνέβη εκείνη τη συγκεκριμένη χρονιά (1978) πάντως, καθώς και άλλοι δύο «ιδιαίτεροι» δίσκοι, που ξέφευγαν από την μουσική πεπατημένη της Μεταπολίτευσης, κυκλοφόρησαν: «Φλου» και «Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάουμποϋ»). Το highlight του δίσκου κατ’ εμέ, είναι το «Κανείς εδώ δεν τραγουδά», ένα instant classic κομμάτι (είδατε, βρε παιδιά μου, άμα είσαι μεγαλωμένος στη Μάντρα, σου βγαίνει αβίαστα το αρβανίτικο!) και ξεκάθαρα διαχρονικό, το οποίο, κακά τα ψέματα,  με την αμεσότητά του (ακολουθεί φράση-κλισεδάκι, που εδώ, όμως, ισχύει) αγγίζει την ψυχή του Έλληνα. Ποιος από εμάς δεν έχει σιγοτραγουδήσει (ακολουθεί ωραίο οξύμωρο): «Κανείς εδώ δεν τραγουδά…»;

http://www.youtube.com/watch?v=lokMwhP7DNg

185. Αερικό

Σύνθεση: Παύλος Παυλίδης

Ερμηνεία: Παύλος Παυλίδης και B-Movies

Στίχος: Παύλος Παυλίδης

Άλμπουμ: Άλλη μια μέρα

2006

Σαφώς και υπάρχει ζωή μετά τα «Ξύλινα Σπαθιά» για τον άνθρωπο, του οποίου την φωνή εμείς, της γενιάς μου, έχουμε συνδέσει, αδιάρρηκτα, με την εφηβεία μας, στα αμήχανα και αλαζονικά ‘90s. Και το τραγούδι αυτό είναι μία απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού μου. Εντάξει, ο στίχος του «Αερικού» παίζει λιγουλάκι με τα όρια του (κατά πως λέτε κι εσείς οι νεανίες) «ό, τι νάναι», αλλά η ταξιδιάρικη μελωδία του, που θυμίζει ορισμένες από τις καλύτερες στιγμές των «Σπαθιών», αρμονικά συνδυασμένη με την «Παυλίδειο» χροιά φωνής, φτάνει και περισσεύει για να το κατατάξει στην 185η θέση της λίστας μου.

http://www.youtube.com/watch?v=wQAvSgYdc0c

184. Απ ‘το αεροπλάνο

Σύνθεση: Κώστας Χατζής

Ερμηνεία: Κώστας Χατζής

Στίχος: Σώτια Τσώτου

Άλμπουμ: Ουαί

1973

Πάντοτε μου την έδιναν αυτοί που λένε: «Όταν όλα σου πάνε κατά διαόλου, πάντοτε υπάρχει περιθώριο να σου πάνε ακόμα χειρότερα». Ναι, ίσως επειδή, πολύ συχνά, έχουν δίκο. Πάντως, να ξέρετε, εγώ είμαι της άποψης ότι δεν πρέπει να το βάζουμε κάτω εκείνες τις ημέρες, εβδομάδες, μήνες ή, γενικότερα, περιόδους, όταν νιώθουμε λες και μας έχει φτύσει όλο το Σύμπαν. Μαζί μου συμφωνεί και το πολύ ωραίο αυτό τραγουδάκι, το οποίο μας λέει πως το κλειδί για να τα καταφέρουμε να πάρουμε τα πάνω μας είναι να μεταβάλουμε, έστω προσωρινά, τον τρόπο και την γωνία θέασης μας της πραγματικότητας. Ας ανέβουμε κάπου «ψηλά» (κυριολεκτικά και μεταφορικά) για να κοιτάξουμε από εκεί και να αποπειραθούμε να δούμε τη μεγάλη εικόνα, ώστε να μπορέσουμε να διαπιστώσουμε τι πραγματικά έχει και τι δεν έχει αξία και, κυρίως, τι σημαντικά πράγματα μας διαφεύγουν. Αν το κάνουμε, ίσως μετά να είμαστε έτοιμοι για μια φρέσκια αρχή. Κοιτάξτε, στην τελική, όσοι νιώθετε ότι, κατά καιρούς, βρίσκεστε σε τέτοιο λούκι, δοκιμάστε το. Τι έχετε να χάσετε; Και κάτι ακόμα για το «Αεροπλάνο»:  Μοναδική, χαρακτηριστική ερμηνεία από τον Κώστα Χατζή, που αγαπάμε, τόσο πολύ, να μιμούμαστε: «Όνταν γκοιντάς αμπό μπζηλάαα»!

http://www.youtube.com/watch?v=pR240P9z5Zw

183. Αρμίδα (Το πειρατικό του κάπτεν Τζίμη)

Σύνθεση: Θάνος Μικρούτσικος

Ερμηνεία: Γιάννης Κούτρας

Στίχος: Νίκος Καββαδίας

Άλμπουμ: Ο Σταυρός του Νότου

1979

Θα είμαι πάντοτε πάρα πολύ ευγνώμων στον Θάνο Μικρούτσικο για τη μελοποίηση του των ποιημάτων του Καββαδία, στον «Σταυρό του Νότου» και στις «Γραμμές των Οριζόντων». Πήρε το έργο ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές του 20ου αιώνα, κατά τη γνώμη μου, και όχι απλά το ανέδειξε σε ένα πολύ ευρύ κοινό, αλλά το μετουσίωσε σε ένα απαράμιλλο έργο τέχνης, ένα μοναδικό έπος της ζωής στη θάλασσα, της ζωής των ναυτικών. Τώρα, άμα έχετε μπαρκάρει στο πειρατικό του Κάπτεν Τζίμη (όπως έχει κάνει πολλάκις ο γράφων) και κατά τη διάρκεια των, απαραιτήτως, περιπετειωδών ταξιδιών του έχετε διασχίσει τη θάλασσα των Σαργασσών, το τρίγωνο των Βερμούδων, το Βορειοανατολικό Πέρασμα και το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας, έχετε κυνηγηθεί από ιθαγενείς στη Νήσο των Χριστουγέννων, έχετε ξιφομαχήσει στα κακόφημα σοκάκια της Σάντα Μάρτα με τον Σπανιόλο κυνηγό κεφαλών (κυριολεκτικά!) πειρατών Εουφέμιο Ντελγκάδο, έχετε απολαύσει νύχτες απερίγραπτης ακολασίας με τα… όμορφα κορίτσια της Σαγκάης, τότε γνωρίζετε πολύ καλά γιατί το τραγούδι αυτό έχει συμπεριληφθεί στη λίστα μου. Για όσους από εσάς, τώρα, αναρωτιέστε πως μπορείτε κι εσείς να μπαρκάρετε σε κάποιο «πειρατικό» και να ζήσετε από πρώτο χέρι εμπειρίες όπως οι παραπάνω και ακόμα περισσότερες και καλύτερες, τότε μία λύση, που έχω να σας προτείνω, είναι να καπνίσετε… τόνους από το προϊόν που εμπορεύεται ο Κάπτεν Τζίμης. Μία άλλη λύση είναι να αφήσετε την φαντασία σας ελεύθερη να σας υπαγορεύσει εκείνη τον τρόπο. Μμμμ… λίγο δύσκολο αυτό το δεύτερο, ε; Τότε, δεν σας μένει παρά να επιχειρήσετε να έρθετε σε επαφή με την Αρμίδα, τη γνωστή Σαρακήνισσα μάγισσα και μεγαλομέτοχο της Captain Jimmy Shipping & Trading SA. Τί, που θα τη βρείτε; Μην ανησυχείτε, θα σας δώσω εγώ τη διεύθυνση του μαγεμένου της κήπου: Είναι Κίρκης 112 & Οδυσσέως γωνία, στην αρχαία Καρχηδόνα, πλησίον του αγάλματος του Αννίβα, στην κεντρική αγορά της πόλης.  Άντε, τι κάθεστε;;;

http://www.youtube.com/watch?v=sdccaT-4T18

182. Το δωμάτιο

Σύνθεση: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας

Ερμηνεία: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας

Στίχος: Λένα Παππά

Άλμπουμ: Της αγάπης μαχαιριά

1994

Πού βρίσκεται αυτό το κλειστό δωμάτιο, μέσα στο οποίο εμπεριέχονται όλοι οι κόσμοι που υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρξουν, είτε πραγματικοί είτε φανταστικοί, και πως αποκτά κάποιος πρόσβαση σε αυτό; Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι εύκολη: το κλειστό δωμάτιο, που είναι διαφορετικό για τον καθένα μας, βρίσκεται μέσα στο κεφάλι μας. Το δύσκολο είναι, βέβαια, το δεύτερο ερώτημα. Και θα έλεγα ότι όλη η ιστορία του μυστικισμού και της λεγόμενης «εσωτερικής» φιλοσοφίας περιστρέφεται γύρω από τθς διάφορες προσπάθειες διερεύνησης αυτού, ακριβώς, του ερωτήματος και εύρεσης μιας απάντησης σε αυτό. Ρωτάτε αν έχουν κοινό παρονομαστή, ή αν έχουν καταλήξει σε κάποιο κοινό συμπέρασμα, όλες αυτές οι προσπάθειες; Νομίζω ότι, αν οπωσδήποτε έπρεπε να πούμε κάτι, αυτό θα ήταν και πάλι (βλ. και κείμενο σε προηγούμενο τραγούδι της λίστας) ότι για να ξεκλειδώσεις το (ολοδικό σου, ξαναλέω) κλειστό δωμάτιο απαιτείται διεύρυνση της συνείδησης και μια θεμελιώδης αλλαγή στον τρόπο αντίληψης της πραγματικότητας (και πιο συγκεκριμένα η απόκτηση μεγαλύτερης «πλαστικότητας» στον τρόπο χρήσης του εγκεφάλου). Και αν τα παραπάνω σας φαίνονται πολύ νεφελώδη, και αν, ακόμα, σκέφτεστε ότι πρέπει να κατέχω διδακτορικό στη μπουρδολογία, τι να σας πω… σας κατανοώ…

http://www.youtube.com/watch?v=1VLxqQ3zVtk

181. Σκόνη, πέτρες, λάσπη

Σύνθεση: Εξαδάκτυλος

Ερμηνεία: Δημήτρης Πουλικάκος & Εξαδάκτυλος

Στίχος: Εξαδάκτυλος

Άλμπουμ: Μεταφοραί-εκδρομαί ο Μήτσος

1976

Αν μπορούσα να συνοψίσω σε 4 λέξεις το «Μεταφοραί-εκδρομαί ο Μήτσος», αυτές θα ήταν: αυθεντική ελληνική άντεργκραουντ καλτίλα. Κακά τα ψέματα, στην Ελλάδα δεν κυκλοφορούν και τόσο συχνά τέτοιοι δίσκοι (αναλογιστείτε, μάλιστα, και την χρονική συγκυρία κατά την οποία κυκλοφόρησε), οπότε, μόνο και μόνο τιμής ένεκεν, δεν γινόταν να μην συμπεριλάβω έστω ένα τραγούδι από αυτόν στη λίστα μου. Φυσικά, ένας άλλος λόγος που συμπεριλαμβάνω το συγκεκριμένο τραγούδι είναι ότι χωρίς τον Πουλικάκο η λίστα μου θα φάνταζε (στα δικά μου μάτια, τουλάχιστον) κολοβή. Θυμάμαι, τον Πουλικάκο τον πρωτογνώρισα από τον πρωταγωνιστικό του ρόλο σε μία από τις πρώτες σειρές της ιδιωτικής τηλεόρασης εν Ελλάδι, τους περίφημους, σουρεαλιστικούς και ανεπανάληπτους «Αυθαίρετους» και, παρότι ήμουν αρκετά μικρός, καταγοητεύτηκα από την παρακμιακή περσόνα του «χασοδίκη» Ανδρέα Χατζηγιώργη και από τον ηθοποιό που την ενσάρκωνε, φυσικά (τον «θείο Νώντα» αυτοπροσώπως!).  Και όταν, αργότερα, άκουσα το «Μεταφοραί-εκδρομαί ο Μήτσος», το γλυκό ήρθε κι έδεσε…

http://www.youtube.com/watch?v=xF4HRjhAuxg

180. Να χαθώ στα βήματά σου

Σύνθεση: Μπάμπης Στόκας

Ερμηνεία: Πυξ Λαξ

Στίχος: Μπάμπης Στόκας

Άλμπουμ: Παίξε παλιάτσο τα τραγούδια σου τελειώνουν

1997

Κάποιον Ιούλιο, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, μια πολυμελής αγουροξυπνημένη παρέα εφήβων βρισκόταν στο λιμάνι του Πειραιώς και ετοιμαζόταν να επιβιβαστεί στο πλοίο της γραμμής με προορισμό ένα γνωστό νησί του συμπλέγματος των Κυκλάδων. Ο νεαρός Α.Ε. (αγνώστων λοιπών στοιχείων) δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο, δεν έβλεπε τίποτε άλλο, δεν άκουγε τίποτε άλλο, παρά μόνο τη νεαρά Ε.Ε. (αγνώστων λοιπών στοιχείων), μέλος της παρέας του, η οποία, όμως, μπορούμε να πούμε ότι δεν επεδείκνυε ανάλογο ενδιαφέρον για τον νεαρό Α.Ε. Ωστόσο, επεδείκνυε αυξημένο ενδιαφέρον για έναν άλλο νεαρό, τον Σ.Δ. (λοιπών αγνώστων στοιχείων), φίλο του Α.Ε. Τελικώς, η παρέα επιβιβάστηκε στο πλοίο, παρ’ ολίγον, βεβαίως, χωρίς τον Α.Ε., ο οποίος, ανταποκρινόμενος με παβλοφικά αντανακλαστικά σε μια επιθυμία της ύστατης στιγμής της Ε.Ε., έσπευσε να προμηθευθεί καφέ από κοντινό ταχυφαγείο, ριψοκινδυνεύοντας, όσο δεν πήγαινε, την έγκαιρη επιβίβασή του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Α.Ε. καθόταν σε μια γωνιά, κάπως απομακρυσμένος από την υπόλοιπη παρέα, και άκουγε στο γουώκμαν του μια κασσέτα με τραγούδια των Πυξ-Λαξ, την οποία είχε φτιάξει για εκείνον η Ε.Ε. . Ο Α.Ε. δεν άκουγε, όμως, ολόκληρη την κασσέτα, παρά μόνο το πρώτο τραγούδι, το οποίο άκουγε κατ’ επανάληψιν, έχοντας φτάσει στο σημείο να απομνημονεύσει κάθε του λέξη και κάθε του νότα. Παράλληλα, παρακολουθούσε το φλερτ μεταξύ της Ε.Ε. και του Σ.Δ. να φουντώνει και, ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, τον καταλάμβανε η απελπισία. Όταν, κάποια στιγμή, ο Α.Ε. βγήκε και περπάτησε στο κατάστρωμα για να πάρει λίγο αέρα, είδε την Ε.Ε. και τον Σ.Δ. να ερωτοτροπούν πλησίον της πλώρης του καραβιού. Χωρίς να πει το παραμικρό (και τι θα μπορούσε να πει, εξάλλου), ο Α.Ε. απομακρύνθηκε από αυτό το σημείο, έβγαλε την κασσέτα από το γουώκμαν και, έχοντας ζωγραφισμένο ένα κενό βλέμμα στο πρόσωπό του, την πέταξε στα βαθυγάλαζα νερά του Αιγαίου Πελάγους…

http://www.youtube.com/watch?v=jlUgccrpZ1g

179. Ο ξερόλας

Σύνθεση: Νίκος Κυπουργός

Ερμηνεία: Νίκος Κυπουργός

Στίχος: Αγαθή Δημητρούκα

Άλμπουμ: Τα μυστικά του κήπου

2001

Όλη η μαγεία ενός καλού παραμυθιού, εγκιβωτισμένη μέσα σε ένα μικρό παιδικό τραγούδι. Δεν ξέρω για εσάς (μάλλον, δεν θα το γνωρίζετε καν το συγκεκριμένο τραγούδι οι περισσότεροι), αλλά εγώ όποτε τύχει να ακούσω τον «Ξερόλα», κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι ότι βρίσκομαι στα περίχωρα του Σάιρ ή στο δάσος του Φάνγκορν ή στο Σκιστό Λαγκάδι ή στη Λάνκμαρ με τον Γκρίζο Γάτο και τον Φαφρντ ή ή ή… Ναι, ναι, ξέρω, φαντασία μου πλανεύτρα, αλλά αν δεν είχα και αυτήν την έσχατη απόδραση στη διάθεσή μου, θα είχα (απο)τρελαθεί πολύ καιρό τώρα. Και νομίζω, όχι μόνο εγώ, αλλά και πολλοί άλλοι. Τώρα, αν είστε από αυτούς τους ακραιφνείς σκληροπυρηνικούς ορθολογιστές / πραγματικούς / κυνικούς, που πιστεύουν ότι το να πλάθεις φανταστικούς κόσμους και να ζεις σε αυτούς είναι άνευ νοήματος και χάσιμο χρόνου, ανοίξτε και κανένα βιβλίο εκλαϊκευμένης επιστήμης και διαβάστε περί του κύριου επιστημονικού-φιλοσοφικού-υπαρξιακού συμπεράσματος της κβαντικής φυσικής: Ο παρατηρητής διαμορφώνει την πραγματικότητα. Απίστευτα απλό, αλλά και τόσο δύσκολο να το κατανοήσει ο οποιοσδήποτε (εμού μη εξαιρουμένου). Τι είπατε; Η κβαντική φυσική ισχύει μόνο στον μικρόκοσμο; Ας καγχάσω: Χο χο χο!

http://www.youtube.com/watch?v=MFRy_GN5-eE

178. Πρωινό τσιγάρο

Σύνθεση: Νότης Μαυρουδής

Ερμηνεία: Χορωδία ομίλου Πατραϊκής μαντολινάτας και μικτής χορωδίας

Στίχος: Άλκης Αλκαίος

Άλμπουμ: Στην όχθη της καρδιάς μου

1984

Αχ, αυτά τα πρωινά, όταν ξυπνάς και, ανήμπορος να κάνεις το παραμικρό, στα πρόθυρα της κατάθλιψης, σκέφτεσαι εκείνη και μόνο εκείνη, και νιώθεις ότι η καρδιά σου, το μυαλό σου, ο σπλήνας σου και, γενικότερα, όλα τα ζωτικά σου όργανα, είναι στα πρόθυρα κηρύξεως πτώχευσης… Αφού παίρνεις τηλέφωνο στη δουλειά και δηλώνεις ασθένεια, διαπιστώνεις ότι έχεις μείνει από τσιγάρα. Goddamn! Θα βλαστημούσες περισσότερο, αλλά ούτε και γι’ αυτό σου έχει μείνει κουράγιο. Χωρίς να μπεις στον περιττό κόπο να ντυθείς, κατεβαίνεις με το μπουρνούζι και με τις πυτζάμες στο πλησιέστερο ψιλικατζίδικο. Ο ψιλικατζής σε κοιτάει λες και είσαι εξωγήινος που έχεις μόλις αποβιβαστεί από το σκάφος σου ερχόμενος από τον Άλφα του Κενταύρου, αλλά ένα δολοφονικό σου βλέμμα (κάτι μεταξύ Ντέρτι Χάρρυ και Αντόν Σιγκούρ) τον κάνει να μαζευτεί, όπως όπως. Έχεις ανάψει το πρώτο τσιγάρο, πριν ακόμα μπεις στο σπίτι σου. Θρονιάζεσαι στον καναπέ σου μέσα στο ημίφως και για απροσδιόριστη ώρα ατενίζεις το άπειρο, καπνίζοντας. Σε παίρνει ο ύπνος… Όταν ξυπνήσεις, είναι αργά: έχεις, ήδη, αυτοαναφλεγεί και απανθρακωθεί πλήρως από το τσιγάρο που ξέχασες αναμμένο…

http://www.youtube.com/watch?v=68W-TRoLvf8

177. Ασημένια σφήκα

Σύνθεση: Υπόγεια Ρεύματα

Ερμηνεία: Υπόγεια Ρεύματα

Στίχος: Υπόγεια Ρεύματα

Άλμπουμ: Παραλογές

1995

Ξέρεις πώς είναι να διαβάζεις στο σκοτάδι; ΞΕΡΕΙΣ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ; Ε; Το τραγούδι αυτό πάντοτε μου έβγαζε μια απίστευτη ένταση, μια οργή, έναν θυμό. Και νομίζω ότι, αν και δεν του φαίνεται και θα ακουστεί παράξενο αυτό που θα πω, το κύριο θέμα του είναι πάλι αυτή η περιβόητη «μία» (άλλο ένα μοτίβο που διατρέχει τη λίστα μου). Αχ αυτή η «μία»… Έκανα τα πάντα για εκείνη, της τα έδωσα όλα, μόχθησα, κόπιασα, της αφιέρωσα χρόνο, αίμα, ιδρώτα, κομμάτια της υπόστασής μου και εκείνη… απλά αδιαφορώντας, με πέταξε στο τέλος σαν μια τρίχα από το ζυμάρι. «Μα… είσαι σοβαρός», θα μου πείτε. «Είναι δυνατόν αυτό το συγκεκριμένο τραγούδι να έχει να κάνει με ερωτικές απογοητεύσεις και τέτοιες αηδίες»; Η γνώμη μου είναι πως ναι, έστω και εν (συνειδητή) αγνοία του δημιουργού του. Μωρή, ξέρεις πως είναι να δακρύζεις στα κρυφά;

http://www.youtube.com/watch?v=OFnwChECZOo

176. Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί

Σύνθεση: Γιάννης Μαρκόπουλος

Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης & Μαρία Δημητριάδη

Στίχος: Γιώργος Σκούρτης

Άλμπουμ: Διάλειμμα

1972

Μπορείτε να μου βρείτε καλύτερο τραγούδι έκφρασης συλλογικής αυτοκριτικής και ενοχών της ελληνικής κοινωνίας για την επταετία 1967-1974, και μάλιστα γραμμένο πριν ακόμα από το Πολυτεχνείο και την κατάρρευση της Χούντας, από το συγκεκριμένο; Μάλλον όχι, όσο κι αν το προσπαθήσετε. Πέραν της συσχέτισής του με αυτήν την συγκεκριμένη περίοδο, πάντως, οι ιδιαίτερες συνθήκες της οποίας αποτέλεσαν, προφανώς, το έναυσμα για τη δημιουργία του, το τραγούδι αυτό διαθέτει, αναμφίβολα, και μια διαχρονικότητα. Πόσες φορές, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδα μικρόκοσμου, κοινωνίας και ανθρωπότητας, δεν έχουμε, εμείς οι άνθρωποι, επιτρέψει, διά της ανοχής μας, δια του σφυρίζειν αδιαφόρως και δια του «εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάρτης», να μπουν στις, εκάστοτε και όλων των ειδών, «πόλεις» μας οι, εκάστοτε και όλων των ειδών, «οχτροί» με τυμπανοκρουσίες και ταρατατζούμ και να λεηλατούν, ποδηγετούν, διαλύουν, ισοπεδώνουν, εκμαυλίζουν, κονιορτοποιούν και άλλα τέτοια ωραία; Εκ των υστέρων βέβαια, και όταν έχουν εκδιωχθεί ή αποχωρήσει οι οχτροί, όλοι καταδικάζουμε, σιχτιρίζουμε και διατρανώνουμε το πόσο γενναίοι και ατρόμητοι αγωνιστές υπήρξαμε εναντίον τους και πόσο καταλυτική υπήρξε η συμβολή μας στην «τελική νίκη». Μια μέρα, βέβαια, μπορεί η «τελική νίκη» να ανήκει στον οχτρό και τότε… Αχ, βρε ανθρωπάκο, που θα έλεγε κι ο Βίλχελμ Ράιχ…

http://www.youtube.com/watch?v=onwidLcWBss&feature=related

175. Γαλάζια μυστικά

Σύνθεση: Μανώλης Φάμελλος

Ερμηνεία: Μανώλης Φάμελλος και οι ποδηλάτες

Στίχος: Μανώλης Φάμελλος

Άλμπουμ: Στο πάρκο των σκύλων

1996

Έχετε, ίσως, ήδη αρχίσει να συνειδητοποιείτε πως, όσο προχωράει αυτή η λίστα, σας ανοίγομαι όλο και περισσότερο. Έτσι, λοιπόν, και με αφορμή αυτό το τραγουδάκι, θα σας περιγράψω μια σκηνή από μία από τις παράλληλες ζωές μου (Πώς;). Λοιπόν, το σωτήριον έτος 1997, μια Παρασκευή μεσημέρι στα τέλη Μαΐου, ο Ανδρέας Κ., ένας από εκείνους τους άλλους μου εαυτούς, 32 ετών, high-flier στέλεχος μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας και μπασίστας σε συγκρότημα πανκ-ροκ, από τα σχολικά του ακόμα χρόνια, διέσχιζε με την πολυτελή Cabrio Porsche του (ναι, ναι, και Porschiκό) την παραλιακή λεωφόρο των Αθηνών, έχοντας φύγει αρκετά νωρίτερα από το γραφείο της οδού Κηφισίας, όπου στεγαζόταν η εταιρεία στην οποία, εκείνη την εποχή, εργαζόταν. Η θερμοκρασία ήταν ιδανική, ο ουρανός ανέφελος και ένα πολύ ευχάριστο δροσερό αεράκι χάιδευε την κόμη και τα μούσια του. Οι πρώτες πολύ χαρακτηριστικές νότες ενός, εσχάτως,  πολύ αγαπημένου του τραγουδιού ξεχύθηκαν από το ράδιο-CD της Porsche και ο Ανδρέας, χαμογελώντας ικανοποιημένος, έβαλε τον ήχο στη διαπασών. Καθώς έστριψε στην παραλία της Γλυφάδας, είδε την Άννα να τον περιμένει έξω από την πολυκατοικία, όπου βρισκόταν το διαμέρισμά της. Φορούσε κόκκινο μπλουζάκι, άσπρη φούστα και τα γυαλιά ηλίου της που του άρεσαν, εκείνα με τον κόκκινο φακό. Του χαμογέλασε, μπήκε στο αμάξι και κάθισε δίπλα του. Κοιτάζονταν κατάματα επί ώρα, χαμογελώντας αχνά και κάπως αμήχανα (τα είχαν φτιάξει μόλις το πρπηγούμενο βράδυ), και περιμένοντας να τελειώσουν τα «Γαλάζια Μυστικά». Όταν το τραγούδι τελείωσε, η Άννα έβαλε το χέρι της πίσω από τον σβέρκο του και τον φίλησε. Φιλιόντουσαν επί πολλή ώρα, ένα φιλί που του φάνταζε ατέλειωτο, ηδονικό, ονειρικό… Όταν κάποια στιγμή τα χείλη τους χώρισαν, η Άννα έβγαλε από την κόκκινη τσάντα της ένα μικρό κουτί σε σχήμα κύβου, του οποίου το χρώμα ήταν μπλε και είχε ένα μεγάλο ροζ ερωτηματικό πάνω του. Του το έδωσε, με ένα αινιγματικό χαμόγελο, και του είπε: «Χρόνια πολλά»! Εκείνος, έκπληκτος, μια και δεν είχε ούτε γενέθλια ούτε γιορτή εκείνη τη μέρα, την ευχαρίστησε, πήρε το κουτί και άρχισε να το περιεργάζεται, ενώ εκείνη τον κοίταζε, μην κρύβοντας την προσμονή της. Το κουτί δεν είχε κάποιο ορατό άνοιγμα. Το μόνο που υπήρχε ήταν μια μικρή τρύπα, στο μέγεθος του ματιού, ακριβώς στο κέντρο του ροζ ερωτηματικού. Ο Αντρέας Κ. κοίταξε με απορία την Άννα. Εκείνη, πάντα χαμογελώντας, του ένευσε με το κεφάλι της δείχνοντάς του την τρυπίτσα, σαν να τον παρότρυνε να βάλει το μάτι του εκεί για να δει στο εσωτερικό του κουτιού. Εκείνος, διστακτικά, την υπάκουσε, φέρνοντας με αβέβαιες κινήσεις το κουτί κοντά στο κεφάλι του και πλησιάζοντας το δεξί του μάτι στην τρύπα. Όταν το είχε φέρει σχεδόν κολλητά, έκλεισε το αριστερό του μάτι, για να δει καλύτερα, και κοίταξε μέσα στο κουτί. Αυτό που είδε τον σόκαρε. Υπήρχε ένας τροχός, το μέγεθος του οποίου τον έκανε να καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρο το εσωτερικό του κουτιού. Ο τροχός κινείτο διαρκώς, διότι πάνω του έτρεχαν ασταμάτητα, σαν χαμστεράκια καταδικασμένα να υπομένουν ένα σισύφειο μαρτύριο, μικρά ανθρωπάκια! Το πιο συγκλονιστικό ήταν ότι όλα τα ανθρωπάκια είχαν το ίδιο στυλ και την ίδια κοψιά με εκείνον, και φορούσαν κοστούμια. Στα πρόσωπά τους ήταν χαραγμένη μια έκφραση απερίγραπτης φρίκης και απόγνωσης. Πριν προλάβει να συνέλθει από το σοκ, ένιωσε να του κόβεται η ανάσα. Η Άννα του είχε καταφέρει ένα, εκπαιδευμένο, κοφτό κι απότομα χτύπημα στην ωμοπλάτη. Δευτερόλεπτα μετά, με έναν ξαφνικό ήχο που ακούστηκε κάπως σαν «βζουουπ», το κουτί ρούφηξε τον Αντρέα στο εσωτερικό του. Σαστισμένος, βρέθηκε να τρέχει πάνω στην εσωτερική επιφάνεια του τροχού μαζί με τα άλλα ανθρωπάκια. Έκανε να ουρλιάξει, αλλά από το στόμα του δεν βγήκε ο παραμικρός ήχος… Η Άννα, ικανοποιημένη, έβαλε ξανά το μικρό μπλε κουτί με το ροζ ερωτηματικό στην τσάντα της, βρέθηκε, μ΄ ένα σάλτο, στη θέση του οδηγού, έπιασε στα χέρια της το τιμόνι, έβαλε πρώτη και, γκαζώνοντας, εξαφανίστηκε, μαζί με την Porsche του Αντρέα, προς άγνωστη κατεύθυνση…

http://www.youtube.com/watch?v=bR7JiMt9WtI

174. Χατζηκυριάκειο

Σύνθεση: Δημήτρης Γκόγκος, Μπαγιαντέρας

Ερμηνεία: Στράτος Παγιουμτζής & Στελλάκης Περπινιάδης

Στίχος: Δημήτρης Γκόγκος, Μπαγιαντέρας

1937

Ναι, σίγουρα, μπορούμε να πούμε ότι μεταφερόμαστε σε μια άλλη εποχή, μέσω της ακροάσεως του «Χατζηκυριακείου». Σε μια εποχή όπου ο Πειραιάς και η Αθήνα ήταν «άλλες» πόλεις, όπου κατοικούσαν «άλλοι» άνθρωποι. Πόλεις, που δεν ξέρω πόση σχέση έχουν με τις σημερινές «διαδόχους» τους. Πάντως, αν θέλουμε να βρούμε ένα κοινό νήμα που να συνδέει το «τότε» της Μεταξικής Μεσοπολεμικής Ελλάδας (ΜΜΕ!,) και της χρυσής εποχής των ρεμπετών, με το «σήμερα» (κι εδώ που τα λέμε, το οποιοδήποτε «τότε» με το οποιοδήποτε «σήμερα» (παρένθεση στην παρένθεση: αλήθεια, τι να σημαίνει αυτό το οποιοδήποτε «σήμερα»;)), αυτό δεν είναι και τόσο δύσκολο: Από μελαχροινές που κάνουν νάζια, αυτός ο κόσμος δεν θα στερέψει ποτέ. Εντάξει, ούτε κι από δροσερή ρετσίνα!

http://www.youtube.com/watch?v=Iw4A7Nvb6z4

173. Νοσταλγός του rock ‘n’ roll

Σύνθεση: Γιάννης Γιοκαρίνης

Ερμηνεία: Γιάννης Γιοκαρίνης

Στίχος: Γιάννης Γιοκαρίνης

Άλμπουμ: Φόρα παρτίδα

1984

Η Ελλάδα δεν είναι βιότοπος που ευνοεί την βιωσιμότητα και ευημερία ενός αυθεντικού ροκά. Κι εδώ, ο Γιοκαρίνης μας εκθέτει με έναν μοναδικό, σπαρταριστό τρόπο (και με μια ανάσα, ουσιαστικά) τις περιπέτειές ενός ταλαίπωρου ροκά, ο οποίος, μέσα σε ένα εντελώς εχθρικό περιβάλλον, προσπαθεί, μάλλον μάταια, να περισώσει το αληθινό του πάθος, ως μουσικός. Τι σκυλάδικο, τι γυάλινο οξυζενέ ωδείο, ένα και το αυτό είναι για έναν αληθινό ροκά, μας λέει ο αμετανόητος Γιοκαρίνης, και, ειλικρινά, δεν βλέπω να έχει άδικο. Με μια παιχνιδιάρικη, απελευθερωμένη και απενοχοποιημένη διάθεση, μας δηλώνει πως ναι, τα έκανε και αυτά για να επιβιώσει. Υπάρχει και μια, όχι πολύ εμφανής, προέκταση εδώ, όμως, που εκφράζεται με την εξής ερώτηση, την οποία ο καθένας μας, θεωρώ, οφείλει να απευθύνει στον εαυτό του: «Ποιο είναι το αληθινό μου πάθος; Ταυτίζεται η εργασία μου με αυτό ή το καταπιέζω στο βωμό της επιβίωσης και της πρακτικότητας (που, δε λέω, καλή είναι, αλλά μέχρι ενός σημείου), κάνοντας μια δουλειά που τη μισώ και την ανέχτηκα / την ανέχομαι /  θα την ανεχτώ, επί χρόνια και δεκαετίες;». Τέλος πάντων, το εν λόγω είναι ένα τραγούδι που ξεχειλίζει από νοσταλγία (προφανώς!), εφηβική διάθεση και πείσμα, και μια αισιοδοξία που δε λέει να υποχωρήσει, παρ’ όλες τις αναποδιές και κατραπακιές. Δηλαδή, είναι ένα πολύ καλό και πέρα για πέρα σπάνιο, για τα ελληνικά δεδομένα, τραγούδι και, ως εκ τούτου, θα συνιστούσε μέγιστη παράλειψη, εκ μέρους μου, η απουσία του από τη λίστα μου.

http://www.youtube.com/watch?v=Odp2Z-AXXFw

172. Θέλω να με κρατάς

Σύνθεση: Δημήτρης Κοντόπουλος

Ερμηνεία: Ηρώ

Στίχος: Ηρώ

Άλμπουμ: Απογείωση

2001

Μια πολύ καλή μου φίλη μου, την οποία αγαπάω πάρα πολύ και την οποία, δυστυχώς, έχω πάρα πολύ καιρό να δω, μου έλεγε ότι αυτό το τραγούδι μόνο μια γυναίκα θα μπορούσε να το κατανοήσει και να το εκτιμήσει αληθινά. Οφείλω να ομολογήσω, πάντως, ότι αν και αρχικά δεν μου έλεγε κάτι ιδιαίτερο, στην πορεία μου «μίλησε» και εμένα. Μην ήταν, βρε παιδιά, η θηλυκή φύση μου, που, ενώ ασφυκτιούσε καιρό, τελικώς εκδηλώθηκε και απελευθερώθηκε; Η Μπάρμπαρα Στρέιζαντ και η Σελίν Ντιόν μέσα μου, που ευρισκόμενες, μάλλον ανέκαθεν, σε λήθαργο κάτω από το σκληρό κέλυφος ενός μοδέρνου (με «δ» παρακαλώ!) ανδρός, αμείλικτου καριερίστα και αδυσώπητου χρησιμοθήρα, ξύπνησαν και βάλθηκαν να ανακτήσουν, μεμιάς, όσα είχαν στερηθεί επί σειρά ετών;  Δεν ξέρω, πάντως ο βαθμός ενσυναίσθησής μου για τις ευαίσθητες, ρομαντικές και ταλαιπωρημένες (έχω παρατηρήσει ότι αυτά πάνε μαζί) γυναικείες (και όχι μόνο) ψυχές, οι οποίες, σημειωτέον, αποτελούν δυσεύρετο είδος στην άθλια, ανάγωγη και άκρως κυνική εποχή που διανύουμε, έχει αυξηθεί αισθητά έκτοτε και αυτό, επιτρέψτε μου να το προσμετρήσω στα (κάποια ελάχιστα) θετικά στοιχεία, τα οποία με τον καιρό έχω αποκτήσει. Εδώ, βέβαια, πολλοί γνωστοί μου θα διαφωνούσαν, αλλά… τέλος πάντων… το θέμα δεν είμαι εγώ. Τώρα, όσον αφορά αυτό το «για πάντα», μάλλον ισχύει ότι όσο περισσότερο το ξεστομίζουμε τόσο λιγότερο το εννοούμε. Ανεξαρτήτως αυτού, όμως, όλοι το έχουμε ανάγκη, ακόμα κι αν κατά βάθος γνωρίζουμε ότι μόνο τα διαμάντια είναι παντοτινά…

http://www.youtube.com/watch?v=P2ibvQdXoAE

171. Κάγκελα παντού

Σύνθεση: Τζίμης Πανούσης

Ερμηνεία: Τζίμης Πανούσης

Στίχος: Τζίμης Πανούσης

Άλμπουμ: Κάγκελα παντού

1986

Ναι, δεν διαφωνώ, μας περιτριγυρίζουν κάγκελα, σχεδόν όπου κι αν πάμε, σχεδόν ό, τι κι αν κάνουμε, σχεδόν κάθε στιγμή (έχει σημασία το σχεδόν… σχεδόν… σχεδόν…). Ζούμε μαντρωμένοι σε ένα χρυσό, επίχρυσο, επάργυρο, χάλκινο, τενεκεδένιο, τσίγκινο, βάλτε όποιο άλλο υλικό θέλετε, κλουβί, πάντως κλουβί. Ωστόσο, υπάρχει μια σειρά κρίσιμων ερωτημάτων εδώ: Σε τι βαθμό επιλέγουμε να μπούμε με τη θέλησή μας στο κλουβί και σε τι βαθμό μας επιβάλλεται έξωθεν; Μήπως, τελικά, ορίζουμε τη μοίρα μας και την κακομοιριά μας εμείς οι ίδιοι σε αρκετά μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι θεωρούμε ή απ’ ότι μας έχουν μάθει να θεωρούμε;  Μήπως τα κάγκελα δεν είναι τίποτε άλλο από μια οφθαλμαπάτη και αρκεί μόνο να κάνουμε μερικά ασυνήθιστα / τολμηρά βήματα για να περάσουμε από μέσα τους και να διαπιστώσουμε, τοις πράγμασι, το άυλο της φύσης τους; Και πόσοι από εμάς κατανοούν, αντέχουν και έχουν πραγματικά τη θέληση να καταστρέψουν τα κλουβιά μέσα στα οποία είναι κλεισμένοι; Χμμμ… δύσκολα, αλλά, κατά τη γνώμη μου, ουσιαστικότατα τα ερωτήματα αυτά, και όσοι ισχυρίζονται ότι είναι «ψαγμένοι», πρέπει να τα θέτουν μετ’ επιτάσεως στους εαυτούς τους. Κατά τ’ άλλα, ο Τζιμάκος, εδώ, με έναν σμπάρο χτυπάει, στο δόξα πατρί, δυο τρυγώνια: τη νεοελληνική μεταπολιτευτική μιζέρια αφενός (trigoni numero un) και την φανταρική ζοχάδα και το ατέλειωτο πήξιμο (trigoni mumero deux), και το  κάνει, φυσικά, με τον δικό του αξεπέραστο και γλαφυρότατο τρόπο. Να’ ναι πάντα καλά, κι ας του τα χώνουν διάφοροι… ακατονόμαστοι!

http://www.youtube.com/watch?v=RP_W3gFnJlQ

170. Μακριά από την πόλη

Σύνθεση: Λουκιανός Κηλαηδόνης

Ερμηνεία: Μίμης Χρυσομάλλης

Στίχος: Γιάννης Νεγρεπόντης

Άλμπουμ: Μικροαστικά

1973

Πολύ σπουδαίο, για να μην πω αριστουργηματικό, άλμπουμ τα «Μικροαστικά» των Κηλαηδόνη-Νεγρεπόντη. Με ενορχηστρώσεις και στίχους που μπορεί να είναι, επιφανειακά, μαλακοί σαν χάδι και ευχάριστοι σαν δροσερό αεράκι, όμως, αν εμβαθύνεις λίγο, διαπιστώνεις ότι διαθέτουν, αναμφίβολα, ένα υπόστρωμα σκληρό σαν ατσάλι και κοφτερό σαν ξυράφι (Ε; Με παραδέχεστε; Εκφραστικότητα, όχι μαλακίες!). Με τα «Μικροαστικά» ξεγυμνώνεται για πρώτη φορά, νομίζω, με έναν διακριτικό μεν, σαφέστατο δε τρόπο, εκείνος ο περιβόητος ανθρωπότυπος (Homus Neo-Hellenicus, η επιστημονική του ονομασία), ο οποίος, αφενός, ήταν υπεύθυνος, λόγω της, ξεδιάντροπης συχνά, ανοχής που είχε επιδείξει, για την επιβίωση, εδραίωση και, σχετική, μακροημέρευση του καθεστώτος της εποχής που κυκλοφόρησε ο δίσκος και, αφετέρου, είναι, εν πολλοίς, υπεύθυνος και για τα μετέπειτα και σημερινά χάλια της κοινωνίας, της οποίας πλειοψηφικό ρεύμα αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί. Η κακοφορμισμένη πληγή του μικροαστισμού στο σώμα του μεγάλου ασθενούς (λέγε με και ελληνική κοινωνία) έχει εξελιχθεί σε γάγγραινα και συνεπώς (και αν το γεγονός αυτό συνδυαστεί και με τα ποικίλα καρκινώματα της Μεταπολίτευσης και των μεταστάσεων που αυτά έχουν κάνει παντού στο ίδιο σώμα) δεν είναι να απορεί κανείς για την άθλια σημερινή κατάσταση του και για το ότι οι διάφοροι (επίδοξοι) «θεράποντες γιατροί» του έχουν σηκώσει ψηλά τα χέρια, έχουν αποτρελαθεί ή το έχουν ρίξει στο ευχέλαιο και τις προσευχές. Τέλος πάντων, στο συγκεκριμένο θέμα θα επανέλθουμε παρακάτω (ή, καλύτερα, παραπάνω) στη λίστα. Ομολογώ, πάντως, ότι θα ήταν όχι μόνο παράλειψη, αλλά και ντροπή μου, να μην συμπεριλάβω ένα, τουλάχιστον, τραγούδι από αυτόν τον άκρως αιρετικό και τολμηρό δίσκο, στα 200 κορυφαία όλων των εποχών. Οπότε επέλεξα το αγαπημένο μου κομμάτι, το οποίο είναι αγαπημένο μου για δυο, κυρίως, λόγους: πρώτον, για την μοναδική ειρωνεία η οποία καραδοκεί πίσω από κάθε λέξη και κάθε νότα, χωρίς όμως ποτέ να δηλώνει κραυγαλέα και χοντροκομμένα την παρουσία της (μοτίβο που, λίγο πολύ, ισχύει σε όλα τα τραγούδια των «Μικροαστικών»), και, δεύτερον, για το φινάλε. Ακούστε το! Πώς σας φαίνεται; Εμένα, όταν το πρωτάκουσα, μου σχηματίστηκε στο μυαλό η εικόνα μιας χωροχρονικής δίνης που, με αιφνίδιο και αμείλικτο τρόπο, ρουφούσε τον μικροαστό ήρωα του τραγουδιού, με το που εκείνος τελείωνε την σύντομη, αλλά περιεκτικότατη, επισκόπηση της ζωούλας του. Θα μου πείτε ότι εγώ είμαι, κατά τι, ανισόρροπος και γι’ αυτό κάνω τέτοιους συνειρμούς. Και, αν μου το πείτε, εγώ, αφού σας ευχαριστήσω για το ωραίο κοπλιμέντο, θα αναφωνήσω: «Κάλλιο τρελός, παρά μικροαστός»! Το κακό πάντως είναι (και αυτό είναι ένα από τα διδάγματα της εποχής μας) ότι οι δίνες συνήθως δεν κάνουν διακρίσεις, ρουφούν αδιακρίτως δίκαιους και άδικους…

http://www.youtube.com/watch?v=TXE6brLTG-k

169. Η νύχτα μυρίζει γιασεμί

Σύνθεση: Μάριος Τόκας

Ερμηνεία: Θέμης Αδαμαντίδης

Στίχος: Σαράντης Αλιβιζάτος

Άλμπουμ: Τα βοριαδάκια

1982

Αυτό το τραγούδι, αν το εξέταζα στεγνά και «επιστημονικά» (με βάση τις δικές μου, πάντοτε, παραδοχές για το τι συνιστά «επιστημονική» προσέγγιση), δεν θα είχε θέση στη λίστα μου, ούτε για αστείο. Μα… τίτλος άλμπουμ: «Τα βοριαδάκια»; Ο Θέμης ο Αδαμαντίδης; (Όχι ότι έχω κάτι με τον άνθρωπο, αλίμονο, δεν είναι και ο… Χατζηγιάννης (μπρρρ…)). Κάποιοι συγκεκριμένοι στίχοι (π.χ.: «Το φεγγάρι αλήτης»);;; Όμως, η μελωδία του Τόκα σώζει την παρτίδα και όχι απλά αυτό, αλλά προικίζοντας το τραγούδι με ένα δυνατό συναίσθημα και μια (πώς να το πω;) αυθεντική και αθώα, συνάμα, «ελληνικότητα», το αναδεικνύει σε κάτι πραγματικά άξιο λόγου και, κυρίως, άξιο ακρόασης και δη επαναλαμβανόμενης εκ μέρους μου (ομολογώ). Ως εκ τούτου, τρούπωσε κι αυτόοοο…!

http://www.youtube.com/watch?v=XPmDjvuKjjc

168. Κάτω στην πόλη

Σύνθεση: Μωρά στην φωτιά

Ερμηνεία: Μωρά στην φωτιά

Στίχος: Μωρά στην φωτιά

Άλμπουμ: Μωρά στην φωτιά

1987

Χαχαχα!!! Γι’ αυτό γουστάρω τη λίστα μου! Μετά τον Θέμη τον Αδαμαντίδη, τα Μωρά στη Φωτιά! Λοιπόν, έχουμε και λέμε: με πρώτα υλικά, εφηβική απογοήτευση και οργή (frustration στα τσακώνικα, που είναι πιο πλήρης γλώσσα και δύναται να εκφράζει λεπτά νοήματα, τα οποία η σύγχρονη κοινή ελληνική αδυνατεί να αποτυπώσει), επιρροές «πολιτικού» πανκ της Αγγλοσαξωνίας και μια διάθεση συλλογικής (έως οχλοκρατικής)  «μανίας» / έκστασης / παραληρήματος / ύπνωσης, φτιάχνουμε ένα, όχι (πολύ) δήθεν και ό,τι νάναι, αξιοπρεπές «επαναστατικό» πανκ / ροκ ελληνικό τραγουδάκι, όπως το εν λόγω. Πάντως, πρέπει να σας πω ότι, για εμένα, το «Κάτω στην πόλη» αποτελεί το ιδανικό και πιο ταιριαστό σάουντρακ για τα «Δεκεμβριανά» του 2008. Στα οποία «Δεκεμβριανά», ας μην ξεχνάμε ότι οι πρωταγωνιστές της μίας πλευράς εκπροσωπούσαν τη γενιά που ακολούθησε την γενιά που «δοκιμάζει την τύχη της κάπως αλλιώς». Είδατε, καμιά φορά, οι δοκιμές και οι πειραματισμοί τι αποτελέσματα μπορούν να έχουν; Γι’ αυτό, όταν αποφασίσουμε να επισκεφθούμε το εργαστήριο και να παίξουμε με τα εύφλεκτα και δηλητηριώδη υγρά, τα φιαλίδια και τους δοκιμαστικούς σωλήνες, πρέπει, προηγούμενως, να έχουμε μελετήσει πολλή χημεία και πρέπει, επιπλέον, να είμαστε πολύ προσεκτικοί, κατά την πραγματοποίηση των πειραμάτων μας. Γιατί, αν δεν γνωρίζεις και δεν πάρεις τις προφυλάξεις σου, ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου σκάσει στα χέρια ή τι επικίνδυνες αναθυμιάσεις ενδέχεται, άθελά σου, να απελευθερώσεις στο περιβάλλον.

http://www.youtube.com/watch?v=RpnJkjpgxOM

167. Ακρογιαλιές δειλινά

Σύνθεση: Βασίλης Τσιτσάνης

Ερμηνεία: Στέλλα Χασκίλ & Βασίλης Τσιτσάνης

Στίχος: Βασίλης Τσιτσάνης

1948

Ανοίγω εξαρχής τα χαρτιά μου: Ποτέ δεν με τρέλαινε ο Τσιτσάνης. Συχνά τον βρίσκω και κάπως βαρετό. Ωστόσο, είναι κανά 2 τραγούδια του που ξεχωρίζουν (για τα δικά μου γούστα) όσο αρκεί για να τους κάνω την τιμή (!) να τα συμπεριλάβω στην άκρως απαιτητική (!!) λίστα μου. Στην προκειμένη περίπτωση, δύο είναι τα στοιχεία που προέκριναν το «Ακρογιαλιές Δειλινά»: Αφενός, η συγκεκριμένη ερμηνεία που έχει κάτι το έντονα ανατολίτικο και υπνωτικό / υποβλητικό (δηλαδή, για να σας το κάνω πενηνταράκια, μου δημιουργεί την εικόνα ότι βρίσκομαι σε έναν καφενέ, κάπου στην Εγγύς ή στη Μέση Ανατολή, έχω πιει τους άπειρους ναργιλέδες / χασίσια και, ενώ παρεμβάλλονται παράσιτα στον δέκτη αντίληψης μου της πραγματικότητας, μέσα από ένα σύννεφο καπνών, μια χανούμισσα με καλυμμένο το πρόσωπο λικνίζεται αισθησιακά υπό τους ήχους του τραγουδιού αυτού. Ερώτηση πρώτη: πόσα κλισέ χώρεσαν στην προηγούμενη πρόταση; Ερώτηση δεύτερη: Πότε θα κλείσει αυτή η παρένθεση; Ερώτηση τρίτη: Πώς με αντέχετε και διαβάζετε (όσοι έχετε απομείνει, δηλαδή) ακόμη;) και, αφετέρου, και κυρίως,  ο απρόσμενα, για τα δεδομένα του Τσιτσάνη και του συνήθους ύφους των τραγουδιών του, «σκοτεινός», σκόπιμα ασαφής και κάπως… ζεν (βλέπε τα τελευταία λόγια του, που εμένα μου θυμίζουν έντονα την παραβολή για το δέντρο που πέφτει χωρίς να κάνει ήχο, αν δεν βρίσκεται κοντά κάποιος να τον ακούσει) στίχος του. Ό, τι κι αν είχε στο μυαλό του ο ποιητής, κατάφερε, νομίζω, να δημιουργήσει κάτι που ο καθένας μπορεί να το πάρει και να το πλάσει κατά βούληση, δίνοντάς του το σχήμα (και την ερμηνεία, συνεπώς) που εκείνος επιθυμεί, έστω κι αν αυτό δε φαίνεται εκ πρώτης όψεως και «δια γυμνού οφθαλμού».

http://www.youtube.com/watch?v=ayHmXTmz8Aw

166. Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα

Σύνθεση: Άκης Πάνου

Ερμηνεία: Δήμητρα Γαλάνη

Στίχος: Άκης Πάνου

1967

Τί να πεις εδώ; Τα είπε όλα ο άνθρωπος… Akis Panou comes with a sense of urgency, όπως θα έλεγε και ένας Αμερικανός εκφωνητής αγώνων NBA… Α… κι επίσης κατόρθωσε να μας περιγράψει ολόκληρη (μα ολόκληρη) τη ζωή του σε 3 και κάτι λεπτάκια… Έχε το κατά νου λοιπόν (ναι, σ’ εσένα απευθύνομαι): ΤΩΡΑ και κάθε τώρα είναι η πιο μεγάλη ώρα. Το μέλλον, στο οποίο τείνεις να τα παραπέμπεις όλα με την παροιμιώδη αναβλητικότητά σου, είναι κάτι το οποίο (δοθέντος του πεπερασμένου χρόνου που έχεις στη διάθεσή σου, σε αυτήν την ζωή, τουλάχιστον) συρρικνούται διαρκώς υπό την ακατάπαυστη και ανελέητη επέλαση του παρελθόντος / παρόντος  (κλόπιραιτ: Ανρί Μπεργκσόν). Οπότε, τι περιμένεις;;; Βούτα!

http://www.youtube.com/watch?v=yI__soXrROc

165. Όλο αυτό που ποτέ

Σύνθεση: Κωνσταντίνος Βήτα

Ερμηνεία: Κωνσταντίνος Βήτα

Στίχος: Κωνσταντίνος Βήτα

Άλμπουμ: Άργος

2007

Υπάρχουν χωρισμοί και χωρισμοί: οριστικοί και αμετάκλητοι, μετακλητοί, ημι-μόνιμοι, παροδικοί. Το βέβαιο είναι, πάντως, πως κάθε σμίξιμο συνεπάγεται και έναν χωρισμό και αυτή είναι, απλά, άλλη μια εφαρμογή της διαλεκτικής που κυριαρχεί σε όλο το Σύμπαν: η ύπαρξη και οριοθέτηση του οτιδήποτε συνεπάγεται / προϋποθέτει (από όποια πλευρά και να το δείτε, η ουσία δεν αλλάζει) την ύπαρξη και οριοθέτηση του αντίθετού του. Η ίδια η ζωή, λοιπόν, πάει χέρι χέρι με τον θάνατο και δεν έχει νόημα να μιλάμε για ζωή χωρίς να έχουμε στο νου μας την αντίθετη κατάσταση (τη μη-ζωή, η στιγμή του θανάτου είναι απλώς η μετάβαση από τη ζωή σε αυτήν την αντίθετή της, άγνωστη σε εμάς, κατάσταση, για αυτό και είναι η πλέον φορτισμένη έννοια ανά τους αιώνες, καθώς και η έννοια που έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους πιο μακρόβιους μηχανισμούς χειραγώγησης στην ιστορία της ανθρωπότητας, και ο νοών νοείτο). Εφόσον, όμως, ο έρωτας και η αγάπη είναι, μάλλον, τα πιο δυνατά συναισθήματα που βιώνουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας, τότε το σμίξιμο και ο χωρισμός με τους αγαπημένους / αγαπημένες μας είναι λογικό να διέπονται από μια πολύ έντονη φόρτιση και να μας σημαδεύουν, συχνά, για πάντα. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, κάθε χωρισμός είναι (ή τουλάχιστον δίνει αυτήν την εντύπωση) ένας μικρός θάνατος. «Every time we say goodbye, I die a little», που έλεγε και ο Αγγλόφωνος βάρδος. Και είναι αναπόφευκτο ότι οι χωρισμοί και οι αποχωρισμοί ποτέ δεν τελειώνουν όσο ζούμε, και αυτό είναι, πιστεύω, το πιο επώδυνο γεγονός που καλούμαστε να αποδεχτούμε και να υπομείνουμε ως έμβια και νοήμονα όντα και, αφού είναι κάτι δεδομένο, η επιλογή μας περιορίζεται, μόνο, στο πως θα το χειριστούμε και θα το αντιμετωπίσουμε. Φυσικά, αυτή είναι μόνο μία από τις πιθανές αναγνώσεις αυτού του υπέροχου τραγουδιού. Και, τώρα που το ξανάκουσα, αυτό το συνοδευτικό μου κείμενο φαντάζει τόσο στεγνό και ακαδημαϊκό. Αλλά… αυτόν τον ρόλο μου ανέθεσε ο εαυτός μου και, αναγκαστικά, ανταποκρίνομαι και κάνω ό, τι καλύτερο μπορώ, βλέπεις εαυτέ μου, ε;

http://www.youtube.com/watch?v=xvP_3MSf8RQ

164. Ζω

Σύνθεση: Γιώργος Χατζηνάσιος

Ερμηνεία: Δήμητρα Γαλάνη

Στίχος: Κώστας Τριπολίτης

Άλμπουμ: Εικόνες

1979

Δεύτερο συνεχόμενο τραγούδι για χωρισμό. Και τι τραγούδι… Είναι κάποιοι χωρισμοί που σε αφήνουν διαλυμένο, σκορπισμένο, ανήμπορο και σε βυθίζουν στην κατάθλιψη και την απόγνωση. Σε ακραίες περιπτώσεις, το να συνεχίσεις να ζεις φαντάζει αβάσταχτο. Βυθίζεσαι μέσα σε έναν σκοτεινό τόπο, ένα limbo, μέσα στο οποίο πρέπει να κατοικήσεις για κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι να αρχίσεις να συνέρχεσαι. Και θέλει δύναμη, υποστήριξη και χρόνο για να συνέλθεις και να «ξαναγεννηθείς» στον κόσμο, δεν είναι ποτέ εύκολα τα πράγματα. Όμως, όταν τελικά αναδυθείς στην επιφάνεια, νιώθεις σαν να έχεις καταφέρει μια σημαντική προσωπική νίκη και θέλεις να αναφωνήσεις ότι «ναι, ρε γαμώτο, ζω και συνεχίζω»! Οι όποιες πληγές, βέβαια, έχουν μείνει. Αυτό το τραγούδι εκφράζει με ακρίβεια αυτήν ακριβώς την κατάσταση, όπου δηλαδή, έχεις κατορθώσει να ξανασταθείς στα πόδια σου μετά την οδυνηρή εμπειρία, είσαι έτοιμος να επανέλθεις στην «ενεργό δράση», αλλά, όπως και να έχει, τα όσα έζησες μέσα σε μια σχέση και τα όσα πέρασες μετά το χωρισμό, δεν μπορούν να σβηστούν μονοκοντυλιά και κάποια εξ αυτών, μάλλον, δεν θα σβηστούν ποτέ…

http://www.youtube.com/watch?v=BhSR9Bj1bJg

163. Αύρα

Σύνθεση: Δημήτρης Παναγόπουλος

Ερμηνεία: Δημήτρης Παναγόπουλος

Στίχος: Δημήτρης Παναγόπουλος

Άλμπουμ: Ασταθής ισορροπία

1987

Αύρα: ακούγοντας την χαρακτηριστική μελωδία του συγκεκριμένου τραγουδιού, αυτός ο τίτλος επαληθεύεται στο ακέραιο. Είναι σαν ένα δροσερό ανοιξιάτικο αεράκι να σε χαϊδεύει ευχάριστα στο πρόσωπο και εσύ, με κλειστά μάτια και ένα διαρκές χαμόγελο, να το απολαμβάνεις. Πώς; Θες παράλληλα να κρατάς αγκαλιά και την καλή σου / τον καλό σου; Άντε, να σου κάνω την χάρη! Αλλά να έχεις υπόψη σου ότι το αεράκι βρίσκεται, εκ φύσεως, σε διαρκή κίνηση και οι διαθέσεις του είναι απρόβλεπτες. Μα τι λέω, πάλι πάω να στο χαλάσω ο βλαξ με τις φλυαρίες μου; Εσύ κοίτα να απολαύσεις τη στιγμή και εμένα αγνόησε με!

http://www.youtube.com/watch?v=awduT9-vVRo

162. Τρένο φάντασμα

Σύνθεση: Παύλος Παυλίδης

Ερμηνεία: Ξύλινα Σπαθιά

Στίχος: Παύλος Παυλίδης

Άλμπουμ: Ξεσσαλονίκη

1993

Θυμάμαι, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’90, ένα παμπάλαιο πορτοκαλοσοβιετί (το χρώμα των παλιών αθηναϊκών τρόλλεϋ, για να σας βοηθήσω κάποιους, τουλάχιστον, από εσάς να το οπτικοποιήσετε καλύτερα) Λάντα, να πηγαινοέρχεται πέρα δώθε, σαν σκούνα σε τρικυμία, παράλληλα με τις γραμμές του τρένου, κάπου σε ένα χωριό της Πελοποννήσου, ακολουθώντας το φρενήρη ρυθμό του τραγουδιού αυτού. Ξέρετε, ο χειρισμός του τιμονιού εκείνου του Λάντα απαιτούσε ικανότητες Τσακ Νόρρις, τουλάχιστον. Για να καταφέρεις να κάνεις αναστροφή, χρειαζόταν προηγουμένως να έχεις καταπιεί κοκτέιλ αναβολικών από το προολυμπιακό πρόγραμμα προετοιμασίας των αθλητών της πάλαι ποτέ Ανατολικής Γερμανίας. Ωραίες στιγμές, πάντως… Αμφιβάλλω αν ο οποιοσδήποτε μπορεί να ακούσει το «Τρένο Φάντασμα» χωρίς να τον συνεπάρει ο ρυθμός και χωρίς να τον ταξιδέψει η μελωδία στο Φαρ-Ουέστ του μυαλού του. Ξέρετε, ο καθένας μας έχει μια Φαρ-Ουέστ επικράτεια εντός του, ένα «Πέκος», όπου δυτικά του κανείς νόμος δεν ισχύει. Απόλυτη ελευθερία, μηδενικές υποχρεώσεις και, βέβαια, πολλοί και απερίγραπτοι κίνδυνοι. Αλλά, υπάρχει το οτιδήποτε ελκυστικό και σαγηνευτικό στη ζωή αυτή που να μη συνοδεύεται από μια, έστω μικρή, δόση κινδύνου;

http://www.youtube.com/watch?v=V_1rWM1r1HQ

161. Από το πάρκο στη Μυροβόλο

Σύνθεση: Αργύρης Μπακιρτζής

Ερμηνεία: Χειμερινοί Κολυμβητές

Στίχος: Αργύρης Μπακιρτζής

Άλμπουμ: Από το πάρκο στη Μυροβόλο

1985

Είμαι ένας, σχετικά, νεόκοπος φαν του Μπακιρτζή και των Χειμερινών Κολυμβητών. Παλαιότερα δεν μου άρεσαν καθόλου, έβρισκα βαρετά και (αν είναι δυνατόν!) κάπως δήθεν τα τραγούδια τους. Ωστόσο, ευτυχώς, η ωρίμανση ενός ανθρώπου έχει και κάποιες θετικές παρενέργειες, μία εκ των οποίων είναι ότι αρχίζει και εκτιμά πράγματα και πρόσωπα αληθινά αξιόλογα, που τα περιφρονούσε και δεν τα καταδεχόταν. Πρόσφατα, μάλιστα, είδα και την καλτ, επική ταινία του Τσιώλη «Ας περιμένουν οι γυναίκες» (την οποία συνιστώ ανεπιφύλακτα), όπου πρωταγωνιστούσε ο Μπακιρτζής, και το γλυκό έδεσε. Με το στυλ του, την προσωπικότητά του, τη βαθιά, ιδιαίτερη φωνή του, τη συνέπειά του (οι Χειμερινοί Κολυμβητές σχηματίστηκαν το 1965 και συνεχίζουν ακάθεκτοι μέχρι σήμερα) και τη γλυκύτητα και ευγένεια που αποπνέει, είναι μία από τις πλέον ιδιαίτερες περιπτώσεις στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Ευτυχώς που υπάρχει και είθε να ζήσει, να μακροημερεύσει και να συνεχίσει να δημιουργεί.

http://www.youtube.com/watch?v=8kUnhi4PLjg

160. Ο Λύκος

Σύνθεση: Αρλέτα

Ερμηνεία: Αρλέτα

Στίχος: Αρλέτα

Άλμπουμ: Ένα καπέλο με τραγούδια

1981

«Είναι 12 η ώρα, είναι η ώρα των τρελών». Φυσικό και επόμενο είναι, αν δεν ανήκεις στους τρελούς, να μην μπορείς να καταλάβεις γιατί κάποιος μπορεί να ψάχνει να βρει τον λύκο για να τον ακολουθήσει στα έρημα μεταμεσονύχτια στενά και σοκάκια της πόλης. «Μα, αυτή είναι μια ανόητη, παρεκκλίνουσα και επικίνδυνη δραστηριότητα», θα σπεύσει να πει ο «φυσιολογικός», ο μη τρελός, με ένα χαμόγελο συγκατάνευσης. «Ποιος εχέφρων και νουνεχής (ωραίες, πομπώδεις λέξεις, ε;) άνθρωπος σεργιανάει στους δρόμους μες στα μαύρα μεσάνυχτα; Όποιος θέλει να κάνει κάτι τέτοιο πηγαίνει γυρεύοντας και είναι ή κακοποιός ή εντελώς σαλεμένος. Ας τον βρει ο λύκος κι ας τον καταπιεί αμάσητο, να ησυχάσουμε όλοι και να αναφωνήσουμε ανακουφισμένοι: Ένας τρελός λιγότερος»! Προβατάκια μου, όπως νομίζετε. Καθήστε εσείς στα χρυσά κλουβιά σας, στις σπηλιές σας από ατσάλι (κλόπιραιτ: Ισαάκ Ασίμωφ), κοιμηθείτε τον ύπνο του «δικαίου» (;) και αφήστε τους λύκους, τις αρκούδες και τα άλλα άγρια ζώα του δάσους και της ζούγκλας να παίζουν κυνηγητό και κλέφτες και αστυνόμους στους άδειους και μεταμορφωμένους, τη νύχτα, δρόμους των πόλεων. Και αν θα ζητούσαμε από τον λύκο της Αρλέτας να κάνει μια ευχή για λογαριασμό σας, αυτή είμαι σίγουρος πως θα ήταν να ανακαλύψετε την «άγρια πλευρά» σας και να ταρακουνηθείτε τόσο έντονα από αυτήν, ώστε να αλλάξει άρδην η κοσμοθεωρία σας και να θέλετε να συμμετάσχετε κι εσείς, μετά, στο «παιχνίδι των τρελών».

http://www.youtube.com/watch?v=uxIAAMy99Ek

159. Σαν τραγουδάκι

Σύνθεση: Θοδωρής Παυλάκος

Ερμηνεία: Μιλτιάδης Πασχαλίδης

Στίχος: Θοδωρής Παυλάκος

Άλμπουμ: Παραμύθι με λυπημένο τέλος

1995

Η παρομοίωση στον τίτλο του τραγουδιού είναι η πεμπτουσία της ιστορίας που αυτό αφηγείται: «Εσύ, που ήρθες σαν σίφουνας, αναποδογύρισες τη ζωή μου και μετά, ξαφνικά, έφυγες, αφήνοντας με σύξυλο, να τρέμω και να μην ξέρω από πού μου ήρθε. Το σοκ που μου προκάλεσες, όταν μ’ εγκατέλειψες, ήταν τόσο ισχυρό, που μια θολή ανάμνηση είναι το μόνο που μου έχει μείνει από εσένα, σαν μια ημιτελή θύμηση ενός ονείρου το οποίο μάταια πασχίζω να σχηματοποιήσω στην ολότητά του στο κεφάλι μου ή σαν έναν σκοπό, τον οποίο σφυρίζω χωρίς να μπορώ να θυμηθώ τα λόγια που αντιστοιχούν σε αυτόν, αυτές τις μαγικές λέξεις που με είχαν κάνει τόσο ευτυχισμένο, για λίγο. Και ίσως είναι καλύτερα έτσι, ίσως είναι καλύτερα που αδυνατώ να επαναφέρω στη μνήμη μου τα λόγια του κοινού μας τραγουδιού, γιατί δεν μπορώ να σε έχω πια…».

http://www.youtube.com/watch?v=7yROsy5MBuE

158. Καραπιπερίμ

Σύνθεση: Γιάννης Παπαϊωάννου / Σπύρος Περιστέρης

Ερμηνεία: Ρένα Ντάλλια

Στίχος: Παραδοσιακό

1952

… Έτρεχα σαν τρελός στα σοκάκια του Σουλταναχμέτ, κάπου στην περιοχή πίσω από το Αιγυπτιακό Παζάρι, προσπαθώντας να αποφύγω τους διώκτες μου, που βρίσκονταν στο κατόπι μου και με καταδίωκαν ανηλεώς, εδώ και αρκετή ώρα. Ο επικεφαλής τους, ενώ αρχικά μου γάβγιζε διαρκώς να σταματήσω, τώρα το είχε πάρει χαμπάρι ότι δεν επρόκειτο να υπακούσω στα κελεύσματά του και, έτσι, είχε σταματήσει να ουρλιάζει. Αντί φωνής, όμως, τώρα κράδαινε μια πιστόλα και κάθε τόσο βάραγε και μια μπαταριά στον αέρα, προσπαθώντας να με εκφοβίσει, εις μάτην, παρ’ όλα αυτά, και πάλι. «Σύντομα, όμως», σκεφτόμουν, «θα σταματήσει να πυροβολάει στον αέρα και θα αρχίσει να σημαδεύει εμένα». Τι ήταν να το σκεφτώ; Δύο σφαίρες πέρασαν τόσο ξυστά πλάι από τα δύο μάγουλα μου, που μου έκαναν κόντρα ξούρισμα άψογο. Τα πράγματα σοβάρευαν και εκείνοι κέρδιζαν διαρκώς έδαφος απέναντί μου, πανάθεμά τους! Ένα θεοσκότεινο στενάκι πρόβαλε ξαφνικά, και σε μια στροφή του δρόμου, στα αριστερά μου, και, πριν προλάβω να το σκεφτώ, έστριψα εκεί μέσα. Ήταν αδιέξοδο! Πάνω στην στιγμή της ύστατης απελπισίας μου κι ενώ κοίταζα πανικόβλητος δεξιά αριστερά αναζητώντας μια δίοδο φυγής, μια πόρτα μισάνοιξε από κάπου κι ένα χέρι με άρπαξε και με τράβηξε με αποφασιστικότητα στο εσωτερικό ενός σπιτιού. Βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με δύο μεγάλα μαύρα αμυγδαλωτά μάτια, που με κοίταζαν πίσω από μια μαντήλα χρώματος πορτοκαλί. «Το πρόσωπο που κρύβεται πίσω από τη μαντήλα πρέπει να είναι σπάνιας ομορφιάς», ήταν η πρώτη σκέψη που έκανε το ανδρικό μου μυαλό, παρ’ όλο τον πανικό και τη σύγχυση του. Καθώς είχα μείνει στήλη άλατος, όντας μαγεμένος από τις δύο λίμνες μαύρης λάβας μέσα στις οποίες έβλεπα να καθρεφτίζεται το είδωλο μου, την είδα να φέρνει το δάχτυλο της στο στόμα της, προστάζοντας με να παραμείνω σιωπηλός. Από έξω άκουγα τις αγανακτισμένες φωνές των διωκτών, οι οποίοι απορούσαν για την ανεξήγητη εξαφάνιση μου. Η σωτήρας μου άρπαξε ένα αναμμένο κερί από ένα τραπέζι δίπλα της (ήταν ο μόνος φωτισμός του χώρου) και μου ένευσε να την ακολουθήσω στο εσωτερικό του σπιτιού. Ακολουθήσαμε έναν διάδρομο και μπήκαμε σε ένα δωμάτιο, εντελώς γυμνό από επίπλωση, όπου το μόνο που υπήρχε ήταν μια στενή στριφογυριστή σκάλα στο κέντρο του, ακριβώς. Χωρίς να χάσουμε χρόνο, αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τη σκάλα για, απροσδιόριστα πολλή, ώρα. Εκείνη πήγαινε μπροστά με το κερί ανά χείρας, το οποίο έλιωνε γοργά. Πάνω που ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι σύντομα θα φτάναμε στον πυρήνα της Γης, η σκάλα, απότομα, σταμάτησε. Στο φως του μισολιωμένου κεριού, διέκρινα μια πόρτα, από τις χαραμάδες της οποίας έβγαινε φως, ενώ και ο απόηχος μουσικής και χαρούμενων φωνών έφτανε στα αυτιά μου. Εκείνη προχώρησε με σταθερό βήμα, και με εμένα πάντοτε στο κατόπι της, και άνοιξε την πόρτα. Το έντονο φως, που ξεχύθηκε από το χώρο στον οποίο μπαίναμε, με τύφλωσε προσωρινά, ενώ η χαρωπή μουσική, οι ιαχές των γλεντοκόπων και τα τσουγκρίσματα των ποτηριών, πλημμύρισαν τα αυτιά μου. Όταν τα μάτια μου προσαρμόστηκαν στο φως, διαπίστωσα πως βρισκόμουν σε μια αίθουσα αχανούς εκτάσεως. Πήγαινε ως εκεί που έφτανε το μάτι μου και δεν είχε ορατό τέλος. Κόσμος πολύς καθόταν στα αμέτρητα τραπέζια που υπήρχαν στο χώρο και γελούσε, έπινε και τραγουδούσε. Η συνοδός μου φύσηξε το κερί για να σβήσει, το ακούμπησε σε ένα τραπέζι κάπου δίπλα και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Ενώ εγώ παρακολουθούσα όσα διαδραματίζονταν γύρω μας, με ένα κάπως ηλίθιο χαμόγελο στο πρόσωπό μου, εκείνη γύρισε προς το μέρος μου, μου τσίμπησε τα μάγουλα και με τράβηξε με το ζόρι στο βάθος της αίθουσας. Κάπου, σε ένα τραπέζι, υπήρχαν δύο θέσεις κενές και εκεί με κάθισε. Με κοίταξε στα μάτια για κάποια ώρα και ύστερα, με μια αστραπιαία κίνηση, έβγαλε τη μαντήλα της. Το σαγόνι μου έφτασε στο πάτωμα. Όταν τελικά συνήλθα, και αισθάνθηκα ότι ήμουν σε θέση να αρθρώσω δυο λέξεις, της ψέλλισα:

«Αϊσέ…!!! Μα, εσύ, δεν…. δεν είναι δυνατόν!»

«Δεν είμαι η Αϊσέ. Είμαι η δίδυμη αδελφή της, η Καραπιπερίμ. Ο Ιμπραήμ Χαρούν είναι νεκρός;»

«Δίδυμη αδελφή;;; Δεν γνώριζα… μα πώς ήξερες…»

«Ο Ιμπραήμ Χαρούν είναι νεκρός;», επέμεινε.

«Ε… ναι βέβαια, εγώ ο ίδιος τον στραγγάλισα, απόψε. Αλλά….»

«Όχι άλλες ερωτήσεις για τώρα. Έλα να χορέψουμε!»

Πριν προλάβω να καταλάβω τι είχε συμβεί, είχαμε σηκωθεί από τις θέσεις μας, βρισκόμασταν σε μια αυτοσχέδια πίστα χορού και χορεύαμε. Το κορμί της λικνιζόταν με περίσσιο αισθησιασμό δίπλα στο δικό μου που ακόμα προσπαθούσε να συνέλθει από τα πολλαπλά σοκ. Σύντομα, βέβαια, είχα ξεχάσει και σοκ, και Αϊσέ και Ιμπραήμ Χαρούν και τα πάντα. Η Καραπιπερίμ και ο χορός της φρόντιζαν για αυτό. Ήταν ώρα για εμένα να χαλαρώσω και να αφεθώ, το χρώσταγα στον εαυτό μου μετά την τόσο επεισοδιακή ημέρα που μόλις είχε προηγηθεί…

… Ξύπνησα δίπλα της. Εκείνη είχε ήδη ξυπνήσει και στηρίζοντας το κεφάλι της στο χέρι της με κοίταζε με τους δύο μεγάλους μαύρους μαγνήτες, που ήταν τα μάτια της. Τεντώθηκα, γύρισα λίγο προς το μέρος της και την χάιδεψα στο πρόσωπο. Εκείνη έκλεισε τα μάτια της και χαμογέλασε ικανοποιημένη. Το ύφος της, εκείνη τη στιγμή, μου θύμισε έντονα καλομαθημένη, χαδιάρα γατούλα. Το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας ήταν ανοιχτό και το αεράκι που φυσούσε έφερνε μέσα στο δωμάτιο τους ήχους από ένα γνωστό, και μη εξαιρετέο, τραγούδι, που κάποιο γραμμόφωνο έπαιζε, κάπου: «Μες στης Πόλης τα στενά…»

http://www.youtube.com/watch?v=AbX3KOAhyK8

157. Γράμμα σ’ έναν ποιητή

Σύνθεση: Δημήτρης Ζερβουδάκης

Ερμηνεία: Δημήτρης Ζερβουδάκης

Στίχος: Νίκος Καββαδίας

Άλμπουμ: Ακροβάτης

1989

Έχοντας τα χέρια μου ακουμπισμένα στην κουπαστή, κοίταζα τα φώτα του Σάντο Ντομίνγκο, που όλο μίκραιναν, καθώς το «Κάπτεν Ζίροου» απομακρυνόταν από το μεγάλο λιμάνι της Ισπανιόλας. Πίσω μου, ο Ρεντ Σκόλτζερ ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο κατάστρωμα και κρατούσε ένα μπουκάλι ρούμι, από το οποίο κάθε τόσο έπινε και λίγο. Ο Μπέρνι είχε όρεξη για παιχνίδια, κούναγε αδιάκοπα την ουρά του και τον έγλειφε στο πρόσωπο, αλλά ο Ρεντ τον αγνοούσε εντελώς. Δεν είχαν περάσει παρά λίγες ώρες από τη στιγμή που ανακοίνωνα στον Ρεντ, στην θρυλική ταβέρνα «Ελ Πόγιο ντελ Ντιάμπλο», την απόφαση μου να εγκαταλείψω την «ενεργό δράση», με το που θα πιάναμε στο Σαν Χουάν. Θα πήγαινα να ζήσω με τη Μαργκερίτα, την αρραβωνιαστικιά μου και κόρη του αντικυβερνήτη του Σαν Χουάν, σε μια έκταση γης που κατείχα, λίγο έξω από την πόλη, του είχα πει. Δεν αποπειράθηκα να του δικαιολογήσω την απόφαση μου ή κάτι τέτοιο, απλά του το ανακοίνωσα. Έκτοτε δεν είχαμε ανταλλάξει κουβέντα. Ορφανός από μητέρα και από πατέρα και με ένα μάτι λιγότερο (δεν έμαθα ποτέ πως το έχασε, είναι, ίσως, η μόνη ιστορία από τη ζωή του που δεν ήθελε να μου αφηγηθεί), ο Ρεντ Σκόλτζερ ήταν ο πιο σκληροτράχηλος ναυτικός που είχα γνωρίσει στη ζωή μου. Οι δυο μας ήμασταν κάτι παραπάνω από αδέλφια. Αυτά που είχαμε περάσει μαζί τα τελευταία 15 χρόνια στα νερά της Καραϊβικής θα γέμιζαν άνετα μια εγκυκλοπαίδεια. Μου είχε σώσει δύο φορές τη ζωή και του την είχα σώσει μία, αλλά είχαμε αποπειραθεί και να σφάξουμε ο ένας τον άλλο, πολλάκις. Πειρατεία, νόμιμο εμπόριο και λαθρεμπόριο, ναυμαχίες, ξιφομαχίες, καυγάδες, γυναίκες, μεθύσια, μαστουρώματα, πλιάτσικα, ό, τι μπορεί να φανταστεί κανείς, το είχαμε κάνει μαζί. Και, τώρα, η κοινή μας πορεία, έτσι απλά, θα τελείωνε. Τον καταλάβαινα, φυσικά, αλλά, αλήθεια… τι περίμενε; Τα σημάδια στον ορίζοντα υπήρχαν, δεν μπορεί να μην τα είχε δει, απλά επέλεγε να τα αγνοήσει… Κάποια στιγμή, τον ένιωσα να σηκώνεται. Άκουγα τα σανίδια του καταστρώματος να τρίζουν κάτω από τα βήματα του, καθώς με πλησίαζε. Ήρθε δίπλα μου, με χάιδεψε στο κεφάλι και μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Ξαφνιάστηκα και γύρισα να τον κοιτάξω. Εκείνος, με αργές και αποφασιστικές κινήσεις, ανέβηκε στην κουπαστή και, πριν προλάβω να αντιδράσω, βούτηξε στη θάλασσα. Ο Μπέρνι ήρθε γαβγίζοντας σαν τρελός και έβαλε τα δυο μπροστινά πόδια του στην κουπαστή κοιτάζοντας τον κύριο του που χανόταν στα αφρισμένα νερά και ανήμπορος να τον βοηθήσει. Κι εγώ, όμως, είχα πετρώσει κι ήμουν ανήμπορος να κάνω το οτιδήποτε. Ήξερα, ωστόσο, ότι, πέρα από το ότι δεν μπορούσα να τον σώσω, και εκείνος δεν θα το ήθελε. Είχε πάρει την απόφασή του και έπρεπε να την σεβαστώ. Ένα χέρι φάνηκε για λίγο, μέσα από το νερό. Ο Ρεντ μας αποχαιρετούσε. Γύρισα από την άλλη πλευρά, κάθισα με αργές κινήσεις κάτω, ύψωσα το κεφάλι μου προς τον ουρανό και άφησα τα δάκρυά μου να κυλήσουν στο πρόσωπό μου…

http://www.youtube.com/watch?v=NxN96eq692I

156. Στην Κ.

Σύνθεση: Παύλος Σιδηρόπουλος

Ερμηνεία: Παύλος Σιδηρόπουλος & Σπυριδούλα

Στίχος: Παύλος Σιδηρόπουλος

Άλμπουμ: Φλου

1978

Προφανώς, δεν ανακαλύπτω τον τροχό αν πω ότι η κύρια (ή, άντε, μια από τις κύριες) πηγή έμπνευσης ενός άντρα καλλιτέχνη είναι μια γυναίκα (και ανάποδα, φυσικά, αλλά μια και μιλάμε για άντρα στην προκειμένη περίπτωση…). Όμως, τα έργα τέχνης (εντός ή εκτός εισαγωγικών), στα οποία αποκρυσταλλώνεται η έμπνευση του καλλιτέχνη, είναι τόσα (σε ποσότητα) και τόσο διαφορετικά (σε ποιότητα), όσες και όσο διαφορετικές είναι, αντίστοιχα, οι μούσες-πηγές της αρχικής έμπνευσης. Και ας μην μιλήσουμε για την σημασία της ιδιοσυγκρασίας του κάθε καλλιτέχνη, καθώς και της ψυχολογικής φάσης της οποίας διέρχεται τη δεδομένη χρονική περίοδο της δημιουργίας. Με τα παραπάνω θέλω να επιχειρηματολογήσω ως προς το ότι πάντοτε θα βγαίνουν ενδιαφέροντα και ξεχωριστά τραγούδια για τον έρωτα και για την αγάπη, όσο τετριμμένο κι αν φαντάζει το συγκεκριμένο θέμα. Και η «Κ.» είναι ένα τραγούδι, το οποίο επιβεβαιώνει τα προλεχθέντα. Πρόκειται για ένα σπάνιο και ιδιαίτερο ερωτικό κομμάτι, με μερικές ευπρόσδεκτες πινελιές σουρεαλισμού, από αυτά που εν Ελλάδι δεν τα λες ότι μας περισσεύουν κιόλας…

http://www.youtube.com/watch?v=XxBO_yeHdmY

155. Ψέματα

Σύνθεση: Νίκος Πορτοκάλογλου

Ερμηνεία: Φατμέ

Στίχος: Νίκος Πορτοκάλογλου

Άλμπουμ: Ψέματα

1983

Είναι τοις πάσι γνωστό (μου αρέσει τόσο πολύ να χρησιμοποιώ στα γραπτά μου φράσεις-κλισέ από τα εκθεσιολόγια των Πανελληνίων. Παρεμπιπτόντως, η αγαπημένη μου φράση, από αυτά τα εκτρωματικά βιβλία και βοηθήματα ήταν: «Στο λυκαυγές του 21ουαιώνα»! Ε; ε; ε; Μπρρρρ…), είναι τοις πάσι γνωστό, λοιπόν, ότι το πρώτο στάδιο από το οποίο περνάει ένας άνθρωπος μετά από ένα δύσκολο χωρισμό, είναι εκείνο του σοκ και της άρνησης. Enter «Ψέματα» και «Νίκος Πορτοκάλογλου». Πόσο καλύτερα, αμεσότερα και απλούστερα θα μπορούσε να περιγράψει / απεικονίσει / αποτυπώσει ένα τραγούδι τα συναισθήματα που γεννά η απόγνωση και η αδυναμία αποδοχής της νέας κατάστασης, η οποία ανακύπτει αμέσως μετά το επώδυνο αυτό γεγονός; Όχι πολύ, φίλοι μου…

http://www.youtube.com/watch?v=-80WpV16pn4

154. Φοβάμαι

Σύνθεση: Γιάννης Ζουγανέλης

Ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Στίχος: Αντώνης Πανταζής

Άλμπουμ: Φοβάμαι

1982

Από τη μία, έχω κάθε λόγο να φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για εμένα χωρίς εμένα. Από την άλλη, όμως, εφόσον δεν μπορώ να τα επηρεάσω, γιατί να χαλάω τη ζαχαρένια μου; Μήπως να επικεντρωθώ σε αυτά τα οποία εξαρτώνται από εμένα και τα άλλα να τα αφήσω να εξελιχθούν όπως είναι να εξελιχθούν αφού, ούτως ή άλλως, ακόμα κι αν προσπαθήσω να τα ελέγξω, θα είναι μάταιος κόπος; Πώς, όμως, μπορώ να είμαι σίγουρος για το τι πραγματικά εξαρτάται από εμένα και τι όχι; Φυσικά, δεν έχω απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα, τουλάχιστον όχι εύκολη και απλή. Πάντως, θα πω ότι κακό δεν είναι, καμιά φορά, να ξενοιάζεις, να αφήνεσαι, ακόμα και να παραδίνεσαι, στο τυχαίο, στο απρόβλεπτο και στο μη ελεγχόμενο. Άσε που, πολλές φορές, δεν έχεις κι επιλογή. There is no guidance when random rules, που έλεγαν και οι «Ασημένιοι Εβραίοι» (Silver Jews, συγκροτηματάρα των 90s). Και μια επισήμανση ακόμα για το «Φοβάμαι»: Πρόκειται, αναμφίβολα, για ένα τραγούδι της εποχής του, της εποχής που η τρομολαγνεία και τρομοϋστερία άρχισε να μεταδίδεται, σαν αρρώστια, στο σώμα της ανθρωπότητας. Και σήμερα, 30 περίπου χρόνια μετά, έχουμε φτάσει όπου έχουμε φτάσει. Και το «καλύτερο»; Απ’ ότι φαίνεται, έχουμε μπροστά μας, ακόμη, πεδίο δόξης λαμπρόν…

http://www.youtube.com/watch?v=carV2qTXC58

153. Ο δρόμος

Σύνθεση: Μάνος Λοΐζος

Ερμηνεία: Μάνος Λοΐζος

Στίχος: Κωστούλα Μητροπούλου

Άλμπουμ: Τα τραγούδια του δρόμου

1974

Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για το τραγούδι που αποπνέει τη μεγαλύτερη αθωότητα και που σε κάνει να αισθάνεσαι την αυθεντικότερη συγκίνηση, σε σχέση με όλα εκείνα τα άλλα τραγούδια που εκτελούσαμε (εν ψυχρώ, και από 2 μέτρα απόσταση), με τα παραδοσιακά φάλτσα και την αναπόφευκτη βαρεμάρα, σε εκείνες τις σχολικές γιορτές της επετείου της 17ης Νοέμβρη (όχι της οργάνωσης του Κουφοντίνα, της ημερομηνίας-σύμβολο της εξέγερσης των φοιτητών επί δικτατορίας). Όχι ότι δεν υπήρχαν και άλλα αξιόλογα άσματα (π.χ. το «Ακορντεόν», που είναι, επίσης, του Λοΐζου). Αλλά, η αλήθεια είναι ότι ο «Δρόμος» έχει ένα ξεχωριστό, έντονα ανθρωπιστικό, στοιχείο, το οποίο θεωρώ ότι τον κάνει να υπερέχει έναντι όλων των άλλων τραγουδιών της συνομοταξίας του και του επιτρέπει να ξεφεύγει από το συγκεκριμένο πλαίσιο στο οποίο συνήθως εντάσσεται (αντίσταση κατά της Χούντας-Πολυτεχνείο), και να αποκτά μια πιο οικουμενική και διαχρονική διάσταση.

http://www.youtube.com/watch?v=_xnFzF4ntfI

152. Ανθρωπάκι

Σύνθεση: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας

Ερμηνεία: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας

Στίχος: Δημήτρης Βασαλάκης

Άλμπουμ: Φευγάτο ταξίδι

1993

Έχω μια μεγάλη αποκάλυψη να κάνω: Ο παλιότερος μου φίλος, τον οποίο έχω από τότε, σχεδόν, που θυμάμαι τον εαυτό μου, είναι ένα μικρό ανθρωπάκι. Είναι πάντα εκεί για μένα, να κουβεντιάσει μαζί μου, να παίξει μαζί μου, να μοιραστεί τις χαρές και τις λύπες μου. Είναι ο ψυχαναλυτής μου, κάθεται με υπομονή και με ακούει να του ανοίγω τα σώψυχα μου και να του αποκαλύπτω τα πάντα. Το εννοώ όταν λέω: «τα πάντα». Είναι πιστός σύντροφος. Δεν μιλάει πολύ (για την ακρίβεια δεν μιλάει καθόλου), αλλά δεν χρειάζεται, η παρουσία του μου αρκεί και είναι ένα βάλσαμο για εμένα. Έτσι, έστω κι αν το συγκεκριμένο τραγουδάκι δεν συνδέεται, παρά μόνο λίγο και έμμεσα, με το αγαπημένο μου ανθρωπάκι, εγώ δεν έχω άλλη επιλογή παρά να του το αφιερώσω.

http://www.youtube.com/watch?v=lc0fPSmWR20

151. Αυτόν τον κόσμο τον καλό

Σύνθεση: Σταύρος Ξαρχάκος

Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης

Στίχος: Βασίλης Ανδρεόπουλος

Άλμπουμ: Διόνυσε καλοκαίρι μας

1972

Ο ιστός του κόσμου υπάρχει μέσα σου,

Όταν ράβεις- ξηλώνεις απέξω,

Ράβεις-ξηλώνεις κι από μέσα…

Όλα στο Σύμπαν εσύ τα κινείς,

Διαστολή-συστολή, μεγέθυνση-σμίκρυνση, ζωή-θάνατος,

Δουλειά δεν θα σου λείψει ποτέ…

Εσύ είσαι το δώρο που ο κόσμος έκανε στον εαυτό του,

Σκίσε το περιτύλιγμα, μη φοβάσαι το περιεχόμενο,

Είσαι όντως εσύ….

Άλλοι έφυγαν, άλλοι είναι εδώ, άλλοι θα έρθουν,

Αλλά εσύ θα γυρίσεις στην εστία σου όταν ολοκληρώσεις το ταξίδι σου,

Τότε και μόνο τότε…

http://www.youtube.com/watch?v=UN1s0UInByE

 

150. Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον

Σύνθεση: Δήμος Μούτσης

Ερμηνεία: Άλκηστις Πρωτοψάλτη

Στίχος: Κωνσταντίνος Καβάφης

Άλμπουμ: Τετραλογία

1975

Θα συμφωνήσετε, φαντάζομαι, ότι το να προσπαθήσεις να μελοποιήσεις τον Καβάφη δεν είναι και ό,τι πιο εύκολο. Ο Δήμος Μούτσης το τόλμησε, έβαλε τα δυνατά του στην «Τετραλογία» (όπου μελοποίησε τα έργα 4 ποιητών: Καβάφη, Καρυωτάκη, Σεφέρη και Ρίτσου), πειραματίστηκε σε βαθμό πρωτοφανή για τον ίδιο (βασίστηκε σε μοτίβα ηλεκτρονικής μουσικής, χρησιμοποιώντας συνθεσάιζερ στην ενορχήστρωση) και το αποτέλεσμα είναι σίγουρα αρκετά ενδιαφέρον και πρωτότυπο, ειδικά για την εποχή που κυκλοφόρησε ο δίσκος. Η όλη ενορχήστρωση του «Απολείπειν» έχει στοιχεία, τα οποία, αφενός, συμβάλλουν στο να μεταδοθεί μια αίσθηση μεγαλοπρέπειας (για ολόκληρο Αντώνιο μιλάμε, μην ξεχνιέστε, με Αλεξάνδρειες, με τις σχέσεις του με Κλεοπάτρες, και δεν συμμαζεύεται) και, αφετέρου, στο να είναι διαρκώς παρούσα εκείνη η αδιόρατη, αλλά τόσο χαρακτηριστική και σήμα κατατεθέν του μεγάλου ποιητή, Καβαφική ειρωνεία. Kudos στον Δήμο, λοιπόν, για την προσπάθεια του και την ξεχωριστή μουσική του πρόταση, και κρίμα που αυτός ο δίσκος δεν απήλαυσε την επιτυχία που, νομίζω, θα του άρμοζε.

http://www.youtube.com/watch?v=MFGls07miEI&feature=related

149. Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι

Σύνθεση: Απόστολος Καλδάρας

Ερμηνεία: Στέλλα Χασκίλ

Στίχος: Απόστολος Καλδάρας

1947

Είναι το πρώτο τραγούδι στην καριέρα (εντελώς παράταιρη λέξη για έναν ρεμπέτη, έτσι δεν είναι;) του Απόστολου Καλδάρα, γραμμένο και ηχογραφημένο σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη και δύσκολη εποχή για την Ελλάδα και με ένα «απαγορευμένο», τότε, θέμα (γι’ αυτό και ο Καλδάρας αυτολογοκρίθηκε στο στίχο: το τραγούδι ουσιαστικά μιλάει για έναν πολιτικό κρατούμενο που είναι φυλακισμένος στο Γεντί Κουλέ). Από το 1947 έχουν περάσει, βέβαια, πολλά χρόνια και έχουν συμβεί πάρα πάρα πολλά και διάφορα, ωστόσο το συγκεκριμένο ζεϊμπέκικο παραμένει διαχρονικό και πάντα συγκινεί και ξυπνάει έντονα συναισθήματα σε όσους το ακούνε. Ίσως ο λόγος γι’ αυτό να είναι ότι έχει εγγραφεί στο συλλογικό ασυνείδητο της μεταπολεμικής Ελλάδας, με το συμβολισμό του μιας άλλης, ταραγμένης εποχής, με διαφορετικές βασικές κοινωνικές παραδοχές και παραμέτρους, αλλά και διαφορετικές προσδοκίες. Ή ίσως, απλά, ο λόγος να είναι ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικό, all-time classic (άτιμη Αρβανιτιά!), ρεμπέτικο τραγούδι.

http://www.youtube.com/watch?v=mldi3_rwAM0

148. Η φάμπρικα

Σύνθεση: Γιάννης Μαρκόπουλος

Ερμηνεία: Λάκης Χαλκιάς

Στίχος: Γιώργος Σκούρτης

Άλμπουμ: Μετανάστες

1974

Η μετανάστευση ήταν ένας από τους παράγοντες που έπαιξαν κεντρικό και καταλυτικό ρόλο  στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας των Ελλήνων και της Ελλάδας, στον 20ο αιώνα. Υπήρξαν, φυσικά, διάφορα είδη μετανάστευσης: εσωτερική, εξωτερική, προσφυγιά. Το ζήτημα της εξωτερικής μετανάστευσης, όμως, που είναι και στο επίκεντρο του συγκεκριμένου τραγουδιού, είναι το πιο έντονα φορτισμένο και αυτό, του οποίου το νόημα και οι επιπτώσεις είναι πράγματα που μπορούν  να γίνουν, έστω και λίγο, αντιληπτά από τον καθένα μας. Ποιός από εμάς δεν είχε, ή δεν έχει, έστω κι ένα συγγενή μετανάστη, πρώτης ή δεύτερης γενιάς, σε Αμερική, Γερμανία, Αυστραλία ή κάποια άλλη χώρα; Ποιός από εμάς, συνεπώς, δεν μπορεί να συναισθανθεί, έστω κι αν δεν το έχει βιώσει από πρώτο χέρι, τι σημαίνει αναγκαστικός ξεριζωμός, για λόγους βιοπορισμού, από την πατρίδα και τι σημαίνει εργασία υπό πολύ σκληρές συνθήκες και με αβέβαιη ανταμοιβή; Επομένως, δεν είναι να απορούμε για το ότι η «Φάμπρικα» μας συγκινεί, κάθε φορά που την ακούμε: ερεθίζει κάποιες πολύ ευαίσθητες χορδές, που υπάρχουν βαθιά μέσα μας, τόσο σε ατομικό όσο και, κυρίως, σε κοινωνικό επίπεδο, και μας υπενθυμίζει κάτι, το οποίο στα χρόνια της, σε μεγάλο βαθμό, επίπλαστης ευμάρειας, σχεδόν το ξεχάσαμε. Μας υπευνθυμίζει πως τίποτε δεν πρέπει να θεωρείται ως δεδομένο και πως η επιστροφή στο σημείο μηδέν είναι κάποιες φορές, δυστυχώς, μονόδρομος.

http://www.youtube.com/watch?v=OHwdMvBI-mM&feature=fvwrel

147. Ξύπνα! Φτάσαμε

Σύνθεση: Γιώργος Δημητριάδης

Ερμηνεία: Γιώργος Δημητριάδης & Μικροί Ήρωες

Στίχος: Γιώργος Δημητριάδης & Σταμάτης Πανταζόπουλος

Άλμπουμ: Ξύπνα! Φτάσαμε

2000

Οδηγώ στην Εθνική χαράματα. Επιστρέφουμε στην πόλη μας μετά από ολοήμερη (και ολονύχτια) εκδρομή. Δεν έχω κοιμηθεί καθόλου εδώ και 24 ώρες, αλλά έχω εκείνη τη σπάνια διαύγεια και εγρήγορση που σου σου προξενεί πολλές φορές η αϋπνία. Εσύ είσαι στη θέση του συνοδηγού, φοράς μαύρα γυαλιά, είσαι κουλουριασμένη και κοιμάσαι. Σου ρίχνω πλάγιες ματιές κάθε τόσο. Είσαι τόσο όμορφη, αλλά φαίνεσαι και τόσο εύθραυστη, που μου έρχεται να βάλω τα κλάματα. Κάποια στιγμή μισοξυπνάς και βγάζεις έναν μικρό αναστεναγμό. Σκύβω προς το μέρος σου, σου δίνω ένα φιλάκι στο μάγουλο και σου χαϊδεύω τα μαλλιά, τα οποία ξανθαίνουν από τον ήλιο που έχει αρχίσει την ανοδική του πορεία στον ουρανό της Αττικής. Γυρνάς το κεφάλι σου προς την μεριά μου και αποκοιμιέσαι εκ νέου. Ζω την υπέρτατη ευτυχία, αλλά ξέρω ότι δε θα κρατήσει πολύ και αυτό μου σκιάζει κάπως την ψυχή, αν και προσπαθώ να διώξω αυτό το συναίσθημα. Όταν τελικά φτάνουμε σπίτι σου και σε ξυπνάω, εσύ τεντώνεσαι και με παίρνεις αγκαλιά. Κόσμοι γεννιούνται και κόσμοι πεθαίνουν στον αφρό του Σύμπαντος, όσην ώρα κρατάμε ο ένας τον άλλο. Εμείς επιπλέουμε πάνω από όλον αυτόν τον χαμό, στον δικό μας κόσμο, επιβάτες σε ένα αόρατο αερόστατο, το οποίο, όμως, καίει το καύσιμο του έρωτά μας. Αποχαιρετιόμαστε τελικά, με μεγάλη απροθυμία. Σε κοιτάω να μπαίνεις στην πολυκατοικία σου και όταν έχεις χαθεί από το οπτικό μου πεδίο, κάνω να βάλω μπρος τη μηχανή. Αντικρίζω μια γκρίζα γάτα που έχει θρονιαστεί στο καπό του αυτοκινήτου και με κοιτάει με ύφος, μάλλον, αδιάφορο…

http://www.youtube.com/watch?v=7BXtXLO0mnI

146. Γυριστρούλα

Σύνθεση: Λάκης Παπαδόπουλος

Ερμηνεία: Λάκης Παπαδόπουλος

Στίχος: Λάκης Παπαδόπουλος

Άλμπουμ: Πρόβα

1986

Η εισαγωγή σε βάζει στο κλίμα και μετά, απλώς, ακολουθείς το ρυθμό και αφήνεσαι στη μελωδία… Γέμισε ο τόπος από Γυριστρούλες, ρε γαμώτο, αλλά τι να κάνουμε που είμαστε τεράστιοι, ανυπέρβλητοι μαζόχες και μας έλκουν όπως τον ηρωινομανή τα φιξάκια του. Αλλά, εδώ που τα λέμε, οι Γυριστρούλες δίνουν ένα άλλο.. χρώμα στη ζωή μας, φέρνουν ένα twist, αν προτιμάτε (για να το κάνω και το λογοπαιγνιάκι μου). Και, φυσικά, το γνωρίζουν πολύ καλά, ουδεμία αμφιβολία μην τρέφετε επί τούτου. Οπότε, από Γυριστρούλες δεν πρόκειται να έχουμε έλλειμμα ποτέ. Ταλαιπωρήστε μας άφοβα Γυριστρούλες του κόσμου τούτου, δεν έχετε να φοβάστε τίποτα, πάντοτε θα παίζετε εκ του ασφαλούς, στην έδρα σας και με διαιτησία «πιασμένη».

http://www.youtube.com/watch?v=TPFk9iYzk9Y

145. Ρόζα Ροζαλία

Σύνθεση: Λένα Πλάτωνος

Ερμηνεία: Λένα Πλάτωνος

Στίχος: Μαριανίνα Κριεζή

Άλμπουμ: Εδώ Λιλιπούπολη

1980

Υπέροχα αλλόκοσμο και αλλόκοσμα υπέροχο τραγουδάκι… Μια γενιά (ή, για να ακριβολογούμε, ένα κομμάτι μιας γενιάς) μεγάλωσε με Λιλιπούπολη και Τρίτο Πρόγραμμα, όταν ο Χατζιδακις βρισκόταν στο τιμόνι του. Αν και, γενικά, δεν συγκαταλέγομαι στους πολύ μεγάλους της φαν, οφείλω να παραδεχτώ ότι η Λιλιπούπολη στάθηκε μια όαση ποιότητας και διαφορετικότητας, την εποχή, ακριβώς, κατά την οποία η πολιτισμική κατακρήμνιση και ισοπέδωση και η επέλαση της υποκουλτούρας είχαν αρχίσει να σαρώνουν την Ελλάδα (και όλοι όσοι διαθέτουν μια στάλα νου και δυο δράμια αισθητικής, ξέρουν σε ποιο σημείο έχουμε φτάσει σήμερα στο θέμα αυτό). Επίσης, θεωρώ ότι η Λιλιπούπολη είναι ένας πολύ σημαντικός δίσκος, διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπήρξε το εφαλτήριο της αιρετικής και συναρπαστικής καριέρας της πρωθιέρειας της ελληνικής ηλεκτρονικής μουσικής, της Λένας Πλάτωνος.

http://www.youtube.com/watch?v=uptveCObx0Q

144. Γεια σου χαρά σου Βενετιά

Σύνθεση: Σταύρος Ξαρχάκος

Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης

Στίχος: Νίκος Γκάτσος

Άλμπουμ: Συλλογή

1974

Σεβασμός και υπόκλιση στον Ξυλούρη. Μόνος του παίρνει από το χεράκι το τραγούδι αυτό και το ανεβάζει στην 144η θέση της λίστας. Τέτοιοι χρωματισμοί και κυματισμοί στη φωνή, τέτοιο συναίσθημα… Νιώθεις, όντως, σαν να έχεις επιβιβαστεί σε ένα παπόρι (παπόρι ρε, τι πλοίο και καράβι και φλωριές!), μετά από πολυετή παραμονή στην ξενιτιά, για να επιστρέψεις στην πατρίδα. Νιώθεις, βρε παιδί μου, αυτή τη λαχτάρα, την γλυκιά προσμονή του homecoming. Το τραγούδι αυτό πετυχαίνει διάνα στο να κεντρίσει και να εκφράσει, με απλό και όμορφο τρόπο, το συλλογικό αρχέτυπο του νόστου, που από την εποχή της Οδύσσειας έως σήμερα είναι ένα από τα αναπόσπαστα στοιχεία της ιδιαίτερης ταυτότητας των ανθρώπων (θα έλεγα του ελληνικού DNA, αλλά έχει αποκτήσει αρνητική χροιά αυτή η έκφραση, πλέον), που έζησαν και δημιούργησαν σε αυτόν τον τόπο.

http://www.youtube.com/watch?v=7og0wA_PlUY

143. Μη χτυπάς

Σύνθεση: Λουκιανός Κηλαηδόνης

Ερμηνεία: Μανώλης Μητσιάς

Στίχος: Μάνος Ελευθερίου

Άλμπουμ: Η πόλη μας

1970

Στο καλύτερο από τα λαϊκά τραγούδια του Λουκιανού, η έκκληση του Μητσιά ακούγεται σαν φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Αν είσαι, όμως, κολλημένος με το «πρόσωπο», θα χτυπάς και θα ξαναχτυπάς και θα ξαναχτυπάς, ώσπου να μελανιάσει το χέρι σου και να το πάρεις, τελικά, απόφαση ή ώσπου να εμφανιστεί κάποιο άλλο «πρόσωπο». Σπανιότατα, πάντως, ένας χωρισμός θα γίνει κοινή συναινέσει και χωρίς ο ένας εκ των χωρισθέντων να χτυπάει μετά το τέλος της σχέσης την πόρτα του άλλου προσπαθώντας να τον ξανακερδίσει. Τα είχε πει και ο «καταραμένος» Αρθούρος Ρεμπώ (το παραφράζω λίγο): «Σε κάθε ερωτική σχέση, ανεξαιρέτως, υπάρχει ένας εξουσιαστής, που έχει εκ των πραγμάτων το πάνω χέρι στη σχέση, και ένας εξουσιαζόμενος». Φυσικά, αν και όταν επιτυγχάνεται ισορροπία, η σχέση θα λειτουργήσει, αλλά νομίζω ότι, ακόμα και τότε, ακόμα και μετά από χρόνια, η πλάστιγγα πάντα θα γέρνει, έστω κι ανεπαίσθητα, προς την μία ή την άλλη πλευρά. Λίγο ακραία η θέση μου, λέτε; Είναι ακραία όντως, όμως, ή μήπως είναι μια  (κλοπιράιτ: Αλ Γκορ) άβολη αλήθεια;

http://www.youtube.com/watch?v=BqzY4m0ZV_I

142. Ζήτα μου ό,τι θες

Σύνθεση: Χάρις Αλεξίου

Ερμηνεία: Άλκηστις Πρωτοψάλτη

Στίχος: Χάρις Αλεξίου

Άλμπουμ: Δικαίωμα

1987

Είναι κάπως παράδοξο, αλλά το να αφήνεσαι και να δίνεσαι στον άλλον άνευ όρων και άνευ προϋποθέσεων, εμπεριέχει μια σπάνια, αν και σύντομη, αίσθηση ελευθερίας. Κάποιες φορές, πάντως, είναι, απλά, εντελώς μάταιο να αντισταθείς, όλοι το γνωρίζουμε αυτό εμπειρικά. Έστω κι αν ο τοίχος είναι μπροστά μας, έστω κι τον βλέπουμε να πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και είμαστε βέβαιοι ότι η πρόσκρουση θα είναι αναπόφευκτη και οδυνηρή, εμείς δεν στρίβουμε το τιμόνι, απλά σανιδώνουμε το γκάζι. Γιατί; Μάλλον γιατί είμαστε άνθρωποι και όχι υπολογιστές ή ρομπότ.

http://www.youtube.com/watch?v=gO0_3fybQOk&feature=related

141. Ο Μάρκος υπουργός (Όσοι γινούν πρωθυπουργοί)

Σύνθεση: Μάρκος Βαμβακάρης

Ερμηνεία: Μάρκος Βαμβακάρης

Στίχος: Μάρκος Βαμβακάρης

1936

Ο Μάρκος Βαμβακάρης είναι, έτσι απλά, ο μεγαλύτερας Έλληνας ρεμπέτης τραγουδιστής όλων των εποχών. Ότι είναι ο Νουρέγιεφ για τον χορό, ο Μάρλον Μπράντο για την υποκριτική και ο Μάικλ Τζόρνταν για το μπάσκετ, είναι και ο Μάρκος για το ρεμπέτικο. Στο σαρκαστικό αυτό τραγούδι  προειδοποιεί, με το δικό του μοναδικό τρόπο, τι περιμένει όλους τους επίδοξους πρωθυπουργούς (είδατε, παρ’ όλα αυτά, κανέναν τους να πτοείται;) και εκφράζει ένα από τα αγαπημένα φετίχ του Νεοέλληνα: «Ας με έκαναν πρωθυπουργό εμένα για μια ημέρα και θα σου έλεγα εγώ πως θα άλλαζε αυτός ο τόπος!». Βέβαια, το να είσαι ισοπεδωτικός (εντάξει, εδώ ο Μάρκος το κάνει χιουμοριστικά και καθ’ υπερβολήν, δεν τον κατηγορώ) δεν είναι, συνήθως, η καλύτερη επιλογή. Χαρακτηριστικό (και συμπτωματικό;) είναι ότι την ίδια χρονιά που ηχογραφήθηκε το εν λόγω άσμα, επιβλήθηκε η δικτατορία του Μεταξά. Είμαι βέβαιος, πάντως, ότι αν ο Μάρκος είχε ανέλθει σε υπουργικό ή πρωθυπουργικό θώκο, μία (συμπτωματικά, πάλι!) από τις παλιές πολιτικές προτάσεις του σημερινού πρωθυπουργού μας (περί…αποποινικοποίησης κάποιων… ουσιών, αν δεν καταλάβατε σε τι αναφέρομαι) θα ήταν από τότε νόμος του κράτους.

http://www.youtube.com/watch?v=_XygHmTwWwk

140. Αδρεναλίνη

Σύνθεση: Παύλος Παυλίδης

Ερμηνεία: Ξύλινα Σπαθιά

Στίχος: Παύλος Παυλίδης

Άλμπουμ: Ξεσσαλονίκη

1993

Αναμνήσεις, πολλές αναμνήσεις: πρώιμης εφηβείας, πολλών και διαφόρων «ξυπνημάτων», αλλά και βασάνων, οργής κατά πάντων και, κυρίως, κατά του εαυτού σου, εποχής αθηναϊκής λειψυδρίας επί Μητσοτάκη (στους στίχους του τραγουδιού υπάρχει έμμεση αναφορά σε αυτό το γεγονός: «ώσπου να βρέξει, να δούμε ποιος θ’ αντέξει), σαλονικιώτικης μαγκιάς, σχολικών καβγάδων, συναυλιών με πολύ ξύλο, σκληρότητας, πολλών επίπλαστων και φαινομενικών αδιεξόδων και, ίσως, και λίγων πραγματικών. Έχεις αλλάξει πολύ από τότε αλλά τον κουβαλάς μέσα σου εκείνον τον εαυτό σου και τον αγαπάς τον σκασμένο, έστω κι αν κοκκινίζεις από ντροπή όταν θυμάσαι κάποια πράγματα που είχε πει και είχε κάνει. Η «Αδρεναλίνη» είναι μια από τις γέφυρες που σε συνδέουν με την εποχή εκείνη και η ύπαρξη τέτοιων γεφυρών σου είναι πολύ χρήσιμη, γιατί σε βοηθάει να ιχνογραφείς και να αναλύεις (αγαπημένο μου χόμπι) την εξέλιξη της ζωής σου στο χρόνο. ΥΓ: Για την ιστορία, φαίνεται πως εδώ έχουμε ένα κλόπιραιτ, καθώς η αρχική μελωδία του τραγουδιού εμφανίζεται σε ένα προγενέστερο της «Ξεσσαλονίκης» ντέμο των «Μωρών στη Φωτιά», που ήταν το προηγούμενο γκρουπ του Παυλίδη, πριν τα Ξύλινα Σπαθιά.

http://www.youtube.com/watch?v=G_3hcV8I9UQ

139. Η άμαξα μες στη βροχή

Σύνθεση: Απόστολος Χατζηχρήστος

Ερμηνεία: Απόστολος Χατζηχρήστος

Στίχος: Χαράλαμπος Βασιλειάδης

1946

…Δεν υπάρχει ψυχή τριγύρω. Η Λαίδη απομακρύνεται απροστάτευτη μες στην καταρρακτώδη βροχή, ενώ εγώ, κάτω από την ομπρέλα μου, ανάβω ένα τσιγάρο και, σαν υπνωτισμένος, την παρακολουθώ να χάνεται μέσα στην καταχνιά. Προτείνω στη Λαίδη να την συνοδεύσω μέχρι την έπαυλη της, αλλά εκείνη με ένα νεύμα και μια γκριμάτσα όλο αηδία (τόσο για εμένα όσο και για τον εαυτό της, νιώθω), αρνείται. Ανοίγω την ομπρέλα μου, κατεβαίνω από την άμαξα και προτείνω στη Λαίδη το χέρι μου για να την βοηθήσω να κατέβει, αλλά εκείνη με αγνοεί και με ένα σάλτο προσγειώνεται μέσα σε μια λιμνούλα και χάνει, πρόσκαιρα, την ισορροπία της, για να την ξαναβρεί γρήγορα από μόνη της και αγνοεί, για μια ακόμα φορά, την χείρα βοηθείας που της τείνω. Κοιτάζω τη Λαίδη απορημένος και έχοντάς τα χαμένα και εκείνη μου λέει κοφτά: «Εγώ θα κατέβω εδώ, εσύ δεν με απασχολεί τι θα κάνεις, αν θες συνέχισε». Η Λαίδη διατάζει τον αμαξά να σταματήσει κι εκείνος τραβάει απότομα τα γκέμια και τα άλογα, ξαφνιασμένα, σηκώνουν τα μπροστινά τους πόδια χλιμιντρίζοντας και ακινητοποιούνται. Τα χάνω και πέφτοντας γονυπετής ζητάω τη συγχώρεση της Λαίδης, αλλά εκείνη έχει κοκκινίσει από ντροπή και οργή και ούτε καν με κοιτάζει. Η Λαίδη μου ρίχνει μια απορημένη και κοφτερή ματιά, πιάνει τα χέρια μου, τα απομακρύνει από την επίμαχη περιοχή και με χαστουκίζει. Αγκαλιάζω τη Λαίδη και απλώνω τα χέρια μου για να πιάσω το στήθος της. Η Λαίδη με κοιτάει βαθιά μέσα στα μάτια και ερμηνεύω το βλέμμα της: με θέλει, το πάθος της είναι ασίγαστο για εμένα, ω ναι, είμαι βέβαιος. Γυρνάω και κοιτάζω την Λαίδη με ένα ύφος όλο υπονοούμενα και ανομολόγητες προθέσεις. Η Λαίδη πετάει κι εκείνη το τσιγάρο της έξω, μετά από λίγο. Τελειώνω το τσιγάρο μου και το πετάω έξω από το ανοιχτό παράθυρο της άμαξας. Καπνίζουμε για λίγη ώρα σιωπηλοί. Ανάβω με τον χρυσό μου αναπτήρα το τσιγάρο της Λαίδης και ύστερα ανάβω και το δικό μου. Προσφέρω στη Λαίδη ένα από τα τσιγάρα μου και εκείνη το παίρνει, και, αφού μου χαμογελάει και μου νεύει σαν να θέλει να μου πει ευχαριστώ, το βάζει στο στόμα της. Για να σπάσω τον πάγο, γυρνάω και ρωτάω τη Λαίδη αν καπνίζει και εκείνη μου αποκρίνεται καταφατικά. Καθόμαστε για αρκετή ώρα αμίλητοι και αμήχανοι, δίπλα δίπλα με τη Λαίδη, ρίχνοντας, που και που, κλεφτές ματιές ο ένας στον άλλο. Λέω στον αμαξά τη διεύθυνση της Λαίδης, εκείνος μουρμουρίζει κάτι στα άλογα, πιάνει στα χέρια του τα γκέμια και η άμαξα ξεκινάει. Ρωτάω τη Λαίδη ποια είναι ακριβώς η διεύθυνση της. Κλείνω την ομπρέλα μου, περιμένω να καθήσει πρώτα η Λαίδη, σαν σωστός τζέντλεμαν που είμαι, κι ύστερα κάθομαι κι εγώ δίπλα της. Ανεβαίνω πρώτος στην άμαξα, προτείνω στη Λαίδη το χέρι μου, έχοντας πάντα την ομπρέλα πάνω από το κεφάλι της για να μη βραχεί, και εκείνη το πιάνει από τον καρπό και ανεβαίνει. Η άμαξα σταματάει ακριβώς μπροστά μας. Σφυρίζω στον αμαξά να σταματήσει και σηκώνω, παράλληλα, και το χέρι μου για να σιγουρευτώ ότι θα με δει. Για καλή μας τύχη ακούω, κάπου από μακριά, τον καλπασμό αλόγων που πλησιάζουν και πράγματι, μετά από λίγο, μια άμαξα εμφανίζεται μέσα από την καταχνιά της βροχής και έρχεται προς το μέρος μας. Αν χαθούμε, χαθήκαμε, τι να κάνουμε. Δεν είμαι σίγουρος ότι προχωράμε προς τη σωστή κατεύθυνση για την έπαυλή της Λαίδης, αλλά δεν την ρωτάω. Καθώς περπατάμε, κοιτάζω ολόγυρα, αφουγκράζομαι τη νύχτα και έχω την εντύπωση ότι έχουμε απομείνει μόνο οι δυο μας, εγώ και η Λαίδη, σε ολόκληρο τον κόσμο. Βάζω την ομπρέλα μου από πάνω από την Λαίδη ώστε να την προστατεύσω από τη βροχή, την πιάνω αγκαζέ και αρχίζουμε να βαδίζουμε αργά. Η Λαίδη κάνει έναν μορφασμό (που θέλω να πιστεύω ότι είναι) σαν χαμόγελο, αφήνει να της φύγει ένας αναστεναγμός κούρασης και μου λέει: «Αυτή τη στιγμή το μόνο που θέλω είναι να γυρίσω σπίτι μου». Η βροχή γρήγορα μετατρέπει το μήνυμα μου σε ρυάκια μαύρου μελανιού που κυλούν από το χαρτί. Δείχνω στη Λαίδη το χαρτί όπου επάνω του έχω γράψει «Συγνώμη» στη μητρική της γλώσσα. Η Λαίδη σταματάει και με κοιτάει με ένα εντελώς κενό βλέμμα. Διανύω τρέχοντας την απόσταση ως εκεί που βρίσκεται η Λαίδη, την προσπερνάω, σταματάω μπροστά της και πιάνοντας την μαλακά από τα μπράτσα την εκλιπαρώ να σταθεί λίγο. Μετά από λίγο βλέπω τη Λαίδη. Γράφω βιαστικά κάτι στο χαρτί που έχω σκίσει από την ατζέντα μου, βάζω το στυλό στην τσέπη του γιλέκου μου και αρχίζω να τρέχω προς την κατεύθυνση που πήγε η Λαίδη. Βάζω το στυλό στο στόμα μου, ώστε να μπορέσω να σκίσω μια σελίδα από την ατζέντα μου. Με σπασμωδικές κινήσεις βγάζω την ατζέντα μου από μια τσέπη του παντελονιού μου και ένα στυλό από την τσέπη του γιλέκου μου. Πετάω το τσιγάρο που μόλις πριν λίγο έχω ανάψει κάτω και το σβήνω με τη σόλα του παπουτσιού μου. Βαθμιαία συνέρχομαι από το λήθαργο στον οποίο είχα βυθιστεί και όταν επανέρχομαι πλήρως λέω στον εαυτό μου: «Μα τι κάνω ο ανόητος; Μα που πήγαν οι τρόποι μου; Θα αφήσω τη Λαίδη να πάει ασυνόδευτη σπίτι της και χωρίς ομπρέλα, μάλιστα, μέσα σε αυτόν τον κατακλυσμό;». Δεν υπάρχει ψυχή τριγύρω. Η Λαίδη απομακρύνεται απροστάτευτη μες στην καταρρακτώδη βροχή, ενώ εγώ, κάτω από την ομπρέλα μου, ανάβω ένα τσιγάρο και, σαν υπνωτισμένος, την παρακολουθώ να χάνεται μέσα στην καταχνιά. Δεν υπάρχει ψυχή τριγύρω…

http://www.youtube.com/watch?v=p4RDpcQJ2aw

138. Τα μικρά παιδιά

Σύνθεση: Αρλέτα

Ερμηνεία: Αρλέτα

Στίχος: Αρλέτα

Άλμπουμ: Αρλέτα 2

1967

Το Νέο Κύμα, με τον ιδεαλισμό που έφερε μαζί του στο ελληνικό τραγούδι, φαντάζει τόσο ξένο και αφελές σε σχέση με την κυνική και ανέμπνευστη εποχή μας. Την δεκαετία του ’60, πάντως, υπήρξε, πραγματικά, μια ξεχωριστή και ρηξικέλευθα καινοτομική, σε ορισμένες περιπτώσεις, πρόταση στα μουσικά δρώμενα της εποχής και μέσα από αυτό αναδείχθηκαν σημαντικοί συνθέτες και τραγουδιστές, όπως, καλή ώρα, η Αρλέτα. Το τραγούδι αυτό είναι ένα τυπικό (τυπικότερο δεν γίνεται) δείγμα του είδους του Νέου Κύματος. Τώρα, εγώ, επειδή, ως γνωστόν, είμαι ανάποδος άνθρωπος, όταν πρωτάκουσα τα «Μικρά Παιδιά» πέρα από τις τετριμμένες εικόνες μικρών αγοριών με παπιγόν, τιράντες και καλά παπούτσια και μικρών ξυπόλητων κοριτσιών με λευκά φορεματάκια, που τρέχουν στα λιβάδια ανέμελα και παίζουν με χάρτινες βαρκούλες σε μια λίμνη, μου έρχονται στο μυαλό και κάποιες άλλες εικόνες. Πιο συγκεκριμένα, εικόνες από μια δυστοπία που περιγράφεται σε ένα διήγημα επιστημονικής φαντασίας, όπου όλος ο πληθυσμός της Γης άνω των 10 ετών (ή κάτι τέτοιο) έχει εξολοθρευθεί και μόνο ένας ενήλικος έχει γλιτώσει. Γρήγορα, αποδεικνύεται αδύνατη η επιβίωση του ενήλικου σε έναν τέτοιο κόσμο, ο οποίος έχει κατρακυλήσει στο απόλυτο χάος και το τέλος του είναι τραγικό στα χέρια των μικρών αγριμιών. Αλλά, είπαμε, ως ανάποδος άνθρωπος θα κάνω και ανάποδες σκέψεις, επόμενο είναι…

http://www.youtube.com/watch?v=Y4x6qeQFlM4

137. Μισιρλού

Σύνθεση: Μιχάλης Πατρινός / Νικ Ρουμπάνης

Ερμηνεία: Τέτος Δημητριάδης

Στίχος: Μιχάλης Πατρινός

1941

Παιδεύτηκα μέχρι να αποφασίσω ποια είναι η καλύτερη εκτέλεση της «Μισιρλούς», αλλά νομίζω ότι θα προκρίνω αυτήν τελικά. Το τραγούδι που έγινε γνωστό στα πέρατα της οικουμένης ελέω Pulp Fiction και Quentin Tarrantino (αν και η συγκεκριμένη διασκευή του κομματιού στην εισαγωγή της ταινίας, που είναι του Dick Dale, είναι πολύ παλαιότερη της γνωστής ταινίας, μια που κρατάει από το 1962), στην αυθεντική του μορφή είναι ένας αισθησιακός και υπνωτιστικός ανατολίτικος αμανές, από τους πολύ λίγους. Θεωρώ ότι οι ιδανικές συνθήκες για την ακρόαση και απόλαυση της «Μισιρλούς» θα ήταν σε ένα καταγώγι κάποιας πόλης της Μέσης Ανατολής, μετά την κατανάλωση σεβαστών ποσοτήτων ναργιλέ ή άλλων ουσιών (απλά, να μην το παρακάνουμε κιόλας, ε, παιδιά;) και με τη συνοδεία μιας χορεύτριας ανατολίτικων χορών, η οποία θα λικνίζετο υπό τους ήχους του άσματος με πολύ αργό, υποβλητικό και απερίγραπτα αισθησιακό τρόπο, σαν την κόμπρα που υπακούει στο παίξιμο της φλογέρας του φακίρη. Σας έφτιαξα; (Τώρα που το σκέφτομαι, κάτι παρόμοια «ανατολίτικα» είχα πει και πιο πάνω, σε ένα προηγούμενο τραγούδι. Εντάξει, ίσως επαναλαμβάνομαι λίγο, αλλά τι να κάνουμε, βρε παιδιά; Είναι κάποια στερεότυπα που τα γουστάρω!).

http://www.youtube.com/watch?v=LW6qGy3RtwY

136. Το ’69 με κάποιον φίλο

Σύνθεση: Παύλος Σιδηρόπουλος

Ερμηνεία: Παύλος Σιδηρόπουλος & Σπυριδούλα

Στίχος: Παύλος Σιδηρόπουλος

Άλμπουμ: Φλου

1978

Εδώ, μάλλον, κολλάει το «όπου φτωχός και η μοίρα του». Ένα από τα πιο περίεργα κομμάτια του Σιδηρόπουλου, το οποίο μου είχε κάνει γκελ από την πρώτη φορά που το άκουσα, βρίσκει τη θέση του στη λίστα μου κυρίως για τον λόγο του ότι με κάνει να ταυτιστώ, με έναν μυστήριο τρόπο που δεν μπορώ να εξηγήσω εύκολα (όχι κύριε Εισαγγελέα, μην ταράζεστε, δεν έχω αποπλανήσει ποτέ καμία ανήλικη στη ζωή μου, για όνομα του Θεού!), με τον φίλο του Παύλου, τον Λευτεράκη…

http://www.youtube.com/watch?v=7FtZjWewEpo

135. Ταξίδι

Σύνθεση: Νίκος Πορτοκάλογλου

Ερμηνεία: Φατμέ

Στίχος: Νίκος Πορτοκάλογλου

Άλμπουμ: Ταξίδι

1988

Το «Ταξίδι» είναι ένα από τα πλέον αισιόδοξα ελληνικά τραγούδια, που έχω υπόψη μου. Ίσως αυτό συμβαίνει επειδή στο συγκεκριμένο τραγούδι ο Πορτοκάλογλου αποτυπώνει το zeitgeist της εποχής, κατά την οποία κυκλοφόρησε ο ομώνυμος δίσκος, το οποίο μπορεί να συνοψιστεί στην εξής φράση: «Από εδώ και πέρα, μόνο καλύτερες ημέρες θα έρθουν για την Ελλάδα και τους Έλληνες». Ακούγεται σαν τσιτάτο από προεκλογική ομιλία πολιτικού αρχηγού και, όντως, υπάρχει σύνδεση, υπό την έννοια ότι όπως και οι προεκλογικές υποσχέσεις και διακηρύξεις είναι έπεα πτερόεντα, εάν όχι και ξεδιάντροπα παραμυθιάσματα, έτσι και οι προσδοκίες της εποχής εκείνης, όπως εκφράζονται από το «Ταξίδι», υπό το φως των σημερινών συνθηκών και αυτών που φαίνεται να έρχονται στο εγγύς μέλλον, δείχνουν μάλλον να διαψεύδονται οικτρά. Ένα είναι το σίγουρο: από εδώ και πέρα, ταξίδι θα υπάρξει για όλους μας, είτε το θέλουμε είτε όχι. Τώρα, το πως θα περάσουμε κατά την διάρκειά του, πόση θα είναι αυτή και ποιος θα είναι ο τελικός προορισμός για τον καθένα μας, σηκώνει συζήτηση…

http://www.youtube.com/watch?v=IsfcsRy3jGU&feature=related

134. Αθήνα ‘78

Σύνθεση: Λουκιανός Κηλαηδόνης

Ερμηνεία: Λουκιανός Κηλαηδόνης

Στίχος: Λουκιανός Κηλαηδόνης

Άλμπουμ: Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάουμποϋ

1978

Μόνο ένας άνθρωπος που αγαπάει πραγματικά την Αθήνα θα μπορούσε να γράψει ένα τέτοιο τραγούδι. Το ξέρω, γιατί ανήκω κι εγώ στην μειοψηφία των κατοίκων της πόλης αυτής, η οποία την αγαπά, σχεδόν απροϋπόθετα, και δεν συμβάλλει διαρκώς, με τα λόγια της και τα έργα της, στην υποβάθμιση της. Ο Λουκιανός, εδώ, βρίσκει τον εαυτό του να βαδίζει στους δρόμους μιας πόλης που έχει αλλάξει πάρα πολύ και συνεχίζει να αλλάζει. Είναι πλέον πιο απρόσωπη και πιο εχθρική απέναντί του. Ωστόσο, κι ενώ από τις πρώτες στροφές του τραγουδιού φαίνεται πως αυτή η κατάσταση τον αποξενώνει διαρκώς από την αγαπημένη γενέτειρά του, προσέξτε το συμπέρασμά του στο τέλος. Είναι σαν να μας λέει: «Όλοι αλλάζουμε, κι εγώ κι εσύ και η αγαπημένη μας πόλη μαζί. Μάλλον, όμως, δεν έχουμε άλλη επιλογή, παρά να αγκαλιάσουμε αυτήν την αναπόφευκτη αλλαγή, γιατί ο κόσμος πάντα έτσι θα λειτουργεί» (Ουάου! Έκανα και ρίμα!).

http://www.youtube.com/watch?v=0V7bXnZFsA4

133. Της αγάπης αίματα

Σύνθεση: Μίκης Θεοδωράκης

Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Στίχος: Οδυσσέας Ελύτης

Άλμπουμ: Το Άξιον Εστί

1964

Πάντοτε μου άρεσαν περισσότερο τα λιγότερα γνωστά και πομπώδη κομμάτια του Θεοδωράκη, όπως το εν λόγω. Ίσως γιατί το υπερμέγεθες εγώ του αναδεικνύεται λιγότερο εκκωφαντικό μέσα από αυτά. Στην περίπτωση αυτή, η εξαιρετική μελοποίηση του ποιήματος του Ελύτη, συνδυασμένη με την… ψυχωμένη και γεμάτη ερμηνεία από τον Σερ Μπιθικώτση, φέρνει το «Της αγάπης αίματα», δικαίως (φυσικά, αφού εγώ είμαι ο δικαστής!), στη  θέση 133.

 

http://www.youtube.com/watch?v=hv8pj10MGi0

132. Αμνησία

Σύνθεση: Γιώργος Καρράς

Ερμηνεία: Τρύπες

Στίχος: Γιάννης Αγγελάκας

Άλμπουμ: Τρύπες

1985

Η «Αμνησία» είναι ένα ανατριχιαστικά προφητικό τραγούδι από μια εποχή όταν, στην Ελλάδα τουλάχιστον, η τηλεόραση, και τα Μ.Μ.Ε., γενικότερα, δεν είχαν αρχίσει να γιγαντώνονται, να αποκτούν το αποχαυνωτικό και αποκτηνωτικό προφίλ και ρόλο τους, που αποτελεί κοινό τόπο, πλέον, στις μέρες μας, και να αποσκοπούν, σχεδόν αποκλειστικά, στη χειραγώγηση συνειδήσεων και την πλύση εγκεφάλου όσον το δυνατόν μεγαλύτερων κομματιών του ευρύτερου πληθυσμού. Η «Αμνησία», διαπνεόμενη από μια αίσθηση του επείγοντος και από μια βαθύτερη απελπισία, περιγράφει με αξιοθαύμαστη διορατικότητα τον «Καινούριο Γενναίο Κόσμο» (που είσαι Άλντους Χάξλεϋ…) που μας τον ετοιμάζουν, τον τελειοποιούν και μας έρχεται (ή μήπως είναι ήδη εδώ;) και τον «Καινούριο Γενναίο Άνθρωπο» που προορίζεται να κατοικήσει αυτόν τον κόσμο (ή μήπως ήδη τον κατοικεί;). Εάν όντως έχουν έτσι τα πράγματα, το κρίσιμο ερώτημα είναι, βέβαια, αν υπάρχουν ελπίδες και περιθώρια σωτηρίας για την ανθρωπότητα. Χμμμ…. Τι να σας πω… Τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα και όσο περνάει ο καιρός γίνονται όλο και πιο δύσκολα, αλλά πιστεύω, ότι όσοι έχουν προλάβει, ή θα προλάβουν σύντομα, να εμβολιαστούν με τα εμβόλια της μνήμης και της κριτικής, αδέσμευτης και αδογμάτιστης σκέψης, προτού περάσουν τα σύνορα της «χώρας της απόγνωσης», έχουν τη δυνατότητα να σωθούν και να επιβιώσουν (ως ανθρώπινες οντότητες, εννοείται, και όχι ως ομογενή κομμάτια πολτοποιημένης άμορφης μάζας), έστω και ως μειονότητα, στον «Καινούριο Γενναίο Κόσμο»…

http://www.youtube.com/watch?v=0ljMSEpUGzg

131. Μάγισσα μανούλα

Σύνθεση: Τζίμης Πανούσης

Ερμηνεία: Τζίμης Πανούσης και Μουσικές Ταξιαρχίες

Στίχος: Τζίμης Πανούσης

Άλμπουμ: Hard Core

1985

Όλο το έργο του Πανούση (τόσο το μουσικό όσο και το μη μουσικό) χαρακτηρίζεται από μια ειρωνεία, είτε αδιόρατη και λεπτή είτε, πιο συχνά, «στα μούτρα σου» (στα αρβανίτικα το λέμε: «in your face»). Δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς, είναι αναπόσπαστο στοιχείο του καλλιτεχνικού του, τουλάχιστον, DNA. Το τραγουδάκι αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση στον Πανούσειο κανόνα: η ειρωνεία και το γκροτέσκο ξεχειλίζουν από τους στίχους του. Είναι, όμως, και έντονα φορτισμένο συγκινησιακά. Απόλυτα φυσιολογικό είναι αυτό, βέβαια, καθώς στο επίκεντρό του βρίσκεται το πλέον ιερό πρόσωπο για έναν άνθρωπο: η μάνα. Που την αγαπάμε απροϋπόθετα και απεριόριστα και, ασφαλώς, εκείνη μας ανταποδίδει την αγάπη αυτή στο πολλαπλάσιο. Που μας καταπιέζει με τον υπερπροστατευτισμό της και τις διαρκείς ανησυχίες της και μας κάνει να ασφυκτιούμε και, κάθε τόσο, να την σιχτιρίζουμε. Που μας έφερε σε αυτό το τρελοκομείο που λέγεται ζωή και δεν ξέρουμε αν πρέπει να την ευγνωμονούμε ή να την καταριόμαστε γι’ αυτό που μας.. έκανε. Που, προπάντων, θα είναι πάντα εκεί για εμάς, ό, τι κι αν συμβεί. Όμως, όσο ήρεμα, γλυκά και ανέφελα και αν είναι τα πράγματα στην αγκαλιά της όποιας μαμάς, φυσικής η συμβολικής (Μάνα Γη), ο άνθρωπος εξελίσσεται με το άνοιγμα των φτερούγων του και το πέταγμα μακριά από την μητρική εστία. Ευτυχώς ή δυστυχώς, έτσι λειτουργούν τα πράγματα σε αυτόν τον κόσμο και αυτό είναι κάτι που όλες οι μαμάδες, αλλά και τα περισσότερα παιδιά, δεν πρόκειται να το χωνέψουν ποτέ.

http://www.youtube.com/watch?v=4h6cV6kUtqo

130. Το τελευταίο ταξίδι

Σύνθεση: Νίκος Ξυδάκης

Ερμηνεία: Ελευθερία Αρβανιτάκη

Στίχος: Κώστας Καρυωτάκης

Άλμπουμ: Γρήγορα η ώρα πέρασε

2006

Νομίζω ότι αν ο Καρυωτάκης άκουγε τη μουσική με την οποία ο Ξυδάκης έντυσε το ποίημα του θα αναφωνούσε: «Α… Μάλιστα! Εδώ είμαστε!». Δεν είναι καθόλου εύκολη δουλειά η μελοποίηση ποιημάτων και, ειδικά, σε περιπτώσεις γνωστών ποιητών, όπως ο Καρυωτάκης, όπου υπάρχουν και υψηλές απαιτήσεις αλλά, ίσως, και προδιαμορφωμένες απόψεις και προσδοκίες. Έχοντας ως δεδομένο τα παραπάνω, το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό. Ακούγοντας το τραγούδι, αισθάνεσαι αυτή τη γλυκιά μελαγχολία, σήμα κατατεθέν, μαζί με την λεπτή ειρωνεία, της ποίησης του Καρυωτάκη. Και, βέβαια, αν κλείσεις τα μάτια, ταξιδεύεις πάνω στο «αλαργινό καράβι του απείρου και της νυκτός» μαζί με, Κύριος οίδε, ποιους συνεπιβάτες…

http://www.youtube.com/watch?v=FOyV71B9Hng

129. Ό,τι κι αν πω δε σε ξεχνώ

Σύνθεση: Βασίλης Τσιτσάνης

Ερμηνεία: Βασίλης Τσιτσάνης & Στελλάκης Περπινιάδης

Στίχος: Βασίλης Τσιτσάνης

Άλμπουμ:

1940

«… Όλη νύχτα, αυτό σου λέω μόνο, ό λ η τη νύχτα ήταν κάτω από το σπίτι μου, μεθυσμένος τύφλα, έπαιζε με το μπουζούκι του και μου τραγούδαγε, και με παρακαλούσε να ανέβει πάνω. Δοκίμασα τα πάντα: Πρώτα του άδειασα δυο κουβάδες νερό, παγωμένο εννοείται, στην κεφάλα του. Κανένα αποτέλεσμα, ίσα ίσα χειροτέρεψε το πράγμα: εκστασιάστηκε κι άρχισε να τραγουδάει πιο δυνατά. Ύστερα αμόλησα τον σκύλο να τον φοβερίσει να φύγει, αλλά ούτε κι αυτό τον πτόησε. Κατάφερε να γίνει φίλος μαζί του (που όλοι ξέρουν από τι άγρια ράτσα είναι ο σκύλος μου κι όλη η γειτονιά τον φοβάται) και, μάλιστα, τον.. πότισε και αλκοόλ και κατόρθωσε να τον μεθύσει. Ολόκληρη την επόμενη μέρα τρίκλιζε, σκόνταφτε παντού και αλυχτούσε, μου είχε σπάσει τα νεύρα, έκανε σαν… εκείνον. Μετά αποφάσισα να πάρω την αστυνομία τηλέφωνο να έρθει να τον μπαγλαρώσει, αλλά είχαν μπλεχτεί οι γραμμές και όταν καλούσα το 100, έβγαινε η κυρία Σιδηροκαστρίτου από απέναντι. Παρεμπιπτόντως, απόρησα πως δεν έχει διαμαρτυρηθεί ακόμα γι’ αυτό που συμβαίνει και εκείνη, αν έχεις το Θεό σου, μου απάντησε, «μα τι λες κορίτσι μου, το παλικάρι είναι καλλίφωνος και μουσικός βιρτουόζος, από πέτρα είναι η καρδιά σου, άνοιξε του να μπει», και κάτι τέτοια. Τα έχασα, δεν ήξερα τι να πω… Ε, στο τέλος είπα, νισάφι πια, και του άνοιξα. Ε, ναι, τι να έκανα, είχα απηυδίσει η γυναίκα! Τι; Ναι, ναι κάναμε από αυτό. Πώς; Ναι, κάναμε κι από αυτό το άλλο. Ναι, ναι, μην φωνάζεις, το ξέρω, δεν θα γλιτώσω ποτέ, τα θέλει κι ο ποπός μου. Αλλά, τι να κάνω; Τον αγαπάω τον ηλίθιο…!».

http://www.youtube.com/watch?v=dl1AaWIj1cY

128. Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει

Σύνθεση: Γιώργος Μουζάκης

Ερμηνεία: Τώνης Μαρούδας

Στίχος: Κώστας Κοφινιώτης

1948

Όλη την εβδομάδα τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Της είχε βγει ο κώλος στη δουλειά εξαιτίας μιας μαλακίας που είχε γίνει, για την οποία δεν φτάνει που δεν ευθυνόταν εκείνη, είχε ακούσει και τα σχολιανά της, από πάνω, από το αφεντικό. Της είχε αρρωστήσει ο γάτος της, ο Πάκο, και είχε ξεράσει σε όλο το σπίτι αλλά και στο αμάξι, όταν τον πήγαινε στον κτηνίατρο, και εξαιτίας αυτού του τελευταίου ατυχούς συμβάντος είχε τρακάρει κιόλας, με δική της υπαιτιότητα, και, μην έχοντας, πλέον, μικτή ασφάλιση (την είχε απαρνηθεί λίγες μέρες πριν, όταν είχε υπογράψει το νέο της ασφαλιστήριο συμβόλαιο), έπρεπε να επιβαρυνθεί οικονομικά για το σύνολο της ζημιάς. Τι άλλο; Α, ναι! Της είχε καεί και ο σκληρός στο λάπτοπ. Και το καινούριο χρωμοσαμπουάν που χρησιμοποίησε της είχε δώσει μια σπάνια, φουτουριστική, πορτοκαλο-κομοδινί απόχρωση στο μαλλί, που ίσως να γινόταν αντικείμενο θαυμασμού τον 24Ο αιώνα σε κάποια ανθρώπινη αποικία κάποιου εξωηλιακό πλανήτη, αλλά στην εποχή μας το μόνο που μπορούσε να γίνει ήταν αντικείμενο γελοιοποίησης και χλευασμού. Και είχε ζυγιστεί και είχε πάρει 1,5 κιλό. Και εκείνος ο καλός της έλειπε ταξίδι στη Νέα Υόρκη και την είχε αφήσει μόνη να καταριέται την μοίρα της (μαζί και εκείνον. Μήπως έπρεπε να τον χωρίσει; 5 χρόνια ήταν πολλά και ένιωθε ότι η σχέση τους είχε βαλτώσει. Άσε που δεν αποκλείεται να της φόραγε κέρατα. Όλο ταξίδια στο εξωτερικό «με τη δουλειά», δήθεν, έλειπε!). Και σήμερα, σαν να μην έφταναν όλα τα παραπάνω, ήταν τα γενέθλιά της. Έκλεινε τα 33 (33!). Ούτε ο αχαΐρευτος ο καλός της ούτε και κανένας από τους φίλους τους και τις φίλες της είχαν πάρει να της ευχηθούν μέχρι στιγμής και, ήδη, ήταν αργά το απόγευμα. Τί στο διάολο, όλοι την είχαν ξεχάσει; Σιχτιρίζοντας τους πάντες και τα πάντα, αποχώρησε από το γραφείο, αφού έφαγε ένα, πατροπαράδοτο, ξεγυρισμένο χέσιμο από το αφεντικό της, και μετά από καμιά ώρα κόλλημα στην τρελή απογευματινή κίνηση της Κηφισίας, έφτασε σπίτι της. Είχε ήδη νυχτώσει. Ξεκλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματός της, σκόνταψε σε μια κούτα με κάτι παλιατζούρες που τις είχε μαζέψει για να τις πετάξει με την πρώτη ευκαιρία και τις είχε παρατήσει δίπλα στην πόρτα, και σωριάστηκε φαρδιά πλατιά στο πάτωμα. Βρίζοντας ανεξέλεγκτα, κατόρθωσε να σταθεί στα πόδια της. Εκείνη τη στιγμή κάποιος άναψε το φως. «Κλέφτης; Γιατί όχι; Είναι το μόνο που δεν μου έχει συμβεί αυτήν την εβδομάδα!», ήταν η πρώτη της σκέψη. Πριν προλάβει να αντιδράσει, πίσω από τον καναπέ πετάχτηκε η κολλητή της η Ειρήνη. «Χρόνια τώρα κάνουμε παρέα», της τραγούδησε. Πριν προλάβει να απορήσει καν, μέσα από την κουζίνα ξεπρόβαλε ο Παύλος: «Και είμαστε ζευγάρι ταιριαστό», της τραγούδησε με τη σειρά του. Λες κι είχε δώσει ένα σύνθημα, πίσω από τις κουρτίνες βγήκαν η Μπέλλα και η Νάταλι, οι δίδυμες (ομοζυγωτικές) ξαδέλφες της, και, σαν την χορωδία Φαρσάλων, της τραγούδησαν: «Και στο πείσμα όλου του κόσμου που κακό έχει σκοπό». Σε τέλειο συγχρονισμό, ο Μήτσος ο περιπτεράς από απέναντι, βγήκε έρποντας κάτω από την τραπεζαρία και ολοκλήρωσε το κουπλέ: «Δεν θα πάψω ούτε στιγμή να σ’ αγαπώ». Κι εκείνη τη στιγμή ακριβώς, κι ενώ, φυσικά, εκείνη είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα και η τσάντα της είχε πέσει από τα χέρια, όλοι οι καλοί φίλοι και φίλες της ξεπρόβαλαν μπουλουκηδόν από την κρεβατοκάμαρα και, σε άψογο συγχρονισμό, πέρασαν στο ρεφραίν: «Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει, και θα σου χτίσω μια ζεστή φωλιά, κι όταν το σούρουπο μας αγκαλιάζει…». Επακολούθησε απότομη παύση, καθώς το ρεφραίν είχε μείνει μετέωρο. Μέσα από το πλήθος των φίλων, τότε, ξεπρόβαλε ο καλός της, κρατώντας ένα μικρό κουτάκι στο χέρι του, και τραγούδησε, κλείνοντας με κορώνα, για να ολοκληρωθεί το ρεφραίν: «Θα ζευγαρώνουμε σαν δυο πουλιάαααα!». Έφτασε μπροστά της και έσκυψε, ανοίγοντας, παράλληλα, το μπλε κουτάκι με την βελούδινη επένδυση, που επάνω έγραφε Tiffany’s, όπως παρατήρησε με μια, όχι πολύ ελαφριά, ταραχή. Μέσα υπήρχε ένα δαχτυλίδι, χιλιάδων καρατίων προφανώς, το οποίο άστραφτε κι έλαμπε. «Καλή μου, θα με παντρευτείς;», τη ρώτησε. Εκείνη, αφού σιχτίρισε από μέσα τον εαυτό της επειδή το πρώτο  πράγμα που της ήρθε στο μυαλό ήταν ότι τα μαλλιά του καλού της είχαν αρχίσει να αραιώνουν επικίνδυνα, άφησε να της φύγουν δυο δάκρυα και είπε το μεγάλο Ναι!

http://www.youtube.com/watch?v=sCSHmHi_uFk

127. Τραγούδι είναι που φεύγει

Σύνθεση: Κώστας Μπίσκας

Ερμηνεία: Δημήτρης Ζερβουδάκης

Στίχος: Μ. Πατραμάνης

Άλμπουμ: Από Μάρτη καλοκαίρι

1992

«…Έλα να σμίξουμε πάλι, αγαπημένη μου οπτασία, πριν το φως του Αποσπερίτη σε μετατρέψει σε σκιά…!», της είπε, σε ένα επιτηδευμένα γλυκανάλατο και ψευτο-ποιητικό ξέσπασμα. Εκείνη γέλασε, πέταξε το σεντόνι πάνω στο πρόσωπό του και σκαρφάλωσε απάνω του. Τελείωσαν μαζί, και αφού έμεινε επάνω του για κάποια ώρα ακόμα κρατώντας τον αγκαλιά, κύλησε, τελικά, ξέπνοα στο πλάι του. Ήταν η τελευταία ημέρα των  κοινών διακοπών τους και από νωρίς, σχετικά, το απόγευμα που είχαν γυρίσει από την παραλία, δεν έκαναν άλλη δουλειά. Ήταν ήδη…  αργάμισι (βρίσκονταν μακριά από τα ρολόγια τους, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά, για να νοιαστούν) και, από ότι διαφαινόταν, θα το πήγαιναν σερί ως το πρωί, οπότε και το πλοίο τους αναχωρούσε για την… πόρνη Βαβυλώνα (λέγε με κι Αθήνα). Καθώς ήταν μέσα της, ένιωθε μια απίστευτη ηδονή, αλλά κι έναν πόνο στο στήθος που ολοένα δυνάμωνε. Δεν μπορούσε, βλέπετε, να την πάρει αγκαλιά να πηδήξουν παρέα από το τρένο που κυλούσε, αμείλικτα, πάνω στις ράγες του χρόνου και να ζήσουν την ερωτική τους σύζευξη στην επικράτεια του άχρονου και του αιωνίου. Δεν μπορούσε να το κάνει αυτό, οπότε παρακολουθούσε ανήμπορος τις στιγμές να του  γλιστρούν από τα χέρια και να χάνονται ανεπιστρεπτί. Αύριο θα επέστρεφαν στην πόλη και αμφέβαλε αν θα μπορούσε να την ξαναδεί, με αυτόν τον τρόπο και σε αυτό το πλαίσιο. Αν συνέχιζαν να συναντώνται έτσι, κρυφά, και τους ανακάλυπταν, η καθολική κατακραυγή θα έπεφτε πάνω τους και θα τους πλάκωνε. «Σταμάτα να σκέφτεσαι όλα αυτά», διέταξε τον εαυτό του. Γύρισε προς το πλευρό της και άφησε τα δάχτυλα του να διαγράψουν περίτεχνα νοητά σχέδια πάνω στο γυμνό κορμί της. Εκείνη του χαμογέλασε και μέσα στο χαμόγελο της μπόρεσε να διακρίνει μια σκιά πόνου και απελπισίας. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έσφιξε επάνω του, για άλλη μια φορά, το κορμί της ετεροθαλούς του αδελφής…

http://www.youtube.com/watch?v=VAbIdB2GF9Y

126. Μαρία

Σύνθεση: Υπόγεια Ρεύματα

Ερμηνεία: Υπόγεια Ρεύματα

Στίχος: Υπόγεια Ρεύματα

Άλμπουμ: Εικόνες στα σύννεφα

1999

«Εσύ Ελένη και κάθε Ελένη», λέει ένα άλλο, πιο δημοφιλές, τραγούδι, αλλά τι γίνεται με τις Μαρίες αυτού του κόσμου; Ποιός ασχολείται στα αλήθεια μαζί τους; Ποιός ξέρει, στ’ αλήθεια, τι γίνεται μέσα στο κεφάλι τους και μέσα στην καρδιά τους; Ποιό νόημα έχει το πέρασμά τους από αυτήν την ζωή; Τα Υπόγεια Ρεύματα, στο καλύτερό τους τραγούδι, κατά την ταπεινή μου άποψη, ασχολούνται με την ιστορία μιας Μαρίας και επιχειρούν να δώσουν μια απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα. Αν μπορώ να πω κάτι ακόμα (που δικό μου είναι το κείμενο κι ό, τι θέλω μπορώ να πω, δηλαδή), καλό είναι να μην ξεχνάμε ότι α) υπάρχουν πολλά άλυτα μυστήρια σε αυτό το Σύμπαν και β) στην ανθρωπιά δεν πρέπει να έχουν θέση «μα, μου» και τσιγγουνιές.

http://www.youtube.com/watch?v=SEigfoQ7oeM

125. Για ένα τανγκό

Σύνθεση: Χάρις Αλεξίου

Ερμηνεία: Χάρις Αλεξίου

Στίχος: Χάρις Αλεξίου

Άλμπουμ: Ένα φιλί του κόσμου

1997

Τα λεφτά μου, το βασίλειο μου (ως άλλος Ριχάρδος Γ΄) και την ψυχή μου ολόκληρη (ως άλλος Φάουστ) δίνω για βραδιές που γεννούν συναισθήματα και καταστάσεις, όπως αυτά που περιγράφονται στο, εν προκειμένω, τραγούδι της Χαρούλας Αλεξίου. Τόσος πολύς έρωτας και τόση πολλή ευτυχία που να σε κάνουν να τσιμπιέσαι για να σιγουρευτείς ότι δεν ονειρεύεσαι. Τόσος πολύς έρωτας και τόση πολλή ευτυχία που να μην τα αντέχει η καρδιά…

http://www.youtube.com/watch?v=2yHgImYkFoU

124. Ταραντέλα

Σύνθεση: Διονύσης Τσακνής

Ερμηνεία: Τάνια Τσανακλίδου-Κώστας Θωμαΐδης

Στίχος: Διονύσης Τσακνής

Άλμπουμ: Φώτα παρακαλώ

1990

Η γιορτή ήταν, όπως κάθε χρονιά, το σημείο αναφοράς για την πόλη. Έπεισα τον εαυτό μου να κατέβει μια βόλτα στο κέντρο, σε μια προσπάθεια να απεκδυθώ τον μαύρο μανδύα της κατάθλιψης που με τύλιγε και που τον ένιωθα να κολλάει πάνω μου, όπως ο χιτώνας του Νέσσου κόλλαγε πάνω στις σάρκες του Ηρακλή. Φώτα, μουσικές, φωνές πλανόδιων, φωνές παιδιών, νέων και μεγάλων, φαγητό, ποτό, χορός, αυτοσχέδια γλέντια στημένα παντού, βομβάρδιζαν τις, εδώ και πολλές ημέρες, αδρανείς και υπολειτουργούσες αισθήσεις μου. Αυτό φυσικά δεν με βοήθησε, αντιθέτως ένα αίσθημα πανικού και απόγνωσης, αναμεμειγμένο με αγοραφοβία, με κατέλαβε και, ως εκ τούτου, έσπευσα να απομακρυνθώ από την πολλή φασαρία και κατευθύνθηκα με γοργό βήμα και ανοίγοντας τον δρόμο μου, συχνά βίαια και άτσαλα, προς το λιμάνι, όπου ήξερα ότι τα πράγματα θα ήταν πιο ήρεμα. Περπάτησα ως το ακρότατο του λιμενοβραχίονα, όπου, όπως το περίμενα, δεν υπήρχε ψυχή, και κάθησα σε ένα παγκάκι. Ο απόηχος της γιορτής έφτανε ως τα αυτιά μου. Από απόσταση μου φαινόταν λιγότερο ανυπόφορη. Έβγαλα το χιλιοτσαλακωμένο γράμμα και άρχισα να το διαβάζω, για απειροστή φορά, στο φως μιας λάμπας του Δήμου που τρεμόπαιζε. Το κρατούσα πολύ χαλαρά και μια ξαφνική ριπή αέρα το άρπαξε από τα χέρια μου. Δεν έκανα καμία προσπάθεια να το κυνηγήσω, αντίθετα το παρακολούθησα απαθώς να καταλήγει στα νερά του λιμανιού. Ξαφνικά, ένα κύμα απίστευτης κούρασης με χτύπησε κατακέφαλα. Έγειρα προς τα πίσω, έκλεισα τα μάτια μου και αποκοιμήθηκα… Ξύπνησα χαράματα, την ώρα που ο ήλιος ετοιμαζόταν να ανατείλει. Η οχλοβοή είχε κοπάσει. Είχα πιαστεί ολόκληρος από την ολονύχτια παραμονή, σε εντελώς άβολη στάση, στο παγκάκι. Ανάγκασα τον εαυτό μου να σηκωθεί, για να πάρω τον δρόμο της επιστροφής. Καθώς σηκώθηκα, όμως, κάτι γλίστρησε και έπεσε κάτω από το παγκάκι. Έσκυψα και το πήρα στα χέρια μου. Ήταν ένα ξύλινο κουτί-μινιατούρα, που στο καπάκι του είχε ζωγραφισμένο ένα κίτρινο λουλούδι με άλικα, στο χρώμα του αίματος, πέταλα. Άνοιξα το καπάκι. Ένα μαύρο σιδερένιο σκαθάρι με έναν μαύρο σιδερένιο άξονα να το τρυπά στην κοιλιά του ήταν στο εσωτερικό. Με το που το άνοιξα, το σκαθάρι άρχισε να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του και, παράλληλα, η μελωδία της «Ταραντέλας» άρχισε να ακούγεται. Το όλο σκηνικό μου φάνηκε ονειρικό. Χαμογέλασα. Ήταν η πρώτη φορά, μετά από εβδομάδες, που θυμόμουν τον εαυτό μου να κάνει κάτι τέτοιο: να χαμογελάει. Έκλεισα το μουσικό κουτάκι, το έχωσα στην τσέπη του τζιν μου (χωρούσε άνετα, τόσο μικρό ήταν) και βάδισα προς την πόλη. Πήρα έναν καφέ και ένα κουλούρι από ένα φούρνο. Καθώς περίμενα σε ένα φανάρι, ένα σχολικό λεωφορείο που μετέφερε παιδάκια σε κάποιον παιδικό σταθμό, προφανώς, πέρασε από μπροστά μου. Ένα μικρό κοριτσάκι με κοτσιδάκια είχε κολλημένο το μουτράκι του στο τζάμι και με κοιτούσε. Με χαιρέτησε και του ανταπέδωσα τον χαιρετισμό. Το φανάρι άναψε πράσινο. Διέσχισα τη διάβαση, αλλά στο μέσο της κοκκάλωσα. Είχα πέσει σε στιγμιαία, ξαφνική, αφασία. Δύο λεπτά και πάμπολλα κορναρίσματα μετά, συνήλθα. Πολύ αργά έκανα μεταβολή και γύρισα πίσω. Κατευθύνθηκα προς τον κεντρικό σταθμό των λεωφορείων. Επιβιβάστηκα στο λεωφορείο προς το αεροδρόμιο. Ήταν άδειο. Κάθησα στη γαλαρία. Το λεωφορείο έβαλε μπρος και εγώ έκλεισα τα μάτια μου. Είδα ένα όνειρο: Ήμουν σε μια παραλία σε κάποιο τροπικό νησί, ξαπλωμένος σε μια σαιζ-λονγκ, στη σκιά ενός κοκοφοίνικα, και έπινα ένα κοκτέιλ που είχε κίτρινο και άλικο χρώμα. Όταν άνοιξα και πάλι τα μάτια μου, βρισκόμουν εκεί…

http://www.youtube.com/watch?v=0SAsnBZqCig

123. Λύχνος του Αλλαδίνου 

Σύνθεση: Θάνος Μικρούτσικος

Ερμηνεία: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας

Στίχος: Νίκος Καββαδίας

Άλμπουμ: Γραμμές των οριζόντων

1992

Ο γύρος του κόσμου σε 6 στροφές, μέσα από τα μάτια (της ψυχής) του αρχετυπικού και άχρονου Έλληνα ναυτικού. Ο Καββαδίας τρίβει το μαγικό λύχνο του Αλλαδίνου (τον οποίο απέκτησε, όταν ήταν ναυαγός στη Νήσο των Μακάρων, ανταλλάσοντας τον με το μυστικό όνομα του Θεού) και το Τζίνι της έμπνευσής του, του ζητάει να κάνει 3 ευχές. Ο ποιητής ζητά: 1) το απαγορευμένο ξόρκι του μικρού θεού των Ίνκας 2) τη συντροφιά, για μία νύχτα, των αλυσοδεμένων θεραπαινίδων του Αλή Μπαμπά στο χαρέμι του, που βρίσκεται στην χαμένη πόλη Ιρέμ των κιόνων στην έρημο της Αραβίας, και 3) τον σωστό Μικρούτσικο να τον μελοποιήσει.

http://www.youtube.com/watch?v=BGdTvpvj1sc

122. Κακές συνήθειες 

Σύνθεση: Μιλτιάδης Πασχαλίδης

Ερμηνεία: Μιλτιάδης Πασχαλίδης

Στίχος: Μιλτιάδης Πασχαλίδης

Άλμπουμ: Κακές συνήθειες

1998

Οι κακές συνήθειες δεν κόβονται εύκολα, όλοι το ξέρουν αυτό. Εγώ, ας πούμε, έχω την κακή συνήθεια να ξύνω τις πληγές μου, παλιές και καινούριες. Δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς ψάχνω να βρω διενεργώντας ανασκαφές στις διάφορες πληγές μου, πάντως, επειδή ο παίζων χάνει, ο πίνων μεθά, ο αναζητών βρίσκει και ο ευρών αμείβεται, τζάμπα δεν πάει ο κόπος μου. Κάποιες φορές, βέβαια, ο λογαριασμός είναι δυσβάστακτος, αλλά εφόσον αγκαλιάζεις και δεν προσπαθείς να καταπολεμήσεις τις κακές σου συνήθειες, πρέπει να είσαι έτοιμος να πληρώσεις το όποιο κόστος της επιλογής σου. Κι εγώ, επειδή είμαι άντρας λεβέντης, καραμπουζουκλής, ντόμπρος και κιμπάρης (ναούμ!), τους λογαριασμούς μου (τις «λυπητερές» μου) τους πλερώνω. Και αφήνω και γενναιόδωρο πουρμπουάρ. Εντάξει, δεν έχω παράπονο, καμιά φορά, με κερνάνε και κάτι. Εμ, πως, με περιποιούνται και δε θέλουν να με χάσουν από πελάτη τους στο κοσμικό κέντρο «Κακές συνήθειες». Όχι ότι με έχουν και φοβερή ανάγκη, για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Χρυσές δουλειές κάνει το μαγαζί, καραβιές φτάνουν οι πελάτες!

http://www.youtube.com/watch?v=i9CaomyP0SQ

121. Ο φόβος 

Σύνθεση: Μάνος Χατζιδάκις

Ερμηνεία: Ευτύχιος Χατζηττοφής

Στίχος: Μάνος Χατζιδάκις

Άλμπουμ: Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης

1974

Από τα λιγότερα γνωστά τραγούδια του Χατζιδάκι, άργησα να το ανακαλύψω, αλλά όταν το έκανα (μόλις λίγα χρόνια πριν), κόλλησα. Αλλόκοτο, απόκοσμο και υπαινικτικό, έπρεπε να το ακούσω αρκετές φορές πριν σχηματιστεί και οριστικοποιηθεί στο μυαλό μου η εξής σκηνή-ανάμνηση, από ένα μελλοντικό (;) όνειρο: Είναι νύχτα, βρέχει και βαδίζω αργά σε μια ανηφόρα του Μετς, κρατώντας αγκαζέ έναν άγγελο με γαλάζια μάτια κάτω από μια μεγάλη ομπρέλα. Δεν υπάρχει ψυχή στο δρόμο. Δεν ξέρω από πού ερχόμαστε, δεν ξέρω που πηγαίνουμε και δεν με νοιάζει. Κάθε λίγο γυρνάω και την κοιτάζω και κάθε φορά που το κάνω μου φαίνεται ακόμα πιο όμορφη. Όταν τελειώνει η ανηφόρα, φτάνουμε σε μια πλατεΐτσα που είναι έντονα φωταγωγημένη και δίνει την αίσθηση ενός «επίκεντρου». Η βροχή έχει σταματήσει. Κλείνω την ομπρέλα, την ακουμπάω με προσοχή κάτω και αρχίζω να χορεύω με τον άγγελο κάτι σαν βαλσάκι. Πάνω σε μια φιγούρα, εξαφανίζεται και μένω μόνος. Απορώ για λίγο, αλλά μετά μου αποσπά την προσοχή ένας μαύρος γάτος που εμφανίζεται εν τω μέσω της πλατείας, εξίσου ξαφνικά όσο εξαφανίστηκε ο άγγελος. Με πλησιάζει και σταματάει στο ένα μέτρο απόσταση. Με περιεργάζεται για κάποια ώρα σαν να με βολιδοσκοπεί. Μένουμε έτσι. Μετά από λίγο, όμως, νιώθω σαν «κάτι» να έρχεται από πίσω μου, «κάτι» του οποίου η επικείμενη έλευση μου πλακώνει την καρδιά. Γυρνάω να δω, αλλά τα πάντα θολώνουν γύρω μου. Νιώθω να βουλιάζω προς τα πάνω σε μια καφέ-γκρίζα ομίχλη. Με απορροφά και γίνομαι ένα με αυτήν, κάτι που το αποδέχομαι ως φυσική εξέλιξη των πραγμάτων…

http://www.youtube.com/watch?v=y9UJEcrHagw

120. Δυο μικρά γαλάζια άλογα 

Σύνθεση: Γιώργος Ρωμανός

Ερμηνεία: Γιώργος Ρωμανός

Στίχος: Γιώργος Ρωμανός

Άλμπουμ: Δυο μικρά γαλάζια άλογα

1970

Ψυχεδελικό ροκ εν Ελλάδι εν έτει 1970 και εν τω μέσω της Χούντας; Με ενορχηστρώσεις πειραγμένες, με πρωτότυπα ηχητικά εφέ και «φαζαρισμένες» κιθάρες; Και μάλιστα με ένα τελικό αποτέλεσμα αρκούντως αξιοπρεπές; Αυτοδικαίως, στο νούμερο 120 της λίστας. Ο Γιώργος Ρωμανός ξεκίνησε την καριέρα του τραγουδώντας Χατζιδάκι και, όπως είναι αναμενόμενο, με όποιον δάσκαλο καθίσεις τέτοια και χειρότερα γράμματα θα μάθεις.

 

http://www.youtube.com/watch?v=WmV_9vg4xHg

 

119. Ο τρελός 

Σύνθεση: Άκης Πάνου

Ερμηνεία: Μανώλης Μητσιάς

Στίχος: Άκης Πάνου

Άλμπουμ: Παρών

1977

Από μία περίοδο κι έπειτα στη ζωή μου, θεωρώ ως υπέρτατο κομπλιμέντο το να με χαρακτηρίσει κάποιος ως τρελό. Τσαντίζομαι, όμως, σε μεγάλο βαθμό και αντιδρώ σε ακόμη μεγαλύτερο, όταν κάποιοι προσπαθούν να με «θεραπεύσουν» και να με κάνουν «φυσιολογικό». (Αυτού του τύπου οι καλοθελητές είναι οι πλέον επικίνδυνοι, πάντως, σας το λέω να το ξέρετε. Επίσης, επικίνδυνοι είναι και οι απομυθοποιητές, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Άκου… «φυσιολογικός»! Μπρρρ…. Μεγαλύτερη κατάρα δεν θα μπορούσα να σκεφτώ να μου απευθύνει κάποιος: «Είθε να είσαι φυσιολογικός και χωρίς αποκλίνουσα και παρεκκλίνουσα συμπεριφορά». Και τώρα, αν με συγχωρείτε, πρέπει να επιβιβαστώ στο μονοπλάνο μου (με το οποίο δύναμαι να ταξιδεύω με την ταχύτητα των 299.940 χμ/δευτερόλεπτο, δηλαδή στο 99,98% της ταχύτητας του φωτός) με προορισμό την Πρόξιμα του Κενταύρου. Τα λέμε σε 430 δικά σας γήινα χρονάκια (8,6 έτη φωτός η συνολική απόσταση του, μετ’ επιστροφής, ταξιδιού από το Ηλιακό μας Σύστημα, γαρ)!

http://www.youtube.com/watch?v=XI9IBoY0rDA&feature=related

118. Ο αδιάφορος 

Σύνθεση: B.D. Foxmoor

Ερμηνεία: Active Member

Στίχος: B.D. Foxmoor

Άλμπουμ: Μύθοι του βάλτου

1998

Εξαιτίας του οχετού της ψευτομαγκιάς, της ρηχότητας, των κακέκτυπων και του εναγκαλισμού με τη σκυλο-ποπ υποκουλτούρα, μέσα στον οποίο πλατσουρίζουν, ως επί το πλείστον, οι εκπρόσωποι της ελληνικής χιπ-χοπ σκηνής, είναι αναπόφευκτο πολλοί σκεπτόμενοι άνθρωποι, οι οποίοι διαθέτουν και ένα μίνιμουμ αισθητικής αντίληψης, να αηδιάζουν, να ξενερώνουν και να απαξιώνουν συλλήβδην τον συγκεκριμένο χώρο. Έτσι, όμως, προσπερνούν και αδικούν κατάφωρα κάποιες ελάχιστες λαμπρές εξαιρέσεις, όπως, καλή ώρα, οι Active Member, οι οποίοι ξεχωρίζουν σε αυτό που αποκαλείται ελληνικό χιπ-χοπ (και δεν είναι υπερβολή αυτό που θα πω), όπως ένα διαμάντι σε μια χωματερή. Το μεγάλο τους όπλο, όπως φαίνεται και από το συγκεκριμένο τραγούδι που είναι, κατ’ εμέ, το καλύτερό τους, είναι ο μεστός και πλήρης νοημάτων, πολιτικών και ευρύτερα κοινωνικών αλλά και με φιλοσοφικές προεκτάσεις, στίχος τους. Και τι είναι τελικά ο αδιάφορος ο Γιάννης, ο ήρωας του κομματιού; Είναι ένα σύμβολο διαφορετικότητας και, κατά κάποιο ανορθόδοξο και υπόγειο τρόπο, αντίστασης σε μια κοινωνία διαρκώς επιταχυνόμενων ρυθμών, εντεινόμενου άγχους, κυριαρχίας μιας μηχανιστικής λογικής και δυσβάστακτων ψυχολογικών φορτίων; Ή είναι, προφητικά και ως αποτέλεσμα οξυδερκούς ανάγνωσης της πραγματικότητας από πλευράς του στιχουργού-ποιητή, ο προάγγελος μιας, εν εξελίξει, βαθμιαίας και ύπουλης ομογενοποίησης και ισοπέδωσης των πάντων σε έναν γκρίζο, αδιαφοροποίητο πολτό, όπου η αδιαφορία θα καταλήξει να υπερκαλύπτει το οτιδήποτε άλλο και όπου το κάθε ίχνος ανθρωπιάς θα ξεθωριάσει και, εν τέλει, θα σβηστεί; Άκρως απαισιόδοξο το δυστοπικό αυτό όραμα, λέτε; Μπορεί. Πάντως, αναμφίβολα για εμένα, το χρώμα του τραγουδιού αυτού είναι το γκρίζο…

http://www.youtube.com/watch?v=_UwTqNC7BFg&feature=related

117. Ποτέ ποτέ δε θα γίνω φίλος σου 

Σύνθεση: Κωνσταντίνος Βήτα

Ερμηνεία: Κωνσταντίνος Βήτα

Στίχος: Κωνσταντίνος Βήτα

Άλμπουμ: Άργος

2007

Σας έχει συμβεί ποτέ εκεί που κάθεστε στα καλά του καθουμένου, ήρεμοι και χαλαροί, να αρχίζουν να σας βομβαρδίζουν ξαφνικά και από το πουθενά έντονες θύμησες (γουάου! Αυτό το ανεξάντλητο απόθεμα μίζερων λέξεων που διαθέτω δεν παύει να με εκπλήττει!) από παμπάλαια όνειρα, τα οποία είχατε ξεχάσει, ασφαλώς, αλλά των οποίων η ιδιαίτερη αίσθηση και η ατμόσφαιρα σας κατακλύζουν με έναν τρόπο που σας κάνει να απορείτε, ακόμα ακόμα και για αυτήν την συναισθηματική και ψυχική σας ακεραιότητα; Δεν μπορεί, όλο και σε κάποιους από εσάς θα έχει συμβεί. Λοιπόν, ξέρετε τι πιστεύω; Είναι τόσο λίγα, στην πραγματικότητα, αυτά που ξέρουμε για το πως λειτουργεί το μυαλό μας, το όργανο του σώματος μας που μας συνδέει με το εξωτερικό περιβάλλον, για να μην ξεχνιόμαστε, που είναι ν’ απορείς για την αξιοπιστία της αντίληψης μας και για το πόσα και ποια πράγματα χάνονται στη μετάφραση. Τι σχέση έχουν τα παραπάνω με το τραγούδι αυτό; Α χα! Σε ποιόν ή τί νομίζετε ότι απευθύνεται ο Κ.Β. καταλήγοντας στο συμπέρασμα (και όχι εκδηλώνοντας την επιθυμία του) ότι ποτέ δε θα γίνει φίλος του; Έλα, μην τα θέλετε όλα να σας τα κάνω νια νια!

http://www.youtube.com/watch?v=HMGH5cuRmWE

116. Το γράμμα 

Σύνθεση: Σωκράτης Μάλαμας

Ερμηνεία: Σωκράτης Μάλαμας

Στίχος: Σωκράτης Μάλαμας

Άλμπουμ: Λαβύρινθος

1996

Οι άνθρωποι, έχουμε μια αθεράπευτη τάση και μια ακαταμάχητη ροπή στο να ερμηνεύουμε τόσο το παρελθόν μας όσο και (προσέξτε, αυτό είναι το σημαντικότερο) το μέλλον μας με τα κριτήρια του παρόντος μας. Βλέπουμε, δηλαδή, τη ζωή μας ολόκληρη σαν μια ευθεία γραμμή την οποία ορίζει η κουκίδα του παρόντος μας και, έχοντας σαν αφετηρία την κουκίδα αυτή, θεωρούμε το παρελθόν και το μέλλον μας ως γραμμικές, συνεχείς προεκτάσεις της νοητής (και, βέβαια, ουσιαστικά ανύπαρκτης) ευθείας προς τα «πίσω» και τα «μπρος», αντιστοίχως. Μεγάλο το σφάλμα, και ακόμα μεγαλύτερη η διαστρέβλωση που αυτό προκαλεί στις ζωές μας και στις ζωές των άλλων συνανθρώπων μας με τους οποίους αλληλεπιδρούμε με οποιονδήποτε τρόπο. Λοιπόν, πάρτε κατσαβίδι και βιδώστε καλά στο μυαλό σας αυτό που θα σας πω (όπως θα έλεγε και ο μέγας Γ. Γεωργίου): Η εξέλιξη της ζωής του καθενός μας και όλων μας, συνολικά, είναι μη γραμμική και ασυνεχής! Το μέλλον σας δεν είναι προαδιαγεγραμμένο, είναι ακόμη αδιαμόρφωτο και περιμένει εσάς να το διαμορφώσετε. Όχι μόνο εσάς, φυσικά, αλλά πάντως έχετε πολύ μεγαλύτερο λόγο, από ότι, συνήθως, νομίζετε, στο πως θα εξελιχθεί η ζωή σας. Αν, τώρα, πιστεύετε ακράδαντα ότι δεν υπάρχει διαφυγή από τη ρουτίνα και από το καθημερινό μαγγανοπήγαδο, τότε αυτή σας η ακλόνητη πεποίθηση θα σας οδηγήσει να πράξετε έτσι ώστε να διαιωνίζεται η κατάσταση αυτή. Συμπέρασμα: Μην πικραίνεστε τις Κυριακές τα βράδια. Αποδεχτείτε την σκοτεινιά (η οποία, όπως μας λέει ο Σώκρατες, είναι αναπόφευκτη, αποτελεί το γιανγκ στο γιν του φωτός), κοιτάξτε την κατάφατσα και πιστέψτε ότι μπορείτε να την διαλύσετε. Αν το κάνετε, θα έχετε κάνει το πρώτο βήμα. Και, σύντομα, μετά από μερικά βηματάκια ακόμη, θα εκπλαγείτε για μια ακόμη φορά από το υπέρτατο θαύμα και μυστήριο της ζωής. Αλλά, ας μην αυταπατώμεθα, αυτό θα σας συμβεί ούτως ή… αλλέως, ό,τι κι αν κάνετε ή δεν κάνετε …

http://www.youtube.com/watch?v=sH-q7uQeLnE

115. Έρχεται κρύο 

Σύνθεση: Λάκης Παπαδόπουλος

Ερμηνεία: Αρλέτα

Στίχος: Κυριάκος Ντούμος

Άλμπουμ: Περίπου

1984

Τι πανέμορφο τραγουδάκι… Συχνά αναρωτιέμαι για το εάν, εκτός από τη μητρική, υπάρχει άλλη τόσο πολύ άδολη και ανυστερόβουλη αγάπη. Άδολη και ανυστερόβουλη σε τέτοιο βαθμό, που να σε κάνει να ενδιαφέρεσαι (όντως, 100% αγνά και αληθινά και χωρίς να περιμένεις την παραμικρή ανταπόδοση) για έναν άνθρωπο, με τον οποίο οι δρόμοι σας έχουν χωρίσει, μάλλον, ανεπιστρεπτί. Και πάντοτε καταλήγω στο συμπέρασμα πως όχι, κάτι τέτοιο δεν γίνεται να υπάρξει χωρίς να συνοδεύεται έστω κι από μια ελάχιστη ελπίδα, από την μία πλευρά, ότι τα πράγματα θα αλλάξουν ή θα διορθωθούν. Όσο επιφανειακό και πρόχειρο φτιασίδωμα και βερνίκωμα κι αν πέφτει από τους διάφορους μηχανισμούς «εκπαίδευσης» που έχουν στήσει η κοινωνία και ο πολιτισμός μας για να διατηρήσουν ένα μίνιμουμ συνοχής και να μην καταρρεύσει ως χάρτινος πύργος το οικοδόμημά τους, δεν αρκεί για να κρύψει, από ένα έμπειρο μάτι κι έναν διορατικό και κριτικό νου, την αλήθεια: είμαστε, κατά βάσιν, τεράστιοι εγωιστές κατευθυνόμενοι κυρίως από τα ένστικτα και τις παρορμήσεις μας και ενεργούμε με βάση την λογική και την αλληλεγγύη προς τους άλλους, συνήθως, όταν δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Ακούγεται αιρετικό, ίσως, αλλά ισχύει. Έτσι, κοίτα να ντύνεσαι καλά να μην κρυώσεις, αλλά αν δεν με θες καθόλου, αν η παρουσία μου είναι, πλέον, όντως, εντελώς αδιάφορη για εσένα, τότε να ξεπαγιάσεις και να ψοφήσεις! Ή, αντίστοιχα, αν δεν ενδιαφέρομαι εγώ, ούτως ή άλλως, πλέον για σένα, δεν πα’ να φορέσεις και μακό μπλουζάκι μες στο καταχείμωνο;

http://www.youtube.com/watch?v=T1IMsRi50qM

114. Ο ακροβάτης 

Σύνθεση: Χαΐνηδες

Ερμηνεία: Χαΐνηδες

Στίχος: Χαΐνηδες

Άλμπουμ: Με κόντρα τον καιρό

1994

Συνεχίζω, κατά κάποιο τρόπο, από εκεί που το άφησα προηγουμένως, επιχειρώντας μια λίγο διαφορετική ανάγνωση τώρα, όμως. Ο εγωισμός, ο ατομικισμός και η μοναχική πορεία, μπορεί, όπως είπαμε, να κατακρίνονται και να καταπολεμώνται, με διάφορους τρόπους, από τους μηχανισμούς «εκπαίδευσης» και «συμμόρφωσης» (ΟΚ, προπαγάνδας και χειραγώγησης) της κοινωνίας και του πολιτισμού (ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα μας, όπου η επικρατούσα κουλτούρα είναι πολύ «κολλεκτιβιστική»), ωστόσο, στην καλή τους εκδοχή, δύνανται να αποτελέσουν και ανεξάντλητες και ασύγκριτες πηγές ατόφιας δύναμης. Απλώς σκεφτείτε: συγκρίνεται η άγρια χαρά, η απόλαυση (η κάβλα, βρε αδελφέ!) και η δύναμη που αντλεί ένας ακροβάτης από αυτόν τον μετεωρισμό στα όρια ζωής-θανάτου και την υπέρβαση του εαυτού του που πραγματοποιεί κάθε φορά που ανεβαίνει στο σκοινί του, μόνος απέναντι στο κενό, με τη χαρά π.χ. ενός οπαδού όταν έχει νικήσει το κόμμα ή η ομαδάρα του; Χα! Δεν τίθεται καν θέμα σύγκρισης, είναι βλασφημία σχεδόν να το αποτολμήσουμε. Ας μην ξεχνάμε ότι η υπέρβαση, η πρωτοπορία και η καινοτομία είχαν πάντοτε, στην ανθρώπινη ιστορία, ως υποκείμενα τους, μεμονωμένα άτομα και ολιγάριθμες, σχετικά, παρέες ή ομάδες που σκέφτονταν «έξω από το κουτί» και πήγαιναν «με κόντρα τον καιρό». Ποτέ μεγάλες μάζες και αγέλες δεν υπήρξαν καταλυτικοί φορείς αλλαγής, ούτε και προβλέπεται να υπάρξουν στο μέλλον, αν θέλετε την ταπεινή μου γνωμάρα…!

http://www.youtube.com/watch?v=_elZ1C569MQ

113. Στη Βουλιαγμένη 

Σύνθεση: Λουκιανός Κηλαηδόνης

Ερμηνεία: Λουκιανός Κηλαηδόνης

Στίχος: Λουκιανός Κηλαηδόνης

Άλμπουμ: Είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόυ

1978

Ένα τραγούδι-σύμβολο της καλής πλευράς μιας εποχής, η οποία τώρα, όχι και τόσο πολλά χρόνια μετά, φαντάζει απίστευτα μακρινή. Ξεγνοιασιά, αυθορμητισμός, μια καλώς εννοούμενη αλητεία, αλλά και κάπου στο βάθος να υποφώσκει μια αίσθηση του επείγοντος: «Φεύγει η νύχτα, φεύγει, δεν περιμένει κι έχουν να γίνουν πολλά». Ίσως πρόκειται για τη διαίσθηση του καλλιτέχνη που βλέπει, με μάτια που δεν διαθέτουν οι πολλοί, την καταιγίδα που έρχεται. Ή τη βαρυχειμωνιά. Το τραγούδι αυτό συνδέθηκε άρρηκτα με το περίφημο «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη» το 1983, ένα γεγονός που στάθηκε ένα από τα σημεία αναφοράς για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα και έτσι έχει καταχωρηθεί στη συλλογική συνείδηση. Νομίζω ότι αυτό το διονυσιακού τύπου γλέντι, με την σχετική ελευθεριότητα που το χαρακτήριζε και με τη μαζική λαϊκή συμμετοχή, αντιπροσώπευε ένα οριστικό «αντίο» (farewell, το λέμε στο χωριό) στην «παλιά Ελλάδα» και ένα πέρασμα σε μια νέα εποχή. Βεβαίως, πολλοί θα επισημάνουν ότι αυτή η «απελευθέρωση» και η (σχετική, πάντα) χαλάρωση μιας σειράς «πρέπει» και περιορισμών, οδήγησαν σε ξεχείλωμα των ηθών και των κανόνων μιας «ευνομούμενης» κοινωνίας και σε μια γενικευμένη ασυδοσία. Μάλλον υπάρχει μια δόση αλήθειας στην παραπάνω εκτίμηση, αν και, επειδή σιχαίνομαι την ηθικολογία, τα ηθικοπλαστικά κηρύγματα και τα «κουνήματα» των δαχτύλων των διαφόρων αυτόκλητων υπερμάχων της κοινωνικής συνοχής, της τάξης, της ησυχίας και της ασφάλειας (οι γνωστοί διαχρονικοί φορείς συντήρησης και ανάσχεσης της οποιασδήποτε αληθινής προόδου των ανθρώπινων κοινωνιών), δεν θα την ασπαστώ πλήρως. Πάντως, θεωρώ και κάπως άδικο και άστοχο το να συνδέεται το συγκεκριμένο τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη αποκλειστικά με το «Πάρτυ» της Βουλιαγμένης. Κυρίως γιατί, για εμένα τουλάχιστον, τα όμορφα και ξεχωριστά συναισθήματα που γεννάει η «Βουλιαγμένη» μπορούν να προκύψουν μόνο από ιδιαίτερες, συστηρώς προσωπικές, εμπειρίες (οι δυο σας, να αλητεύετε, να κάνετε μπάνιο γυμνοί και μεθυσμένοι υπό το καλοκαιρινό φεγγαρόφως καθώς και άλλα, αυστηρώς ακατάλληλα…, δι’ ανηλίκους και δια ηθικολόγους, πράγματα!) και όχι από μαζικές και απρόσωπες διονυσιακές και οργιαστικής φύσης τελετές, τύπου «Πάρτυ».

http://www.youtube.com/watch?v=3qnWuiv-Bmk

112. Αν μ’αγαπάς 

Σύνθεση: Γιάννης Σπανός

Ερμηνεία: Τάνια Τσανακλίδου

Στίχος: Τάκης Καρνάτσος

Άλμπουμ: Φίλε…

1982

Το ν’ αγαπήσεις και να δοθείς ολοκληρωτικά σ’ έναν άνθρωπο μπορεί να σε οπλίσει με απίστευτη ενέργεια και δημιουργικότητα, δεν νομίζω ότι κανείς μπορεί να εγείρει αμφιβολίες επί τούτου. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι εμπεριέχει κι ένα τεράστιο ρίσκο: Τι θα συμβεί αν η σχέση τερματιστεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο; Θα μπορέσει να μαζέψει τα κομμάτια του και να ανασυνταχθεί ο πληγείς βαρύτερα παρά τω τερματισμώ της σχέσης; Και αν ναι πόσο γρήγορα θα μπορέσει να το κάνει; Όμως, όλοι όσοι έχουν ερωτευτεί έστω και μια φορά, γνωρίζουν ότι δεν υφίστανται περιθώρια λογικής επεξεργασίας και επιλογής όταν τα συναισθήματα σε βάζουν κάτω και χοροπηδούν επάνω στο στήθος σου. Επιπλέον, δεν μπορείς να ζήσεις όλη σου τη ζωή σε μια αποστειρωμένη γυάλα: αναγκαστικά θα πειραματιστείς και αναγκαστικά θα φας τα μούτρα σου. Το συμπέρασμα; Εύκολο να το διατυπώσεις, δύσκολο, συχνά, να το εφαρμόσεις: Δώσου, αφέσου, (κατρα)κύλησε στον έρωτά σου, αλλά προσπάθησε να μην απολέσεις το εγώ σου και να μην το αφήσεις να απορροφηθεί εντελώς από τον άλλο. Α, και μην ακούς τους κυνικούς που θα σπεύσουν να σου επισημάνουν ότι πρέπει να επιδεικνύεις πάντα μια κάποια αποστασιοποίηση λόγω του ότι «όλοι οι μεγάλοι έρωτες και αγάπες φθίνουν με το πέρασμα του χρόνου»: κάτι για το οποίο είμαι σίγουρος (και αυτή θα είναι η αισιόδοξη κατακλείδα του κειμένου) είναι ότι, ναι, υπάρχουν έρωτες που αντλούν ενέργεια από μια μυστική, αόρατη στα μάτια των πολλών και αστείρευτη πηγή, και οι οποίοι, επομένως, δεν φυλλορροούν ποτέ…

http://www.youtube.com/watch?v=rh9V6nW6yfs

111. Ώρες σιωπής 

Σύνθεση: Διονύσης Τσακνής

Ερμηνεία: Διονύσης Τσακνής

Στίχος: Διονύσης Τσακνής

Άλμπουμ: Φταίνε τα τραγούδια

1989

Στο κυνήγι της στιγμούλας. Μια σε βρίσκω μια σε χάνω στιγμούλα μου, αλλά, όχι, δε θα πω ότι πιο καλή είναι η μοναξιά. Γιατί εσύ ομορφαίνεις, χρωματίζεις και νοηματοδοτείς την ύπαρξή μου. Εσύ κι οι αδελφές σου, λαμπερές σταγόνες, διάσπαρτες εδώ κι εκεί σε έναν μουντό ωκεανό ρουτίνας, κοινοτοπίας, μιζέριας, νωθρότητας, ανούσιων ανησυχιών, αγχών, μελαγχολίας και μιας γενικότερης αίσθησης απουσίας νοήματος. Σαν τις μυριάδες αστεριών στον νυχτερινό ουράνιο τις ανέφελες νύχτες σε κάποια επαρχία, μακριά από την φωτορρύπανση των πόλεων. Από τη σιωπή εκκινώ, στιγμούλα μου, και στη σιωπή καταλήγω και στο ενδιάμεσο σε αναζητώ. Και όταν σε βρίσκω, αυτό το γνώριμο συναίσθημα της χαρμολύπης με καταλαμβάνει, αλλά επειδή δεν μπορώ να κάνω και αλλιώς, σε αγκαλιάζω και σε απολαμβάνω, έστω κι έτσι. Και ύστερα ξεγλιστράς και φεύγεις και μου μένει μόνο μια ανάμνηση (που πολλές φορές μου φαίνεται σαν μία απρόσωπη λογιστική καταχώρηση), την οποία προσπαθώ να ζωντανέψω. Δεν τα καταφέρνω  πάντα. Όμως, στιγμούλα μου, έχω καταλάβει ότι εκ φύσεως είσαι δυναμική, μεταλλασσόμενη, εθισμένη σε Οβιδιακές μεταμορφώσεις και παιχνιδιάρα. Έτσι, αν βάλω τα δυνατά μου, συγκεντρωθώ και σε κρατήσω γερά, όσες μορφές κι αν πάρεις (όπως ο Μενέλαος τον θεό Πρωτέα στην Αίγυπτο), τελικά μου παραδίνεσαι, έστω και απρόθυμα, έστω και για λίγο. Και εγώ (πού να κρατηθώ, ο φουκαράς;) σε ρουφάω αχόρταγος. Και ύστερα, άντε φτου κι απ’ την αρχή!

http://www.youtube.com/watch?v=PuNPoJIllXI

110. Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου 

Σύνθεση: Μίκης Θεοδωράκης

Ερμηνεία: Γιοβάννα

Στίχος: Νίκος Γκάτσος

1960

Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου πριν το θυμηθώ εγώ

Έλα να με βρεις, έστω  την ενδεκάτη ώρα

Και να μου ψιθυρίσεις αυτό που επέλεξα να ξεχάσω

Όταν πήρα την απόφαση να παίξω με τους όρους του αντιπάλου

 

Μισό κλειδί εγώ, μισό κλειδί κι εσύ

Αν τα ενώσουμε δεν έχουμε μόνο το ολόκληρο κλειδί

Έχουμε και την πόρτα και την κλειδαριά

Πώς ξεκλειδώνεις κάτι που δεν έχει κλειδωθεί ποτέ;

 

Στα όνειρά μου περπατούμε μαζί, όπως έλεγε κι ο Ρόυ

Ενώ στον ξύπνιο χώρια

Ποιός θα πει τι είναι αλήθεια και τι όχι;

Ποιός σκέφτεται τώρα; Εγώ, εσύ ή κάποιος άγνωστος για λογαριασμό και των δυο μας;

http://www.youtube.com/watch?v=gfBhk9FBP9w

109. Πριν το χάραμα 

Σύνθεση: Γιάννης Παπαϊωάννου

Ερμηνεία: Οδυσσέας Μοσχονάς

Στίχος: Χαράλαμπος Βασιλειάδης

1948

Μετά το σούρουπο και πριν το χάραμα, κάνει την εμφάνισή της άλλη μια εκδοχή του προαιώνιου και πανανθρώπινου μύθου της «επιστροφής του ασώτου». Από τον Οιδίποδα ως τον Παπαϊωάννου, αλλάζουν οι συνθήκες, αλλάζουν και οι άνθρωποι, αλλά το βασικό μοτίβο παραμένει αναλλοίωτο και, παράλληλα, δυναμικό και φευγαλέο, μετασχηματιζόμενο αενάως σε νέες μορφές και πειραματιζόμενο με νέες φόρμες, εμπνέοντας τους καλλιτέχνες της κάθε εποχής και ανοίγοντας νέους, απροσδόκητους, δρόμους με τη διαρκή διεύρυνση του περιεχόμενου και του νοήματός του. Γύρισα καλή μου, I’m back with a vengeance! Τα πράγματα ποτέ δεν θα είναι πια τα ίδια, αλλά δε θα μπορούσε και να ισχύει κάτι διαφορετικό. Δεν πρόκειται περί κύκλου, αλλά πρόκειται περί έλικας. Η τραγική ειρωνεία και η επανάληψη της ιστορίας ως φάρσας. Και, καλά όλα αυτά, αλλά όταν χαράξει, τι συμβαίνει; Με αυτό το ερώτημα θα μου επιτρέψετε να καταπιαστώ όταν φτάσουμε στο κατάλληλο τραγούδι, αρκετά πιο κάτω στη λίστα.

http://www.youtube.com/watch?v=IkR8x5VkO90

108. Καταγγέλω 

Σύνθεση: Χαρης & Πάνος Κατσιμίχας

Ερμηνεία: Χαρης & Πάνος Κατσιμίχας

Στίχος: Λαίλιος Καρακάσης

Άλμπουμ: Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις

1987

Από ένα ολόκληρο χρόνο στη ζωή μου θυμάμαι, κατά βάση, δυο μάτια. Δυο μεγάλα μπλε, εκφραστικά, παιχνιδιάρικα μάτια. Όλα τα υπόλοιπα που συνέβησαν εκείνη τη χρονιά έχουν ξεθωριάσει εντελώς και έχουν μείνει ως ασαφείς γκρίζες σκιές στη μνήμη μου. Είχα φτάσει να ζω περιμένοντας να έρθει η στιγμή που θα δω και πάλι τα μάτια αυτά. Μαγνητιζόμουν και χανόμουν μέσα τους και το απολάμβανα, ασφαλώς και με μια μικρή δόση μαζοχισμού. Και λέω μαζοχισμού γιατί, για συγκεκριμένους λόγους, δεν είχα καμία ελπίδα να πετύχω κάτι παραπέρα, κάτι «ουσιαστικό», ας πούμε. Ωστόσο, δεν είχα άλλη επιλογή από το να τα προσεγγίζω διαρκώς. Με τον τρόπο μου. Ήθελα να ήμουν κοντά τους όσο συχνότερα γινόταν, ήθελα να με εμπιστευτούν. Και με τον καιρό τα κατάφερα. Και τους δόθηκα ολοκληρωτικά, έγινα δικός τους, υποτασσόμουν στα θέλω τους και στα καπρίτσια τους, η διάθεσή μου καθοριζόταν από τα κέφια τους. Και όταν έφυγαν, με τον πλέον απότομο και άκομψο τρόπο, από τη ζωή μου, μούδιασα ολόκληρος. Ένας κόσμος, που τον είχα στήσει αποκλειστικά εγώ, αντλώντας από την έμπνευση και την ενέργεια που μου έδιναν εκείνα τα μάτια, κατέρρευσε αυτοστιγμεί. Περιέργως πως, συνήλθα σχετικά γρήγορα. Κι όταν έγραψα κάτι για εκείνα και τους τα έδωσα, όταν τα συνάντησα μετά από καιρό, τα δυο μπλε μάτια συγκινήθηκαν και δάκρυσαν. Οι συνθήκες είχαν αλλάξει δραματικά πια, όμως. Οι δρόμοι μας είχαν χωρίσει οριστικά. Έκτοτε δεν τα έχω ξαναδεί. Κάποιες φορές με επισκέπτονται στον ύπνο μου, παίζουν για λίγο μαζί μου κι ύστερα χάνονται. Κι εγώ, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ξυπνάω πάντα έχοντας στο μυαλό μου έναν εύθυμο σκοπό, θυμάμαι όσα είχαν συμβεί μεταξύ μας και δεν τα νοσταλγώ ούτε μελαγχολώ. Απλά, χαμογελάω και αρχίζω την ημέρα μου με καλή διάθεση.

http://www.youtube.com/watch?v=Db0xDRds3Mo

107. Kuro siwo 

Σύνθεση: Θάνος Μικρούτσικος

Ερμηνεία: Γιάννης Κούτρας

Στίχος: Νίκος Καββαδίας

Άλμπουμ: Ο Σταυρός του Νότου

1979

Αρμύρα, αρμύρα και πάλι αρμύρα, η οποία νιώθω ότι ποτίζει όλο το Σύμπαν κάθε φορά που ακούω το Kuro Siwo. (Επίσης, κάθε φορά που ακούω το συγκεκριμένο άσμα θυμάμαι τον Μπέζο στους «Απαράδεκτους» να τραγουδάει: «Η λαμαρίνα, η λαμαρίνα όλα τα σβήνει…», αλλά ας μην το ευτελίσω εντελώς το θέμα…!). Βαριά η καλογερική, αλλά ακόμα πιο βαριά η ζωή του ναυτικού. Σας έχω εξιστορήσει σε προηγούμενες καταχωρήσεις κάποιες από τις περιπέτειές μου στη θάλασσα, έτσι δεν είναι; Σας έχω πει την ιστορία του ναυαγίου μου με το θρυλικό ατμόπλοιο «Φέθρυ Κιόπης» στα ανοιχτά της Οκινάουα; Όχι, ε; Λοιπόν, μεταφέραμε όπιο… εεεε… σπάνια φυτά της Άπω Ανατολής, ήθελα να πω, στην Ιαπωνία. Στα καλά του καθουμένου, κι ενώ ο καιρός ήταν τέλειος, ένα τεράστιο τσουναμοειδές κύμα εμφανίστηκε από το πουθενά και αναποδογύρισε το ένδοξο, μπαρουτοκαπνισμένο σκαρί μας, πριν, καν, προλάβουμε να αντιδράσουμε. Επιζήσαμε, από καθαρή τύχη και χάρη στην παροιμιώδη απειθαρχία μας, εγώ κι ο Τσου Τσου Τσου (να διευκρινίσω ότι κάθε «Τσου» προφέρεται διαφορετικά, αλλά αν δεν ομιλείτε την κοινή Μανδαρίνικη… μάταιος κόπος να σας εξηγήσω), ο Καντωνέζος καμαρώτος του «Φέθρυ Κιόπης». Βλέπετε, οι δυο μας, εκείνη την ώρα, αντί να κάνουμε ματσακόνι στα αμπάρια του πλοίου, ως οφείλαμε, λουφάραμε κάνοντας ηλιοθεραπεία στο κατάστρωμα (σας είπα ότι ο καιρός ήταν εξαιρετικός). Επίσης, η θεά τύχη δεν μας εγακτέλειψε κι όταν πέσαμε στο νερό: βρήκαμε τη μοναδική σωστική λέμβο που γλίτωσε από την ολοκληρωτική καταστροφή και βολοδέρναμε για μέρες σε αυτήν, δίχως εφόδια φυσικά, παραμιλώντας από την πείνα και την δίψα και με τον Τσου Τσου Τσου να είναι πεπεισμένος ότι ο Γκοτζίλα ήταν εκείνος που προκάλεσε το γιγαντιαίο κύμα και βούλιαξε το «Φέθρυ Κιόπης» και να έχει το κεφάλι του κρεμασμένο διαρκώς έξω από τη λέμβο, σαρώνοντας με τα μάτια του τα νερά, εν αναμονή του αποτρόπαιου τέρατος, το οποίο ήταν βέβαιος ότι θα επέστρεφε για να μας βρει και να ολοκληρώσει το έργο του. Και εκεί που, όντας πλέον σχεδόν αποτρελαμένος και με τη βούλα (γιατί μισότρελος ήμουν και από πριν), είχα πάρει την απόφαση να στραγγαλίσω τον Τσου Τσου Τσου και ύστερα να αυτοστραγγαλιστώ, ένα διερχόμενο αλιευτικό σκάφος, ως από μηχανής θεός, μας περισυνέλεξε. Ε, για να μην σας τα πολυλογώ, καταλήξαμε, εγώ κι ο Τσου Τσου Τσου, να παντρευτούμε τις δύο κόρες του Γιαπωνέζου ψαρά που μας έσωσε και να γίνουμε μπατζανάκηδες. Έστησα το σπιτικό μου εκεί, με παιδιά-σκυλιά-γατιά, μόνο που μετά από τρία χρόνια ζωής και κότας στην Οκινάουα, φεύ, με μόλυνε το μικρόβιο του νόστου για την πατρίδα κι έτσι αναχώρησα νύχτα από τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, κίνηση που αποδέχτηκε τραγικώς εσφαλμένη, διότι αφενός είχα πέσει πολύ έξω στην προσδοκία μου ότι η γυναίκα μου στην Ελλάδα θα με περίμενε ως άλλη Πηνελόπη (ίσα ίσα, απ’ ότι έμαθα, η ακατονόμαστη έπεσε στην αγκαλιά του πρώτου Αντίνοου που την κόρταρε) και αφετέρου ο Γιαπωνέζος πεθερός μου αφιονίστηκε (γνωρίζετε, φαντάζομαι, πως είναι οι Γιαπωνέζοι με τα ζητήματα τιμής και υπόληψης) και εξαπέλυσε τα ντόμπερμαν της Γιακούζα στο κατόπι μου. Αφού κρύφτηκα στην Θορσάβν των Νήσων Φερόε για 2 χρόνια, περιμένοντας να κουραστούν οι διώκτες μου και να με παρατήσουν στην ησυχία μου, ξαναμπάρκαρα και έτσι, λοιπόν, τώρα που σας γράφω αυτές τις γραμμές, είμαι ο περήφανος αρχιλαντζιέρης στο κρουαζιερόπλοιο «Βασίλισσα του Σαβά», το οποίο διασχίζοντας τα γαλήνια νερά των Πέρα Θαλασσών ετοιμάζεται, σε λίγες ώρες, να πιάσει στο λιμάνι της Νήσου των Μακάρων. Μην ανησυχείτε βρε κουτά, θα δώσω φιλιά εκ μέρους σας στον Αχιλλέα και στον Μενέλαο!

http://www.youtube.com/watch?v=qGCspPvN2C0

106. Μπαγάσας 

Σύνθεση: Νικόλας Άσιμος

Ερμηνεία: Νικόλας Άσιμος

Στίχος: Νικόλας Άσιμος

Άλμπουμ: Το φανάρι του Διογένη

1987

Βρε μπαγάσα, δεν μπορώ να αποφασίσω τι με τρομάζει πιο πολύ: το ενδεχόμενο να μην υπάρχεις ή το ενδεχόμενο να υπάρχεις μεν, αλλά η ύπαρξή μου να σου είναι εντελώς αδιάφορη; Σκεφτείτε, φίλοι μου: Πόσο εύκολο είναι (ακόμα κι αν έχετε όλη την καλή διάθεση) να εξηγήσετε την γενική θεωρία της σχετικότητας σε ένα καγκουρό; Να ανταλλάξετε απόψεις για την σύγχρονη γεωπολιτική κατάσταση της Μέσης Ανατολής με έναν αρουραίο; Να διδάξετε τα βασικά βήματα του αργεντίνικου τάνγκο σε μια λιβελούλα; Βάλτε τώρα τον εαυτό σας στη θέση του καγκουρό, του αρουραίου ή της λιβελούλας. Νομίζω δεν είναι δύσκολο να κατανοήσετε ότι το μέγεθος και το είδος του αντίστοιχου χάσματος αντίληψης και δυνατοτήτων με ένα ανώτερο του ανθρώπου ον, πιθανότατα θα καθιστούσε το χάσμα αυτό αγεφύρωτο. Εκτός εάν είστε θιασώτες της πεποίθησης ότι στο αχανές Σύμπαν ο άνθρωπος είναι η υψηλότερη, η πιο νοήμων και η πιο εκλεπτυσμένη μορφή ζωής. Και εάν, όντως, η πεποίθησή σας αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε… με τις υγείες μας και με τις υγείες σου, ω ζωή του Σύμπαντος κόσμου…!

http://www.youtube.com/watch?v=nAh45vCMOBQ

105. Μ’ ένα παράπονο 

Σύνθεση: Δήμος Μούτσης

Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Στίχος: Νίκος Γκάτσος

Άλμπουμ: Ένα χαμόγελο

1969

Μια από τις αθεράπευτες (και βασανιστικά ανίατες) ασθένειες του ελληνικού τραγουδιού είναι η λεγόμενη κλαψομουνίαση. «Αχ βαχ, γιατί με άφησες, άπονη καρδιά, σκληρή ζωή, αχαριστία, μπλα, μπλα, μπλα» και, σας παρακαλώ, φέρτε γρήγορα τα υπογλώσσια μου γιατί δεν την παλεύω. Και καλά, πάει στο διάολο όταν πρόκειται για αυθεντικά σκυλοτράγουδα, δεν περιμένεις και κάτι καλύτερο. Αυτά, όμως, που δεν αντέχονται με τίποτα είναι κάτι δήθεν ποιοτικά έντεχνα τραγούδια που ανάγουν την κλαψομουνίαση σε υψηλής (ένα μέτρο κι είκοσι) μορφής τέχνη και που όταν ακούσεις τυχαία (ή, μάλλον, άτυχα) κάποιο εξ αυτών, σου γεννάται μια έντονη επιθυμία (εφόσον διαθέτεις, εννοείται, κάποια, έστω μικρά, ψήγματα νοημοσύνης και έναν μίνιμουμ βαθμό ψυχικής υγείας) πρώτα να κόψεις με πριονοκορδέλα τα αυτιά σου και να αφαιρέσεις χωρίς αναισθητικό το ακουστικό κέντρο του εγκεφάλου σου και ύστερα να ανατινάξεις με μπαζούκας τον «καλλιτέχνη» που εμπνεύστηκε το ανοσιούργημα. Και το κακό είναι ότι, όσο περνούν τα χρόνια, αυτά τα «άσματα» αυξάνονται και πληθύνονται και κατακυριεύουν τις συχνότητες των FM και τα CD / MP3 Players. Τέλος πάντων, ευτυχώς πάντα θα υπάρχουν τραγούδια που με λεβέντικο, αξιοπρεπή και σταράτο τρόπο μιλούν για καψούρες και ερωτικές απογοητεύσεις, όπως, καλή ώρα, το «Μ’ ένα παράπονο». Και το στοιχείο, βέβαια, που κάνει τη διαφορά εδώ, είναι η θαυμάσια μουσική με την οποία έντυσε αυτό το τραγούδι ο Μούτσης, ένας από τους κορυφαίους, πιο ιδιαίτερους, αλλά και πιο αδικημένους, κατά τη γνώμη μου, Έλληνες συνθέτες όλων των εποχών.

http://www.youtube.com/watch?v=UMaJXZpNccc

104. Η σωτηρία της ψυχής 

Σύνθεση: Σταμάτης Κραουνάκης

Ερμηνεία: Άλκηστις Πρωτοψάλτη

Στίχος: Λίνα Νικολακόπουλου

Άλμπουμ: Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ

1985

Δεν είμαι σίγουρος για τι πράγμα μιλάει ακριβώς αυτό το τραγούδι. Μα, το θέμα είναι προφανές, θα πει κάποιος: η σωτηρία της ψυχής, τι άλλο; Όμως, τι σημαίνει σωτηρία της ψυχής; Σημαίνει το ίδιο για τον κάθε άνθρωπο; Σημαίνει, έστω κάτι, για κάποιους; Δεν έχω απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, όπως, εξάλλου, δεν έχω απαντήσεις στα περισσότερα από τα ερωτήματα που με έχουν απασχολήσει και με απασχολούν στη ζωή μου. Κι αυτό δεν μ’ ενοχλεί, ίσα ίσα είμαι από αυτούς που τους απωθούν οι τελικές λύσεις και απαντήσεις και που, αντιθέτως, πιστεύουν ότι το μυστήριο και η αμφιβολία πάνε χέρι με χέρι με τη γοητεία, την ομορφιά και τη διεύρυνση των οριζόντων. Ωστόσο, όπως δεν θεωρώ σωστό να κατασταλάζουμε και να εγκλωβιζόμαστε σε διάφορες μορφές απολυτότητας, έτσι πιστεύω και ότι δεν πρέπει να επιτρέπουμε στο μυστήριο και την αμφιβολία να γενικεύονται και να κυριαρχούν επί των πάντων στη ζωή μας, διαμορφώνοντας μια άκρως νεφελώδη και, βολικά, ασαφή, σχετικιστική και «χύμα» κοσμοθεωρία, γιατί τότε καταλήγουμε να βολοδέρνουμε, να αναλωνόμαστε και να τρωγόμαστε με τα ρούχα μας αενάως, χωρίς κανένα αποκούμπι και κανένα χειροπιαστό αποτέλεσμα. Άρα, εφόσον το ζήτημα της σημασίας της «σωτηρίας της ψυχής» με προβληματίζει και μου γεννά έντονα συναισθήματα, δεν μπορούσα να το αγνοήσω  και να το προσπεράσω έτσι εύκολα, θα έπρεπε να καταλήξω σε κάποιες βασικές αρχές, τουλάχιστον, για να έχω έναν μπούσουλα. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι έχω συμπεράνει, από όσα έχω ζήσει και έχω σκεφτεί μέχρι σήμερα, ότι η ψυχή μας σώζεται όταν: α) εντοπίσουμε, σε πρώτο στάδιο, την εσωτερική μας μελωδία και ρυθμό, τα αποδεχτούμε, συντονιστούμε και εξασκηθούμε μαζί τους, τα ραφινάρουμε και τα διαμορφώσουμε, στο μέτρο του δυνατού, και β) βρούμε μια θέση για αυτά μέσα στο μεγάλο τραγούδι του κόσμου, κάτι όχι εύκολο αν αναλογιστεί κανείς ότι, σε πρώτο επίπεδο, τουλάχιστον, πρόκειται για ένα πολύφωνο, χαοτικό και άπειρο άσμα.

http://www.youtube.com/watch?v=8BoYOaSV6Zc

103. Μέθυσε απόψε το κορίτσι μου 

Σύνθεση: Μίμης Πλέσσας

Ερμηνεία: Γιάννης Πουλόπουλος

Στίχος: Λευτέρης Παπαδόπουλος

Άλμπουμ: Ο δρόμος

1969

Αν και δεν του φαίνεται εκ πρώτης ακροάσεως, πρόκειται για ένα πολύ… σέξι τραγούδι. Οι εικόνες που πλάθει καθώς ξετυλίγεται η αφήγηση είναι από υπαινικτικά ερωτικές έως, σχεδόν ξεκάθαρα, αισθησιακές και  αυτό οφείλεται, νομίζω, στο βασικό του (αρχετυπικό, θα έλεγα) μοτίβο και σε όσα αυτό υποδηλώνει. Το μοτίβο αυτό μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: «Έχεις διαβεί ή γκρεμίσει με επιτυχία όλα τα τείχη του γυναικείου κάστρου και, πλέον, εκείνη σου παραδίνεται ολοκληρωτικά. Τα πράγματα είναι ξεκάθαρα τώρα, οι ρόλοι είναι σαφείς, εσύ είσαι το αρχετυπικό αρσενικό (‘ρσενικό, που λέει κι ο Βοσκόπουλος), εκείνη είναι το αρχετυπικό θηλυκό, η λίμπιντό σας χτυπάει κόκκινο και είστε πιο έτοιμοι από ποτέ να βιώσετε την υπερβατική, μαγική στιγμή της ένωσής σας». Και όπως γνωρίζουμε όλοι μας, η μέθη η τεχνητή, η προκληθείσα εκ της καταναλώσεως ξυδιών, δεν μπορεί να συγκριθεί με τη φυσική μέθη που προκαλεί το άχρονο και ανεξάντλητο ποτό της ζωής και του έρωτα. Ε, κι αν τα δύο μεθύσια συμπέσουν, ακόμα καλύτερα, μπορεί να γράψεις και κανένα όμορφο τραγούδι, όταν, βεβαίως, ξεμεθύσεις. Και τώρα που το θυμήθηκα: είναι τυχαίο που στην αργκό το ξεμεθώ λέγεται ξενερώνω;;;

http://www.youtube.com/watch?v=0awSAf_Xa5A

102. Ο σαλταδόρος 

Σύνθεση: Μιχάλης Γενίτσαρης

Ερμηνεία: Μιχάλης Γενίτσαρης

Στίχος: Μιχάλης Γενίτσαρης

1945

Κυρίες και κύριοι: άμυνα, ανταρτοπόλεμος, τακτική πονηριά και στοχευμένες αντεπιθέσεις. Κακά τα ψέματα, όλα τα παραπάνω ταιριάζουν, ιστορικά και ιδιοσυγκρασιακά, στον Έλληνα, όταν πολεμάει. Από τους Περσικούς πολέμους μέχρι σήμερα, αυτό είναι το μοτίβο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι οποίες, μάλιστα, συνήθως οδηγούν σε τραγωδίες με βαρύτατες συνέπειες. Βέβαια, το μοτίβο αυτό επεκτείνεται και αλλού. Δείτε για παράδειγμα με ποια φιλοσοφία αγωνίζονται οι εθνικές ομάδες μπάσκετ και ποδοσφαίρου και πόσο εντυπωσιακά αποτελέσματα επιτυγχάνουν, όταν μένουν πιστές σε αυτήν. Το θέμα είναι το εξής, φυσικά: καλή η φιλοσοφία και η νοοτροπία του ανταρτοπόλεμου και του «σαλταδορισμού» όταν μάχεσαι και κινδυνεύει η σωματική, η εθνική ή η όποια άλλη ακεραιότητά σου, αλλά τι γίνεται όταν εμποτίσει την καθημερινότητα μιας κοινωνίας και καταστεί συνήθης πρακτική; Ε, τι γίνεται τότε; Ξέρω γω, δε ρίχνετε μια ματιά γύρω σας, όσοι εξ υμών διαβιείτε στην «κατοικία των θεών», την Ελλαδάρα μας; Και προσέξτε την ειρωνεία της ιστορίας: η σχέση αιτίου-αιτιατού αντεστράφη πλήρως. Εκεί που η Κατοχή του 1941-44 της χώρας προκάλεσε την εμφάνιση των σαλταδόρων, στις μέρες μας η δράση κάποιων μεγαλοσαλταδόρων, αφενός, και η γενικότερη διάχυση του σαλταδορισμού σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας, αφετέρου, προκαλεί, κατά πως φαίνεται, μια νέα, ιδιότυπη, «Κατοχή», με τους ίδιους, μάλιστα, πρωτεργάτες. Πλάκα δεν έχει αυτό το Σύμπαν;

http://www.youtube.com/watch?v=SX_z-VSOq5M

101. Κι αν είμαι ροκ 

Σύνθεση: Μάνος Λοΐζος

Ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Στίχος: Δώρα Σιτζάνη

Άλμπουμ: Για μια μέρα ζωής

1980

Κι αν είμαι ροκ, είμαι και ποπ και τζαζ και φανκ και πανκ, γιατί αλλιώς δε θα μπορούσα να ήμουν ροκ.

 

 

http://www.youtube.com/watch?v=P-kzeisyMbw

 

100. Με τα φώτα νυσταγμένα (Οι νταλίκες) 

Σύνθεση: Χρήστος Νικολόπουλος

Ερμηνεία: Γιώργος Σαρρής

Στίχος: Μανώλης Ρασούλης

Άλμπουμ: Παίξε Χρήστο επειγόντως

1982

Καθώς περιπλανιέμαι μέσα στο λαβύρινθο της πόλης, κάθε στροφή που παίρνω με φέρνει πιο κοντά σου… Η ελπίδα…  Τι θα μου συμβεί όταν, επιτέλους, σε βρω δεν το γνωρίζω, κάτι που έπεται του ότι δεν γνωρίζω τι ακριβώς είσαι εσύ… Η αβεβαιότητα… Συνεχώς καταλήγω σε αδιέξοδα, χάνω πολύ χρόνο, απογοητεύομαι, αλλά δεν το βάζω κάτω, νιώθω πως είμαι πια πολύ κοντά σου για να παρατήσω την προσπάθεια… Η επιμονή…  Εξάλλου έχω βυθιστεί τόσο πολύ στην αναζήτησή μου, έχω έρθει τόσο κοντά στην πόλη κι η πόλη έχει έρθει τόσο κοντά σε εμένα, που έχω μετουσιωθεί σε κάτι άλλο από αυτό που ήμουν πριν ξεκινήσω, κάτι όχι ριζικά διαφορετικό, αλλά κάτι μάλλον διευρυμένο, στηριγμένο στον ίδιο βασικό πυρήνα… Η αλλαγή… Χαμένος μέσα στα δαιδαλώδη σοκάκια της πόλης και της ψυχής μου, καταλαμβάνομαι από οδύνη για όλα αυτά που πρόκειται να αφήσω πίσω μου, ενώ παράλληλα με πλημμυρίζει ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ανεξαρτησίας και απελευθέρωσης. Κάτι πεθαίνει για να αναγεννηθεί από τις στάχτες του σε κάτι καινούριο… Η εξέλιξη

http://www.youtube.com/watch?v=eK3_LJetFms&feature=related

99. Σε θέλω 

Σύνθεση: Βαγγέλης Γερμανός

Ερμηνεία: Βαγγέλης Γερμανός-Ελευθερία Αρβανιτάκη-Διονύσης Σαββόπουλος

Στίχος: Βαγγέλης Γερμανός

Άλμπουμ: Τα Μπαράκια

1981

Τα «Μπαράκια» είναι ένα από τα κορυφαία ελληνικά μουσικά άλμπουμ όλων των εποχών, τελεία και παύλα. Είναι ένας (δι)αχρονικός και πολυπρισματικός μαγικός καθρέφτης, ένα φευγαλέο καλειδοσκόπιο γοητευτικών, μελαγχολικών και, συχνά, παραμυθένιων και απρόσμενων εικόνων, καταστάσεων και συναισθημάτων, το οποίο δεν μπορεί παρά να ξεχωρίζει στον αιώνα τον άπαντα ως μία κιβωτός του αυθεντικά όμορφου ελληνικού (και όχι μόνο) τραγουδιού. Τα «Μπαράκια» ξεγλιστρούν εύκολα από όλες τις προσπάθειες ταξινόμησης, κατηγοριοποίησης και κατάταξης. Ανήκουν στον εαυτό τους και στη συλλογική ψυχή της ανθρωπότητας και πουθενά αλλού. Είναι ένα διαμάντι, του οποίου η λάμψη δεν θα ξεθωριάσει ποτέ. Υπέροχες φολκίζουσες μελωδίες και στίχοι, άλλοτε ανεπιτήδευτοι και πλούσιοι στην απλότητά τους και άλλοτε γοητευτικά αινιγματικοί, διαπλέκονται αρμονικά, οικοδομώντας τον σκελετό και τη σάρκα του δίσκου και δίνοντας του αίμα και πνοή. Η ερμηνεία του δημιουργού Βαγγέλη Γερμανού, εξαιρετική και απόλυτα ταιριαστή με το πνεύμα και το ύφος των τραγουδιών, είναι το κερασάκι στην τούρτα ενός σπάνιου καλλιτεχνήματος. Δεν φείδομαι χαρακτηρισμών, όπως διαπιστώνετε, αλλά πραγματικά νιώθω ότι δεν υπερβάλλω. Δε λέω, ίσως παίζει ρόλο και το γεγονός ότι είμαι συναισθηματικά δεμένος με τα «Μπαράκια», μια και αποτέλεσαν (ευτυχώς για εμένα!) μια από τις πρώτες μου επαφές με την μουσική. Τα πρώτα τραγούδια που θυμάμαι, νήπιο, να σιγοτραγουδάω ήταν το «Δυο-δυο» και ο «Κηπουρός». Και, φυσικά, η καλη ημέρα από το πρωί φαίνεται, τόσο (ελπίζω!) για εμένα όσο και για τον δίσκο: το πρώτο τραγούδι του σε εισάγει ιδανικά στο κλίμα. Η ερωτική επιθυμία, απογυμνωμένη και εκτυφλωτική, ακτινοβολώντας το σκοτεινό της μεγαλείο. Ικανή να σε κινητοποιήσει όσο τίποτε άλλο, ικανή να σε βυθίσει στα μαύρα τάρταρα της απελπισίας. Να τη νιώθεις να σε κατακυριεύει, με μια απίστευτη ένταση, και να σε καίει από τα μέσα προς τα έξω. Να σε κάνει να ψήνεσα