Other Greek texts, articles and short stories


… μη φύγετε από τώρα, έχουμε κάτι ακόμα…

……………………………………………………………………………………………………………..

Προσευχή ενός άθεου (18 Αυγούστου 2017)

Καλέ μου Θεούλη (που δεν υπάρχεις),
Δώσε μου την δύναμη (που ούτε εσύ την έχεις ούτε εγώ την έχω),
Να την βγάλω καθαρή, υγιής και χαρούμενος για μια ακόμα μέρα (μια μέρα που υποτίθεται ότι εσύ την στεριώνεις, και που επίσης υποτίθεται ότι από εμένα εξαρτάται το πως θα εξελιχθεί),
Κι εγώ υπόσχομαι ότι θα αναβάλω για μία ακόμη φορά να σου απευθύνω προκλητικές ερωτήσεις του τύπου: “Θεούλη μου, εσύ που είσαι παντοδύναμος, μπορείς να φτιάξεις μια τόσο μεγάλη πέτρα που να μην μπορείς ούτε εσύ να την σηκώσεις;”.

Δούλος Ταπεινός σου (Αφέντης Υπερήφανός σου),

Ένας Άθεος

……………………………………………………………………………………………………………..

Πρώτη φορά (28 Ιουλίου 2017)

Δεν θυμάμαι ακριβώς ποια ήταν η πρώτη φορά που σε είδα.

Θυμάμαι όμως πολύ καλά ποια ήταν η πρώτη φορά που με κοίταξες.

Η πρώτη φορά που σε ονειρεύτηκα.

Η πρώτη φορά που μου χαμογέλασες, έστω κι αν ήταν κατά λάθος (με πέρασες για κάποιον άλλον, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα).

Η πρώτη φορά που σε φαντασιώθηκα.

Η πρώτη φορά που μου μίλησες.

Η πρώτη φορά που περπατήσαμε μαζί ως το σπίτι σου.

Η πρώτη φορά που σε άγγιξα, έστω και φευγαλέα.

Η πρώτη φορά που πέρασα ολόκληρη την νύχτα άγρυπνος εξαιτίας σου.

Η πρώτη φορά που γέλασες με αστείο μου.

Η πρώτη φορά που με φίλησες σταυρωτά.

Η πρώτη φορά που χορέψαμε μαζί.

Η πρώτη φορά που σε είδα να φιλάς κάποιον άλλον.

Η πρώτη φορά που έκλαψα για σένα στα κρυφά, μέσα στο σκοτάδι.

Η πρώτη φορά που ένιωσα πως είμαι ερωτευμένος μαζί σου.

Η πρώτη φορά που έγραψα ένα χαζούλικο ποιηματάκι για σένα, το οποίο ποτέ δεν σου έδωσα.

Η πρώτη φορά που θύμωσα μαζί σου και σε καταράστηκα.

Η πρώτη φορά που σου είπα κάτι, για το οποίο επρόκειτο πολύ γρήγορα να μετανιώσω.

Η πρώτη φορά που ήθελα να ξεριζώσω την καρδιά μου και να στην δώσω να την φας μπροστά μου, μπουκιά μπουκιά.

Η πρώτη φορά που απελπίστηκα τελείως πιστεύοντας πως δεν θα με έβλεπες ποτέ ως τίποτε άλλο πέρα απ’ τον μάλλον αφελή και χαζούλη φίλο σου, κάτι σαν τον λούτρινο αρκούδο σου.

Η πρώτη φορά που ταξιδέψαμε παρέα.

Η πρώτη φορά που μεθύσαμε μαζί.

Η πρώτη φορά που σου εξομολογήθηκα τα αισθήματά μου για σένα.

Η πρώτη φορά που με απέρριψες ερωτικά.

Η πρώτη φορά που ευχήθηκα να μπορούσα να σε σβήσω απ’ την μνήμη μου, εσένα κι όσα είχαμε ζήσει μαζί, σαν να μην σε είχα γνωρίσει ποτέ.

Η πρώτη φορά που σε πέτυχα κάπου και προσποιήθηκα πως δεν σε είδα.

Η πρώτη φορά που λογομαχήσαμε πολύ έντονα.

Η πρώτη φορά που χώρισα με κάποια άλλη εξαιτίας σου.

Η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα πως θα είμαι αιωνίως ερωτευμένος μαζί σου, ό, τι κι αν συμβεί.

Η πρώτη φορά που ένιωσα πόσο αγαπάω το κομμάτι της καρδιάς μου που σου ανήκει.

Η πρώτη φορά που σε ξαναείδα μετά από πάρα πολύ καιρό.

Η πρώτη φορά που σου μίλησα ανοιχτά για τους πάντες και τα πάντα.

Η πρώτη φορά που σε πήρα αγκαλιά χωρίς να περιμένω τίποτε άλλο.

Η πρώτη φορά που σου είπα: «η ομορφιά σου είναι σαν το αστέρι που διασχίζει τον ορίζοντα και πέφτει για να με λούσει με ευχές και μυστικά ανομολόγητα ένα θεότρελο βράδυ, σαν τον ήλιο που με λοξοκοιτάζει ένα χρυσαφένιο απόγευμα, σαν την θάλασσα που με καταπίνει αχόρταγα με τεράστια κύματα, σαν τον αέρα που με τυλίγει με ένα αόρατο σεντόνι φτιαγμένο από το πιο φίνο κι έντονο ρίγος συγκίνησης».

Η πρώτη φορά που κοίταξα μες στα μάτια σου και σου είπα: «εκεί μέσα βλέπω τον εαυτό μου».

Η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα πως αξίζω την αγάπη σου κι αξίζεις την αγάπη μου, απολύτως και παντοτινά.

Η πρώτη φορά που κατάλαβα πως τίποτα απ’ όσα έγιναν ανάμεσά μας δεν πήγε χαμένο.

Η πρώτη φορά που σου είπα και το εννοούσα: «εγώ θα είμαι εδώ για σένα, ό, τι κι αν συμβεί».

Η πρώτη φορά που δεν μπορούσα να βρω πώς να τελειώσω μια ιστορία…

 

Μήπως θέλεις να την συνεχίσουμε και να την τελειώσουμε μαζί;

 

……………………………………………………………………………………………………………..

Το μπαλκόνι της Ίριδας (Θερινό Ηλιοστάσιο 2017)

Στο νεφοσκεπές της μπαλκόνι, η Ίριδα στεκόταν μόνη.

Μέχρι πρόσφατα, μπορούσε να διακρίνει από το ίδιο σημείο όπου στεκόταν τώρα το γαλάζιο πανόραμα του Σαρωνικού να ανοίγεται μπροστά της μεγαλοπρεπές, ίσαμε την Αίγινα.

Μιλάμε, δηλαδή, για μια εμπειρία συγκλονιστική, ανεπανάληπτη.

Έτσι δεν ήταν ν’ απορεί κανείς που απίστευτα καταπονημένοι κι εξίσου απίστευτα επίμονοι προσκυνητές κατέφθαναν από παντού, από τις παγωμένες εσχατιές της Γιακουτίας και της Σαχαλίνης, από τις υπέρπυκνες, μυστηριώδεις ζούγκλες του Μάττο Γκρόσσο, από τους ορυζώνες του Βιετνάμ, από τα υψίπεδα του Γκολάν, από τις ηλεκτροφωτισμένες μητροπόλεις της Δύσης, από ερήμους και τούντρες, από νυσταλέες παραθαλάσσιες πολίχνες και περήφανα απάτητα ορεινά κεφαλοχώρια, απ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου, για να απολαύσουν με τα ίδια τους τα μάτια την μοναδική εκείνη θέα που έδινε φτερά στην ψυχή και γέμιζε δύναμη πνεύματα και σώματα.

Από τότε που είχαν έρθει εκείνα τα σύννεφα, όμως, κι είχαν κατασκηνώσει τριγύρω απ’ το ωραιότερο μπαλκόνι της Μεσογείου, το κυριότερο ατού του, η ορατότητα, είχε εκμηδενιστεί κι ως εκ τούτου το μπαλκόνι είχε πέσει σε μαρασμό.

Η Ίριδα στην αρχή είπε: “δεν μπορεί, παροδική συννεφιά είναι, θα περάσει, αργά ή γρήγορα, που θα πάει, θα περάσει, “among the sunshine, there’s got to be a little rain, or at least cloudy weather, sometimes”, παραφράζοντας και το γνωστό τραγούδι.

Όμως περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι εβδομάδες, κι η συννεφιά εκεί, είχε κατσικωθεί και δεν έλεγε να το κουνήσει ρούπι.

Το όλο φαινόμενο, δε, γινόταν ακόμα πιο εξοργιστικό λόγω της εμβέλειάς του: περιοριζόταν μόνο στον εναέριο χώρο τριγύρω απ’ το μπαλκόνι της Ίριδας και κάλυπτε ακριβώς όσο χώρο χρειαζόταν για να αποτρέπει τον επίδοξο θεατή απ’ το να απολαύσει και την παραμικρή θέα.

Ένα κάρο ειδικοί και “ειδικοί” επιστρατεύτηκαν για να μελετήσουν και να δώσουν λύση σ’ αυτό το σπάνιο πρόβλημα: τί μετεωρολόγοι, τί νεφολόγοι, τί φυσικοί, τί αστρονόμοι, τί αστρολόγοι, τί μαθητευόμενοι μάγοι, τί οιωνοσκόποι, τί σαμάνοι, τί αξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων, τί η ίδια η θρυλική Συννεφούλα…

Τζίφος, τίποτα, μηδέν εις το πηλίκον, όλες οι απόπειρες των παραπάνω να ερμηνεύσουν το μυστηριώδες φαινόμενο και να βρουν τον τρόπο ν’ απομακρύνουν τα πεισματάρικα νέφη απέβησαν άκαρπες.

Τελικά, κάποια στιγμή η Ίριδα απελπίστηκε κι εγκατέλειψε την προσπάθεια.

Το πήρε απόφαση: θα ζούσε παρέα με τα σύννεφα από δω και στο εξής.

Εξάλλου, ελλόγου τους δεν ήταν και τόσο άσχημα: δεν ήταν μήτε γκρίζα, μήτε μαύρα, αλλά λευκά με μια μόνιμη ροδίζουσα απόχρωση, που θύμιζε το χρώμα του ηλιοβασιλέματος.

Και το καταπληκτικό ήταν ότι διατηρούσαν αυτό το ίδιο χρώμα ανεξαρτήτως του τι ώρα ήταν στην πραγματικότητα: έτσι, ακόμα κι όταν ήταν μεσάνυχτα, στο μπαλκόνι της Ίριδας ήταν πάντα φωτεινά, με μια απόχρωση μουχρώματος.

Όμως, έστω κι αν έλεγε στον εαυτό της πως το είχε πάρει απόφαση κι είχε συμφιλιωθεί με την νεοδιαμορφωθείσα κατάσταση, ερχόντουσαν, αναπόφευκτα, κάποιες στιγμές που την έπνιγε το παράπονο.

“Μα γιατί, γιατί, να αποστερούμαι αυτήν την θέα, που τόσο την απολάμβανα, που τόσο την είχα ανάγκη”, έλεγε, έπαιρνε μια ανάσα και συνέχιζε, “γυρνούσα σπίτι μετά από μέρες δύσκολες, πήξιμο στην δουλειά, μπλεξίματα με αφερέγγυους κι ανερμάτιστους ανθρώπους, μέρες κατηφείς και γκρίζες, μέρες ζωοκτόνες, κι όμως, το μόνο που αρκούσε για να θεραπευτώ ήταν ν’ ανέβω στο δώμα μου, να βγω στο μπαλκόνι και ν’ αγναντέψω, αχ, ν’ αγναντέψω, αυτό το υπέροχο, το φανταστικό, το λυτρωτικό θέαμα: την θάλασσα, τον ουρανό, το βουνό, να πάρω μια τζούρα των χρωμάτων και των ήχων της Αττικής γης, να νιώσω την αληθινή, ατόφια της ατμόσφαιρα να μου διαποτίζει το δέρμα – ναι λοιπόν, αρκούσε αυτό για να αποτινάξω από πάνω μου όλο το βρώμικο φορτίο της σκυλίσιας ημέρας και να νιώσω και πάλι ανάλαφρη, ελεύθερη, με τους ορίζοντες, κυριολεκτικούς τε και μεταφορικούς, ν’ ανοίγονται διάπλατοι μπροστά μου, με δυο λόγια… να νιώσω ζωντανή!

Μα τώρα… όλα γίνανε μια συννεφιά…”.

Τέτοιες σκέψεις, γεμάτες από παράπονο, που τις διακατείχε μια υφέρπουσα παραίτηση, την είχαν καταλάβει και την στιγμή εκείνη, στην αρχή της ιστορίας μας, καθώς στεκόταν μόνη στο νεφοσκεπές της μπαλκόνι.

Οι σκέψεις αυτές απέκτησαν τάχιστα ένα μομέντουμ και μια δυναμική που τις μετέτρεψαν σε χιονοστιβάδα αρνητικότητας.

Ένα σαρωτικό αίσθημα απελπισίας την κυρίεψε.

Η Ίριδα έκλεισε τα μάτια της.

Δυο δάκρυα ξέφυγαν από το καθένα τους και διέγραψαν μια κατοπτρικά συμμετρική τοξωτή πορεία στις παρειές της, μέχρι να καταλήξουν στις εκατέρωθεν άκρες των χειλιών της, που τρεμόπαιζαν ανεπαισθήτως.

Όταν ο άνθρωπος φτάνει στο σημείο καμπής, στο “ως εδώ και μη παρέκει”, σε μια “μοναδικότητα”, ένα singularity, όπως θα έλεγε ένας φυσικός, ή που θα αφανιστεί ή που θα γίνει κοινωνός κάτι νέου κι εντελώς αναπάντεχου.

Η Ίριδα είχε φτάσει στο σημείο μηδέν.

Κι η Ίριδα δεν αφανίστηκε.

Από βαθιά μέσα της, μα ταυτοχρόνως κι από κάπου έξω, μέσα απ’ τα σύννεφα που περιτριγυρίζαν το μπαλκόνι της, άκουσε κάτι σαν απόηχο από μακρινές καμπάνες, που χτυπούσαν χαρμόσυνα.

Ανάμεσα στα κενά απ’ τους χτύπους των καμπανών, άκουγε κάτι λόγια.

Αχνά, διακεκομμένα, απροσδιόριστα στην αρχή, γρήγορα όμως άρχισαν να ξεκαθαρίζουν.

Ήταν μια φωνή πολύ μπάσα, ουδέτερη, που μίλαγε, αφήνοντας γενναιόδωρα κενά μεταξύ των λέξεων.

Έλεγε: “Για να καθαρίσει ο ουρανός σου, τρεις πόρτες πρέπει να διαβείς.

Ιδού η πρώτη πόρτα”..,

Η Ίριδα άνοιξε τα μάτια της.

Βρισκόταν σ’ έναν μεγάλο σκοτεινό χώρο.

Ο μόνος θαμπός φωτισμός προερχόταν από μια σειρά από επιδαπέδιες μικρές λάμπες, στον διάδρομο που ανοιγόταν μπροστά της.

Ο διάδρομος αυτός οδηγούσε σε μια κλειστή πόρτα.

Η Ίριδα άρχισε να βαδίζει προς την πόρτα,  κατά μήκος του διαδρόμου αυτού.

Στην μέση του, περίπου, κοντοστάθηκε.

Στην στιγμή, ένας δεύτερος διάδρομος εμφανίστηκε.

Ήταν κάθετος ως προς εκείνον όπου βρισκόταν η Ίριδα και τον έτεμνε στο ακριβές σημείο όπου στεκόταν.

Η Ίριδα κοίταξε καλύτερα κι είδε τον εαυτό της να υλοποιείται στην άκρη του νεοεμφανισθέντος διαδρόμου και να βαδίζει προς την κατεύθυνσή της.

Συνειδητοποίησε πως αυτό που έβλεπε ήταν ο εαυτός της απ’ το πολύ πρόσφατο παρελθόν, ο οποίος πραγματοποιούσε την διαδρομή που εκείνη είχε πραγματοποιήσει δευτερόλεπτα νωρίτερα.

Πάγωσε και περίμενε.

Όταν ο εαυτός της απ’ το παρελθόν έφτασε στο σημείο όπου βρισκόταν, στάθηκε στο μισό μέτρο απόσταση και την κοίταξε στα μάτια.

Τότε έσβησαν όλα τα φώτα εκτός από εκείνα που κάλυπταν το ένα τετραγωνικό μέτρο τριγύρω από τις δύο Ίριδες.

Κι οι δύο γύρισαν ταυτόχρονα και κοίταξαν προς την κλειστή πόρτα.

Η τελευταία φάνταζε τώρα τόσο μακρινή κι απρόσιτη.

Τότε η Ίριδα του παρόντος συνήλθε, συνειδητοποιώντας πως αν μπορούσε να δει και να αλληλεπιδράσει με την Ίριδα του παρελθόντος, τότε μπορούσε να κάνει το ίδιο και με την Ίριδα του μέλλοντος.

Απ’ την πλευρά της κλειστής πόρτας άκουσε έναν υψίσυχνο ήχο και την είδε να ανοίγει.

Από μέσα εμφανίστηκε χαμογελαστή η Ίριδα του μέλλοντος και χαιρέτησε με μια χαρακτηριστική χειρονομία τις άλλες δύο εκδοχές της, εκείνες που ταυτίζονταν ήδη μ’ αυτήν, ωστόσο μέχρι τότε δεν το γνώριζαν.

Οι τρεις Ίριδες ξανάεγιναν μία και πέρασαν μέσα απ’ την πρώτη πόρτα…

… Η μπάσα φωνή αντήχησε και πάλι: “Ιδού η δεύτερη πόρτα”…

Η Ίριδα ήταν ξαπλωμένη αναπαυτικά στην σαιζλόνγκ της, δίπλα σε μια πισίνα τεραστίων διαστάσεων, όπου χαλάρωνε, λιαζόταν κι απολάμβανε το πολύχρωμο κοκτέιλ της.

Βίωνε την νιρβάνα, ένιωθε πλήρης, ένιωθε ευτυχισμένη.

Πλήρης;

Ευτυχισμένη;

Με το που φάνηκε ο ναυαγοσώστης, η νιρβάνα της κατέρρευσε με πάταγο.

Ψηλός, ηλιοκαμένος, απολλώνια γραμμωμένος και συμμετρικός, στο άνθος της νιότης και της ομορφιάς του, βάδιζε κι η γης έτρεμε!

Κι η καρδιά της Ίριδας φτεροκοπούσε καθώς βυθιζόταν σ’ ένα πηγάδι σκοτεινό  σαν την αφέγγαρη, ανάστερη κι αφώτιστη νύχτα, βαθύ σαν τον Άδη, απροσπέλαστο σαν το εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας, επώδυνο σαν την πτώση των Πρωτόπλαστων απ’ τον Παράδεισο…

Ο ναυαγοσώστης προχώρησε ως το πόστο του, που βρισκόταν απέναντι κι αντιδιαμετρικά απ’ την σαιζλονγκ της Ίριδας.

Η Ίριδα ανασηκώθηκε να τον δει λίγο καλύτερα.

Ο ναυαγοσώστης έβγαλε την μπλούζα και το παντελόνι που φορούσε κι έμεινε μόνο με ένα κόκκινο μαγιό.

Ύστερα, άρχισε να κάνει ελαφρές διατάσεις.

Ένα τσούρμο από κορίτσια μαζεύτηκαν και άρχισαν να ζουζουνίζουν ολόγυρά του.

Εκείνος απολάμβανε την προσοχή όλων τους κι αλληλεπιδρούσε, έστω και λίγο, με την καθεμιά τους.

Ωστόσο, την μερίδα του λέοντος του ενδιαφέροντος και της φροντίδας του, την είχε κερδίσει ολοφάνερα μια εντυπωσιακή ξανθιά κοπέλα, μ’ ένα κατάμαυρο μπικίνι που κάλυπτε τα απολύτως απαραίτητα σημεία των επίμαχων περιοχών του σώματός της.

Καθώς τα έβλεπε αυτά η Ίριδα ένιωθε το αντηλιακό της να γίνεται ένα με το δέρμα της και να λιώνει, σαν το κερί που το καταβροχθίζει, τυφλή κι αμείλικτη, η φλόγα, η υπέροχη φλόγα του έρωτα, τόσο υπέροχη που καταντά ανυπόφορη, τόσο ανυπόφορη που καμιά φορά σκοτώνει.

Δεν άντεχε άλλο, έπρεπε να κάνει κάτι για να συνέλθει, ευτυχώς ήταν κυριολεκτικά δίπλα στο νερό, έβγαλε λοιπόν τα γυαλιά της, τα πέταξε παραπέρα και βούτηξε στην πισίνα.

Διαπιστώνοντας ότι η πισίνα ήταν ασυνήθιστα βαθιά – πέντε μέτρα και βάλε – έκλεισε τα μάτια της κι έκανε μακροβούτι.

Αχ, τί αναζωογονητικό που ήταν…

Για μισή στιγμή ξέχασε θαλερούς ναυαγοσώστες, ξέχασε τις στενοχώριες της, ξέχασε τα πάντα.

Στην μέση του μακροβουτιού, όμως, τα θυμήθηκε όλα – κι άνοιξε τα μάτια της.

Τότε την είδε.

Ήταν μια καταπακτή στον πυθμένα της πισίνας, μ’ ένα πόμολο με σχήμα κοχυλιού στο κέντρο της.

Το γνώριζε τώρα, με όλο της το είναι, πως ο δρόμος της οδηγούσε μέσα απ’ την καταπακτή, ο δρόμος της, αντίθετα προς τα κελεύσματα του σώματός της, δεν περνούσε μέσα απ’ την αγκαλιά του ναυαγοσώστη.

Όμως, της ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να κρατήσει την αναπνοή της για όσο χρειαζόταν ώστε και να κατέλθει στον βυθό της πισίνας και να μπορέσει ν’ ανοίξει την καταπακτή και να περάσει από μέσα της.

Χρειαζόταν κάποιον που θα είχε τις αντοχές και την εκπαίδευση να πραγματοποιήσει έναν τέτοιον άθλο.

Χρειαζόταν… έναν ναυαγοσώστη.

Ολοκλήρωσε το μακροβούτι της και βγήκε στην επιφάνεια.

Έπρεπε να του τραβήξει κάπως την προσοχή – πώς όμως θα το έκανε που δεν άντεχε να τον κοιτάξει για περισσότερο από ένα δευτερόλεπτο χωρίς να νιώσει πως η καρδιά της θα εκραγεί και το μυαλό της θα σαλέψει;

Τότε σκέφτηκε κάτι.

Ύψωσε το κεφάλι της και κοίταξε τον ήλιο κατάματα.

Τρεις, πέντε, δέκα στιγμές, μέχρι να φτάσει στο κατώφλι της τύφλωσης.

Τότε μόνο στράφηκε και κοίταξε κατά την κατεύθυνσή του ναυαγοσώστη, ενώ το οπτικό της πεδίο είχε γεμίσει από χοντρές μαύρες κηλίδες.

Δεν μπορούσε να τον δει πλέον, εκείνος όμως την είδε.

Ένα πλάσμα που έμοιαζε χαμένο κι αβοήθητο στην μέση του μεγάλου ωκεανού που χωρίζει την ήπειρο της ύπαρξης απ’ την άβυσσο της ανυπαρξίας.

Κάτι έκανε κλικ μέσα του.

Την ενσυναισθάνθηκε.

Ο ναυαγοσώστης ενσυναισθάνθηκε την Ίριδα.

Κυριολεκτικώς την ενσυναισθάνθηκε, έγινε ένα μαζί της, έβλεπε με τα μάτια της, άκουγε με τ’ αυτιά της, μύριζε με την μύτη της, γευόταν με την γλώσσα της, το δέρμα του μυρμήγκιαζε με όσα εκείνο αισθανόταν μέσω της αφής της, σκεφτόταν τις σκέψεις της, ένιωθε με την καρδιά της.

Και το αντίθετο: η Ίριδα έγινε ο ναυαγοσώστης.

Κι έτσι διαπίστωσε, πρακτικά, πως, στην ουσία και στο βάθος, δεν υπήρχε διαφορα μεταξύ τους, οι δυο τους ήταν ένα.

Χωρίς να χάσει χρόνο ο ναυαγοσώστης βούτηξε στο νερό κι έφτασε ως τον πυθμένα του και την καταπακτή.

Άρχισε να γυρνάει το πόμολο όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να την ανοίξει.

Όμως έπαιρνε ώρα, περισσότερη απ’ ότι περίμενε, και τα αποθέματα οξυγόνου του, ακόμα κι αυτού που ήταν ειδικά προπονημένος, εξαντλούνταν.

Καταβάλλοντας μια τελευταία υπερπροσπάθεια, άνοιξε την καταπακτή.

Καθώς έχανε τις αισθήσεις του, όρμηξε μέσα στο σκοτεινό άνοιγμα…

… Η Ίριδα συνήλθε, ακούγοντας την μπάσα φωνή για τρίτη και τελευταία φορά: “… Ιδού η τρίτη πόρτα”.

Κοίταξε τριγύρω της.

Βρισκόταν στο δώμα της, καθισμένη στο κρεβάτι της.

Ήταν όπως το είχε αφήσει, με μία σημαντική διαφορά: στην θέση της μπαλκονόπορτας που οδηγούσε στ’ ωραιότερο μπαλκόνι της Μεσογείου, υπήρχε μια κλειστή βαριά σκουριασμένη πόρτα, που ήταν κλειδαμπαρωμένη μ’ ένα βαρύ λουκέτο.

Η Ίριδα κοίταξε τριγύρω, τα διάφορα προσωπικά της αντικείμενα, μην έχοντας ιδέα τι έπρεπε να κάνει.

Τότε άκουσε την φωνή και πάλι: “Θυμήσου την φράση. Θυμήσου την μαγική φράση. Είναι η αποστολή σου σε αυτόν τον κόσμο κι είναι και το κλειδί που ξεκλειδώνει την τρίτη και τελευταία πόρτα”…

Η Ίριδα έστυψε το μυαλό της επί ώρα.

Τζίφος, τίποτα, μηδέν εις το πηλίκον.

Δεν άφησε όμως τον εαυτό της να παραδοθεί στην απόγνωση, αλλά είπε, μεγαλοφώνως μάλιστα: “Θα  παραμερίσω για λίγο την λογική και θ’ αφεθώ στο ένστικτό μου”.

Έκλεισε τα μάτια και, όντως, αφέθηκε.

Οι λέξεις της ήρθαν μία προς μία:

“Στον αστερισμό του ανέμου,

Με μάτια σαν φωτιά,

Την νύχτα ξεραΐλα, βροχή τη μέρα,

Ώσπου να χτίσω, τη μοναδική του κόσμου τέλεια σφαίρα”

Με το που τελείωσε την απαγγελία της, η τεράστια πόρτα εξερράγη σε χίλια κι ένα κομμάτια.

Φως, λευκό κι εκτυφλωτικό, εισέβαλε στο δώμα της Ίριδας.

Εκείνη, χαμογελαστή, σηκώθηκε και βάδισε μέσα στο φως, προς το μπαλκόνι της.

Εφτά ανάριες, αραχνοΰφαντες κουρτίνες αγνού, ατόφιου, λευκού φωτός παραμέρισε η Ίριδα, ώσπου να βγει στο μπαλκόνι της.

Τα σύννεφα είχαν διαλυθεί, μα η θέα δεν ήταν διόλου η ίδια με πριν.

Ο Σαρωνικός κι η Παραλιακή Λεωφόρος είχαν αντικατασταθεί απ’ το εκπάγλου ομορφιάς πανόραμα ενός ουρανού γεμάτου με μυριάδες αστέρια.

Ήταν ο αστερισμός των Διδύμων, σε όλη την ανόθευτη, μαγευτική, υποβλητική του μεγαλοπρέπεια.

Ο Κάστωρ κι ο Πολυδεύκης έκλεισαν το μάτι από ψηλά στην Ίριδα, ενώ οι αδελφές τους, η Ωραία Ελένη κι η Κλυταιμνήστρα, πήραν να της σιγοσφυρίζουν έναν σκοπό, που μες στις νότες του περιείχε ολόκληρη την Ιλιάδα και την Οδύσσεια μαζί.

Κι η Ίριδα, η Ίριδα του Οφθαλμού του Ώντος, του Σύμπαντος, κατανόησε και εννόησε.

Συνεστάλη.

Διεστάλη.

Δημιουργώντας έναν ακόμα καινούριο κόσμο.

……………………………………………………………………………………………………………..

Το μπλουζ που ποτέ δεν χόρεψα (κι όμως πάντα θα χορεύω) (Τέλη Δεκεμβρίου 2016)

 

Αυτή είναι μια ιστορία ενός αγοριού, που τυχαίνει να γνωρίζω αρκετά καλά.

Όχι παραπάνω από αρκετά, μιας και ποτέ δεν μπορεί κανείς να γνωρίσει πλήρως τον εαυτό του, ας είμαστε ειλικρινείς.

Ήμουν 13 χρονών, έφηβος και μαθητής της Δευτέρας Γυμνασίου, και παρευρισκόμουν σε πάρτυ το οποίο διοργάνωνε μια συμμαθήτριά μου στο σπίτι της.

Ας μεταφερθούμε νοερά 23 χρόνια πίσω, στον Νοέμβριο του σωτήριου έτους 1993.

Ο λεγόμενος “υπαρκτός σοσιαλισμός” είχε μόλις καταρρεύσει κι εισερχόμασταν σιγά σιγά σ’ αυτήν την τόσο απατηλά λαμπερή εποχή, που επρόκειτο να κορυφωθεί, στην περίπτωση της Ελλάδας, περίπου δέκα χρόνια αργότερα με τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.

Ήταν τότε που ένα γενικότερο κλίμα αποθέωσης κι ενστερνισμού μιας κτηνωδώς κυνικής, αμοραλιστικής και συβαρίτικης στάσης απέναντι στη ζωή (το ξέρω πως ακούγομαι λίγο σαν τον Βύρωνα Πολύδωρα) είχε αρχίσει να παίρνει το πάνω χέρι για τα καλά.

Και, μέσα σ’ όλα τ’ άλλα, οι Νιρβάνα κι ο Κερτ Κομπέην ετοιμάζονταν να αναγορευθούν στο μεγαλύτερο συγκρότημα και στον μεγαλύτερο τραγουδιστή, αντιστοίχως, όλων των εποχών.

Ή τουλάχιστον έτσι ισχυριζόταν το ένα απ’ τα αλάνια (το αρχι-αλάνι, δηλαδή) της τάξης μου καθώς απολάμβανε το τσιγάρο του, αραχτός λίγο παραδίπλα από εμένα, σ’ έναν απ’ τους καναπέδες του σπιτιού της συμμαθήτριάς μου – διοργανώτριας του πάρτυ.

Δίπλα του, τα άλλα δύο (ανθυπο-) αλάνια της τάξης, που επίσης φούμαραν με ύφος μάγκα σε πειραιώτικο τεκέ του Μεσοπολέμου, συγκατάνευσαν στην ετυμηγορία του αρχι-αλανιού, κουνώντας τα κεφάλια τους πάνω κάτω μια φορά.

(Παρεμπιπτόντως, αν άθροιζες τα χρόνια που είχαν μείνει στην ίδια τάξη και οι τρεις τους θα προέκυπτε ο αριθμός πέντε).

“Εσύ ρε μάγκα, τί λες, συμφωνείς;”, με ρώτησε τότε μέσα από αλλεπάλληλα δαχτυλίδια καπνού, κι επιτυγχάνοντας να μ’ αιφνιδιάσει απολύτως, το περί ου ο λόγος αρχι-αλάνι.

Εγώ, που είχα στήσει μεν αυτί και παρακολουθούσα την συζήτηση τους με προσοχή, παρ’ όλα αυτά το τελευταίο πράγμα που περίμενα ήταν να μου απευθυνθεί πρόσκληση συμμετοχής σε αυτήν, τινάχτηκα σχεδόν όρθιος, στράφηκα προς την κατεύθυνση του ερωτώντος, που φορούσε μπουφάν τύπου φλάι, όπως και οι έτεροι δύο Καππαδόκηδες, παρ’ όλο που βρισκόμασταν σ’ εσωτερικό χώρο και τα καλοριφέρ ήταν αναμμένα στο φουλ, και το μόνο που κατόρθωσα να ψελλίσω ήταν ένα αναιμικό “εεε…”.

“Τί, δεν έχεις γνώμη; Μη μου πεις…! Δηλαδή, ρε μάστορα, για νάχουμε καλό ερώτημα, εσύ ξέρεις μόνο από Ιστορία του Βυζαντίου και πρωτεύουσες των χωρών της Αφρικής;”, συνέχισε, κάπως κοροϊδευτικά και δείχνοντας να απολαμβάνει τον μονόλογο του.

“Ε… εντάξει, πολύ καλοί οι Νιρβάνα, μετράνε πολύ. Εντάξει, εμένα μ’ αρέσουν κι οι Γκανς εν Ρόουζις…”, του αντιγύρισα κάπως αμήχανα, ωστόσο αμέσως δαγκώθηκα από μέσα μου, φοβούμενος μήπως είχα υπερβεί τα εσκαμμένα.

“Χα! Γκανς εν Ρόουζις! Τί σχέση μπορεί να έχουν οι Νιρβάνα με τους Γκανς εν Ρόουζις, ρε φίλε; Είναι σαν να σου λέω εγώ για τον Παύλο Σιδηρόπουλο κι εσύ να μου απαντάς για τον Μπίγαλη, να πούμε! Χα! Χρύσα! Το άκουσες αυτό; Έλα εδώ, γιατί θα μου πέσουν τ’ αυτιά μ’ αυτά που ακούω απόψε, να πούμε…”!

Η Χρύσα κατέφθασε σχεδόν αμέσως ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα του αλανιού (που τύχαινε να είναι κι ο τότε γκόμενός της) και ήταν, ως συνήθως, χάρμα οφθαλμών.

Σχετικά ψηλή, με ξανθό κατσαρό μαλλί, γαλανομάτα, με σχεδόν γυναικείες αναλογίες σώματος ήδη απ’ τα 14 της, ντυμένη μ’ ένα υπέροχο αμάνικο μαύρο φόρεμα που της έφτανε ως τα γόνατα και ψηλοτάκουνες μαύρες μπότες.

Μου κόπηκε η αναπνοή που την έβλεπα από τόσο κοντά, πόσο μάλλον που με κοίταζε, πόσο μάλλον που μου χαμογελούσε κιόλας.

“Τί είναι ρε Πέτρο”, τον ρώτησε με την υπέροχα γλυκιά φωνή της κι ενώ συνέχιζε να με κοιτάζει, “τί σου έκανε το παιδί και το πειράζεις;”.

“Εγώ δεν πειράζω κανένα! Αλλά όταν ακούω να μου συγκρίνουν τους Νιρβάνα με τους Γκανς εν Ρόουζις, ε, τότε δεν μπορώ παρά να γελάσω”!

“Γιατί, τί έχουν οι Γκανς εν Ρόουζις; Μια χαρά είναι!”, με υπερασπίστηκε η Χρύσα κι ομολογώ πως η καρδιά μου πετάρισε.

“Χα! Δεν βάζω ν’ ακούσω καλύτερα Καζαντζίδη;”, είπε ο Πέτρος με έντονη χροιά απαξίωσης στη φωνή του.

“Να σου πω, Πετράν, θα μου κάνεις την χάρη να μου φέρεις κάτι να πιω; Και τις λύνουμε αργότερα τις μουσικές μας διάφορες. Ε, μωράκι μου;”.

Ποιός θα μπορούσε να διανοηθεί να φέρει αντίρρηση σ’ ένα τέτοιο κορίτσι; Κανείς, βεβαίως – ούτε καν το αρχι-αλάνι του σχολείου.

Έτσι, αναστενάζοντας, έσβησε το τσιγάρο του στο τασάκι, σηκώθηκε όρθιος και τράβηξε γραμμή για το σύνθετο όπου βρίσκονταν τα ποτά, ακολουθούμενος από τα άλλα δύο αλάνια – βαστάζους του, ενώ η Χρύσα μου έκλεισε το μάτι, συνεχίζοντας να μου χαμογελάει, και κάθησε στην μέχρι πρότινος θέση του γκόμενού της.

“Στο Β1 δεν είσαι;”, ήταν το πρώτο πράγμα που με ρώτησε.

“Ε, ναι, ναι, κι εσύ, ε, αν δεν κάνω λάθος στοοοο… Β4; Όχι περίμενε στο Β3, σωστά;”, την ρώτησα, κάνοντας δήθεν πως δεν θυμόμουν ή δεν ήξερα ακριβώς το Τμήμα της, αν και φυσικά το γνώριζα πέραν πάσης αμφιβολίας.

“Ναι, ναι, στο Β3! Και να σου πω: δεν μένεις εκεί ψηλά, Χαροκόπου μεριά, κοντά στην Κατερίνα;”.

Η Κατερίνα ήταν η κολλητή της οπότε άδραξα την ευκαιρία και της είπα: “Ναι! Καμιά φορά γυρνάμε σπίτι απ’ το σχολείο μαζί με την Κατερίνα και τα λέμε. Είστε φίλες, έτσι δεν είναι;”, παίζοντας το πάλι μια σταλίτσα ανήξερος. Παρ’ όλα αυτά, τί να έκανα; Να της φανέρωνα ότι ήξερα κάθε δυνατή λεπτομέρεια για εκείνη μιας και την είχα ψιλοπατήσει με την πάρτη της και, συνεπώς, να την φρίκαρα ντιπ για ντιπ; Απαπαπα!!!).

“Ναι, όχι απλώς φίλες, είμαστε κολλητές! Μου έχει πει για εσένα ότι είσαι πολύ καλό παιδί, πολύ έξυπνος αλλά κι ότι έχεις διάφορα κάπως… περίεργα ενδιαφέροντα”…

Κι εκεί που είχα κοκκινίσει απ’ την φιλοφρόνηση και είχα πάει να το πάρω πάνω μου, ο όψιμος ενθουσιασμός μου αναχαιτίσθηκε απ’ τον διφορούμενο τρόπο με τον οποίο πρόφερε τις δύο τελευταίες λέξεις: «περίεργα ενδιαφέροντα». Άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια. Βρε, λες να με είχε κατατάξει στην κατηγορία “ούφο – πυροβολημένος”; Όχι πως θα είχε πολύ άδικο, δηλαδή. Ωστόσο, διατήρησα την αυτοκυριαρχία μου και, προς ευχάριστη έκπληξή μου, με άκουσα να της απαντάω με αυτοπεποίθηση και, ολίγον μπλακ, χιούμορ, και προφανώς ενθαρρυμένος κι απ’ το ανοιχτό πεδίο που μου προσέφερε η προσωρινή απουσία των τριών καμπαλέρος – αλανιών: “Α, κατάλαβα… Σου ανέφερε, λοιπόν, για τη συλλογή μου από νυχτεριδοκέφαλα που διατηρώ στο υπόγειό μου; Ή μήπως για τη διπλή ζωή που κάνω ως το διεθνούς φήμης μέντιουμ Μαντάμ Συλβάνα;”

“Χαχα! Δίκιο είχε η Κατερίνα, έχεις πλάκα τελικά”!

“Προσπαθώ, Χρύσα, προσπαθώ, συνήθως όχι με πολλή επιτυχία, παρ’ όλα αυτά επιμένω, τί να κάνουμε, αρβανίτικο κι επομένως αγύριστο κεφάλι, βλέπεις;”

“Κι εσύ Αρβανίτης; Μη μου πεις! Κι εγώ, εν μέρει. Η μαμά μου είναι απ’ τα Μεσόγεια”!

“Άκου να δεις…! Κι εμένα η αρβανίτικη καταγωγή είναι απ’ την πλευρά της μητέρας μου, από Ελευσίνα μεριά”.

“Να σου πω… Θα μιλήσω με την Κατερίνα, πρέπει να κανονίσουμε έξοδο κάποια στιγμή… Κανά σινεμαδάκι, ίσως; Πηγαίνεις σινεμά, αλήθεια, σ’ αρέσει;”

“Αν μ’ αρέσει, λέει; Τρελαίνομαι για σινεμά! Είναι πραγματικά η έβδομη τέχνη!”, δεν κρατήθηκα να μην πετάξω και το τσιτάτο μου χρηστομάθειας.

Η καρδιά μου βροντχτυπούσε μόνο στη σκέψη να κάθομαι δίπλα της στο σινεμά, ίσως σε κάποια ρομαντική ταινία με τον Κέβιν Κόστνερ και την Μισέλ Φάιφερ ή με τον Ρίτσαρντ Γκηρ και την Μεγκ Ράιαν. Δεν τα σκέφτηκα τυχαία αυτά τα ονόματα. Η Χρύσα έφερνε κάπως στις δύο προαναφερθείσες σταρ της εποχής εκείνης των πρώιμων νάιντις. Όσο για μένα, εντάξει, δεν πολυέφερνα ούτε στον Κέβιν ούτε και στον Ρίτσαρντ, αλλά ήθελα να πιστεύω πως μπορούσα να μιμηθώ ως ένα βαθμό την αρρενωπότητα και τον ιπποτισμό τους.

“Ωραία! Τότε θα κανονίσουμε οπωσδήποτε, θα μιλήσω και με την Κατερίνα! Κι είμαι σίγουρη πως θα βρούμε κάποια ταινία ν’ αρέσει σ’ όλους μας. Τί στο καλό, τόσα σινεμά έχει η Καλλιθέα, σωστά;”

[Τί ειρωνεία, σήμερα, 23 και βάλε χρόνια μετά, όταν σκέφτομαι πως από τους 6-7 διαφορετικούς κινηματογράφους που υπήρχαν στην γειτονιά μου εκείνον τον καιρό, έχει απομείνει πλέον μόνο ένας εν λειτουργία…].

Εκείνη την στιγμή τα φώτα χαμήλωσαν. Είχε φτάσει η ώρα των μπλουζ, η αγαπημένη αλλά και πιο τρομακτική ώρα, η ώρα της αλήθειας. Πόσο το ήθελα να χορέψω ένα μπλουζ με την Χρύσα…! Ω, πόσο πολύ το ήθελα, μα την αλήθεια…! Άραγε, σκέφτηκα εκείνη την στιγμή, να το τολμήσω το απονενοημένο διάβημα; Ήταν ίσως και μια δοκιμασία του πόσο θαρραλέος ήμουν στ’ αλήθεια. Ναι, γιατί όχι; Μπορούσα να το ρισκάρω (με έπαιρνε, σίγουρα, ναι) να της ζητήσω να χορέψουμε ένα μπλουζάκι, εννοείται μπροστά στον γκόμενο της και στην παρέα του, σιγά, γιατί να μασήσω; Εξάλλου… η Χρύσα με γούσταρε, ήταν φως φανάρι!

Και πάνω εκεί, λοιπόν, που είχα οπλιστεί με θάρρος κι ήμουν έτοιμος να της προτείνω να λικνιστούμε αγκαλιά υπό τους ήχους του φανταστικού “Don’t cry” των Γκανς εν Ρόουζις, επέστρεψαν ο Πέτρος με τους παραστάτες του.

“Κολλητέ, άκου ρε συ, το αγαπημένο σου συγκρότημα!”, μου πέταξε ειρωνικά και σε άψογο στυλ αρχι-αλανιού ο Πέτρος, και, προς τεράστια απογοήτευσή μου στράφηκε προς την Χρύσα, προτείνοντάς της το χέρι του, και της είπε: “έλα, μωράκι μου, μιας κι αυτός ο Κερτ Κομπέην δεν έχει αξιωθεί να βγάλει ένα μπλουζ της προκοπής, ας βολευτούμε χορεύοντας βλάχο-Γκανς εν Ρόουζις”.

Η Χρύσα δεν είπε τίποτα, απλώς χαμογέλασε, έπιασε το χέρι του, σηκώθηκε απ’ τον καναπέ, τον πήρε αγκαλιά και ξεκίνησαν να χορεύουν. Στην πρώτη στροφή που έκαναν, μου έκλεισε το μάτι πάνω απ’ τον ώμο του ανυποψίαστου καβαλιέρου της (του έριχνε και τρεις-τέσσερις πόντους, βλέπετε).

Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει, αλλά παρ’ όλα αυτά βρήκα την δύναμη να της χαμογελάσω φευγαλέα. Ύστερα, κάποια άλλα ζευγάρια που χόρευαν παρενεβλήθησαν στο οπτικό μου πεδίο κι έτσι δεν μπορούσα πλέον να διακρίνω το όμορφο κι απαστράπτον πρόσωπο της Χρύσας.

Τότε η Κατερίνα, η κολλητή της, με πλησίασε και μου ζήτησε, λίγο ντροπαλά, να χορέψουμε. Αιφνιδιάστηκα λίγο, αλλά αποδέχτηκα την πρόταση της.

Στροβιλιζόμασταν πολύ αργά στο ημίφως του καθιστικού της συμμαθήτριάς μου, το οποίο αποκτούσε εκείνη την ώρα, στα μάτια μου, μια αύρα μαγική. Όλοι οι παρευρισκόμενοι καθώς κι όλα τα άψυχα αντικείμενα έμοιαζαν να πάλλονται με μια ζωντάνια που με συνέπαιρνε και που μου μιλούσε κατευθείαν σε ένα πολύ θεμελιώδες επίπεδο, με τρόπο που δεν θα μπορούσα να τον αποτυπώσω στον γραπτό ή τον προφορικό λόγο, όση προσπάθεια κι αν κατέβαλα.

Η Κατερίνα μου μιλούσε και με ρωτούσε πράγματα κι εγώ της απαντούσα μονολεκτικά και μηχανικά. Με το ζόρι διατηρούσα πλέον επαφή με τον κόσμο. Τελικώς έκλεισα τα μάτια μου κάποια στιγμή και φαντάστηκα πως χόρευα με την Χρύσα. Δηλαδή, για να ακριβολογώ, ένιωθα πως όντως είχα μεταφερθεί σ’ ένα παράλληλο σύμπαν όπου  χορεύαμε μπλουζ με το πανέμορφο ξανθό κορίτσι των ονείρων μου. Καθώς το τραγούδι πλησίαζε στο τέλος του και κορυφωνόταν, βούρκωσα από υπερβολική ευτυχία…

Αργότερα το ίδιο βράδυ, χωμένος κάτω απ’ το πάπλωμα στο κρεβάτι μου, μετεωριζόμουν σε μια γλυκά αποχαυνωμένη ζώνη του λυκόφωτος μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, όπου μοιραζόμασταν με την Χρύσα κάθε είδους, ερωτικού και μη, περιπέτειες κι όπου ό, τι κι αν συνέβαινε, ξέραμε ότι μπορούσαμε να στηριχτούμε ο ένας στον άλλον, για πάντα. Κι ήταν υπέροχα, κι ας ήταν απατηλά, δεν είχε σημασία. Γιατί απ’ το χρονικό σημείο εκείνο και μετά, μπορεί η ζωή να σκλήραινε, οι δυσκολίες να αυξάνονταν, η μαγεία και το υπερβατικό στοιχείο να υποχωρούσαν έναντι της επέλασης των ολοένα αυξανόμενων, ρουτινιάρικων και γειωτικών, υποχρεώσεων της λεγόμενης «καθημερινότητας», ωστόσο εγώ ήξερα, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές, θα με περίμενε υπομονετικά, να προσφύγω σ’ αυτό και να βρω εκεί παρηγοριά κι ανακούφιση, ένα μέρος μυστικό, αιώνιο, άφθαρτο και αυθεντικά ζωοποιό…

Μετά το επίμαχο πάρτυ, με την Χρύσα συναπαντιόμασταν που και που στο σχολείο και μπορεί να ανταλλάσσαμε και καμιά κουβέντα. Ωστόσο, ποτέ δεν κανονίσαμε εκείνο το σινεμά. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς, μάλιστα, μετακόμισε κι άλλαξε σχολείο κι έκτοτε χαθήκαμε για τα καλά…

Εγώ είχα την τύχη να χορέψω μπλουζ πολλές φορές έκτοτε και με πολλά διαφορετικά κορίτσια. Και κάθε φορά που αυτό συνέβαινε, κάθε φορά που αυτό συμβαίνει, η Χρύσα είναι πάντα εκεί, παρούσα, έτοιμη να χορέψουμε για άλλη μια φορά μαζί το μπλουζ που δεν θ’ αξιωθούμε να χορέψουμε ποτέ.

……………………………………………………………………………………………………………..

15 ιστορίες, 15 τραγούδια (29 Ιουνίου 2012)

[Τα τελευταία μου κείμενα ως κάτοικος Ελλάδος, πριν την μετανάστευση στην Γερμανία]

……………………………………………………………………………………………………………..

Δίδυμα φεγγάρια (Μάρτιος 2015)

(Ένα ιντερλουδιο απο την Καραιβικη)

“Φροσυνακι, θυμάσαι ποτε ήταν η πρωτη φορά που πήγαμε μαζί για μπάνιο – εννοώ σε παραλία κ όχι στη μπανιερα;”

Η Φροσυνη σήκωσε απειροελάχιστα το δεξί βλέφαρο της κ απο την αναπαυτικοτατη σαιζ-λονγκ στην οποία ήταν βυθισμένη σε στάση πρηνηδόν και έβγαλε έναν ήχο κάπως σαν παραπονιαρικο γατάκι σε καταστολή: “μμμ…”

Ο Λαμπης Θράσος συνέχισε ανένδοτος τον, κατα τα φαινομενα,μονόλογο (με τη φιλοδοξία κάποτε να μετατραπεί σε διάλογο) του: “Στη Νάξο δεν ήταν; Στον Άγιο Προκοπη (βοήθεια μας);”

Η Φροσυνη δεν έδειξε σημάδια ανταπόκρισης ετουτη τη φορά – κ αν ψιθύρισε κάτι αυτο μόνο μια νυχτερίδα με βιονική ακοή θα ήταν σε θέση να το επιβεβαιώσει κ τέτοια δεν υπήρχε ευκαιρη εκείνο το τεμπέλικο απόγευμα στη νήσο Μυστικ των Γρεναδινων (κ Αγίου Βικεντιου, βοήθεια μας κ παλι).

Ο Λαμπης Θράσος δεν προφερε την επόμενη ερώτηση που του ξεφούρνισε το μυαλό του (φουρναρης ολκης, που άμα τον παρααφηνες λάσκα, όμως, φλερτάριζε επικίνδυνα με την πυρομανια) σαν παραψημενη, καρβουνιασμενη, λαγάνα. Η ερώτηση ήταν η εξής: “Κ ποτε κ που, Φροσυνακι μου, πιστεύεις ότι θα ειναι η τελευταία φορά που θα παμε μαζί για μπάνιο – κ παλι εννοώντας σε παραλία;”

Τωρα, ειναι δεδομένο οτι παλιότερα μια τέτοια σκέψη θα τον έριχνε σε βαριά μελαγχολία για ώρες ού μην κ μερες. Ωστόσο, αφ’ης στιγμής ο Λαμπης Θρασος άρχισε το ταξίδι της αυτοεπιγνωσης του, στο οποίο ενας απο τους πρώτους σταθμούς ήταν η εκ μέρους του (έστω, εγκεφαλική) συνειδητοποιηση του οτι στη ζωή υπάρχει μόνο το παρόν (“η απάντηση στην ερώτηση “τι ώρα ειναι” ειναι πάντοτε “τωρα””, όπως θα το έθετε ενας εκ των γκουρού του), με έκπληξη, κ καμία φορά δέος, έβρισκε τον εαυτο του να αντιδρά με αναπάντεχο τροπο στα εξωτερικά κ εσωτερικά ερεθίσματα που τον βομβάρδιζαν ανελλιπώς. Έτσι, η τελικώς μη εκπεφρασθεισα ερώτηση περί του “τελευταίου μπάνιου” του προξένησε ευθυμία, ψυχική ανάταση κ τον πλημμύρισε με ενέργεια. Πετάχτηκε ορθός, σκόνταψε προς στιγμή στο σωρό απο βιβλία που είχε κουβαλήσει μαζί του – παρα ταύτα δεν πτοήθηκε κ χίμηξε προς το νερό αλαλάζοντας (απο μέσα του, βέβαια, το οποίο, όπως κ να το κανεις, ήταν λιγο ξενερωτο, αλλα τελοσπαντων).

Καθώς απολάμβανε το μακροβούτι του, το μυαλό του, ο αλλοπρόσαλλος φούρναρης (βλέπε παραπάνω), του σφύριξε την μελωδία απο το ρεφραιν ενός αγαπημένου του μεν, μισοξεχασμενου εκ μέρους του δε, τραγουδιού. Ο Λαμπης Θράσος συγκινήθηκε κ άρχισε να τραγουδάει εν τω μέσω του μακροβουτιου του. Κ εκει που ενας εξωτερικός παρατηρητής θα άκουγε μόνο: “μπουρουμπλουμ μπραραμπλουμ, μπορομπλουμ” (υποβρύχιοι μπορμπουληθρο-ηχοι), εμείς, απολαμβάνοντας το προνόμιο της εκ των έσω παρατήρησης του μυαλού του Λαμπη Θρασου, μπορούμε να ακούσουμε μια, όχι εντελώς αποτυχημένη, μίμηση της φωνής του Μητροπάνου να τραγουδάει:
“Πως να γλιτώσει μάτια μου ο ενας απ’τον αλλο,
Πως θες ν’αλλαξουμε ουρανό,
Τωρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια,
Που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμο…”

Οταν ο Λαμπης Θράσος αναδύθηκε στην επιφάνεια, διαπίστωσε ορισμένες αλλαγές σε σχέση με το προ αυθόρμητου μακροβουτιου σκηνικό που θυμόταν να είχε αφήσει.

Πρώτον, το τιρκουάζ χρώμα της θάλασσας της Καραιβικης κ το μπλε του ουρανού της είχαν αντικατασταθεί απο εκείνες τις αποχρώσεις του κόκκινου που είθισται να αποκαλούμε άλικο κ αιματι, αντιστοίχως.

Δεύτερον, ο ήλιος είχε αντικατασταθεί απο ένα βιολετί μισοφέγγαρο που έσταζε κάτι που έμοιαζε με πύον.

Τρίτον, η παραλία, οι φοίνικες κ το υπερπολυτελές κατάλυμα όπου διέμεναν είχαν ολα εξαφανιστεί κ είχαν αντικατασταθεί απο ένα τοπίο που εκτεινόταν ως εκει που μπορούσε να δει το μάτι και που θύμιζε την επιφάνεια του πλανήτη Άρη: αρρωστημένο κοκκινόχωμα με διάσπαρτες κοτρώνες εδω κι εκει.

Τέταρτον, όλοι οι λουόμενοι και παροικούντες την παραλία είχαν εξαφανιστεί.

Πέμπτον… όχι, δεν υπήρχε πέμπτο.

Ωστόσο, να και κάτι που δεν είχε αλλάξει: η Φροσυνη ήταν ακόμα εκει! Πρηνηδόν στην ξαπλώστρα της, σαν να μην εχει πάρει χαμπάρι του οτι είχαν υποστεί μεταπήδηση σε παράλληλο αυλάκι πραγματικότητας.

Ο Λαμπης Θράσος έμεινε καρφωμένος στη θέση του, εντελώς αναποφάσιστος ως προς την επόμενη κίνηση του. Αυτο είχε ως αποτέλεσμα το κύμα της αλικης θάλασσας να τον ξεβρασει κάποτε στην ακτή.

Με κόπο στάθηκε στα δυο του πόδια κ βάδισε κατα τη Φροσυνη. Οι πέτρες του έσκιζαν τα πέλματα αλλα δεν έδειχνε να νοιαζόταν.

Έφτασε απο πάνω της κ την άγγιξε στον ώμο. Εκείνη παρέμεινε πλήρως αδρανής. Κάτι δεν πήγαινε καλα εδω πέρα. Με κόπο την γύρισε ανάσκελα και διαπίστωσε την Πέμπτη αλλαγή: το πρόσωπο της Φροσυνης είχε αντικατασταθεί απο μια μικρή, παλαιού τύπου τηλεοπτική συσκευή (αυτές των οποίων οι οθόνες πλαισιωνοντουσαν απο ξύλινο πλαίσιο και για τις οποίες ένα ενσωματωμενο κουμπί, το οποίο το στριφογυριζες, χρησίμευε ως τηλεχειριστηριο). Ο Λαμπης Θράσος γύρισε το κουμπί σε φορά αντίστροφη εκείνης των δεικτών του ρολογιού.

Πρώτα ακούστηκε ένα υψισυχνο “μπζοινγκ”κι ύστερα ενας φωτεινός σταυρος εμφανίστηκε στην οθόνη, ο οποίος αφού απλώθηκε κατα μήκος και πλάτος της μεχρι που να την καλύψει ολόκληρη, έδωσε τη θέση του σε ένα πρόσωπο. Το πρόσωπο ήταν προφίλ στον Λαμπη Θρασο κ κάθετο στον άξονα του σώματος του προς τα αριστερά (άρα ήταν σαν να κοιτάει προς την πάνω πλευρα της οθόνης). Τα χαρακτηριστικά του ήταν αλλοιωμένα εξαιτίας πληθώρας τηλεοπτικών “χιονιων”. Μολαταύτα ήταν εμφανές οτι ήταν ενας φαλακρός άντρας που κρατουσε ένα μικρόφωνο. Οταν, δε, ξεκίνησε μα τραγουδάει το ρεφραιν απο τα “Δίδυμα Φεγγάρια”, κάθε αμφιβολία περί της ταυτότητας του διαλύθηκε αυτοστιγμει.

Ο Λαμπης Θράσος, με δάκρυα να κυλούν απο τα μάτια του, συνόδεψε τον Δημήτρη Μητροπάνο κάνοντας τη δεύτερη φωνή κ έστρεψε το κεφάλι του προς τα πάνω. Διαπίστωσε οτι το υλικό σαν πύον που εκπορευόταν απο το βιολετί μισοφέγγαρο είχε πάρει τη μορφή μιας δίπλα ελικοειδους κλιμακος. Και σαν άλλος Ιάκωβ, ο Λαμπης Θράσος, ο ενας και μοναδικός, πήρε να την ανεβαίνει. Κατάλαβε οτι ήταν ελευθερος οταν βρέθηκε κατάφατσα με τον Θρασο Λαμπη, τον δίδυμο αδελφό του, που κατηφορίζε την ίδια σκάλα έχοντας χαραγμένη στο πρόσωπο του την έκφραση που θα μπορούσε να εχει μόνο κάποιος που θα είχε μαγικά μεταφερθεί στον παράδεισο των Γρεναδινων για πρωτη φορά στη ζωή του.

Τα δυο αγόρια τα παρατηρούσαν, χαζογελωντας σαν νεανιδες, τα κορίτσια τους, η Φροσυνη κι η Αφροσύνη, μέσα απο τους κύκλους ενός σύννεφου που είχε το σχήμα ξαπλωτου οχταριου.

Με την τελευταία νότα του ρεφραιν ολα τελείωσαν. Μεχρι να ξαναρχίσουν.

Φωτογραφία του Alex Exarchos.

……………………………………………………………………………………………………………..

Ο άνθρωπος στο κουτί (2012)

Το παιδί, έχοντας ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του μια έκφραση απόλυτης σοβαρότητας και προσήλωσης, έσκαβε με συστηματικό τρόπο. Το σύστημα του ήταν εξαιρετικά απλό και μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: σκάψιμο και με τα δυο χέρια με γρήγορες, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, με φυσικό επακόλουθο μια ανεξέλεγκτη εκτόξευση άμμου προς τα πίσω.

Αυτό μπορεί να έδειχνε ότι δεν απασχολούσε το παιδί, απασχολούσε όμως σίγουρα τους παρακείμενους παραθεριστές και ιδιαίτερα εκείνο τον έφηβο, ο οποίος με φρίκη είδε ημι-λασπωμένους κόκκους άμμου κι ένα κομμάτι πράσινου πλαστικού, το οποίο ήταν τρυπημένο έτσι ώστε μια ζωηρή φαντασία ή απλώς ένα παρατηρητικό μάτι να διακρίνουν επάνω του το γράμμα «ö», να καταλήγουν και να επιπλέουν μέσα στο ποτήρι που περιείχε το αγαπημένο του ρόφημα (που ήταν το σοκολατούχο γάλα). Ωστόσο, αν και ιδιαίτερα ενοχλημένοι, οι παρευρισκόμενοι επέλεξαν να μην αντιδράσουν. Μεταξύ των εναλλακτικών τρόπων δράσης «Α. Βουτάω στην θάλασσα να ξεπλυθώ από την άμμο» ή «Β. Κάνω παρατήρηση σε ένα πεντάχρονο» η μεσημεριανή ζέστη των 40 βαθμών υπό σκιάν έγερνε κατά πολύ την παροιμιώδη ζυγαριά εντός τους υπέρ του «Α».

Ο έφηβος ήταν ο μόνος που αντέδρασε κάπως, ξεστομίζοντας μια βρισιά και χύνοντας στην παραλία το υπόλοιπο του περιεχομένου του ποτηριού του. Πριν προλάβει, δε, να σηκωθεί από την σαιζ-λονγκ όπου καθόταν, μια ξαφνική δυνατή ριπή καυτού αέρα κόλλησε μια σκισμένη, λερωμένη σελίδα από κάποιο περιοδικό στο πρόσωπο του. Αυτό, φυσικά, ήταν το επιστέγασμα για τον έφηβο ο οποίος τινάχθηκε επάνω παλεύοντας για λίγο άτσαλα με τη λερωμένη σελίδα, πριν καταφέρει τελικώς να την τραβήξει από το πρόσωπό του και να τη σκίσει με μανία. Εκτόξευσε τα κομμάτια χαρτιού, δηλαδή ό, τι είχε απομείνει από τη σελίδα, προς το παιδί κι έκανε να στραφεί προς το μέρος του, αλλά τελικά επέλεξε να κάνει μεταβολή και να απομακρυνθεί μουρμουρίζοντας, εμφανώς μπαϊλντισμένος από το απρόσμενο κύμα κακοτυχίας που τον είχε βρει.

Σε ένα από τα σχετικά μεγαλύτερα σε μέγεθος υπολείμματα της «φονικής» σελίδας, το οποίο τώρα αναπαυόταν δίπλα στο παιδί, θα μπορούσε κάποιος να διαβάσει: «…πουρική για όλ..ς-Το κατά…λο χώμα γι..ο τριαντάφυλλο …ης αρεσκ… σας». Μια ακόμα ριπή καυτού ανέμου σήκωσε το εν λόγω κομμάτι χαρτιού και έπαιξε μαζί του στροβιλίζοντάς το για λίγο, πριν το βαρεθεί, τελικώς, και το πετάξει, καμιά δεκαριά μέτρα πιο πέρα, να κάνει παρέα σε μια εμπριμέ πετσέτα θαλάσσης. Πάνω στην πετσέτα βρίσκονταν παρατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, σαν παράταιρα στρατιωτάκια, ένα υπερσύγχρονο ολόλευκο κινητό τηλέφωνο, ένα ρολόι με ένα κατάμαυρο, παμπάλαιο πέτσινο λουρί και ένα καταταλαιπωρημένο βιβλίο τσέπης, στο κίτρινο εξώφυλλο του οποίου μόλις που διακρινόταν ο τίτλος του, γραμμένος με κόκκινα γράμματα: «Η ησυχία των τζιτζικιών». Πέντε δευτερόλεπτα αφού το κομμάτι χαρτιού είχε προσγειωθεί στον τελικό ή ενδιάμεσό του προορισμό (η μη προβλεψιμότητα και η τάση φυγής είναι εγγενή χαρακτηριστικά των μικρών κομματιών χαρτιού), το κινητό άρχισε να δονείται καθώς κάποιος καλούσε τον αριθμό τηλεφώνου που αντιστοιχούσε στον άγνωστο ιδιοκτήτη του. Η μελωδία του «Αχ χελιδόνι μου», που ήταν ο ήχος κλήσης, έμοιαζε να είναι το τέλειο μουσικό χαλί σε μια εικόνα, όπως η συγκεκριμένη, που, με την εξαίρεση του κινητού τηλεφώνου, θα μπορούσε κάλλιστα να προέρχεται από πλάνο ταινίας του νέου ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ’80.

Πάντως τίποτα από όλα αυτά δεν έδειξε να απασχολεί, έστω και για ένα απειροστό κλάσμα του δευτερολέπτου, το παιδί, που συνέχιζε απτόητο να σκάβει. Μετά από όχι και πολλή ώρα, η ξύλινη αιχμή που προεξείχε λίγο πάνω από την επιφάνεια της άμμου κι είχε αρχικά τραβήξει την προσοχή του, φανέρωσε αυτό που κρυβόταν από κάτω της: ένα ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο ξύλινο κουτί. Καθώς το παιδί τράβηξε το κουτί έξω από την αμμουδερή κρυψώνα του, ανακάλυψε ότι δεν ήταν καθόλου βαρύ και ότι, ακόμα και με τη μικρή, σχετικά, δύναμη που διέθετε, μπορούσε πανεύκολα να το σηκώσει, κάτι και που έκανε.

Οι διαστάσεις του κουτιού ήταν 30Χ20Χ10 εκατοστά, ακριβώς. Ήταν εντελώς γυμνό από σχέδια. Έμοιαζε να είναι κούφιο. Δε φαινόταν να διαθέτει κάποιο άνοιγμα. Το μόνο που διέκοπτε τη μονοτονία της επιφάνειάς του ήταν μια πολύ μικρή, τέλεια κυκλική, σχισμή, που βρισκόταν σε μία από τις δύο μικρότερες πλευρές του.

Καθώς το παιδί περιεργαζόταν το κουτί, ένιωσε μια πολύ δυνατή ξαφνική παρόρμηση και, βαστώντας το σφιχτά υπό μάλης, άρχισε να τρέχει μακριά από εκείνο το σημείο. Σκουντουφλούσε που και που και δεν ακολουθούσε ακριβώς ευθεία πορεία, ωστόσο ήταν φανερό ότι κατευθυνόταν προς την συστάδα αρμυρικιών που βρίσκονταν στο βάθος της ασυνήθιστα πλατιάς παραλίας, μακριά από την ακτή και δίπλα από έναν μικρό βάλτο.

Με μια ανάσα, ουσιαστικά, το παιδί σταμάτησε να τρέχει, κάθισε χάμω, ακούμπησε την πλάτη του σε ένα αρμυρίκι και, έχοντας κατά πρόσωπο τον βάλτο, κόλλησε τη σχισμή του κουτιού στο δεξί του μάτι και κοίταξε μέσα απ’ αυτήν.

Το παιδί ένιωσε το κεφάλι του να μουδιάζει και τα μάτια του να «ρολάρουν» στις κόχες τους και να κάνουν στροφή 180 μοιρών. Αρχικώς τα πάντα σκοτείνιασαν γύρω του. Ύστερα, δειλά δειλά, κάποια περιστασιακά φωτάκια έκαναν την εμφάνισή τους. Δεν είχε περάσει και πολλή ώρα (ή είχε περάσει άπειρη ώρα γιατί ο, ούτως ή άλλως, ρευστός τρόπος με τον οποίο, όντας 5 χρονών, το παιδί αντιλαμβανόταν τον χρόνο είχε χάσει τώρα και την όποια μικρή συνοχή διέθετε) και τα φωτάκια είχαν μετατραπεί σε υπέροχους, μαγικούς, πέρα από κάθε ουσιαστική δυνατότητα λεκτικής περιγραφής, καταρράκτες χρωμάτων. Τώρα το παιδί έβλεπε μέσα στον εαυτό του, το ήξερε. Και, κατά έναν παράδοξο, και ταυτόχρονα απολύτως συνεπή, τρόπο ένιωθε ότι έβλεπε προς τα έξω. Ήταν σαν να είχε αποκτήσει την οπτική γωνία του κουτιού.

Το παιδί είχε γίνει ο άνθρωπος στο κουτί.

Τώρα μπορούσε να γυρίσει και να δει και μέσα στο κουτί, να δει τι υπήρχε μέσα στο καινούριο του «εγώ». Καθώς σκέφτηκε τι ήθελε ακριβώς να κάνει, οι συγκεχυμένες εικόνες που έβλεπε ήρθαν και κόλλησαν μεταξύ τους. Ένα πολυδιαστασιακό μωσαϊκό από ατέλειωτες ετερόκλητες ψηφίδες σχηματίστηκε.

Το μωσαϊκό σηκώθηκε σαν αυλαία ή παραμερίστηκε σαν παραπέτασμα.

Το παιδί στεκόταν σε μια νησίδα συνειδητότητας πάνω από το χάος της ανυπαρξίας. Στην άλλη άκρη είδε ένα άλλο παιδί. Τα δύο παιδιά, βαδίζοντας το ένα προς το άλλο, ξεκίνησαν να γεφυρώνουν την άβυσσο ανάμεσα στους κόσμους τους.

……………………………………………………………………………………………………………..

Πορτραίτα-Έλσα Παπαμαρινοπούλου (αρχές 2010)

            Η Έλσα Παπαμαρινοπούλου, μοναχοκόρη του Θεμιστοκλέους Παπαμαρινόπουλου και της Γκέλυς Βουρδά, γεννήθηκε στο Βανκούβερ του Καναδά στις 27 Φεβρουαρίου του 1982, όπου και παρέμεινε κατά τα 2 πρώτα έτη του βίου της, μέχρι και το 1984, οπότε και η οικογένεια της επστρεψε στην Πάτρα. Ο παππούς του πατρός της, Επαμεινώνδας Παπαμαρινόπουλος υπήρξε ένας αληθινός πιονιέρος του εν Ελλάδι εμπορίου, δοθέντος του ότι ήταν ο πρώτος εισαγωγεύς της καμφοράς στη χώρα μας. Πιο συγκεκριμένα, εν έτει 1906, στον λιμένα της ένδοξης αχαϊκής πρωτευούσης, της πόλεως των Πατρών, του τόπου της ιδιαίτερης καταγωγής της οικογένειας Παπαμαρινόπουλου, κατέφθασε το πρώτο ιστορικό φορτίο καμφοράς που εισήχθη ποτέ στην πατρίδα μας, με το ατμόπολοιο «Φέθρυ», που έφερε βενεζολάνικη σημαία και το οποίο ήτο συμφερόντων της μεγάλης  οικογένειας της παγκόσμιας ναυτιλίας και κερδοσκοπίας, των Πρότσιλδ. Μετά την ενθουσιώση υποδοχή που επιφύλαξε ο λαός των Πατρών, που είχε συρρεύσει από τις πρώτες πρωινές ώρες στον λιμένα, στο φορτίο καμφοράς, επακολούθησε μεγαλειώδης τελετή και δοξολογία στον ιερό ναό του Αγίου Ανδρέου, χοροστατούντος του Μητροπολίτου Ιγνατίου του Ευσεβούς (λέμε τώρα), όπου η Α.Μ. ο Βασιλεύς των Ελλήνων Γεώργιος ο Ά παρεσημοφόρησε τον Ε. Παπαμαρινόπουλο με το μετάλλιο της Λεγεώνας της Τιμής των αγελαδάρηδων της φάρμας Lurpak της Δανιμαρκίας. Αλλά, φοβούμαι ότι ξεφύγαμε λίγο…

Το εμπόριο καμφοράς και η ραγδαία άνθηση που σημείωσε κατά τις επόμενες δεκαετίες επέτρεψε στην οικογένεια Παπαμαρινοπούλου να ευημερήσει και να ανέλθει στα κορυφαία κλιμάκια της ακμάζουσας (λέμε τώρα) ελληνικής αστικής τάξης του πρώτου μισού του ΧΧ αιώνος (20ου ντε!). Η κοινωνική καταξίωση που γνώρισαν οι Παπαμαρινόπουλοι ήταν πρωτοφανής και αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μόνο κατά το έτος 1926 ο Ε. Παπαμαρινόπουλος εβάπτισε 17.629 πιδιά αλλά και 8.501 κουρίτσια! Επίσης ας γίνει ιδιαίτερη μνεία και στο ότι παρά τους επαχθείς όρους οι οποίοι επεβλήθησαν από την κυβέρνηση των δοσιλόγων στις εισαγωγές καμφοράς κατά τα έτη 1941-44, τα καθαρά εισοδήματα της οικογενείας ηυξήθησαν θεαματικώς κατά την περίοδο εκείνη (κατά 150%)! Οι κακεντρεχείς διαδόσεις που κυκλοφόρησαν και απέδιδαν αυτήν την οικονομική επιτυχία των Παπαμαρινόπουλων στο ότι, δήθεν, κατά τα πολύπαθα για τον Ελληνισμό έτη εκείνα, παραμέρισαν το εμπόριο καμφοράς και επικεντρώθηκαν στο εμπόριο λαδιού και Εβραίων, θα πρέπει να απορριφθούν, χωρίς δεύτερη σκέψη, ως κακόβουλες συκοφαντίες και ανυπόστατες φήμες, αι οποίαι προήλθαν κατά πάσα πιθανότητα από το περιβόητο εκμαγείο φημών των προαιωνίων αντιπάλων των Παπαμαρινόπουλων, της οικογένειας των Κρόνιν, δηλαδή.

Μετά τον τραγικό θάνατο του Ε. Παπαμαρινόπουλου (μετά από αποτυχημένη απόπειρα κατάποσης ευμεγέθους κόκκου μπιζελιού στην τελετή ορκωμοσίας του Προέδρου των Η.Π.Α. Αϊζενχάουερ, τον Ιανουάριο του 1953), τα οικονομικά και ή φήμη της οικογένειας γνώρισαν σοβαρή κάμψη. Ο πρωτότοκος υιός του Επαμεινώνδα, Τίμων Παπαμαρινόπουλος, ποτέ δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων της βαριάς κληρονομιάς του ονόματος που έφερε. Λόγω της ανίερης συμμαχίας που είχε συνάψει δε, με τον Λούλη Κρόνιν, είναι βέβαιο ότι θα καταγραφεί στα μαύρα κατάστιχα της ιστορίας των Παπαμαρινόπουλων ως ένας μιαρός επίορκος…!

Είναι με την ανάληψη από τον Θ. Παπαμαρινόπουλο του τιμονιού της οικονομικής αυτοκρατορίας της οικογένειας, που οι Παπαμαρινόπουλοι επέστρεψαν δυναμικά στο προσκήνιο και γνώρισαν μια δεύτερη περίοδο ακμής, η οποία συνεχίζεται έως σήμερα. Με την μεγαλοφυή του ιδέα να επεκτείνει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του ομίλου στον Καναδά και να αρχίσει την εισαγωγή υαλοβάμβακος από την χώρα εκείνη εις την Ελλάδα, έδωσε νέα πνοή και τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα των εμπορικών συναλλαγών της οικογένειας, καθιερώνοντας την για μια ακόμα φορά στο διεθνές τζετ (με παχύ –τζ) σετ! Μετά από αυτήν τη σύντομη (αλλά αναγκαία) ιστορική  αναδρομή, ας επιστρέψουμε στο επίμαχο πρόσωπο της παρουσιάσεώς μας, στην Έλσα Παπαμαρινοπούλου.

Από νήπιο ακόμα η Έλσα φανέρωσε τις δύο κύριες κλίσεις της: το χορό και την επιτυχία της στο ισχυρό φύλο («ισχυρός», βέβαια, μόνο κατ’ευφημισμόν δύναται να αποκληθεί ένας άνδρας, όταν τον τυλίγει στον ιστό της ακαταμάχητης γοητείας της η Έλσα Παπαμαρινοπούλου). Είναι χαρακτηριστικό ότι 9 στους 10 συμμαθητές της στο νηπιαγωγείο της είχαν κάνει ερωτική εξομολόγηση με λουλουδάκια, ποιηματάκια, ζωγραφούλες, παιχνιδάκια κι όλα τα σχετικά, και είχαν φάει βεβαίως βεβαίως πανηγυρικά τα μούτρα τους όλοι, μια που η Έλσα, κατά την περίοδο εκείνη, προτίμησε να χαριεντίζεται (εφασώνετο ή εχαμουρεύετο σε πρώιμον στάδιον, όπως κοινώς λέγεται) με τον οκταετή πρώτο της εξάδελφο, Αδριανό Βουρδά. Σε έρευνες που έγιναν χρόνια αργότερα μεταξύ των αρρένων συμμαθητών της Έλσας (σε όλες τις τάξεις της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως) διεπιστώθη ότι οι συγκεκριμένοι νέοι χάνουν κατά μέσο όρο 4,3 χρόνια νωρίτερα από τον μέσο όρο των Ελλήνων συνομηλίκων τους την παρθενίαν των! Το γεγονός φυσικά αυτό δεν δύναται παρά να αποδοθεί στο ισχυρό ερωτικό πεδίο που δημιουργούσε (και δημιουργεί, βεβαίως) γύρω του ένα απόλυτα σαγηνευτικό θηλυκό, όπως η Έλσα, το οποίο πεδίο μοιραία προξενούσε το πρόωρον ξύπνημα της λίβιδο εις τους μαγεμένους ατυχείς ανηλίκους αρρένας, οι οποίοι ευρίσκοντο υπό την επιρροή του.

Ως προς τις χορευτικές της επιδόσεις, τα λόγια πραγματικά περιττεύουν. Η Έλσα ξεκίνησε τα μαθήματα κλασικού και μοντέρνου μπαλέτου σε ηλικία 3,5 ετών και ήδη μέχρι τα 14 της είχε κερδίσει το κοινό όλων των μεγάλων πόλεων του πλανήτη με τις μοναδικές της επιδόσεις και το ανεπανάληπτο ταλέντο της. Ας αφήσουμε καλύτερα να μιλήσουν, ανθ’ ημών, οι μεγαλύτεροι κριτικοί χορού στον κόσμο: Ζωρζ Πουστροφσκί: «Η Ε.Π. επανακαθόρισε τον κλασικό χορό, εισάγοντας φόρμες που θα συζητώνται και θα γίνονται αντικείμενο μελέτης, μέχρι και, τουλάχιστο, 50 έτη από σήμερα», Κλάιν Βαν Μάιν: «O la la, ma que femme cette Elsa!”, Λουκιανός των Ισογείων: «Τι μανάρι είναι αυτό! Ε, ρε κάτι γούστα! Πόσο θα ήθελα τώρα να τη γράπωνα και να τηνε  ¶¥ݥᴥᴢ£¿ÐÞ⌂»  (λογοκρισία). Δυστυχώς για εκείνη και για το μπαλέτο, η Έλσα, λόγω ενός πολύ σοβαρού τραυματισμού στην κάτω γνάθο που υπέστη στα 21 της (μετά από πτώση από την καμπούρα μιας γέρικης δρομάδας, κατά τη διεξαγωγή αγώνων καμηλοδρομίας εις την έρημον Γκόμπι της Μογγολίας), ηναγκάσθη όπως εγκαταλείψη οριστικά την καριέρα της εις το μπαλέτο και πραγματοποίησε στροφή προς τους λάτιν χορούς, όπου ουκ ολίγες διακρίσεις γνώρισε, με τη φήμη της, όμως, ως διαγαλαξιακού επιπέδου χορεύτριας, σταδιακά, και μοιραία να φθίνει.

Μετά από ισχυρές προτροπές τόσο του πατρός της όσο και της μητρός της (οι οποίοι επιθυμούσαν διακαώς, όπως ήταν φυσικό,  να διασφαλισθεί η επιτυχής συνέχεια και η περαιτέρω επέκταση της οικονομικής αυτοκρατορίας των Παπαμαρινόπουλων, αλλά και η διαιώνιση της λαμπροτάτης φήμης του ονόματος της οικογενείας των), η Έλσα σπουδάζει μάνατζμεντ (με παχύ –τζ) και δημόσιες σχέσεις εις το διεθνούς φήμης ΤΕΙ Ποντγκόριτσας Μαυροβονίου. Ποτέ, δυστυχώς, δεν υπήρξε υπόδειγμα φοιτήτριας, και το γεγονός ότι τα μπαρ και τα κλαμπ της πρωτεύουσας του Μαυροβουνίου πίνουν μέχρι σήμερα νερό στο όνομά της, δεν είναι τυχαίο. Τελικά αποφοίτησε το 2006 με βαθμό 4,71 (με στρογγυλοποίηση 5 (πένδε)) ή Λίαν Απαραδέκτου και Αθλίου γωνία. Τον Ιανουάριο του 2007 ανέλαβε έναν πραγματικά νευραλγικό τομέα της οικογενειακής επιχείρησης, τον Τομέα Μελέτης Επιπτώσεων Θεσμικών Αλλαγών στα Πληροφοριακά Συστήματα Παρακολούθησης των Εισαγωγών Καμφοράς, όπου ήδη έχει εισάγει σημαντικότατες καινοτομίες, οι οποίες μελετώνται ήδη από πολλούς γκουρού του μάνατζμεντ (πάντα με παχύ –τζ, έτσι;) διεθνώς, όπως: Υποχρεωτικό πεντικιούρ για όλους τους υπαλλήλους ανεξαρτήτου φύλου, δημιουργία επιτροπής μελέτης των αλλαγών στην αύρα και στην κουνταλίνι των υπαλλήλων καθώς και υποχρεωτική παραμονή επί 2 ολάκερες εργάσιμες ημέρες σε θάλαμο αποσυμπίεσης για τους μη ικανοποιητικώς αποδίδοντες εις την εργασίαν των.

Για την κοινωνική ζωή της Έλσας Παπαμαρινοπούλου μπορούν να γραφτούν τόμοι ολόκληροι, και πάλι όμως με την παράλειψη πληθώρας περιστατικών. Από το πλευρό της έχουν περάσει πολλοί και διάφοροι σύντροφοι, περιστασιακοί και μη, όπως: Επιχειρηματίες, Ανώτεροι Τραπεζικοί Υπάλληλοι, Καλλιτέχνες, Αθλητές, Πολιτικοί, Γιατροί, Δικηγόροι, Βυρσοδέψες, Ενεχυροδανειστές, η Άρτα και τα Γιάννενα, η κουτσή Μαρία, η Μαρία η Πενταγιώτισσα, και πολλοί πολλοί ακόμα. Ένα είναι το βέβαιο και πέραν πάσης αμφιβολίας γεγονός: η Έλσα έχει χαράξει με ανεξίτηλο μελάνι το βαρύ σαν ιστορία όνομά της στην καρδιά και στο σώμα κάθε άντρα που πέρασε από τη ζωή της…

Και ήρθε η στιγμή που όλοι περιμένατε. Ήρθε η ώρα να περιγράψουμε την εξωτερική εμφάνιση αυτού του θεσπέσιου πλάσματος. (Ζητάω από τους αναγνώστες μου μισό λεπτό να πάρω μίαν ανάσα, γιατί στη θύμησή της και μόνο αναστατώθηκα και μου’ ρθε ένα τρέμουλο. Αχ Ελσάκι…θυμάμαι τις νύχτες στο Σεν Τροπέ…όταν εναγκαλιζόμασταν υπό το φεγγαρόφως…και οι μακριές πλεξούδες σου μου γαργάλαγαν το δασύτριχο μου στήθος…όταν άγγιζες με τα ανάρια σου δάχτυλα τον ανδρισμό μου…εεεε….χμ!!!..αρκετά!)

Ύψος 1.73,  ψηλόλιγνο κορμί, με τις σωστές (και θανατηφόρες) καμπύλες στα μέρη που πρέπει, βυζάρ… εεεε… θέλω να πω στήθος στητό και πλούσιο, μαλλιά μακριά σγουρά σε απόχρωση του κόκκινου της φωτιάς, μάτια μελιά, μεγάλα και εκφραστικά, γαλλική μυτούλα, καλοσχηματισμένο στόμα, χείλη σαρκώδη αλά Αντζελίνα Τζολί, μακριά, χυτά, καλοσμιλεμένα πόδια, για να μην μακρηγορώ, τέλοσπάντων, είναι λες και ο Πραξιτέλης ο ίδιος φιλοτέχνησε το καλούπι της όταν ευρίσκετο εις την κοιλιάν της μητρός της…!

Αγαπητέ μου αναγνώστη, θα έχεις ήδη πιθανόν κατανοήσει το ρίγος που διαπέρασε τη ραχοκοκκαλιά μου και το βαρύ αίσθημα ευθύνης που αισθάνθηκα όταν ο πολυαγαπημένος μου εκδότης, Τύχων Έρλινγκτον, μου ανέθεσε να ετοιμάσω μια σύντομη βιογραφία της Έλσας Παπαμαρινοπούλου. Ω, Θεοί, πώς να μπορέσει να χωρέσει ένας φτωχός θνητός ανθρωπάκος σε λίγες μόνο σελίδες το πορτραίτο μιας ημίθεας;!; Είναι σαν να ζητήσεις από ένα ζωγράφο να αποτυπώσει στον καμβά του με κάθε λεπτομέρεια έναν γαλαξία! Ωστόσο, προσπάθησα, μάτωσα, πόνεσα και με κόστος βαρύτατο για εμένα, κατέληξα σε αυτό το μικρό περιεκτικό, θέλω να ελπίζω, πόνημα που κρατάς στα χέρια σου αυτή τη στιγμή. Κλείνοντας, σου ζητώ ταπεινά και γονυπετής, εις την περίπτωση κατά την οποία η Θεά Τύχη δεήσει ώστε να διασταυρωθεί κάποτε ο δρόμος σου με εκείνον της Έλσας, όταν και αν κατορθώσεις να ξεθαμπωθείς από τη λάμψη της, να υπάρξεις επιεικής απέναντί μου…!

 

Φαίδων Κούρτσαυλος-Μαλαγανιάς

……………………………………………………………………………………………………………..

ΕΛΛΗ 2 (Οκτώβριος 2009)

               «Μην ξαναστοιχειώσεις τα όνειρά μου…»

Είχε να φανεί 5 μέρες στο γραφείο. Δήλωνε συνεχόμενες ασθένειες και κανείς δεν ήξερε τι να υποθέσει σχετικά με την περίπτωσή του. Η κατάσταση ήταν εξαιρετικά περίεργη μια που επρόκειτο για έναν συνεπέστατο και τυπικότατο υπάλληλο που κατά την δεκαετή του απασχόληση στην Εταιρία δεν είχε δώσει ποτέ αφορμή για το παραμικρό και κανείς δεν θυμόταν να έχει δηλώσει έστω και μία μέρα ασθένεια μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια. Ο κύριος Μιχάλης, ο προϊστάμενός του, δικαιολογημένα ανησυχούσε. Πέρα από την άψογη επαγγελματική τους συνεργασία, τον συμπαθούσε και ως άνθρωπο και με τον καιρό είχαν αναπτύξει μια φιλική σχέση. Δεν είχαν γίνει και κολλητοί βέβαια, αλλά έβγαιναν μια στο τόσο, κατά κανόνα όταν σχόλαγαν από τη δουλειά, και πήγαιναν για να πιουν κανένα κρασάκι ή για να τσιμπήσουν κανένα μεζεδάκι και να τα πούνε. Φυσικά, δεν είχαν και πάρα πολλά να πούνε, όντας εργένηδες, (στο όριο του να θεωρηθούν γεροντοπαλλήκαρα, για να ακριβολογούμε) εργασιομανείς και με πενιχρή κοινωνική ζωή. Ωστόσο, ο ένας έβλεπε στο πρόσωπο του άλλου μια ελαφρά παραλλαγή του εαυτού του και αυτό, κατά κάποιο τρόπο, τους είχε δέσει αλλά και τους είχε προσφέρει παρηγοριά, αφού τους βοηθούσε να διαπιστώσουν, ο καθένας από την πλευρά του, ότι η περίπτωσή τους δεν ήταν μοναδική κι ότι υπήρχαν και άλλοι άνθρωποι στον κόσμο που βρισκόντουσαν στην ίδια περίπου μοίρα με αυτούς. Ήταν επόμενο, λοιπόν, ο κύριος Μιχάλης να αποφασίσει να επισκεφθεί τον συνάδελφο και φίλο του στο σπίτι του το απόγευμα της πέμπτης συνεχόμενης μέρας απουσίας του από το γραφείο, έχοντας αποτύχει επανειλημμένως, πιο πριν, να μιλήσει στο τηλέφωνο μαζί του, μια που εκείνος δεν απαντούσε στις κλήσεις του.

Η πόρτα της εισόδου της πολυκατοικίας ήταν ανοιχτή και ο κύριος Μιχάλης μπήκε αποφασιστικά μέσα και ανέβηκε στον δεύτερο όροφο όπου βρισκόταν το διαμέρισμα του συναδέλφου του. Χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας και περίμενε. Μετά από λίγο η πόρτα άνοιξε και ο κύριος Μιχάλης υπέστη ένα ελαφρύ σοκ από την εικόνα που αντίκρισε. Στο κατώφλι της πόρτας στεκόταν ένα ανθρώπινο ράκος στο πρόσωπο του οποίου με πολλή δυσκολία κατάφερε να αναγνωρίσει τον συνάδελφο και φίλο του. Ήταν κατάχλωμος, αναμαλλιασμένος, με γένια τουλάχιστον μιας εβδομάδας, με κατακόκκινα μάτια και με απλανές βλέμμα. Φορούσε ένα τρισάθλιο καρό μπουρνούζι του οποίου τα χρώματα είχαν ξεβάψει και ήταν ξυπόλητος. Ο κύριος Μιχάλης είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό βλέποντας τον φίλο του κυριολεκτικά αγνώριστο και σε τραγική κατάσταση. Τελικά, ύστερα από ένα λεπτό περίπου, βρήκε το κουράγιο να συνέλθει και να σπάσει τη σιωπή:

«Θοδωρή… Τι συμβαίνει; Τι έχεις πάθει; Γιατί είσαι έτσι;»

«Κύριε Μιχάλη… Εσείς… Ελάτε, περάστε μέσα, πρέπει να μιλήσουμε».

Τον οδήγησε στο σαλόνι του σπιτιού το οποίο θύμιζε βομβαρδισμένο τοπίο. Βιβλία, ρούχα, άδεια κουτιά από πίτσες και διάφορα σκουπίδια ήταν σωριασμένα παντού, στα τραπέζια, στον καναπέ, στις καρέκλες, στο πάτωμα. Η τηλεόραση ήταν πεσμένη κάτω και έδειχνε ότι μάλλον ήταν οριστικά εκτός λειτουργίας. Ένα ράντζο με έναν υπνόσακο επάνω του βρισκόταν στο μέσο του δωματίου.

«Καθήστε κύριε Μιχάλη…»

Ο κύριος Μιχάλης βρήκε μια ελεύθερη από σκουπίδια γωνιά στον καναπέ και στριμώχτηκε εκεί. Ο Θοδωρής πήρε μια καρέκλα, πέταξε στο πάτωμα τα ρούχα που βρίσκονταν επάνω της, την έστησε ανάποδα και κάθισε στηρίζοντας τα χέρια του στην πλάτη της. Ξανάρχισε να μιλάει: «Κύριε Μιχάλη, δεν έχουμε πολύ χρόνο, σύντομα θα έρθει να βρει κι εσάς και πρέπει εσείς τουλάχιστον να πάτε προετοιμασμένος». Υπήρχε ένας τόνος απόγνωσης στη φωνή του και το ύφος του προσώπου του, του μετέδιδε την αίσθηση του υπερεπείγοντος.

«Τί εννοείς Θοδωρή, δεν σε καταλαβαίνω. Ποιος είναι αυτός που θα έρθει να με βρει; Θες να το πιάσεις από την αρχή και να μου πεις τι ακριβώς σου συνέβη με νηφαλιότητα και ψυχραιμία;»

«Εδώ που έχουμε φτάσει κύριε Μιχάλη, η νηφαλιότητα και η ψυχραιμία αποτελούν πολυτέλεια. Το μόνο που έχει σημασία είναι ότι εκείνη σας έχει σταμπάρει και έρχεται για εσάς. Δεν έχει νόημα, απολύτως κανένα νόημα, να προσπαθήσετε να το αποφύγετε. Είναι δρομολογημένο και μεθοδευμένο το τι θα συμβεί από εδώ και πέρα. Εσείς το μόνο που μπορείτε να κάνετε είναι να σπεύσετε να προετοιμαστείτε…»

«Θοδωρή, σε παρακαλώ, αυτά που λες με ανησυχούν και μου ακούγονται σαν παραληρήμα ενός βαθύτατα συγχυσμένου ανθρώπου που χρειάζεται βοήθεια άμεσα. Άσε με να σε βοηθήσω, πιστεύω ότι είμαι σε θέση να το κάνω»

«Χμμμ…!». Ένα πικρόχολο γελάκι έσκασε στο πρόσωπο του Θοδωρή. «Εμένα δε μπορείτε να με βοηθήσετε τώρα πια κύριε Μιχάλη, έχω ξεπεράσει το στάδιο όπου οποιοσδήποτε θα μπορούσε να με βοηθήσει. Ο μόνος που ίσως μπορείτε να βοηθήσετε είναι ο εαυτός σας, αλλά ακόμα και γι’ αυτό επιτρέψτε μου να αμφιβάλλω σφόδρα…». Ξαφνικά σταμάτησε να μιλάει κι άρχισε τρομαγμένος να κοιτάει ολόγυρα και να τεντώνει τα αυτιά του, σαν να προσπαθούσε να αφουγκραστεί κάτι. Ο κύριος Μιχάλης τον κοίταζε με δέος, ανήμπορος να κάνει το οτιδήποτε. Δεν είχαν περάσει παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα όταν ο Θοδωρής τινάχτηκε με ένα απότομο σάλτο προς τον εμβρόντητο κύριο Μιχάλη σωριάζοντας την καρέκλα στο πάτωμα. Τον τράβηξε από το μανίκι του πουκαμίσου του και τον σήκωσε από εκεί που καθόταν, ανακοινώνοντας του παράλληλα με πολύ εμφατικό τόνο: «Ελάτε μαζί μου τώρα! Πρέπει να φύγουμε από εδώ!».

Βρισκόντουσαν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Το σκοτάδι είχε ήδη πέσει και δεν υπήρχε ψυχή στο δρόμο. Ο κύριος Μιχάλης, που είχε πρακτικά συρθεί από το συνάδελφό του ως εδώ, είχε χάσει πια εντελώς την υπομονή του:

«Θοδωρή, δεν μπορώ να ανεχτώ άλλο αυτήν την κατάσταση! Απαιτώ να μου πεις τ ώ ρ α τι συμβαίνει! Ειδάλλως…δεν ξέρω τι θα κάνω!».

Ο Θοδωρής είχε πάρει και πάλι εκείνο το απλανές βλέμμα και έμοιαζε σαν να αγναντεύει το υπερπέραν. Δε φαινόταν να δίνει και πολλή σημασία στην απαίτηση του κυρίου Μιχάλη να του ξεκαθαρίσει τι ακριβώς συνέβαινε. Τελικά μίλησε και πάλι και ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που απευθυνόταν στον προϊστάμενό του στον ενικό: «Θα έχεις σίγουρα δει πολλές φορές στη ζωή σου εκείνο το όνειρο όπου τρέχεις μέσα σε ένα δαιδαλώδες κτίριο, διασχίζοντας σκοτεινούς διαδρόμους και ψάχνοντας-μάταια-να βρεις την έξοδο από αυτό. Θα έχεις νιώσει εκείνο το αίσθημα της αόρατης και απροσδιόριστης απειλής που επικρεμάται πάνω από το κεφάλι σου. Θα έχεις αισθανθεί εκείνο τον τρόμο που δεν μπορεί να μπει σε λόγια και ο οποίος ελλοχεύει πίσω από την κάθε στροφή, πίσω από την κάθε γωνία. Θα έχεις ακούσει εκείνους τους περίεργους θορύβους που ακούγονται από μακριά, σαν να έρχονται από τους άλλους ορόφους του κτιρίου ίσως, για τους οποίους ξέρεις ότι καλύτερα να μη μάθεις ποτέ τι ακριβώς είναι και ποια η πηγή προέλευσής τους. Πιστεύω ότι θα έχεις πάρει το ασανσέρ (είναι ούτως ή άλλως ο μόνος τρόπος να μετακινηθείς από όροφο σε όροφο, σκάλες δεν υπάρχουν στο κτίριο, όπως θα ξέρεις) και θα έχεις φτάσει στον όροφο εκείνον όπου υπάρχει μόνο αυτή η μία, μεγάλη, μεταλλική πόρτα. Έχεις προσπαθήσει να την ανοίξεις ποτέ; Ναι, το ξέρω ότι το έχεις προσπαθήσει. Και ξέρω ότι γνωρίζεις πολύ καλά ποια βρίσκεται πίσω από αυτήν την πόρτα».

Ο κύριος Μιχάλης είχε παγώσει. Όλα αυτά του ακούγονταν ανατριχιαστικά γνώριμα και ήξερε ότι κάπου, κάπως, κάποτε τα είχε βιώσει. Ένα ρίγος διαπέρασε όλο του το κορμί. Ο Θοδωρής συνέχισε: «Αυτή που βρίσκεται πίσω από αυτήν την πόρτα, αυτή έρχεται τώρα ειδικά για εσένα. Άκουσε το κάλεσμα που της απηύθυνες-έστω κι αν δεν το έκανες συνειδητά-και τώρα καταφθάνει για να σε απαλλάξει από το βάρος που σε τυραννάει. Με το αζημίωτο, βέβαια!»

Ο κύριος Μιχάλης κοίταξε προς τα δεξιά του. Ο δρόμος ήταν ανηφορικός με πολύ απότομη κλίση και εκατέρωθεν του βρίσκονταν μονοκατοικίες με μικρούς κήπους. Δεν τον θυμόταν έτσι ακριβώς το δρόμο εκείνο, αλλά αυτό εκείνη τη στιγμή ελάχιστη σημασία είχε. Στο τέλος της ανηφόρας ο δρόμος κοβόταν απότομα καθώς κατέληγε σε ένα μεγάλο βράχο ο οποίος προφανώς συνέχιζε και από την άλλη, την από πίσω μεριά, την οποία ο κύριος Μιχάλης δεν μπορούσε να διακρίνει. Αυτό που μπορούσε να διακρίνει ήταν ότι στα ριζά του μεγάλου βράχου υπήρχε ένα μικρό, πολύ παλιό σπίτι. Η πίσω του πλευρά έμοιαζε σαν να ήταν χτισμένη μέσα στο βράχο. Είχε μια σκεπή με κεραμίδια, μια μικρή καμινάδα, μια πόρτα και δυο παράθυρα. Ένα αμυδρό και κάπως αρρωστημένο φως έβγαινε από αυτά τα παράθυρα. Μόνο και μόνο η θέα του προκάλεσε ένα έντονο αίσθημα δυσφορίας στον κύριο Μιχάλη. Παράλληλα, όμως, και χωρίς να μπορεί να καταλάβει το γιατί, του ασκούσε και μια έντονη έλξη.

Σαν να μάντευε τις σκέψεις του, ο Θοδωρής μίλησε για τελευταία φορά: «Ναι, εκεί πρέπει να πας, εκεί βρίσκεται η τελευταία σου ελπίδα. Είναι μεγάλο ρίσκο αλλά δεν έχεις επιλογή. Καλή τύχη φίλε μου κι αν δε σε ξαναδώ ποτέ θα καταλάβω…». Έβαλε το χέρι του στον ώμο του κυρίου Μιχάλη. Εκείνος γύρισε προς την πλευρά του και τον κοίταξε. Ένα αίσθημα αμοιβαίας κατανόησης και ενσυναίσθησης τον πλημμύρισε και το γεγονός αυτό του έδωσε το λίγο κουράγιο που ένιωθε ότι είχε τόσο ανάγκη. Έσφιξε το χέρι του φίλου του και κούνησε το κεφάλι του αποχαιρετώντας τον. Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να ανηφορίζει το δρόμο.

Βάδιζε ασθμαίνοντας και με πολλή δυσκολία. Η ανηφόρα ήταν πιο απότομη από όσο του είχε φανεί με το μάτι και ο δρόμος προς το μικρό σπίτι έμοιαζε ατελείωτος. Οι αυλόπορτες των μονοκατοικιών που παρατηρούσε καθώς ανέβαινε ήταν ανοιχτές, ωστόσο κανένα σημάδι ζωής δεν φαινόταν μέσα τους και ούτε σε μία από αυτές δεν υπήρχε έστω κι ένα αναμμένο φως. Το μόνο φως στο δρόμο προερχόταν από τις λάμπες του δημόσιου φωτισμού, οι περισσότερες εκ των οποίων είτε τρεμόπαιζαν είτε ήταν μισοσβησμένες. Μέσα σε αυτήν τη ζοφερή ατμόσφαιρα, η οποία του δημιουργούσε ένα πολύ δυσάρεστο συναίσθημα που ένιωθε να του καταπλακώνει την ψυχή και να του μαυρίζει τη διάθεση, διένυσε όλη την απόσταση και κάποια στιγμή, επιτέλους, έφτασε στην κορυφή της ανηφόρας.

Βρέθηκε να περιεργάζεται το μικρό σπίτι. Από κοντά έδειχνε ακόμα πιο παλιό και δεν ήταν καθόλου συντηρημένο: κεραμίδια έλειπαν από την κορυφή, σοβάδες είχαν πέσει από τους τοίχους και τα τοιχώματα της καμινάδας ήταν κατάμαυρα. Η όλη παρουσία του σπιτιού στο χώρο απέπνεε κάτι το εξαιρετικά δυσάρεστο και απειλητικό. Ο κύριος Μιχάλης στεκόταν εκεί σαν χαμένος, μη μπορώντας να αποφασίσει τι θα έπρεπε να κάνει στη συνέχεια. Παρατηρώντας συνεχώς, και όντας σε υπερδιέγερση, το καθετί πάνω στο σπίτι, δεν άργησε να αντιληφθεί ότι πίσω από το ένα φωτισμένο παράθυρο του σπιτιού κάτι κινείτο, μια απροσδιόριστη, φευγαλέα σκιά. Πολύ διστακτικά και προσεκτικά, έκανε λίγα βήματα προς την κατεύθυνση του παραθύρου. Ξαφνικά, ένα κοκκαλιάρικο χέρι τράβηξε μια κουρελιασμένη κουρτίνα και αντίκρισε δύο μεγάλα κατάμαυρα μάτια να τον κοιτάζουν με απίστευτη ένταση. Αυτό ήταν και το τελευταίο πράγμα που θυμόταν προτού χάσει τις αισθήσεις του και βυθιστεί σε ένα απόλυτο σκοτάδι…

…Όταν συνήλθε, ένιωσε τα αυτιά του να βουίζουν και είχε έναν τόσο επώδυνο  πονοκέφαλο που πίστευε ότι από στιγμή σε στιγμή το κεφάλι του θα εκρήγνυτο. Πίεσε τον εαυτό του αρκετά για να βρει τη δύναμη να ανασηκωθεί λίγο στηριζόμενος στους αγκώνες του και το κατάφερε.  Ήταν ξαπλωμένος σε ένα σκληρό, πετρώδους υφής και νοτισμένο από την υγρασία πάτωμα και γύρω του επικρατούσε σχεδόν απόλυτο σκοτάδι στο οποίο πήρε κάποια ώρα στα μάτια του για να προσαρμοστούν. Όταν αυτό τελικά έγινε, διαπίστωσε ότι βρισκόταν σε ένα μακρύστενο ορθογώνιο δωμάτιο. Οι τοίχοι, το πάτωμα, το ταβάνι ήταν όλα φτιαγμένα από πέτρα. Ελάχιστο φως ερχόταν από ένα μικρό παράθυρο, που ήταν σαν φεγγίτης και βρισκόταν ψηλά και δεξιά του. Από την πρώτη ματιά δε φαινόταν να υπάρχει κάποια πόρτα στο δωμάτιο αν και δεν θα έπαιρνε και όρκο για αυτό, μιας και το ελάχιστο φως δεν του επέτρεπε να εξάγει με σιγουριά τέτοια συμπεράσματα. Η αίσθηση που αμέσως αποκόμισε ήταν ότι βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια της γης, σε κάποιο υπόγειο. «Πιθανόν, βρίσκομαι στο υπόγειο του μικρού σπιτιού», σκέφτηκε και μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί του καθώς έκανε αυτή τη σκέψη. Τότε, και καθώς τα μάτια του προσαρμόζονταν ακόμη καλύτερα στο σκοτάδι, ήταν που διαπίστωσε ότι δεν ήταν μόνος στο χώρο αυτό.

Στο βάθος του δωματίου, μια μαυροντυμένη φιγούρα ήταν σκυμμένη μπροστά από ένα έπιπλο που έμοιαζε με τραπέζι και είχε γυρισμένη προς αυτόν την πλάτη της. Τόσην ώρα είχε παραμείνει εντελώς ασάλευτη, όμως τώρα είχε αρχίσει να κινείται πολύ σιγά και φαινόταν σαν να σηκώνεται στα πόδια της. Καθώς ο κύριος Μιχάλης είχε παγώσει στη θέση του, η φιγούρα γύρισε πολύ αργά προς το μέρος του. Το σοκ που επακολούθησε παραλίγο να τον ξαναστείλει στην επικράτεια της λησμονιάς και του μαύρου σκοταδιού από την οποία μόλις πριν λίγο είχε επιστρέψει. Μπροστά του στεκόταν εκείνη, ο πρώτος έρωτας και η πρώτη ερωτική απογοήτευση, παράλληλα, της ζωής του, η Έλλη, σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια.

Φορούσε έναν μαύρο μανδύα με κουκούλα και κάτω από αυτόν ένα μακρύ ολόλευκο φόρεμα. Ήταν ξυπόλητη. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της ήταν λυτά, το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο και τα μάτια της έλαμπαν με μια πολύ περίεργη λάμψη καθώς τον κοίταζε.  Δεν είχε αλλάξει καθόλου από τότε που τη θυμόταν, όταν είχαν γνωριστεί και ήταν μαζί, στα 18 τους χρόνια, και αυτό δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό του. Αυτό που ήταν χτυπητά διαφορετικό, όμως, σε σχέση με το παρελθόν και το πως τη θυμόταν, ήταν ότι τώρα την περιέβαλε μια αύρα θανάτου.

Καθώς ο κύριος Μιχάλης προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αυτό που συνέβαινε, η Έλλη άρχισε να κατευθύνεται με αργά και αποφασιστικά βήματα προς το μέρος του. Αυτό τον τρομοκράτησε και τον έκανε να τιναχτεί όρθιος με μια άκρως ζογκλερική για την ηλικία του κίνηση. Πισωπάτησε γοργά και η πλάτη του χτύπησε με δύναμη στον πέτρινο τοίχο του δωματίου. Έμεινε ακίνητος και ζαρωμένος εκεί για λίγο. Η Έλλη τον έφτασε και στάθηκε σε απόσταση αναπνοής από αυτόν, καρφώνοντάς τον με τα μεγάλα γκριζογάλαζα της μάτια. Λίγα δευτερόλεπτα που του φάνηκαν αιώνες πέρασαν χωρίς να γίνει τίποτα. Ύστερα εκείνη ύψωσε αργά τα χέρια της και τα ακούμπησε στους ώμους του. Άρχισε να του μιλάει με μια παγερή μεταλλική φωνή που εκείνος δεν την αναγνώρισε σαν τη φωνή που θυμόταν να έχει η Έλλη του:

«Ήρθα για εσένα Μιχάλη. Με κάλεσες και ήρθα.»

«…Έλλη..! Πώς γίνεται αυτό; Τι μου συμβαίνει; Τι θέλεις από εμένα;»

«Σημασία δεν έχει η Έλλη, η Έλλη που βλέπεις εσύ είναι απλά ένας αγγελιοφόρος. Εκπροσωπεί αυτούς που ανέλαβαν να διαχειριστούν την υπόθεσή σου.»

«Ποια υπόθεση μου;»

«Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Η μίζερη, βαρετή και μονότονη ζωή σου σε έχει οδηγήσει σε ένα τέλμα, έτσι δεν είναι; Ξυπνάς κάθε πρωί και αναρωτιέσαι αν υπάρχει κανένα νόημα στο να συνεχίσεις, έτσι δεν είναι; Νιώθεις να έχει αποστραγγιστεί κάθε ελπίδα από μέσα σου, έτσι δεν είναι;»

Ο κύριος Μιχάλης παρέμεινε σιωπηλός.

«Στα όνειρά σου, όταν δραπετεύεις για λίγο από τη μουντή καθημερινότητά σου, ψάχνεις απεγνωσμένα να βρεις μια διέξοδο. Αυτή τη διέξοδο ξέρεις ότι μόνο εκείνοι, αυτοί τους οποίους εκπροσωπώ, μπορούν να σου προσφέρουν. Γι’ αυτό και ζήτησες τη βοήθειά τους. Και εκείνοι ποτέ δε λένε όχι σε όποιον είναι διατεθειμένος να πληρώσει το τίμημα. Κι εσύ το ξέρουμε ότι πάντα ήσουν διατεθειμένος να πληρώσεις το τίμημα.»

«Ποιο είναι αυτό το τίμημα;»

Η Έλλη έσκυψε και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Εκείνος κατάλαβε και χαμήλωσε το κεφάλι του παραδομένος. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του. Εκείνη έπιασε το πρόσωπό του με τα χέρια της, το χάιδεψε και το σήκωσε στο ύψος των ματιών της. Τον κοίταξε με το έντονο βλέμμα της και του φάνηκε ότι μπορούσε να διακρίνει έστω και για λίγο μια ελαφρά συγκίνηση πίσω από το παγερό της προσωπείο. Χωρίς να καταλάβει ακριβώς το πως, βρέθηκε να την φιλάει. Και ήταν τόσο όμορφα όσο και τότε…

…Ένα εκτυφλωτικό φως τους τύλιξε. Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν το πρόσωπό της με κλειστά τα μάτια της να τον φιλάει και μια τούφα από τα μαλλιά της να του γαργαλάει το μάγουλο…

… Ο Μιχάλης ξύπνησε. Έμεινε να κοιτάει το ταβάνι για πολλή ώρα προσπαθώντας να καταλάβει ποιος ήταν και που βρισκόταν. Χρειάστηκε να ακουστεί ένας πολύ γνώριμος ήχος από την πλευρά του κομοδίνου που βρισκόταν στο αριστερό του χέρι για να αρχίσει να συνέρχεται. Προερχόταν από το κινητό του τηλέφωνο και ήταν ο χαρακτηριστικός ήχος που τον ειδοποιούσε ότι είχε μόλις λάβει ένα γραπτό μήνυμα. Έπεισε τον εαυτό του να τεντωθεί προς τα εκεί, έπιασε το κινητό στα χέρια του, άνοιξε το πορτάκι του και διάβασε το μήνυμα που ήταν γραμμένο σε άπταιστα greeklish: «Ksypna palio-ypnara! Entaksei, na ksexaseis oti eixame mathima sth sxolh, na ksexaseis oti eixes na paradwseis ergasia, alla na ksexaseis kai thn kalh sou??? Tespa, as opsetai h tosh adynamia pou sou exw! Pare me otan mporeseis, Ellh». Τώρα πλέον είχε σιγουρευτεί. Ήταν ένας εφιάλτης και πέρασε. Ο «κύριος Μιχάλης» ήταν απλά μια προειδοποίηση που του απηύθυνε το υποσυνείδητό του, ένα καμπανάκι που του χτύπησε να προσέξει και να φροντίσει ώστε η ζωή του να μην πάρει μια τέτοια πορεία στο μέλλον.

Σκέφτηκε ότι το πιο αστείο σχετικά με το όνειρο που μόλις είχε ήταν ότι συμμετείχε σε αυτό και ο Θοδωρής. Άκου να δεις, ο Θοδωρής κι εγώ δύο μίζεροι υπάλληλοι, δύο μεσήλικες εργένηδες με μηδαμινές προοπτικές στη ζωή τους. Και μάλιστα εγώ να είμαι και προϊστάμενός του Ε, αυτό πια…, μονολόγησε από μέσα του. Ο Θοδωρής ήταν ο καλύτερός του φίλος. Γνωριζόντουσαν από μικρά παιδιά. Μέσω του Θοδωρή είχε γνωρίσει την Έλλη, όταν εκείνη και ο φίλος του ήταν ζευγάρι. Τον θυμόταν να του λέει: «Δεν ξέρω ρε φίλε… αυτό το κορίτσι ώρες ώρες μου δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο, σε μια κατάσταση που όμοια της δεν έχω συναντήσει ξανά. Από τη μία, τη διαπνέει μια ελπίδα, μια αισιοδοξία για το μέλλον, μια σιγουριά ότι όλα θα πάνε καλά για εμάς και θα μας δοθεί η ευκαιρία να κάνουμε πολύ σημαντικά και όμορφα πράγματα στη ζωή μας. Όταν τη βλέπω να έχει αυτή τη στάση, παίρνω τα πάνω μου και συσσωρεύω μπόλικη ενέργεια και κουράγιο για να κυνηγήσω και να πραγματοποιήσω όλα όσα ονειρεύομαι. Από την άλλη, πολλές φορές, και με αφορμή όλα αυτά τα τραγικά συμβάντα που συμβαίνουν στις μέρες μας με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα, βυθίζεται σε μια δίνη συναισθημάτων απαισιοδοξίας, μαυρίλας, μηδενισμού και ισοπέδωσης των πάντων. Τότε υποστηρίζει ότι όσα όνειρα κι αν κάνουμε εμείς δεν θα προλάβουμε να τα εκπληρώσουμε γιατί η κατάσταση στον κόσμο έχει πάρει μια πολύ άσχημη τροπή και η πορεία προς τον πάτο είναι μη αναστρέψιμη. Αυτές οι δύο όψεις της, ξέρεις, με παραπέμπουν στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ανθρωπότητα σήμερα. Από τη μία έχουμε τις μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις, τα τεχνολογικά επιτεύγματα και τις προόδους, γενικότερα, που συντελούνται στους διάφορους τομείς της ανθρώπινης δράσης και μας κάνουν όλους να πιστεύουμε ότι η ζωή μας δεν μπορεί παρά να βελτιώνεται διαρκώς και τα ενδιαφέροντα μας να μην σταματήσουν να αυξάνονται. Από την άλλη, βλέπεις πάρα πολλούς ανθρώπους να βυθίζεται στη βαρεμάρα, στο τέλμα και στη στασιμότητα, βλέπεις τα κρούσματα τυφλής και αμετροεπούς βίας να αυξάνονται με εκθετικό ρυθμό, βλέπεις να φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια σενάρια συνομωσιολογικής παράνοιας και δυσοίωνων προφητειών για το επερχόμενο «τέλος του κόσμου» και βλέπεις τον κόσμο σαστισμένο και φοβισμένο να ζαρώνει στη γωνίτσα του και να αρκείται στο να ζει με τα ελάχιστα, μην τολμώντας να κάνει έστω κι ένα βήμα παραπέρα το οποίο θα διευρύνει τον ορίζοντά του. Η Έλλη, λοιπόν, με τις αντιφάσεις της, συμβολίζει για μένα την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο κόσμος μας σήμερα. Και λειτουργεί για μένα σαν ένα ιδιότυπο βαρόμετρο της ψυχολογικής και συναισθηματικής κατάστασης ολόκληρου του ανθρώπινου είδους».

Δεν άργησε να την ερωτευτεί αλλά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά, ήταν η κοπέλα του καλύτερού του φίλου. Όταν ήταν στο τελευταίο στάδιο της σχέσης τους με το Θοδωρή είδε ξεκάθαρα ότι υπήρχε ανταπόκριση και από τη μεριά της. Όταν χώρισαν με το Θοδωρή, σχεδόν αμέσως οι δυο τους τα έφτιαξαν. Ο Θοδωρής δεν παρεξηγήθηκε, ίσα ίσα που ενθάρρυνε τη σχέση τους γιατί πίστευε ακράδαντα ότι ο Μιχάλης ταίριαζε πάρα πολύ με την Έλλη ενώ εκείνος, όπως είχε αποδειχθεί στην πράξη, καθόλου. Ο Θοδωρής δεν άργησε να βρει άλλη κοπέλα κι έτσι τώρα όλοι τους ήταν, θεωρητικά, ευτυχισμένοι και οι σχέσεις μεταξύ τους ήταν εξαιρετικές. Ο Μιχάλης με την Έλλη ταίριαζαν όντως πάρα πολύ και εκείνη του έλεγε ότι ποτέ δεν είχε ξανανιώσει τόσο όμορφα στη ζωή της. Το πιο σημαντικό ήταν ότι η σκοτεινή πλευρά της Έλλης δεν εκδηλωνόταν σχεδόν καθόλου πλέον και οι δυο τους έπλεαν σε πελάγη ευδαιμονίας και άκρας αισιοδοξίας, καταστρώνοντας όλων των ειδών τα φιλόδοξα έως και εντελώς τρελά και ουτοπικά σχέδια για το μέλλον το οποίο διαγραφόταν πολλά υποσχόμενο μπροστά τους.

Ο Μιχάλης, ανακουφισμένος που όσα είδε ήταν απλά ένα άσχημο όνειρο και τίποτα παραπέρα, βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του να κάνει ένα τσιγάρο. Είχε κάθε λόγο να αισθάνεται ευτυχισμένος. Ήταν 18 χρονών, πρωτοετής φοιτητής στο πανεπιστήμιο και είχε όλη τη ζωή μπροστά του. Ήταν ερωτευμένος με το πιο γλυκό, το πιο όμορφο, το πιο έξυπνο κορίτσι που υπήρχε στον κόσμο όλο, την Έλλη του και, το σπουδαιότερο, ήταν κι εκείνη ερωτευμένη μαζί του. «Ω, ναι, η ζωή είναι πολύ όμορφη τελικά», σκέφτηκε. Ήταν ένα υπέροχο ανοιξιάτικο απόγευμα, συν τοις άλλοις. Ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει, διαγράφοντας την καθιερωμένη πορεία του προς… προς την Ανατολή;;; Ένιωσε να τον λούζει κρύος ιδρώτας ξαφνικά, κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά εδώ πέρα. Η Δύση βρισκόταν εντελώς αντιδιαμετρικά από την πλευρά του ορίζοντα όπου έβλεπε τον ήλιο να χαμηλώνει, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ως προς αυτό. Τις αμέσως επόμενες στιγμές η αναστάτωσή του ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο, όταν παρατηρώντας πιο προσεκτικά τη γειτονιά που βρισκόταν το σπίτι του και την οποία γνώριζε σαν την παλάμη του χεριού του, διαπίστωσε ότι αυτά που έβλεπε μόνο γνώριμα δεν του ήταν. Κοιτάζοντας δεξιά του, είδε ότι ο δρόμος ανηφόριζε με πολύ απότομη κλίση. Εκατέρωθέν του υπήρχαν μονοκατοικίες με ανοιχτές τις αυλόπορτες. Ο δρόμος κατέληγε-εδώ κρατήθηκε από το κάγκελο του μπαλκονιού του για να μην καταρρεύσει-σε ένα μεγάλο βράχο πίσω από τον οποίο δεν είχε ορατότητα. Στη ρίζα του βράχου αυτού ήταν κτισμένο ένα μικρό, παμπάλαιο σπίτι. Είχε μια σκεπή με κεραμίδια, μια μικρή καμινάδα, μια πόρτα και δυο παράθυρα. Ένα αμυδρό και κάπως αρρωστημένο φως έβγαινε από αυτά τα παράθυρα. Ένιωσε ένα παγωμένο χέρι να του σφίγγει την καρδιά.

Εντωμεταξύ, το σκοτάδι είχε ήδη πέσει («πότε είχε προλάβει κιόλας;», σκέφτηκε). Άκουσε μια συνομιλία από το δρόμο. Ήταν δυο πολύ γνώριμες φωνές. Εντελώς απρόθυμα, έγειρε το σώμα του λίγο μπροστά από την άκρη του μπαλκονιού για να δει ποιοι συζητούσαν. Έξω από την κυρίως είσοδο της πολυκατοικίας όπου διέμενε, είδε τους δύο μεσήλικες συναδέλφους, τον Θοδωρή και τον κύριο Μιχάλη, να μιλάνε εκπέμποντας μια εσωτερική ένταση που μπορούσε άνετα να την αισθανθεί αν και βρισκόταν σε κάποια απόσταση από αυτούς. Έκλεισε τα μάτια του, αρνούμενος να παραδεχτεί αυτό που του συνέβαινε. Όταν τα ξανάνοιξε ένιωσε ότι δεν ήταν μόνος του στο μπαλκόνι. Γύρισε με πολύ αργές κινήσεις προς τα πίσω. Αντίκρισε εκείνη να τον κοιτάει με ένα ειρωνικό και κάπως αρρωστημένο χαμόγελο. Τον πλησίασε. Ένα εκτυφλωτικό φως τον τύλιξε…

…Βρέθηκε να τρέχει μέσα στους διαδρόμους του δαιδαλώδους κτιρίου, το οποίο κάθε φορά που βρισκόταν εκεί του φαινόταν τόσο γνώριμα άγνωστο. Έπρεπε να καταβάλλει διπλάσια προσπάθεια για να κινηθεί καθώς το πάτωμα έμοιαζε σαν να κυλάει πάντοτε στην αντίθετη φορά από τη δική του. Επιπλέον, μια ομίχλη είχε γεμίσει όλους τους χώρους κάνοντας την προσπάθεια του ακόμα πιο επίπονη. Κάποια στιγμή με κάποιο τρόπο βρήκε το ασανσέρ. Το κάλεσε κι αυτό ανταποκρίθηκε άμεσα. Μπήκε μέσα στο κουβούκλιο και είδε ότι υπήρχαν δύο κουμπιά, ένα κόκκινο κι ένα μπλε. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, πάτησε το κόκκινο. Μετά από μία άνοδο που του φάνηκε ότι κράτησε ώρες το ασανσέρ σταμάτησε και η πόρτα του άνοιξε. Βγήκε έξω και βρέθηκε μπροστά από τη μεγάλη μεταλλική πόρτα. Προς μεγάλη του έκπληξη, είδε ότι ένα φως έβγαινε από τη χαραμάδα κάτω στο πάτωμα. Ένιωσε πιο θαρραλέος τώρα και έδωσε ένα ελαφρύ σπρώξιμο στην πόρτα. Εκείνη, κάνοντας ένα ελαφρύ τρίξιμο, άνοιξε. Προχώρησε μέσα.

Το δωμάτιο ήταν σχετικά ευρύχωρο. Ένα παχύ περσικό χαλί κάλυπτε όλο το πάτωμα. Μια κατοπτρικά συμμετρική, και ομολογουμένως εντυπωσιακή, παράσταση απεικονιζόταν επάνω του: ένα παγώνι με πολύχρωμα φτερά που βρισκόταν στους κήπους του παλατιού κάποιου Πέρση ηγεμόνα, πιθανόν. Γύρω από το παγώνι η βλάστηση οργίαζε και το περιέβαλλαν, ακόμη, 3 καβαλάρηδες, εκ των οποίων ο πρώτος φορούσε πράσινο χιτώνα, ο δεύτερος μπλε και ο τρίτος χρυσό. Μέσα στο δωμάτιο υπήρχε μια τεράστια βιβλιοθήκη της οποίας τα ράφια κάλυπταν σχεδόν όλους τους τοίχους και όπου βρίσκονταν τοποθετημένα εκατοντάδες βιβλία, τα περισσότερα εκ των οποίων φαίνονταν πολύ παλιά. Ένα παράθυρο, από το οποίο έμπαινε το φως της ημέρας, υπήρχε κάπου ψηλά.

Αφού το βλέμμα του περιπλανήθηκε στο χώρο, τελικά σταμάτησε στην άκρη του δωματίου. Εκεί βρισκόταν ένα μικρό γραφείο με μια λάμπα πάνω του. Μια κοπέλα καθόταν εκεί και κάτι έγραφε σε ένα τετράδιο. Φορούσε ένα κατάλευκο πουλόβερ. Αν και του είχε γυρισμένη την πλάτη της, την αναγνώρισε αμέσως. Με τρεμάμενη φωνή, τη φώναξε:

«Έλλη…!»

Εκείνη σταμάτησε να γράφει και γύρισε προς το μέρος του. Ήταν δακρυσμένη.

«Ω… Έλλη μου…»

«Μιχάλη… Σ’ αγαπάω… Σ΄αγαπάω πάρα πολύ αλλά… δε γίνεται… δε μπορούμε να είμαστε μαζί..»

«Έλλη… Το ξέρεις ότι εγώ θα έκανα τα πάντα για εσένα!»

«Το ξέρω, αλήθεια, το ξέρω πολύ καλά.. Όμως το τάιμινγκ είναι τόσο λάθος, δυστυχώς… Κι αυτό εμένα με πονάει πάρα πολύ, πιο πολύ από όσο φαντάζεσαι…»

«Δε χρειάζεται να πεις περισσότερα, καταλαβαίνω… Απλά… δε μπορώ να πάψω να νοιάζομαι για εσένα και να προσποιηθώ ότι δεν τρέχει τίποτα, κάτι τέτοιο δεν θα το άντεχα, ευτυχώς ή δυστυχώς έτσι είναι η φτιάξη μου…»

Εκείνη δε μίλησε και έμεινε να τον κοιτάει με βουρκωμένα μάτια. Εκείνος πλησίασε κοντά της, έσκυψε και την αγκάλιασε. Δεν άντεξε, δάκρυσε κι εκείνος καθώς την έσφιγγε πάνω του… Ένα εκτυφλωτικό φως τους τύλιξε…

… Η Έλλη ξύπνησε μούσκεμα από τον ιδρώτα και με τα δάκρυα να κυλούν ακόμα από τα  γκριζογάλαζα μάτια της. Αφού σκούπισε τα δάκρυά της με την άκρη του σεντονιού, σηκώθηκε από το κρεβάτι της με πολύ αργές κινήσεις, φόρεσε τη ρόμπα της και πέρασε στο σαλόνι. Όλα εδώ, στο σπίτι αυτό, ήταν εγκαταλελειμμένα και αφημένα. Οι τοίχοι είχαν ξεβάψει και είχαν ρωγμές, τα έπιπλα ήταν παλιά και φθαρμένα, η σκόνη που κάλυπτε το πάτωμα σχημάτιζε ένα παχύ στρώμα και σε όλες σχεδόν τις γωνίες δέσποζαν περίτεχνοι ιστοί αραχνών. Η Έλλη ένιωσε πολύ γερασμένη και κουρασμένη για το οτιδήποτε. Πήγε στο ένα από τα δύο παράθυρα της πρόσοψης του σπιτιού και τράβηξε το κουρελιασμένο κουρτινάκι. Κοίταξε έξω. Μια απίστευτη αμμοθύελλα μαινόταν που αλλοίωνε το φως του ήλιου δίνοντας του μια κιτρινωπή, αρρωστημένη απόχρωση. Ίσα ίσα που μπορούσε να διακρίνει τα σπίτια στην κατηφόρα. Αλλά, ούτως ή άλλως, αυτό δεν είχε καμία σημασία. Όλοι όσοι ζούσαν σε αυτό το μέρος είχαν πια φύγει, είχαν χαθεί, είχαν πεθάνει. Ήταν η τελευταία που είχε απομείνει εκεί.

Δεν ένιωθε μοναξιά, είχε πάψει να νιώθει το οτιδήποτε εδώ και πολύ καιρό. Δεν είχε πλέον νόημα, πίστευε. Το μόνο που την κρατούσε να συνεχίζει να ξυπνάει κάθε μέρα και να ζει όπως ζούσε, ήταν ότι είχε βρει ένα σκοπό. Είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό της να θυμηθεί και να καταγράψει πως ήταν τα πράγματα, πως ήταν η ζωή της, πριν τη μεγάλη καταστροφή. Συνέβη όταν ήταν 20 χρονών περίπου. Πρώτα το πρωτοφανές κύμα ομαδικών αυτοκτονιών… ύστερα ο θανατηφόρος ιός που είχε κατακευάσει και απελευθερώσει εκείνη η αίρεση… η πλήρης αποσάρθρωση του κοινωνικού ιστού που επακολούθησε… ελάχιστοι είχαν επιβιώσει από όλες αυτές τις δοκιμασίες και είχαν καταφύγει σε μέρη όπως αυτό όπου βρισκόταν τώρα. Όμως το ποτάμι δε γυρνούσε πίσω και η όποια λιγοστή ελπίδα είχε απομείνει πνιγόταν σιγά σιγά κάτω από τόνους σκόνης και άμμου.

Είχε βρει κάπου, σε ένα από τα άδεια, τώρα πια, σπίτια που βρίσκονταν κάτω στο δρόμο,ένα παλιό τετράδιο με κιτρινισμένες σελίδες. Το είχε πάρει και κάθε τόσο σημείωνε ό,τι μπορούσε να θυμηθεί για το πως ήταν τα πράγματα πριν. Κυρίως έγραφε για εκείνον. Αυτό που τη βασάνιζε και τη στενοχωρούσε περισσότερο από κάθε τι άλλο, όμως, ήταν ότι αδυνατούσε να θυμηθεί το όνομά του. Τώρα όμως… το όνειρο που είχε δει… Ξαφνικά έτρεξε στο μικρό τραπέζι όπου ήταν το τετράδιο. Το άνοιξε, πήρε το μολύβι στο χέρι της και στην πρώτη σελίδα έγραψε με μεγάλα γράμματα: «ΜΙΧΑΛΗΣ». Ύστερα, χωρίς να σκεφτεί καθόλου άρπαξε το τετράδιο, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και βγήκε έξω.

Η σφοδρή αμμοθύελλα μαστίγωνε το πρόσωπό της και λέρωνε το λεκιασμένο νυχτικό της αλλά αυτό δεν την απασχολούσε. Καθώς βγήκε από την πόρτα έστριψε και άρχισε να ανεβαίνει το δρόμο που οδηγούσε στην κορυφή του βράχου. Το στόμα της είχε στεγνώσει εντελώς και ανέπνεε με πολλή δυσκολία. Ήταν αναπόφευκτο κάποια στιγμή να νιώσει ότι οι δυνάμεις της την εγκαταλείπουν. Γονάτισε στο έδαφος κρατώντας πάντα το τετράδιο στα χέρια της. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει για πόσην ώρα έμεινε εκεί, έξω από το ερειπωμένο σπίτι στη βάση του βράχου, σε αυτή τη στάση.

Ξαφνικά διέκρινε κάποιου είδους κίνηση στο βάθος μπροστά της. Κάτι ή κάποιος ερχόταν προς το μέρος της. Φάνταζε σαν μια φασματική οντότητα, σαν μια εικόνα που τρεμόπαιζε κι έκανε παράσιτα. Καθώς η απόσταση μεταξύ τους ελαττωνόταν γοργά, είχε παγώσει στη θέση της και κρατούσε την ανάσα της. Όταν την πλησίασε αρκετά, ανατρίχιασε σύγκορμη και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Ήταν εκείνος. Έσκυψε μπροστά της και της χάιδεψε απαλά το πρόσωπο. Εκείνη δεν είχε δύναμη ούτε καν να δακρύσει. Καθόταν και τον χάζευε άναυδη. Της μίλησε:

«Έλλη μου…»

«Μιχάλη…! Ήρθες;», βρήκε το κουράγιο να του αποκριθεί.

«Ήρθα να σε δω. Μη φοβάσαι πια.»

«Έγραφα για να είμαι έτσι πάντα μαζί σου, δεν μπορώ άλλο μακριά σου. Θα είμαστε μαζί;», ξέσπασε ξαφνικά.

«Ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε μαζί, Έλλη…»

Με μια απαλή κίνηση την σήκωσε όρθια και πήρε το τετράδιο από τα χέρια της. Ο θυελλώδης άνεμος έσκισε τα φύλλα του και άρχισε να τα παρασέρνει μακριά. Κοιτάχτηκαν στα μάτια και αγκαλιάστηκαν τρυφερά για τελευταία φορά, γνωρίζοντας πια πως αυτό δεν ήταν ένα ακόμη όνειρο.

Εκείνος άνοιξε την πόρτα μπαίνοντας στο σκοτεινό και ερειπωμένο σπίτι, και τότε ένα ξαφνικό αλλά εκτυφλωτικό φως τους τύλιξε. Ένα κουρασμένο χαμόγελο διαγράφηκε στα  πρόσωπά τους και σφίγγοντας γερά τα χέρια τους διάβηκαν το κατώφλι κλείνοντας τα μάτια …

……………………………………………………………………………………………………………..

Εμείς κι εσύ (Σεπτέμβριος 2009)

Σήκωσε κάπως βαριεστημένα το ακουστικό του τηλεφώνου της και πατώντας τα κατάλληλα πλήκτρα σχημάτισε τον αριθμό του. Ήθελε να τον ρωτήσει κάτι σχετικά με τα διαγράμματα που της είχε στείλει ηλεκτρονικά πριν λίγο. Καθώς τον άκουγε (πάντα βαριεστημένα) να της δίνει με περίσσια διάθεση και πολύ διεξοδικά τις επεξηγήσεις που χρειαζόταν, τον είδε να περνά στο διάδρομο έξω από το γραφείο της και να την χαιρετάει χαμογελώντας της. Το ακουστικό σχεδόν της έπεσε από τα χέρια και το στόμα της άνοιξε μια σπιθαμή. Προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της ότι δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό και ότι η υπερκόπωση σε συνδυαμό με την ενοχλητική υγρασία εκείνου του μεσημεριού την έκαναν να έχει παραισθήσεις, έκλεισε τα μάτια της. Όταν τα ξανάνοιξε, εκείνος δε βρισκόταν πια έξω από το γραφείο της, ωστόσο παρέμενε στην άλλη άκρη της γραμμής:

«Γη καλεί συναδέλφισσα! Γη καλεί συνδέλφισσα! Τι έπαθες παιδί μου και σώπασες;

«Ε; Τίποτα, τίποτα… Να σου πω, ήσουν πριν λίγο…»

«Πού να ήμουν πριν λίγο;»

«Άσε, άσε, τίποτα μωρέ, εγώ μάλλον έχω αρχίσει και κλατάρω και βλέπω φαντάσματα…»

«Φαντάσματα;!; Συναδέλφισσα, είναι πασιφανές, νομίζω, ότι η πολλή δουλειά σε βάρεσε κατακούτελα και χρειάζεσαι ένα διάλειμμα. Πάμε στο κυλικείο να σε κεράσω μια τυρόπιτα κι ένα χυμό να έρθεις στα ίσια σου.»

«Έχεις δίκιο, το χρειάζομαι. Φύγαμε, λοιπόν!»

…Είχαν απλώσει την αρίδα τους στο κυλικείο, χαζεύαν  και κουτσομπόλευαν τον κόσμο της Εταιρίας και γενικά έσπαγαν πλάκα. Είχε ξεχάσει εντελώς αυτό που συνέβη πρωτύτερα και όταν του ζήτησε να περιμένει λίγο για να πάει να αγοράσει ένα μπουκάλι νερό δεν φανταζόταν τι επρόκειτο να (ξανά)συμβεί. Ήταν μπροστά στο ταμείο και ξεδιάλεγε τα κέρματα στο χέρι της όταν άκουσε μια πολύ γνώριμη φωνή να της λέει:

«Τι μπορώ να κάνω για τη συναδέλφισσα;»

«Θα ήθελα ένα μπουκάλι…». Πάγωσε ολόκληρη καθώς ανασήκωσε το κεφάλι της μόνο και μόνο για να αντικρίσει και πάλι εκείνον που την κοίταζε με το γνωστό του χαμόγελο. Αλαφιασμένη άφησε τα κέρματα να πέσουν από τα χέρια της και γύρισε προς την άλλη κατεύθυνση, προς το βάθος της αίθουσας, ψάχνοντας απελπισμένα να βρει το τραπέζι όπου εκείνος καθόταν μαζί της. Πράγματι, δεν της πήρε παρά λίγα δευτερόλεπτα για να τον διακρίνει. Καθόταν αραχτός στο τραπέζι τους, όπως τον είχε αφήσει, και της έκανε ένα νεύμα, πάντα με το γνωστό του χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Ξαναγυρνώντας, σοκαρισμένη όσο ποτέ στη ζωή της, προς το ταμείο είδε ότι δεν υπήρχε κανείς πλέον εκεί. Υπήρχε μόνο ένα μπουκάλι νερό αφημένο στον πάγκο μπροστά της.

…Είχε ζητήσει να πάρει ολιγόωρη άδεια από τη δουλειά και τώρα επέστρεφε σπίτι της. Σε εκείνον όταν τη ρώτησε, του είπε, εμφανώς τρομοκρατημένη και κατάχλωμη, ότι ένιωθε πολύ αδιάθετη ξαφνικά και ότι έπρεπε να φύγει από το γραφείο. Στις εκκλήσεις που της απηύθυνε για να την γυρίσει εκείνος σπίτι της μια και την έβλεπε να έχει τα κακά της τα χάλια, εκείνη είχε αντισταθεί με τον πλέον εμφατικό και σθεναρό τρόπο, μη δίνοντας του άλλο περιθώριο παρά να υποχωρήσει. Βρισκόταν στο αυτοκίνητό της και το οδηγούσε καταβάλλοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες να παραμείνει ψύχραιμη και να μην το ρίξει σε καμιά κολώνα ή χαντάκι. Κάποια στιγμή την έπιασε κόκκινο. Καθώς περίμενε με ανυπομονησία για να ανάψει πράσινο έπιασε με την άκρη του ματιού της μια ανησυχητικά γνώριμη φιγούρα να πλησιάζει το παράθυρο του οδηγού. Με φρίκη αντίκρισε και πάλι εκείνον να της προτείνει, χαμογελαστός όπως πάντα, ένα διαφημιστικό φυλλάδιο.  Έστρεψε, χωρίς να το πολυσκεφτεί, το κεφάλι της εμπρός, ανέβασε το τζάμι του παραθύρου και σανίδωσε το γκάζι εκτινάσσοντας το αμάξι μπροστά. Ευτυχώς το πράσινο είχε μόλις ανάψει.

…Ήταν πολύ ταραγμένη για να έχει το μυαλό της στην οδήγηση κι έτσι δεν ήταν περίεργο που 2-3 φορές παραλίγο να τρακάρει άσχημα ή να σκοτώσει κάποιον. Τελικά, συνειδητοποιώντας ότι δεν πήγαινε άλλο, αποφάσισε να παρκάρει περίπου 2 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι της και να περπατήσει το υπόλοιπο της διαδρομής. Δεν είχε προλάβει να κάνει λίγα μέτρα όταν και πάλι τον είδε. Μάζευε κάτι ξερά φύλλα και σκουπίδια από το δρόμο με μία σκούπα κι ένα φαράσι. Όταν την κοίταξε και της έσκασε το γνωστό χαμόγελο, δεν έτρεφε καμία αυταπάτη πλέον: είτε είχε αποτρελαθεί εντελώς είτε η τάξη και οι φυσικοί νόμοι του κόσμου όπως τον ήξερε κατέρρεαν σταθερά, δίνοντας τη θέση τους σε μία απερίγραπτα χαοτική κατάσταση. Ο πανικός την είχε καταβάλλει κι έτσι άρχισε αυθόρμητα να τρέχει, σκοπεύοντας να φτάσει όσο πιο γρήγορα και ανώδυνα στο σπίτι της, το οποίο φάνταζε, εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα, ως η μόνη πιθανή σανίδα σωτηρίας για εκείνη.  Τρέχοντας αλαφιασμένη, δεν παρατήρησε (ευτυχώς για εκείνη και την εναπομείνασα ψυχική της ισορροπία) ότι ο ψιλικατζής της γειτονιάς της, ο βενζινάς στη γωνία του τετραγώνου που βρισκόταν η πολυκατοικία της και ο ταχυδρόμος που κουβαλούσε ένα σάκο με γράμματα, είχαν το ίδιο ακριβώς πρόσωπο και το ίδιο και απαράλλαχτο χαμόγελο καθώς την κοίταζαν να περνάει από μπροστά τους.

…Μπήκε επιτέλους στην πολυκατοικία της και κάλεσε το ασανσέρ πατώντας μανιασμένα το κουμπί τουλάχιστον δέκα φορές. Ήταν εξουθενωμένη από το τρέξιμο και ένιωθε ότι από στιγμή σε στιγμή θα έκανε εμετό. Καθώς περίμενε με ανυπομονησία να κατέβει το ασανσέρ άκουσε ένα χτύπημα στο τζάμι της πόρτας της εισόδου. Δεν είχε νόημα να γυρίσει να δει τι ή ποιος ήταν. Ήξερε ακριβώς τι θα αντίκριζε. Ένιωσε ένα αίσθημα απόλυτης παραίτησης να την πλημμυρίζει. Με ένα βαθύ αναστεναγμό γύρισε το κεφάλι της και τον είδε να έχει το πρόσωπο και τα χέρια του κολλημένο στο τζάμι, σα μικρό παιδί, και να της χαμογελάει. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα χαρτί πάνω στο οποίο είχε γράψει με μεγάλα γράμματα και με τον κλασικό του, και πασίγνωστο σε εκείνη, αδέξιο και αντίστοιχο εφτάχρονου, γραφικό του χαρακτήρα, τρεις λέξεις κι ένα θαυμαστικό: ΜΗ ΜΕ ΑΠΟΦΕΥΓΕΙΣ! Αυτό κάπως της ήρθε και ένιωσε ότι άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή μέσα της. Αμφιταλαντεύτηκε για κλάσματα του δευτερολέπτου ως προς το αν θα πήγαινε να του ανοίξει και λίγο έλειψε να το κάνει. Όμως εκείνη τη στιγμή κατέφθασε το ασανσέρ. Μηχανικά, χωρίς να σκεφτεί καθόλου, μπήκε μέσα και ανέβηκε στον όροφο που βρισκόταν το διαμέρισμά της.

…Ξεκλείδωσε την πόρτα, μπήκε μέσα στο διαμέρισμα, έβγαλε με βιαστικές κινήσεις τα παπούτσια της και σωριάστηκε κατάκοπη στον καναπέ. Η γάτα της, ίσως έκπληκτη που η αφεντικίνα της είχε επιστρέψει τόσο νωρίς αλλά σίγουρα πολύ χαρούμενη, ήρθε αμέσως εκεί και με ένα σάλτο πήδηξε στον καναπέ και κουλουριάστηκε δίπλα της. Εκείνη τη χάιδεψε με στοργή και η γάτα έβγαλε γουργουρίσματα ικανοποίησης. Τότε ήταν που παρατήρησε ότι κάτι παράξενο συνέβαινε στο σπίτι της. Το τραπέζι της τραπεζαρίας ήταν στρωμένο με το καλύτερο τραπεζομάντηλο που διέθετε και πάνω του βρισκόταν ένα κηροπήγιο, ένα μπουκάλι κρασί καθώς και τα δύο πανάκριβα σερβίτσια της. Οι άλλες αισθήσεις δεν άργησαν να μπουν στο παιχνίδι: ήχοι μαγειρέματος ακούγονταν από την πλευρά της κουζίνας, ενώ μια μυρωδιά φαγητού που πλανιόταν στον αέρα δεν άργησε να φτάσει στα ρουθούνια της. Ανακάθισε ανήσυχη στον καναπέ, όμως πριν προλάβει να κάνει οτιδήποτε άλλο τον είδε να βγαίνει από την κουζίνα. Φορούσε έναν άσπρο σκούφο μαγειρικής, σιγοσφύριζε έναν εύθυμο σκοπό και βαστούσε στα χέρια του μια τεράστια καλυμμένη πιατέλα. Ακούμπησε την πιατέλα με πολλή προσοχή στο τραπέζι και ύστερα γύρισε κάπως απότομα και θεατρικά προς εκείνη. Της έριξε το γνωστό του χαμόγελο και κατευθύνθηκε προς το μέρος της. Εκείνη δεν ήξερε τι να κάνει πια κι ήταν τόσο καταβεβλημένη ψυχολογικά που, απλά, αφέθηκε. Όταν είχε φτάσει πολύ κοντά της, πάνω από τον καναπέ, της μίλησε πρώτος:

«Γεια σου συναδέλφισσα!»

«…», το στόμα της είχε στεγνώσει και δεν έβγαινε φωνή με τίποτα.

«Από το πρωί προσπαθώ να σου μιλήσω αλλά εσύ με αποφεύγεις συνεχώς…»

«Τι συμβαίνει;», κατόρθωσε τελικά να ψελλίσει εκείνη.

«Θα πρότεινα να φάμε, το φαγητό είναι έτοιμο όπως βλέπεις. Πάω να φέρω και τις σαλάτες με τα ορεκτικά και μετά θα μας σερβίρω. Μπορούμε να τα συζητήσουμε όλα κατά τη διάρκεια του γεύματος μας, τι λες κι εσύ;»

Περιέργως, δεν του έφερε καμία αντίρρηση. Σηκώθηκε από τον καναπέ και πήγε και κάθισε στο τραπέζι. Εκείνος έφερε τις σαλάτες, έφερε και τα ορεκτικά και σέρβιρε και τους δυο τους. Όλως παραδόξως, διαπίστωσε ότι πείναγε πολύ κι έτσι άρχισε να τρώει με όρεξη και να πίνει γενναιόδωρες γουλιές από το φίνο κόκκινο κρασί. Βρήκε το φαγητό γευστικότατο και το σχολίασε αποδίδοντάς του τα εύσημα. Εκείνος την ευχαρίστησε και επεσήμανε ότι μαγείρεψε τόσο ωραία γιατί τον ενέπνευσε εκείνη. Κάπως έτσι κύλησε η επόμενη λίγη ώρα: με εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις, πειράγματα, γέλια και ελαφρά μέθη, ένας συνδυασμός που δημιουργούσε μια πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα. Εκείνη είχε ήδη σχεδόν ξεχάσει όλα όσα είχαν συμβεί εκείνη την ημέρα και πέρναγε πολύ όμορφα.

Κάποια στιγμή πέρασαν και στο κυρίως πιάτο. Ο «σεφ» (ο οποίος είχε πια βγάλει τον άσπρο του σκούφο) σήκωσε το κάλυμμα της μεγάλης πιατέλας και αποκάλυψε ένα λαχταριστό ψητό γουρουνόπουλο με πατάτες φούρνου. Το πιάτο ήταν απλό, ωστόσο ήταν και μαγειρεμένο στην εντέλεια και τρώγοντας το, εκείνη βίωσε μια σπάνια γαστριμαργική απόλαυση. Μετά και το επιδόρπιο (σουφλέ σοκολάτας με παγωτό μαστίχα) είχε χαλαρώσει πάρα πολύ και τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί και την είχαν κατατρομοκρατήσει, κάνοντάς τη να αμφιβάλλει έντονα για την ψυχική της υγεία, είχαν ξεθωριάσει αρκετά ώστε να της φαίνονται, πλέον, απλώς σαν ένα κακό όνειρο. Φυσικά, δεν τα είχε ξεχάσει κι εντελώς, κι έτσι, χαϊδεύοντας με ικανοποίηση την κοιλιά της, ξανάνοιξε την κουβέντα πάνω στο θέμα αυτό:

«Δε νομίζεις ότι θα πρέπει να μιλήσουμε και λίγο για τον ελέφαντα στο δωμάτιο;»

«Εννοείς, υποθέτω, καλή μου συναδέλφισσα, το γεγονός της πολλαπλής μου σημερινής εμφάνισης σε διαφορετικά σημεία του χωροχρονικού συνεχούς, γεγονός που, υπό κανονικές συνθήκες, θεωρείται εντελώς αδύνατο, σωστά;»

«Ναι, αυτό εννοούσα»

«Χμμμ… Θα προσπαθήσω να το θέσω όσο πιο απλά γίνεται, αν και δεν είναι πολύ εύκολο. Εγώ, που λες, όπως με βλέπεις τώρα, δεν είμαι ακριβώς «εγώ».»

«Ορίστε;;;»

«Θα ήταν πιο σωστό να λέγαμε ότι «εγώ» δεν είμαι παρά ένα μόνο μέρος ενός ευρύτερου «εμείς». Και σήμερα αυτό το «εμείς» κατάφερε να εκδηλώσει πολλές διαφορετικές πτυχές του, πολλά διαφορετικά «μικρο-εγώ», (σχεδόν) στον ίδιο χρόνο και σε πολλά διαφορετικά σημεία του χώρου. Αλλά αυτό το «εμείς» δεν θα κατάφερνε ποτέ να κάνει τέτοια μαγικά χωρίς τη δικιά σου συνεισφορά και βοήθεια.»

«Τώρα έχω χαθεί! Δε μου τα κάνεις λίγο πιο λιανά για να μην τρελαθώ εντελώς στο τέλος; Ήδη βρίσκομαι στα όριά μου!»

«Ένα από τα «μικρό-εγώ» μας, ο γνωστός σου συνάδελφος, σου είχε τραβήξει αρκετά κι έντονα την προσοχή. Τον παρατηρούσες, αλληλεπιδρούσες πολύ μαζί του σε ένταση και συχνότητα και ενίσχυες το επίπεδο συνειδητότητάς του. Τώρα, το «μικρό-εγώ» μας αυτό δεν είχε ξανασυναντήσει στη διάρκεια της ζωής του μια τόσο έντονη, χαρισματική και γοητευτική προσωπικότητα του άλλου φύλου (είναι σημαντικό κι αυτό, παίζει ρόλο να υπάρχει διαφορετική πολικότητα) σαν και τη δική σου.  Έτσι η φόρτιση του από τις ενεργειακές σας αλληλεπιδράσεις (και πρέπει να ξέρεις πως οποιαδήποτε αλληλεπίδραση μεταξύ δύο ανθρώπων είναι ενεργειακή σε ένα βασικό επίπεδο) του ενίσχυσε το επίπεδο συνειδητότητας σε τέτοιο βαθμό ώστε κάποια στιγμή ξεπέρασε ένα κρίσιμο όριο και αντιλήφθηκε ότι το «μικρό-εγώ» του δεν αποτελούσε παρά μία μόνο συνιστώσα ενός απείρως πολυπλοκότερου «εμείς». Από εκεί και πέρα δεν απείχε παρά μόνο ένα βήμα από το να ενταχθεί συνειδητά στο «εμείς» και να το κάνει να εκδηλωθεί στο δικό του πλαίσιο αναφοράς, στη δική του χωροχρονική πραγματικότητα. Γιατί, φυσικά, «εμείς» δε δεσμευόμαστε καθόλου από τα δεσμά του χώρου και του χρόνου.»

«Μάλιστα, τώρα με φώτισες!!!… Γιατί όμως να γίνει αυτό το νταβαντούρι, ποιος ο λόγος;»

«Ο λόγος είναι ότι «εμείς» σε έχουμε πάρα πολύ μεγάλη ανάγκη. Και σε έχουμε πάρα πολύ μεγάλη ανάγκη, γιατί θέλουμε να «ξυπνήσεις» και να συνειδητοποιήσεις ότι και το δικό σου «μικρό-εσύ» αποτελεί μέρος ενός πολύ ευρύτερου «εσείς». Θέλουμε να ενεργοποιήσεις «εσάς» λοιπόν και να «σας» φέρεις στο συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο στο οποίο βρισκόμαστε τώρα. Και αυτό πρέπει να το κάνεις σχετικά γρήγορα, γιατί «εμείς» κι «εσείς» πρέπει να ενωθούμε, «εμείς» κι «εσείς» έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας…»

«Γι’ αυτό μου έκανες το τραπέζι; Για να με ρίξεις και να με πείσεις να έρθω σε επαφή με τους… άλλους μου εαυτούς και τις… άλλες μου ζωές; Και δεν διοργανώναμε καμία συνεδρία με τραπεζάκια, να καλέσουμε κανένα πνεύμα, καλύτερα; Πιο αποτελεσματικό θα ήταν. Και, επίσης, ποιά είναι αυτή η δουλειά που έχουμε να κάνουμε και στην τελική γιατί εγώ να θέλω να εμπλακώ σε όλην αυτήν τη θεοπάλαβη ιστορία;»

«Θες να εμπλακείς γιατί δεν έχεις επιλογή. Και δεν έχεις επιλογή γιατί θες να εμπλακείς»

«Αρχίσαμε και τα κοάν του ζεν βουδισμού τώρα;»

«Όσο για τη δουλειά που έχουμε να κάνουμε… είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να εξηγήσω στο «μικρό-εσύ» σου σε τι ακριβώς αφορά γιατί ξεφεύγει από τα όρια των δυνατοτήτων κατανόησής του (σου). Μόνο «εσείς» θα είστε σε θέση να κατανοήσετε πλήρως μια τέτοια χαοτική για τα κοινά «μικρο-ανθρώπινα» μυαλά εικόνα. Απλά θα σου πω ότι εκτός από «εμάς» κι «εσάς» υπάρχουν και «αυτοί». Και οι επιδιώξεις «αυτών», όποιοι κι αν είναι, δε συμβαδίζουν απαραίτητα με τις επιδιώξεις «ημών» και «υμών». »

«Ανάθεμα με αν κατάλαβα το οτιδήποτε!»

«Η εξέλιξη είναι ευλογία και κατάρα, είναι αδυσώπητη και δεν μπορεί και δεν πρέπει να σταματήσει. Και όσοι έχουμε ταχθεί στο πλευρό της το κάνουμε γνωρίζοντας τα τεράστια ρίσκα που διατρέχουμε αλλά και τα τεράστια οφέλη που θα καρπωθούμε τόσο εμείς όσο κι ολόκληρη η ανθρωπότητα, αν αποτρέψουμε την εξέλιξη από το να σταματήσει ή να εκτροχιαστεί.»

«…Δεν ξέρω τι να πω, αυτά όλα παραείναι για μένα… Πάνω που πήγα να το βρω λίγο, το έχασα ακόμη περισσότερο…»

«Κατανοώ απολύτως το σοκ σου. Ωστόσο τα λόγια δεν έχουν νόημα από εδώ και πέρα, αυτό που μετράει είναι οι πράξεις και τα βιώματα…»

Σηκώθηκε από τη θέση του, πήγε κοντά της και την αγκάλιασε. Εκείνη, βυθισμένη στις σκέψεις της, έγειρε το κεφάλι της πάνω στο στήθος του. Της ανακάτεψε τρυφερά στα μαλλιά και τη χάιδεψε στο πρόσωπο. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε με τα ιδιαίτερα εκφραστικά μάτια της. Κοιταζόντουσαν για πολλή ώρα έτσι, χωρίς να λένε ή να κάνουν τίποτα. Ύστερα εκείνος πλησίασε κι άλλο το πρόσωπο του στο δικό της κι εκείνη έκλεισε τα μάτια της. Τα χείλη τους ενώθηκαν…

…Αν μπορούσε εκείνη τη στιγμή κάποιος να κοιτάξει στο μπαλκόνι του διαμερίσματος εκείνης της τυπικής αθηναϊκής πολυκατοικίας, θα έβλεπε εκείνον κι εκείνην, «εκείνους» κι «εκείνες» αν προτιμάτε, τους δύο «συναδέλφους», πιασμένους χέρι χέρι να παρατηρούν χαμογελαστοί πίσω από το τζάμι της μπαλκονόπορτας  τα «αδέρφια» τους, τις σάρκες εκ των σαρκών τους, να κάνουν το πρώτο βήμα ενός συναρπαστικού ταξιδιού προς τη μαγική χώρα του αγνώστου, των προκλήσεων, των κινδύνων αλλά και των μυριάδων σαγηνευτικών υποσχέσεων…

Και θα ζήσουμε «εμείς» καλά κι «εσείς» καλύτερα…!

……………………………………………………………………………………………………………..

Ο γάμος μου (by David Lynch) (Ιούνιος 2006)

(Ξανά)παντρεύτηκε και η Νικόλ… Άκουγα χθες στο ρεπορταζ του πιο δροσερού και νεανικού δελτίου ειδήσεων της ελληνικής τηλεόρασης όλα τα παραλειπόμενα από το γάμο στην Αυστραλία. Έμαθα λοιπόν από την καλή ρεπόρτερ Άννα-Μαρία-Χριστίνα Τσορμπατζίδου πως την σκηνοθετική επιμέλεια του γάμου της ανέλαβε ο γνωστός σκηνοθέτης Baz Luhrmann (γνωστός για 2 πράγματα σε μένα τουλάχιστον, για το Moulin Rouge και για το Sunscreen, το τραγούδι-απαγγελία με οδηγίες χρήσης για τη ζωή). Και σκεφτόμουν ποιος σκηνοθέτης θα ήταν ο κατάλληλος για να στήσει τον δικό μου γάμο. Συσκέφθηκα με τον εαυτό μου και το πόρισμα δεν άργησε να βγει: David Lynch φυσικά!

Τηλεφώνησα στον David, του ανακοίνωσα την επιθυμία μου κι εκείνος δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Μου ζήτησε λίγο χρόνο για να επεξεργαστεί το σενάριο και τη σκηνοθεσία της γαμήλιας τελετής και μου είπε ότι θα με έπαιρνε πίσω (τηλέφωνο) σε κανένα μισάωρο για να μου σκιαγραφήσει σε αδρές γραμμές τις ιδέες του σχετικά με το επικείμενο event του αιώνα (το γάμο μου ντε!). Μου έκανε μία ερώτηση μόνο, η οποία ήταν αν η νύφη έχει ήδη βρεθεί και όταν του αποκρίθηκα πώς όχι ακόμα είπε απλά: «Λαμπρά! Αυτό μου λύνει τα χέρια σε βαθμό που δε φαντάζεσαι»!

Μου ξανατηλεφώνησε μετά από καμιά ώρα και μου παρέθεσε όλες του τις σκέψεις. Συμφώνησα στον υπερθετικό βαθμό. «Το ήξερα ότι δεν θα με απογοήτευες, βρε συ Dave», του είπα. Ιδού λοιπόν σε σύνοψη το μεγαλοφυές του σενάριο για εκείνη τη βραδιά:

Η τελετή θα λάβει χώρα σε ένα παρεκκλήσι της αίρεσης των Ραελιανών πλησίον της Μονής Εσφιγμένου στο Άγιον Όρος. Οι καλεσμένοι θα είναι ακριβώς 23, ούτε παραπάνω ούτε παρακάτω. Πρώτος θα καταφτάσω εγώ στον ιερό ναό καβάλα σε ένα ροζ παιδικό ποδήλατο με καλαθάκι στην μπροστινή πλευρά. Μες στο καλαθάκι θα βρίσκεται η ανθοδέσμη και μια ακέφαλη κούκλα. Θα φοράω μαύρα παπούτσια, μαύρα παντελόνια, μαύρο σακάκι και ένα έντονα κόκκινο ζιβάγκο. Θα ξεπεζέψω στον περίβολο του ναού και θα πάρω την ανθοδέσμη. Με το που αφήσω το ποδήλατο αυτό θα πέσει κάτω και θα διαλυθεί σε χίλια κομμάτια. Η αρχιτεκτονική του ναού θα παραπέμπει σε Μεγάλους Παλαιούς, Κθούλου και ημιβυθισμένη Ρ’λυε (βλέπε και Χάουαρντ Φίλλιπς Λάβκραφτ). Αποτρόπαιες γωνίες, τερατώδεις καμπύλες, βλάσφημα σχέδια, αποκρουστικές σκαλιστές μορφές, όλα τα σχετικά. Η πρωτοτυπία εδώ συνίσταται στο ότι θα φεγγοβολά ένα αρρωστημένο κιτρινιάρικο χρώμα το οποίο όμως θα αποκτά κατά καιρούς μωβ, πορφυρές και άλικες αποχρώσεις. Συμβολίζει την αύρα του «ζωντανού ναού του μεγάλου μυστηρίου» σύμφωνα με τον David.

Θα μπω στο εσωτερικό του ναού κρατώντας την ανθοδέσμη στο αριστερό μου χέρι. Ο ναός στο εσωτερικό του θα είναι ένα τυπικό παρεκκλήσι σαν αυτά που έχουμε δει τόσες και τόσες φορές σε αμερικάνικες ταινίες και σειρές. Θα επικρατεί νεκρική σιγή. Οι καλεσμένοι θα είναι όλοι ήδη καθισμένοι στις θέσεις τους. Η κάμερα στο σημείο εκείνο θα εστιάσει πάνω τους για να διαπιστωθεί έτσι πως δεν είναι οι ίδιοι οι καλεσμένοι παρόντες, αλλά κάποια πολύ παραστατικά κέρινα ομοιώματα τους, τύφλα να’χει η Μαντάμ Τισσό! Στα δε πρόσωπα όλων θα είναι ζωγραφισμένη μια έκφραση απόλυτου τρόμου. Εγώ θα προχωρήσω και θα σταθώ μπροστά από το ιερό παραμένοντας βλοσυρός κι ανέκφραστος. Θα περάσουν 2-3 λεπτά όπου τίποτα δε θα συμβεί. Τη νεκρική ακινησία και σιγή θα διακόψει η είσοδος του ιερέα. Θα μπει κι αυτός από την κεντρική είσοδο και θα έρθει και θα σταθεί μπροστά μου. Θα φοράει κατάλευκα άμφια τα οποία θα έχουν ένα μόνο σχέδιο στο μπροστινό τους μέρος. Αυτό θα είναι ο Εσταυρωμένος πάνω σε έναν τετραδιάστατο σταυρό, μια απομίμηση του γνωστού πίνακα του Νταλί. Ο παπάς θα μοιάζει εμφανισιακά…έχετε δει το CryBaby με τον Johnny Depp? Θα είναι σαν τον πρωταγωνιστή στην ταινία με το ίδιο τατουάζ δακρύων στην άκρη των ματιών, μόνο φανταστείτε τον καμιά 40αριά χρόνια γηραιότερο.

Ο παπάς θα παραμείνει αμίλητος για λίγα δευτερόλεπτα κοιτώντας με κατάματα. Ξαφνικά θα βγάλει από την τσέπη του ένα μικρό σε διαστάσεις, παλιό, μισοσκισμένο και με κιτρινισμένες σελίδες καφέ βιβλίο και θ’αρχίσει να ψέλνει μονότονα σε μία εντελώς ακατάληπτη γλώσσα. Μετά από λίγα λεπτά θα σταματήσει για να φωνάξει (σε καταληπτή γλώσσα, εννοείται): –«Η νύφη μπορεί τώρα να εισέλθει».

Καμία απάντηση.

-«Η νύφη μπορεί τώρα να εισέλθει», πιο δυνατά αυτή τη φορά.

Απόλυτη σιωπή κι αυτή τη φορά.

-«Η νύφη μπορεί τώρα να εισέλθει», με στεντόρεια φωνή. Η ηχώ που θα δημιουργηθεί θα δώσει έναν υποβλητικό τόνο στο όλο σκηνικό.

Αυτή τη φορά σαν απόκριση στο κάλεσμα του ιερέα θα έρθει μια στριγκλιά σαν κρώξιμο από την κατεύθυνση της οροφής της εκκλησίας. Ένα σκοινί θα ξεδιπλωθεί από την οροφή προς το πάτωμα. Και μια μαϊμού θα κατέβει. Η μαϊμού θα φοράει ένα πολύ ωραίο νυφικό. Η νύφη θα είναι η μαϊμού.

Θα έρθει και θα σταθεί δίπλα μου ακριβώς. Εγώ θα την κοιτάω με τρυφεράδα και στοργή. Θα σκύψω και θα της ψιθυρίσω στο αυτί: «Είσαι πολύ όμορφη σήμερα αγάπη μου. Εκείνη σε απάντηση θα σκούξει δυνατά, τόσο δυνατά που θα μπορούσε να ξεκουφάνει άνθρωπο. Ο παπάς θα πει: «Πάρε αγκαλιά τη νύφη, τέκνο μου, μη φοβάσαι, εδώ είναι ο οίκος του Θεού μας». Θα την πάρω αμεσως αγκαλιά, υπακούοντας στον ιερέα. «Ωραία», θα πει αυτός. «Και τώρα ήρθε η ώρα της χαρμόσυνης λειτουργίας. Φώτα, μουσική!».

Θα ακουστεί ο ήχος ενός μηχανισμού που τίθεται σε λειτουργία και μια ξύλινη ράμπα θα αρχίσει να κατεβαίνει πίσω από τον ιερέα. Πάνω σε αυτή θα βρίσκεται μια μπάντα που θα διαθέτει το στήσιμο, το ντύσιμο και το στάιλινγκ μιας τυπικής 50s-60s rock ‘n roll μπάντας. Πάνω στο τύμπανο θα είναι γραμμένο το όνομα: The Blue Pixies. Θα είναι κενή μόνο η θέση του τραγουδιστή. Με το που φτάσει η ράμπα στο έδαφος και σταματήσει να ακούγεται ο χαρακτηριστικός ήχος γκρου-γκρου της τροχαλίας, ο παπάς θα πετάξει τα άμφια από πάνω του, αποκαλύπτοντας μια ομοιόμορφη αμφίεση με αυτή της υπόλοιπης μπάντας και με μια θεατρική κίνηση θα πηδήξει πάνω στη ράμπα. Οι μουσικοί θα αρχίζουν να παίζουν τις πρώτες νότες από μια πολύ γνωστή 60s μπαλάντα του Roy Orbisson. Μετά από λίγο ο lead singer-ιερέας θάρχίσει να ερμηνεύει:«Only the lonely, shu-ba, shuba, shuba, know the way I feel tonight, shuba, shuba…». Εννοείται ότι τα shu-ba, shuba θα είναι τα cheesy backing vocals. Το γκρουπ θα συνεχίσει να παίζει το τραγούδι μέχρι που ξαφνικά ο ήχος ενός πυροβολισμού θα διακόψει απότομα το τραγούδι. Ο ιερέας θα πέσει νεκρός, χτυπημένος από μια σφαίρα στο δόξα πατρί. Θα τον έχει πυροβολήσει ο Σερίφης.

Όχι ο Γιάννης Σερίφης ούτε ο Θωμάς. Ο Σερίφης ήταν ο γυμνασιάρχης στο γυμνάσιο του γαμπρού. Αποκαλείτο έτσι λόγω του επιβλητικού παροουσιαστικού του. Πανύψηλος, 2 μέτρα με καμπούρα παρακαλώ, με τεράστια χέρια, πρόσωπο ανέκφραστο κι ένα βλέμμα δολοφονικό που θα έκανε και τον Τσαρλς Μπρόνσον να…σκιαχτεί. Όταν έμπαινε στην τάξη να διδάξει (αγωγή του πολίτη) ή να κάνει κάποια ανακοίνωση έπρεπε οι μαθητές να σηκωνόντουσαν όρθιοι. Το ίδιο κι όταν αποχωρούσε. Μια μοναδική φορά είχαν αποπειραθεί να κάνουν κατάληψη κάποιοι μαθητές επί των ημερών του και είχε σπάσει το λουκέτο με τα ίδια του τα χέρια. Ήταν ένας old school καθηγητής, βγαλμένος θαρρείς από το Νόμο 4000.

Τέλος απαραίτητης παρένθεσης. Ο Σερίφης ερχόμενος από πίσω μου θα προχωρήσει αργά και αποφασιστικά προς το μέρος μου. Αυτή τη φορά θα είναι όντως ντυμένος σα σερίφης από το Φαρ-Ουέστ με καπέλο, γιλέκο, τζιν, μπότες και ένα χρυσό αστέρι στο πέτο. Η κάννη από το πιστόλι που θα κρατάει στο χέρι του έχοντας μόλις πυροβολήσει τον ιερέα θα είναι ακόμη καπνισμένη. Εντωμεταξύ ο μηχανισμός της ράμπας θα έχει τεθεί ξανά σε λειτουργία ανεβάζοντας την ξανά προς τα πάνω και απομακρύνοντας την από το πλάνο με τους μουσικούς να παραμένουν ανέκφραστοι σαν να μην έχει γίνει απολύτως τίποτε ή σαν να γνωρίζουν ότι έχουν ήδη επιτελέσει το ρόλο τους με επιτυχία. Ο Σερίφης θα σταθεί μπροστά μου. Εγώ θα αφήσω κάτω τη μαϊμού με πολλή προσοχή και αυτή αφού θα βγάλει το νυφικό της κρώζοντας θα φύγει από την πόρτα. Εκείνος θα περιμένει να φύγει και θα μιλήσει:

-«Στο είχα πει [επίθετο] ότι αν με έβλεπες για δεύτερη φορά αφότου αποφοίτησες, πάει να πει ότι δεν τα κατάφερες»

Θα έστρεφε εν συνεχεία την ακόμη καπνισμένη κάννη προς το μέρος μου και θα πυροβολούσε. Ένα ξερό κλικ θα ακουγόταν. Το όπλο θα είναι άδειο.

-«Ούτε να πεθάνεις με αξιοπρέπεια και φορώντας τις μπότες σου δεν είσαι ικανός [επίθετο]». Αυτό θα έλεγε, θα έβαζε το εξάσφαιρο στη θήκη της ζώνης του και θα αποχωρούσε με βήμα σταθερό.

Εγώ θα απέμενα μόνος. Και τότε σ’ένα ξέσπασμα θα έπεφτα στα γόνατά μου θα άρπαζα το νυφικό που είχε αφήσει η μαϊμού στα χέρια μου και θα άρχιζα να κλαίω. Γοερά κι ακατάπαυστα. Θα έκλαιγα γιά ώρα πολλή μέχρι που να στερέψω από δάκρυα, να αδειάσω από τα πάντα, από όσα κρατούσα μέσα μου τόσα χρόνια.

Κι ύστερα θα σηκωνόμουν και θα έφευγα. Όπως θα έφτανα όμως στην πόρτα θα πάθαινα ένα ξεφνικό εγκεφαλικό και θα τιναζόμουν σαν να με χτύπησε αστραπή. Κι ύστερα απλά θα σωριαζόμουν στο έδαφος σαν ένα άδειο σακί από πατάτες…

……………………………………………………………………………………………………………..

Έλλη… (Μάιος 2006)

Περιμένω εσένα…

Ναρθεις να με πάρεις αγκαλιά και να τα ξεχάσω όλα…Να με χαϊδέψεις με τρυφερότητα και να μέ ηρεμήσεις…Να μην αναλώνομαι πλεόν σε ομφαλοσκοπήσεις και ταβανοθεραπείες γιατί δε θα το έχω ανάγκη…Να μην χρειάζεται να εξηγώ και να αιτολογώ τίποτα ούτε σ’εσένα ούτε και στον εαυτό μου…Θα είσαι εκεί κι αυτό θα μου αρκεί…

Οι γκρίζες και μουντές ημέρες θα αποκτήσουν ξάφνου νόημα όταν έρθεις…Θα μπορώ να υπομένω τα πάντα, να πήζω χωρίς να μιλάω, ακόμη και να σκύβω το κεφάλι αδιαμαρτύρητα…Η σκέψη και μόνο ότι θα σε δω, έστω και για λίγο, για ένα φιλί στα πεταχτά, για μια αγκαλίτσα, θα φτάνει και θα περισσεύει για να αποκτούν οι άχρωμες και άοσμες ημέρες της ρουτίνας τα χρώματα του ουράνιου τόξου και την απριλιάτικη ευωδιά των λουλουδιών και της φύσης που ξυπνάει…

Έλεγα ότι μπορεί και να μη σε χρειαστώ, ότι με παίρνει να στηριχτώ στις δικές μου δυνάμεις για να προχωρήσω…Πόσο λάθος είχα…Έχω μπλοκάρει κι έχω εισέλθει σ’έναν φαύλο κύκλο εξαιτίας της απουσίας σου…Πάω να κάνω δύο βήματα και αμέσως ζαλίζομαι και τρικλίζοντας επιστρέφω στο σημείο από όπου ξεκίνησα…Κάθε φορά και πιο νικημένος και πιο «άδειος»…Έχω ανάγκη από την αύρα σου να με αναζωογονήσει…Πόση αντίθεση κάνει το ζωηρό άλικο χρώμα της με το αρρωστημένο γκρίζο της δικής μου…

Που είσαι;Ποια ίχνη πρέπει να ακολουθήσω για να σε βρω; Δεν το γνωρίζω…

«Insecure…what you’re gonna do…feel so small they could step on you…called you up…answer machine…when the human touch is what I need, what I need, what I need…is you…I need you…»

Τα πράγματα που νοσταλγώ πιο πολύ στη ζωή είναι αυτά που ποτέ δεν έζησα…

……………………………………………………………………………………………………………..

Ο εφιάλτης στο δρόμο με τα κλισέ (Μάιος 2006)

-Σημασία δεν έχει η νίκη, σημασία έχει η συμμετοχή (ναι καλά εντάξει!)
-Ζήσε κάθε μέρα σου σαν να είναι η τελευταία (και γιατί όχι σα να είναι η πρώτη;)
-Δεν υπάρχουν πια ενδιάμεσες (καιρικά) εποχές (μήπως φταις κι εσύ όμως που έχεις εξελιχθεί σε ένα εντελώς υποχόνδριο ον που όταν η θερμοκρασία είναι κάτω από τους 20 δεν μπορεί χωρίς καλοριφέρ και πάνω από τους 25 χωρίς air-condition; Λέω, μήπως;)
– Δεν πιστεύω απόλυτα στα ζώδια, αλλά κάποιες γενικές αρχές ισχύουν (ναι, κάποιες ποοοολυ γενικές και ασαφείς ,θα προσθέσω, αρχές, οι οποίες αναδιατυπώμενες ή και όχι, μπορούν να βρουν εφαρμογή στον κάθε άνθρωπο.)
-Πρέπει να κολυμπήσεις στα βαθιά για να τα καταφέρεις (θέλω τα μπρατσάκια μουουουου!!!)
-Τα παλιά τα χρόνια οι άνθρωποι ήταν πιο ηθικοί/αγνοί/καλοπροαίρετοι (μιλάς φαντάζομαι για τα χρόνια εκείνα που οι άνθρωποι αλληλοσφάζονταν και βασανίζονταν σε εξορίες για τα πιστεύω τους…Επίσης, έχεις ακουστά την έννοια της εντροπίας;)
-Αύριο μεθαύριο που θα παντρευτείς… (γιαγιά μη με αγχώνεις! Θα παντρευτώ μετά από 10 χρόνια! Κι επίσης βάσει της δικής σου χρονικής κλίμακας σε καμιά εβδομάδα θα έχω πεθάνει! Εκτός κι αν αναφέρεσαι σε γεωλογικές ημέρες…)
-Αν δεν δουλέψετε πολύ τώρα που είστε νέοι, πότε θα το κάνετε; (Σωστό! Και έχουμε μπόλικο χρόνο να χαρούμε τη ζωή μας από τα 70 μας και μετά!)
-Φταίει η πολιτεία! (του Άρκανσω ή του Κεντάκι;)
-Να είσαι πάντα ο εαυτός σου! (…)
-Κοίτα τα χάλια μας σαν κράτος! Στο εξωτερικό δεν υπάρχουν αυτά (Φυσικά! Πουθενά στο εξωτερικό! Ούτε στη Βόρεια Κορέα και στη Σομαλία!)
-Έλα μωρέ τώρα! Ξενέρωτοι Άγγλοι/Γερμανοί/Γάλλοι είμαστε εμείς τώρα ναούμε; (Γιατί είμαι σχεδόν σίγουρος ότι όλοι αυτοί οι «ξενέρωτοι» γαμάνε πολύ περισσότερο από εσένα τον Ελληνάρα;)
-Στην Ελλάδα υπάρχει ακόμη φιλότιμο! (Ναι, βέβαια! Γι’αυτό εξάλλου και είμαστε μεταξύ των πρώτων στον κόσμο στους δείκτες διαφθοράς και παραοικονομίας!)
-Καλύτερα να μετανιώσεις για κάτι που έκανες παρά για κάτι που δεν έκανες. (Εντάξει, σωστό είναι, αλλά έχω βαρεθεί να το ακούω πλέον!)
– Έχεις βύσμα; Αν δεν έχεις, δεν πας πουθενά! (Όχι, μωρέ εντάξει, λέω να βασιτώ στο φιλότιμο!)
-Όλα πια έχουν ακριβύνει και ο καταναλωτής είναι στο έλεος των κερδοσκόπων (ακολουθεί σύντομα μάθημα στοιχειωδών οικονομικών: Αγαπητέ καταναλωτή αν δεν αγοράσεις το ακριβό προϊόν θα μειωθεί η ζήτηση του. Αν μειωθεί η ζήτησή του, με σταθερή την προσφορά θα μειωθεί κι η τιμή του. Από το 1776 τα έλεγε ο Αδάμ Σμιθ…)
-Έκανε κατάθεση ψυχής. (πόσο πάει το επιτόκιο σε αυτήν την περίπτωση, αλήθεια;)
-Η αστυνομία εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό. (από πότε μέχρι πότε είναι αυτή η κυνηγετική περίοδος;)
and last but least:
-Οι φίλοι φαίνονται μόνο στα δύσκολα/στα εύκολα/στις στενοχώριες/στις χαρές. (οι φίλοι φαίνονται σε όλες αυτές τις στιγμές και η φιλία μόνο έτσι σφυρηλατείται, αν έχεις δηλαδή ζήσει τον άλλο σε διαφορετικές στιγμές της ζωής του και της ζωής σου έτσι ώστε να μετρήσεις τις διάφορες αντιδράσεις του και τη συμπεριφορά του σε κάθε περίπτωση και να κάνει κι αυτός το ίδιο μ’εσένα…)

……………………………………………………………………………………………………………..

Απορία( Μάιος 2006)

Απορία αδαούς: Γιατί χρησιμοποιούμε την έκφραση: το προφίλ του τάδε ηθοποιού, αθλητή, τραγουδιστή, επιστήμονα, της τάδε εταιρίας, οργανισμού κτλ κτλ; Αν εξετάσεις μόνο το προφίλ ενός ανθρώπου σχηματίζεις μια αποσπασματική εντύπωση για τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και μπορεί να σε παρασύρει σε μονόπλευρα λάθος συμπεράσματα ως προς το π.χ. αν είναι όμορφος ή αν έχει έντονα χαρακτηριστικά. Για να σχηματίσεις μια ολοκληρωμένη εικόνα, θα πρέπει να τον δεις ανφάς, έτσι δεν είναι;

Συμπέρασμα: Μη δίνετε καμία βάση στα διάφορα προφίλ των διαφόρων διασήμων ή και ασήμων, των διαφόρων επιχειρήσεων και οργανισμών που βλέπετε στην τηλεόραση και διαβάζετε στις εφημερίδες. Παρουσιάζουν επιλεκτικά στοιχεία για το ποιόν του τάδε πολιτικού ή της τάδε στάρλετ, αποσιωπόντας συχνά κρίσιμες λεπτομέρειες που όχι μόνο κάνουν τη διαφορά αλλά ενίοτε κρύβεται κι ο…Διάολος σε αυτές (Devil is in the details, δεν λένε;)! Για να έξαχθεί μια ολοκληρωμένη και σφαιρική άποψη για κάποιον, χρειαζόμαστε το ανφάς του, πάει και τελείωσε!

Και δεν λεπτολογώ καθόλου, διότι η επιλογή των λέξεων που χρησιμοποιούνται σε κάθε περίπτωση είναι εκείνος ο παράγοντας που καθορίζει, διαμορφώνει και παγιώνει το πλαίσιο της εκάστοτε παραγματικότητας…

……………………………………………………………………………………………………………..

Περί έρωτος στις μέρες μας( Απρίλιος 2006)

Μια από τις μεγαλύτερες (αν όχι η μεγαλύτερη) ανάγκες του ανθρώπου είναι να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Δεν υπάρχει κανένας που θα μπορούσε να ζήσει μια ολόκληρη ζωή μέσα στο μίσος, στην απέχθεια, στην αφόρητη μοναξιά και στην απομόνωση από τους συνανθρώπους του χωρίς να τρελαθεί εντελώς. Πάντοτε χρειαζόμαστε ένα στήριγμα, ένα καταφύγιο, ένα χέρι βοηθείας που το βρίσκουμε στον/στην εκάστοτε αγαπημένο/η μας. Έχουμε ανάγκη του να γνωρίζουμε ότι πάντα υπάρχει κάποιος που μας σκέφτεται, νοιάζεται για εμάς και θα τρέξει να μας συμπαρασταθεί, ό,τι κι αν μας συμβεί. Σίγουρα αυτό το ρόλο επιτελούν σε πολύ μεγάλο βαθμό η οικογένεια μας και οι φίλοι μας. Όμως κανείς δεν μπορεί να σου προσφέρει αυτήν την καταπληκτική αίσθηση της συναισθηματικής ολοκλήρωσης που βιώνεις όταν είσαι αγκαλιά με την κοπέλα (ή με το αγόρι, αλλά νισάφι πια με την πολιτική ορθότητα, συμφωνείτε;) που είσαι ερωτευμένος. Όταν είσαι ερωτευμένος (και, ιδανικά, βρίσκεις κι ανταπόκριση στο συναίσθημα σου αυτό, γιατί στην αντίθετη περίπτωση…πρόβλημα) τότε πλημμυρίζεις από ευφορία, νιώθεις ότι τίποτα δεν μπορεί να σε αγγίξει και ατενίζεις με μεγάλη αισιοδοξία τη ζωή σου. Θα έλεγε κανείς ότι ο έρωτας είναι κάτι το οποίο δικαιώνει την ίδια τη ζωή.

Ωραία όλα τα παραπάνω. Κι αυτονόητα θα πούνε οι περισσότεροι, σίγουρα. Μάλιστα. Αφού λοιπόν είναι και ήταν απεξαπανέκαθεν (sic) αυτονόητα, γιατί στις μέρες μας όλο και περισσότεροι υιοθετούν μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα αυτό; Γιατί γινόμαστε όλο και περισσότερο εαυτούληδες, κλεινόμαστε στο καβούκι μας και κοιτάζουμε μόνο την πάρτη μας; Γιατί ελάχιστοι φλερτάρουν πλεόν και όταν το κάνουν σε ορισμένες περιπτώσεις θεωρούνται και γραφικοί; Γιατί αγοράκια και κοριτσάκια αποχαυνωμένα από τις τηλεοράσεις και τα Nitro, έχουμε πλέον ανεβάσει τα στάνταρ μας στον ουρανό και αρνούμαστε να κάνουμε συμβιβασμούς στις σχέσεις μας απορρίπτοντας ότι θεωρούμε πως είναι έστω και μισή μονάδα κάτω από το «τέλειο» όπως το έχουμε πλάσει στο μυαλουδάκι μας; Γιατί λοιπόν (σαν συνέπεια όλων των παραπάνω) διστάζουμε να ερωτευτούμε και να «βουτήξουμε» στον έρωτα για κάποιον ή κάποια, αδιαφορώντας, έστω για λίγο, για το ενδεχόμενο να «πληγωθούμε» ή να «χάσουμε τον καιρό μας»; Και γιατί από την άλλη πολλοί από εμάς τρώμε απίστευτα κολλήματα με πρόσωπα ή καταστάσεις που αποδεδειγμένα μας έχουν προσφέρει σχεδόν μόνο άσχημα συναισθήματα και αρνούμαστε να προχωρήσουμε παρακάτω;

Δείγμα συλλογικής ανωριμότητας και παλιμπαιδισμού τα παραπάνω; Ίσως…Βέβαια είναι γεγονός ότι από την ίδια του τη φύση το ζήτημα του έρωτα και των λεγόμενων «αισθηματικών» ζητημάτων είναι εν πολλοίς ανεξιχνίαστο, απρόβλεπτο και χαοτικό. Πάντως είναι σίγουρα σούπερ παράδοξο το γεγονός πως στην εποχή της σχεδόν πλήρους σεξουαλικής απελευθέρωσης και του ξεπεράσματος παμπάλαιων ταμπού και στερεοτύπων, είναι για πολλούς ανθρώπους πιο δύσκολο από ποτέ να κάνουν μια σχέση που να στεριώσει ή έστω να βρουν έναν περιστασιακό ερωτικό σύντροφο.

Δεν πιστεύω ότι η ερωτική απελευθέρωση και η πλήρης κοινωνική αποδοχή των ελεύθερων σχέσεων και του ελεύθερου έρωτα χωρίς τύψεις και προκαταλήψεις είναι η αιτία του «κακού» όπως ισχυρίζονται πολλοί νεοπουριτανοί ή και παλαιοπουριτανοί, επειδή, δήθεν, «ανοίξαν οι ασκοί του Αιόλου και επικρατεί η ερωτική ασυδοσία και ανηθικότητα» (πάγια θέση αυτών των ανθρώπων όχι μόνο για αυτό το ζήτημα αλλά και γενικότερα, για οτιδήποτε καινούριο σκάει μύτη σε οποιαδήποτε εποχή). Νομίζω πως η αιτία αυτής της κατάστασης της παρατεταμένης νευρικής κρίσης της κοινωνίας (και της νεολαίας πιο συγκεκριμένα, που υποτίθεται πως «οφείλει» να αποτελεί και τον πιο ζωντανό κι ανήσυχό της πυρήνα) λόγω…αυξημένου βαθμού αγαμίας, είναι το ότι αυτή η απελευθέρωση έχει γίνει μόνο στα χαρτιά και μόνο τυπικά. Γιατί, ουσιαστικά, τα μυαλά των περισσοτέρων έχουν μείνει κολλημένα στα παλιά στερεότυπα και στην παλιά καλή «ηθική των πραγμάτων τάξη» κι έτσι λοιπόν είναι φυσικό να αντιδρούν με σπασμωδικό τρόπο στο σοκ της αλλαγής που έχει συντελεστεί και συντελείται τα τελευταία 30-40 χρόνια. Το κεφάλι μας το κλούβιο είναι αυτό λοιπόν που χρήζει ξαραχνιάσματος και ξεσκονίσματος μπας κι έρθει στα συγκαλά του, κάνει ένα update όλων αυτών των εξελίξεων και αποδεχτεί αυτήν την κατάσταση που προσφέρει και τόσες ευκαιρίες πειραματισμού και σίγουρα μεγαλύτερη ποικιλία ερωτικών απολαύσεων απ’ ότι στα «παλιά καλή χρόνια».

Και το συναίσθημα θα πει κάποιος; Το ρομάντζο; Μα ποιος είπε ότι το ένα ακυρώνει το άλλο; Να μια ακόμα χαρακτηριστικότατη πουριτανική αντίληψη, ότι δηλαδή η ερωτική απελευθέρωση σκότωσε το συναίσθημα στις ερωτικές σχέσεις και πλέον κυριαρχεί μόνο το σεξ, σεξ, σεξ! Το στερεότυπο εδώ είναι η άσπιλη κι αμόλυντη παρθένα που περιμένει το παλικάρι πάνω στο άσπρο άλογο για να το ερωτευτεί και να του δώσει το «άνθος» της την πρώτη νύχτα του γαμου τους. Μα αυτά δεν υπάρχουν πλέον, θα πείτε γελώντας! Μα εκεί ακριβώς έγκειται κατά τη γνώμη μου το όλο θέμα! Ναι, όντως πλέον οι περισσότερες κοπέλες και τα αγόρια χάνουν νωρίς την παρθενιά τους και η παραπάνω εικόνα φαντάζει αστεία. Όμως συνειδητά ή υποσυνείδητα, οι αναχρονιστικές πουριτανικές αντιλήψεις και τα στερότυπα αυτά κυριαρχούν ακόμη στην κοσμοθεωρία των περισσοτέρων από εμάς. Έτσι δημιουργείται μια ισχυρή κι ανυπέρβλητη, όπως διαφαίνεται μέχρι στιγμής, σύγκρουση μεταξύ της «πραγματικής πραγματικότητας» όπως αυτή έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, από την μία πλευρά, και του «ιδεατού», «ονειρικού» και πάνω απ’όλα «ηθικού» κόσμου, από την άλλη, που συντηρούμε πεισματικά σαν απόλυτο μέτρο σύγκρισης στο μυαλό μας οι περισσότεροι από εμάς.

Να λοιπόν η πιθανότερη βασική αιτία του συναισθηματικού μπάχαλου, της αγαμίας και των πολλαπλών νευρώσεων των νέων ανθρώπων στις μέρες μας…

……………………………………………………………………………………………………………..

Η μέρα της μαρμότας (Απρίλιος 2006)

Στην ταινία «Η μέρα της μαρμότας» ο Μπιλ Μάρρεϋ ζει την ίδια μέρα συνεχώς. Ό,τι κι αν κάνει ξυπνάει κάθε πρωί στις 7 στην ίδια μέρα ξανά και ξανά. Και μάλιστα η μέρα αυτή δεν είναι όποια κι όποια, είναι μία από τις χειρότερες της ζωής του: απεσταλμένος ενός τηλεοπτικού καναλιού σε ένα κωλοχώρι της Αμερικής που είναι από τα πιο βαρετά μέρη του κόσμου, μέσα στην καρδιά του χειμώνα έχοντας αναλάβει να καλύψει ένα ετήσιο έθιμο που έχει να κάνει με το αν μία μαρμότα θα αναγγείλει τον ερχομό της άνοιξης ή θα τον αναβάλλει για 2 μήνες ακόμη. Το μέρος είναι πληκτικό, οι ντόπιοι ασύλληπτα βαρετοί και το ρεπορτάζ που έχει αναλάβει να κάνει μια απίστευτη αγγαρεία. Και είναι υποχρεωμένος να βιώνει το ίδιο σκηνικό ξανά και ξανά αμέτρητες φορές.

Τη θεωρώ ως μία από τις πιο έξυπνες κωμωδίες που έχουν γυριστεί ποτέ. Το concept είναι ευρηματικότατο και ο τρόπος που δομείται όλη η ταινία γύρω από αυτό είναι τουλάχιστον αριστοτεχνικός. Οι κωμικές σκηνές είναι άφθονες και ξεκαρδιστικές, σχεδόν κλασικές θα μπορούσε να τις χαρακτηρίσει κάποιος. Η δε ερμηνεία του Μάρρεϋ είναι (ως συνήθως για αυτόν τον ηθοποιό) φανταστική, αν και είναι γεγονός ότι ο ρόλος αυτός είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του. Για εμένα είναι από εκείνες τις ταινίες που και 20.000.000 φορές να τη δω δε θα τη χορταίνω. Αυτή είναι μία ανάλυση της ταινίας σε πρώτο επίπεδο.

Σε δεύτερο επίπεδο όμως θα έλεγα ότι η ταινία αυτή είναι βαθύτατα αλληγορική. Σάμπως η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων δεν βιώνει καθημερινά μια «μέρα της μαρμότας»; Η ρουτίνα, η καθημερινότητα, οι ίδιες παραστάσεις, τα ίδια κλισέ και οι ίδιες κουβέντες από φίλους, οικογένεια, συναδέλφους, ΜΜΕ. 250-300 μέρες της μαρμότας για τον κάθε άνθρωπο στη διάρκεια ενός έτους.

Το ερώτημα που θέτει η ταινία είναι: Και τώρα τι κάνουμε; Έχουμε μπλέξει σε μια κατάσταση της οποίας ας πούμε ότι δεν έχουμε τον έλεγχο. Τηρούμε μοιρολατρική στάση, οργιζόμαστε, τα βάζουμε με όλους και με όλα; Ή προσπαθούμε να βελτιώσουμε την κατάσταση μας εμείς με τις δικές μας δυνάμεις; Ο Μπιλ Μάρρεϋ στην ταινία περνάει από όλα τα στάδια: γκρίνια,απόρριψη, μοιρολατρία, οργή, αυτοκαταστροφικότητα. Και τελικά συνειδητοποιεί ότι όσο κι αν χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο, τίποτα δεν πρόκειται ν’αλλάξει. αν δεν αποδεχτεί αρχικά την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και κινούμενος αναγκαστικά στο περιοριστικό κι ασφυκτικό της πλαίσιο βρει τους τρόπους εκείνους για να ξεφύγει και ακόμη κι αν δεν τα καταφέρει να ξεφύγει, να βελτιωθεί ο ίδιος και να περάσει καλά στην τελική, βρε αδερφέ. Αναπτύσσει λοιπόν μια θετική στάση, μαθαίνει πράγματα, θέτει στόχους, δημιουργεί. Και όταν πια είναι έτοιμος, όταν έχει πλέον αλλάξει κι ο ίδιος σαν άνθρωπος, τότε ως δια μαγείας πετυχαίνει το στόχο του και ξυπνάει επιτέλους την επόμενη μέρα από τη μέρα της μαρμότας με το κορίτσι που είναι ερωτευμένος (το οποίο στην προηγούμενη κατάστασή του δεν ήθελε ούτε να τον βλέπει) αγκαλιά στο ίδιο κρεβάτι.

Μήπως η ταινία αυτή είναι ένα μάθημα για όλους μας και το για το πως θα πρέπει να προσεγγίζουμε τη ζωή μας; Μήπως εκεί κρύβεται και το μυστικό της ευτυχίας για τον καθένα μας στην τελική; Πρώτο βήμα αποδοχή της αδυναμίας΄”βίαιης” ανατροπής της υπάρχουσας αρνητικής κατάστασης, δεύτερο βήμα προσωπική βελτίωση κι εξέλιξη και αγώνας έστω και υπό τις πλέον δυσμενείς συνθήκες και τρίτο βήμα αλλαγή της δυσμενούς κατάστασης η οποία όμως θα έρθει από μόνη της και σε χρονικό σημείο που δεν θα το περιμένουμε και ίσως δε θα μας πολυνοιάζει κιόλας!

Νομίζω ότι το βασικό μήνυμα της ταινίας είναι: Μην προσπαθείτε να αλλάξετε την ζωή σας, πριν συνειδητοποιήσετε ποιοι είστε και δουλέψετε με τους εαυτούς σας. Όταν το πράξετε και ανεβείτε εσείς επίπεδο σαν άνθρωποι τότε η ζωή σας θα αλλάξει με τρόπο που θα σας φανεί εντελώς αβίαστος…

……………………………………………………………………………………………………………..

Δεν έχω κανένα φίλο=είμαι ο κανένας? (Απρίλιος 2006)

Εικασία λαϊκής σοφίας, υποτίθεται οικουμενικής ισχύος: “Δείξε μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι…”

Τι συμβαίνει όμως όταν δεν έχεις κανένα φίλο; Τότε αναγκαστικά δείχνεις στον άλλο το κενό, τον αέρα, το τίποτα άρα με αυτή τη συλλογιστική εύκολα ο άλλος θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι εσύ είσαι ο κανένας. Εφόσον εσύ=ο φίλος σου και φίλος=κανένας άρα εσύ είσαι ο κανένας.

Δεν υπάρχεις αν δεν έχεις φίλους λέει η “λαϊκή σοφία”.

Δηλαδή τι θέλει να μας πει τώρα? Πώς ο κάθε άνθρωπος είναι ετεροπροσδιορισμένος? Κανείς από εμάς δεν είναι αυτόφωτος, όλοι παίρνουν το φως τους από αλλού? Κι εξάλλου αν το πάμε έτσι σχηματίζεται μια ατέρμονη αλυσίδα που σε κάποιο σημείο θα πρέπει να τελειώνει (εγώ προσδιορίζομαι από τον φίλο μου κι ο φίλος μου όμως θα πρέπει να προσδιορίζεται κι αυτός από κάποιον άλλον εφόσον η πρόταση αυτή έχει οικουμενική ισχύ, έτσι δεν είναι?)

Εξάλλου μοναχικοί άνθρωποι χωρίς κανένα φίλο υφίστανται με σάρκα και οστά. Τους συναντάμε συχνά. Εφόσον υπάρχουν δεν είναι ο κανένας όμως. Έστω και μέσα στη δυστυχία, ζουν παρ’όλα αυτά. Άρα η παραπάνω εικασία δεν έχει οικουμενική ισχύ. Συνεπώς μαλακίες λέει η λαϊκή σοφία.

Μόλις απέδειξα με ατράνταχτα λογικά επιχειρήματα το άτοπο μιας γνωστής λαϊκής ρήσης. Σας καλώ να συνεχίσετε στο δρόμο που πρώτος εγώ χάραξα και να εξετάσουμε με αυστηρή μαθηματική λογική την αλήθεια τέτοιων ρήσεων-τσιτάτων του σοφού λαού (μας και άλλων λαών) για να δούμε πόσες τελικά ισχύουν στην πραγματικότητα και πόσες είναι λογικά διάτρητες και μπάζουν νερά από παντού. Επιτρέπεται (και ενθαρρύνεται) και η χρήση Vennειων διαγραμμάτων.

……………………………………………………………………………………………………………..

Everybody hurts… (Μάρτιος 2006)

Νέο ρεκόρ διαδρομής σήμερα! 2 ώρες και 15 λεπτά για να διανύσω 28 χιλιόμετρα για να φτάσω στη δουλειά μου!!! Δεν σας κρύβω ότι έφτασα στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού! Και κατάθλιψης! Ευχήθηκα να είχα στην κατοχή μου 2 τεράστια ηχεία, τα πιο μεγάλα και ισχυρά ηχεία στην ιστορία της ανθρωπότητας! Θα τα είχα παρατάξει εκατέρωθεν της Εθνικής Αθηνών-Λαμίας στο ύψος των τριών γεφυρών, εκεί που είναι το μεγαλύτερο πήξιμο και τα αυτοκίνητα ήταν εντελώς ακινητοποιημένα. Την κατάλληλη στιγμή, τη στιγμή της κορύφωσης της απελπισίας των χιλιάδων οδηγών, θα έδινα το σήμα και τα θεόρατα ηχεία θα άρχιζαν να παίζουν το “Everybody hurts” των REM. Ο ήχος θα ήταν καθαρός σαν κρύσταλλο και τόσο ισχυρός ώστε να υπερκαλύπτει όλα τα χαζο-λαϊκο-r’n’b-pop-οειδή κατασκευάσματα καθώς και τις ηλίθιες, εκνευριστικές διαφημίσεις και τους ακόμη πιο ηλίθιους ραδιοφωνικούς παραγωγούς, που είμαστε αναγκασμένοι να υφιστάμεθα καθημερινά όσοι ακούμε πρωινά προγράμματα του ελληνικού ραδιοφώνου. Και στη συνέχεια…ελπίζω να έχετε δει όλοι το βιντεοκλιπ! Σε μια μοναδικά συγχρονισμένη και εκτελεσμένη στην εντέλεια κίνηση, όλοι οι ταλαίπωροι οδηγοί-θύματα θα ανοίγαμε τις πόρτες των αυτοκινήτων μας και θα βγαίναμε έξω. Θα τεντωνόμασταν για λίγα δευτερόλεπτα έτσι ώστε να ξεμουδιάσουν τα μέλη μας, και στη συνέχεια θα αρχίζαμε να προχωράμε, εγκαταλείποντας τα αυτό-κινούμενα χελωνάκια μας (το δικό μου φέρνει κιόλας στο σχήμα!). Θα βαδίζαμε με βήμα σταθερό κι αποφασιστικό κι έναν αέρα απόλυτης ελευθερίας και εξάρτησης από κανένα. Θα επικρατούσε η απόλυτη σιωπή, όμως. Κανείς δε θα μιλούσε.

Κάποια στιγμή θα φτάναμε στο κέντρο της Αθήνας. Θα συναντούσαμε τους απεργούς διαδηλωτές. Εκείνοι με το που θα μας έβλεπαν θα σταματούσαν αμέσως να φωνάζουν συνθήματα και όλη η οργή τους θα εκτονονώταν στη στιγμή. Από τα μεγάφωνα της οδού Πανεπιστημίου θα σταματούσε να παίζεται το “Πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες” και τη θέση του θα έπαιρνε η υπέροχη μελωδία του Michael Stipe και της μπάντας του. Αγκαλιασμένοι όλοι, οδηγοί κι απεργοί, και πάντα μέσα σε απόλυτη σιωπή θα φτάναμε έξω από τη Βουλή. Θα ήταν μέρα απαρτίας για το Ελληνικό Κοινοβούλιο, συνεπώς και οι 25 βουλευτές που θα συνεδρίαζαν με θέμα την αύξηση των αποδοχών τους, θα έβγαιναν έξω στο προαύλιο μπροστά από τον Άγνωστο Στρατιώτη. Εγώ στο σημείο αυτό μόνος θα προχωρούσα λίγα βήματα μπροστά από το ακινητοποιημένο πλήθος και θα στεκόμουν μπροστά από τον πρωθυπουργό. Εκείνος θα καταλάβαινε, δε θα χρειαζόταν να πω λέξη. Ήδη, θα είχε ενημερωθεί ότι μια ανάλογου τύπου κατάσταση συμβαίνει ταυτόχρονα σε κάθε πόλη του κόσμου. Από το Σύδνεϋ έως το Ρέϊκιαβικ και από το Κέιπ Τάουν ως το Βλαδιβοστόκ. Ο πρωθυπουργός θα μου ψιθύριζε κάτι στο αυτί. Θα γύριζα προς το πλήθος. Με ένα νεύμα μου, την απόλυτη σιωπή θα τη διαδέχονταν αλαλαγμοί χαράς και ιαχές ενθουσιασμού. Εκείνη τη στιγμή ένα τρελό πάρτυ θα ξεσπούσε σε κάθε γωνιά του πλανήτη μας το οποίο θα διαρκούσε επί μήνες ολόκληρους.

Η συνέχεια? Όταν θα κόπαζαν τα ξέφρενα πανηγύρια και θα ξενέρωνε όλος ο κόσμος από το επί σειρά μηνών μεθύσι, θα ανακηρυσσόμουν ομόφωνα επίτιμος ευεργέτης της ανθρώπινης φυλής και θα αποκαλυπτόταν επιτέλους η αληθινή μου ταυτότητα, δηλαδή του ύπατου αρμοστή του ηλιακού μας συστήματος, διορισμένου από τη Παν-γαλαξιακή επιτροπή. Σε ένδειξη ευγνομμωσύνης η ανθρωπότητα θα μου παραχωρούσε τη Νήσο του Πάσχα όπου και θα έκτιζα τη λιτή μου 15όροφη βίλα εκτάσεως μόλις 25.000 στρεμμάτων. Θα ήταν καλεσμένοι όλου του κόσμου οι “καταραμένοι”, οι απόκληροι, εκείνοι που γνωρίζουν την “11η εντολή” αν με πιάνετε, και το τρελό πάρτι θα συνεχιζόταν μέχρι τη συντέλεια του κόσμου η οποία παρεπιμπτόντως θα συμπίπτει με το δικό μου θάνατο (θα στραβοκαταπιώ ένα φουντούκι), μιας και ως γνωστόν, ο κόσμος μας είναι ένα όνειρο που υπάρχει μόνο στο μυαλό μου!!!

Ναι, αυτά που λέτε και….ΕΣΥ ΕΚΕΙ!!!! ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΡΕ??? ΑΝΤΙ ΝΑ ΕΤΟΙΜΑΖΕΙΣ ΤO REPORT ΚΑΘΕΣΑΙ ΚΑΙ ΧΑΖΟΛΟΓΑΣ??? ΓΥΡΝΑ ΓΡΗΓΟΡΑ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΟΥ ΤΕΜΠΕΛΟΣΚΥΛΟ!!! ΡΕΜΑΛΙ!!!!!
-Μμμάλισττα κύριε διευθυντά…

Και….πάμε: δέκα μείον πέντε μείον πέντε, έξη διά δύο συν οχτώ, είκοσι φορές το δεκαπέντε, έντεκα κι εφτά δεκαοχτώ…..

Και…τελικά το λάθος υπάρχει κατά βάθος ή μήπως είναι μπροστά μας φάτσα κάρτα και δε θέλουμε να το δούμε???

……………………………………………………………………………………………………………..

Χ.Φ.Λ. Μέρος Α.* (Φεβρουάριος 2006)

Ο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Αυτός ο τόσο εκκεντρικός και φιλάσθενος άνθρωπος ήταν ένας από τους πιο ευρυμαθείς ανθρώπους της εποχής του (1880-1930, την περίοδο που παρατηρήθηκε ένας πρωτοφανής οργασμός δημιουργικότητας σχεδόν σε κάθε πεδίο ανθρώπινης δραστηριότητας: επιστήμες, τέχνες, πολιτική, ένας οργασμός που είχε ως αποτέλεσμα μια εκπληκτική ώθηση προς τα εμπρός της ανθρωπότητας, ένα άνευ προηγουμένου συλλογικό άλμα. Δυστυχώς όμως, η ανασχετική επίδραση των 2 παγκοσμίων πολέμων σε αυτή την ορμητική πορεία υπήρξε καταλυτική) ο οποίος παρ’όλο το μέτριο συγγραφικό του ταλέντο έφτασε στο σημείο να γράψει διηγήματα που αποτελούν αληθινά αριστουργήματα φαντασίας και τρόμου. Η επιτυχία του Λάβκραφτ συνίσταται στο ότι κατόρθωνε μέσα από τα διηγήματα του να μεταδώσει με πολύ παραστατικό τρόπο την ατμόσφαιρα άλλοτε του ονείρου, άλλοτε του τρόμου, άλλοτε του αλλόκοτου και του υπερφυσικού. Να σημειώσω εδώ ότι για να νιώσεις στο πετσί σου σε όλο τους το εύρος τις απόκοσμες διηγήσεις του Χ.Φ.Λ. επιβάλλεται να τον διαβάσεις στα αγγλικά. Αν όμως προτιμάς τα ελληνικά απόφυγε ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ τις μεταφράσεις του Κάκτου!!! Είναι απελπιστικά φρικτές!!! Τις καλύτερες μεταφραστικές δουλειές πάνω στο Λάβκραφτ τις έχει κάνει ο Γ.Μπαλάνος σίγουρα, κι από εκεί και πέρα και του Αιόλου κουτσά στραβά διαβάζονται.

Οι ιστορίες του Λάβκραφτ, εκ πρώτης όψεως και στα μάτια ενός “μέσου” αναγνώστη (ο οποίος αναγιγνώσκει απλά ένα βιβλίο για να περάσει η ώρα και δεν εμβαθύνει περισσότερο στα όποια νοήματα μπορεί να κρύβονται κάτω από την επιφάνεια) θα φανούν σαν “παραμυθάκια” και “ιστορίες τρόμου για μικρά παιδάκια”.Ε, το πολύ πολύ κάποιος να εγκωμιάσει τη δυνατότητα του συγγραφέα να δημιουργεί αυτές τις ιδιαίτερες ατμόσφαιρες στις ιστορίες του και ίσως να παραδεχθεί ότι ένιωσε μια μικρή ανατριχίλα διαβάζοντας τις αργά το βράδυ. Όμως, αν μείνεις απλά εκεί είναι να σαν μην έχεις διαβάσει ποτέ Λάβκραφτ. Αν όμως επιχειρήσεις να καταδυθείς τρόπον τινά σε κάποιες λεπτομέρειες των έργων του, στο πως εκτυλίσσεται η πλοκή τους, στις περιγραφές τοπίων κι ανθρώπων, και είσαι και λίγο υποψιασμένος, ξέρεις και δυο πραγματάκια παραπάνω από τον “μέσο άνθρωπο” που έλεγα παραπάνω, αρχίζεις και διακρίνεις ένα ιδιαίτερο pattern. Ένας αόρατος σκελετός, μια ιδιότυπη συνδετική ουσία διαφαίνεται πίσω από το έργο του. Εγώ θα πω απλά ότι η κυρίαρχη πεποίθηση που προκύπτει φαίνεται να είναι η εξής: Η εξουσία που ο άνθρωπος νομίζει ότι έχει πάνω στη Γη είναι φαινομενική, είναι μια κολοσσιαία συλλογική αυταπάτη. Πανάρχαιες αλλά και σύγχρονες παραδόσεις και μυθολογίες κάνουν νύξεις για την ύπαρξη κάποιων κοσμικών (“Cosmos”=Σύμπαν, συμπαντικών) δυνάμεων και καταστάσεων, που είναι μάλλον αδύνατο να τις συλλάβει ο περιορισμένος ανθρώπινος νους στην ολότητά τους. Όταν αυτές οι Δυνάμεις εκδηλώνονται, ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τη μικρότητα και την ασημαντότητα του. Επειδή όμως το σοκ παραείναι ισχυρό για το υπετροφικό εγώ του, προτιμά να υποκρίνεται ότι δεν υφίστανται καν τέτοιου τύπου καταστάσεις και να οχυρώνεται και να αυτοπεριχαρακώνεται πίσω από τα πανύψηλα και κατ’αυτόν ακλόνητα (κούνια που τον κούναγε!) τείχη του πολιτισμού του και της απόλυτης κυριαρχίας του “ορθού λόγου” ή του “Θεού”, ανάλογα την περίσταση, που ο ίδιος φυσικά έχει δημιουργήσει.

(Βλέπετε όσο κι αν ισχυριζόμαστε ότι έχουμε συνειδητοποιήσει την ασημαντότητα μας σε σχέση με το αχανές Σύμπαν, η καθημερινή πρακτική μας φανερώνει ότι θεωρούμε τους εαυτούληδες μας, και κατ’επέκταση τον συλλογικό μας εαυτούλη, την ανθρωπότητα δηλαδή, το κέντρο αναφοράς των πάντων).

Δε θα επεκταθώ περισσότερο προς το παρόν. Θα συνεχίσω σε επόμενο post τα περί του έργου του Λάβκραφτ και κάποια συμπεράσματα που προσωπικά έχω εξάγει από το έργο του και κυρίως επαναλαμβάνω όχι τόσο από τα εμφανή στοιχεία, αλλά από αυτά που υπονοούνται. Αν καταφέρεις και διαβάσεις τον Λάβκραφτ ανάμεσα στις γραμμές, τότε αρχίζεις να βλέπεις τον κόσμο μας από μία διαφορετική οπτική γωνία και συνειδητοποιείς την ύπαρξη καταστάσεων που ενστικτωδώς και αταβιστικά το μυαλό σου σε πειθαναγκάζει να τα αγνοείς και να ενεργείς σαν να μην υπάρχουν!

Κλείνοντας απλά αυτό το post δύο μικρά κουιζάκια για τους γνωρίζοντες περί τον Λάβκραφτ:

1) Πως συνδέεται το έργο του εν λόγω συγγραφέα με τη διαφήμιση με τη μεγαλύτερη ίσως απήχηση κι αντίκτυπο στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης, την περίφημη πρόσφατη διαφήμιση της συνδρομητικής ψηφιακής τηλεόρασης που καθιέρωσε ως σλόγκαν στην ελληνική κοινωνία τη φράση: “Put the kots down slowlllyy!”?

2)Ποια η διασύνδεση μεταξύ του έργου του συγγραφέα και του ανεκπλήρωτου πόθου του μεγάλου νομπελίστα φυσικού και κορυφαίας προσωπικότητας της επιστήμης του 20ου αιώνα Ρίτσαρντ Φάϋνμαν?

Είμαι σίγουρος ότι το απόκοσμο χρώμα που έχει σήμερα ο αττικός ουρανός θα ενέπνεε τον Χάουαρντ να συγγράψει ένα από τα καλύτερα του “εφιαλτικά” αριστουργήματα..

* Σ.σ.: Δεν υπήρξε ποτέ μέρος Β’, αλλά δεν πειράζει…

…………………………………………………………………………………………………………….

Ο Εσωτερικός δυνάστης (Φεβρουάριος 2006)

“Το τρίτο σου μάτι, με κατασκοπεύει, όλα τα βλέπει, όλα τα ξέρει και τ’απαγορεύει..”

Υπάρχει ένας έμφυτος εσωτερικός μηχανισμός μέσα στον καθένα από εμάς, που ο κύριος ρόλος του είναι να συμβάλλει στην αυτολογοκρισία μας.
Είναι μια ψυχρή, ουδέτερη εσωτερική φωνή που σχολιάζει και κριτικάρει την κάθε μας πράξη, τον κάθε μας λόγο, την κάθε μας σκέψη και φαίνεται να μην επηρεάζεται από την όποια συναισθηματική μας κατάσταση αλλά να δρα παράλληλα κι ανεξάρτητα από αυτήν. Υπό συνθήκες λειτουργεί ευεργετικά: όταν είσαι τσαντισμένος ή πολύ συναισθηματικά φορτισμένος γενικά, τείνεις να βλέπεις τα πράγματα κάπως μονόπλευρα και εκείνες τις στιγμές έχεις πραγματικά ανάγκη ένα αντίβαρο. Αυτό το αντίβαρο έρχεται να στο προσφέρει αυτός ο μηχανισμός που ενεργεί πάντοτε ως μια ψύχραιμη, ορθολογική φωνή που συνήθως σε αποτρέπει από το να αντιδράσεις με ακραίο τρόπο και σε κάνει να δεις τα πράγματα λίγο πιο λογικά (από τη σκοπιά του κοινού νου) και αποστασιοποιημένα κι έτσι να μπορέσεις να ηρεμήσεις και να μην αντιμετωπίσεις το πρόβλημα σου εν βρασμώ ψυχής.

Υπό άλλες συνθήκες όμως ο ρόλος του μηχανισμού αυτού μπορεί να είναι πολύ ανασχετικός. Όταν θες να τολμήσεις πραγματικά να κάνεις κάτι ξεχωριστό, όταν θες να ρισκάρεις, να κάνεις μια υπέρβαση, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τα επικρατούντα ήθη της εποχής σου, αυτός ο μηχανισμός, από τη φύση του συντηρητικός, μετριοπαθής και “τετραγωνισμένος” επιχειρεί να σε γειώσει και να σε αποτρέψει από το όποιο ρίσκο, την όποια τολμηρή ενέργεια εκθέτοντας σου υπερτονισμένες τις τυχόν αρνητικές κι επιβλαβείς επιπτώσεις που μια “απερίσκεπτη” ενέργεια σου μπορεί να έχει. Γεννάει εντός σου τύψεις, ενοχές και μια ψυχοφθόρο ενδοσκόπηση. Σε κάνει υπερβολικά διστακτικό κι αναβλητικό. Καταλήγεις να σκέφτεσαι όπως ο τύπος σ’εκείνο το ανέκδοτο με τον γρύλλο (Τι θα γίνει αν κάνω αυτό και τι θα γίνει αν κάνω το άλλο και τι θα γίνει αν κάνω αυτό που ίσως επιφέρει το άλλο) και μοιραία αυτοπαγιδεύεσαι και καταλήγεις να μην κάνεις τίποτα.

Πρέπει να μάθουμε να απενεργοποιούμε κατά διαστήματα τον εσωτερικό μας αυτό δυνάστη. Ή έστω να τον αγνοούμε πιο συχνά. Ουδεμία συζήτηση ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι πάρα πολύ χρήσιμος. Όμως αν η συνεχής αυτολογοκρισία παίρνει το πάνω χέρι, τότε το χάσαμε το παιχνίδι. Η στασιμότητα και το βάλτωμα μας περιμένουν στη γωνία. Μαζί τους δεν αργούν να φτάσουν ο δογματισμός, η ξεροκεφαλιά και ο φανατισμός. Η “κατάχρηση εξουσίας” του εσωτερικού δυνάστη παράγει όντα άβουλα, άτολμα, ανεύθυνα, φοβισμένα. Δεν χρειάζεται να ψάξουμε και πολύ γύρω μας για να τους εντοπίσουμε, αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που καθημερινά συναναστρεφόμαστε.

Παιδιά, ας γίνουμε λίγο πιο αυθόρμητοι,ας παίξουμε και λίγο, ας χορέψουμε με τη φωτιά. Δεν επιτρέπεται να φοβόμαστε και να είμαστε καχύποπτοι με το καθετί. Έτσι δεν προχωράμε καθόλου. Όχι άλλη προβλεψιμότητα, όχι άλλη ησυχία, τάξη κι ασφάλεια. Ο αυθορμητισμός δεν είναι πάντοτε βλαβερός, καλό είναι να το έχουμε υπόψη μας. Χρειάζεται αγώνας και πάλη εσωτερική συνεχής, βέβαια! Οι παγιωμένες καταστάσεις δεν τιθασεύονται εύκολα. Πανάρχαιοι αποτρεπτικοί μηχανισμοί και προστατευτικά φίλτρα που έχουν μια προϊστορία μεγαλύτερη του ίδιου του ανθρώπου δεν λυγίζουν έτσι εύκολα! Θέλει τρόπο το πράγμα. Να μάθουμε να ελισσόμαστε και να ξεγελάμε τον ίδιο μας τον εαυτό ορισμένες φορές. Να παρακάμπτουμε αυτό το πανάρχαιο και ακατάβλητο κομμάτι του εγκεφάλου μας, αλλά να το κάνουμε συνειδητά και εν γνώσει μας.

Και όταν ο “τύραννος” βγαίνει οφ έστω και για λίγο τότε πόσο αλλάζει ραγδαία ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα. Η αίσθηση δεν περιγράφεται με λόγια, είναι η αίσθηση μιας πρωτοφανούς ελευθερίας και ξεγνοιασιάς! Συνήθως βέβαια, δεν κρατάει για πολύ και γρήγορα προσγειώνεσαι, συχνά κι ανώμαλα! Όμως, αχχχχ, βίωσες για λίγο κάτι τόσο γλυκό και μεθυστικό που θα σε γεμίσει ελπίδα κι αισιοδοξία ότι όντως υπάρχει και κάτι πέρα από τη μίζερη, μουντή καθημερινότητα σου! Και θα κυνηγάς μετά ιερής μανίας να ξαναφτάσεις και να ξαναζήσεις μια ανάλογη σχεδόν εκστατική εμπειρία! Γιατί τώρα έχεις δει και έχεις αρχίσει να καταλαβαίνεις τι σημαίνει στ’αλήθεια μαγεία!

…………………………………………………………………………………………………………….

Δίλημμα (Φεβρουάριος 2006)

Το δίλημμα.
Δεν το περίμενε. Δηλαδή, το ότι ίσως θα εμφανιζόταν κάποιας μορφής δίλημμα θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ανέμενε. Πίστευε βέβαια ότι το θέμα είχε παγώσει κι ότι δεν επρόκειτο να ξανασχοληθεί ή να ειδοποιηθεί. Όμως ακόμη και να γινόταν αυτό, (πίστευε ότι) γνώριζε πώς θα αντιδρούσε. Ικανοποιημένος που θα είχε πετύχει το στόχο του και θα είχε αυτεπιβεβαιωθεί σε μεγάλο βαθμό, θα έλεγε ένα ευγενικό και κάπως αφ’ υψηλού “όχι” και θα συνέχιζε την προδιαγεγραμμένη (;) πορεία του.
Όταν τελικά ήρθε η ειδοποίηση, η πρώτη του αντίδραση ήταν ελαφρώς μουδιασμένη. Αντί να αρνηθεί ευθέως, όπως φανταζόταν ως τότε ότι θα έπραττε, ζήτησε κάποιο χρόνο να το σκεφτεί δεδομένου ότι, όπως δικαιολογήθηκε, “οι υπάρχουσες συνθήκες έχουν αισθητά βελτιωθεί και ως εκ τούτου θα ήταν ίσως το πιο συμφέρον να μην μετακινηθεί από την παρούσα θέση”, δικαιολογία η οποία ίσχυε ουσιαστικά κατ’ ελάχιστο βαθμό. Παρ’ όλα αυτά ζητούσε χρόνο έτσι ώστε να “μελετηθούν και ν’ αναλυθούν πιο μεθοδικά τα υπέρ και τα κατά της κάθε κατάστασης και έτσι να προέκυπτε μια ώριμη απόφαση”. Του δόθηκαν 2 μέρες. Έκπληκτος έμαθε ότι οι διαδικασίες είχαν ήδη προχωρήσει αρκετά. Είχε ληφθεί ως δεδομένο η θετική του απάντηση. Το ότι παρουσιάστηκε σκεπτικός και ζήτησε κάποιο περιθώριο χρόνου εξέπληξε αρκετά την άλλη πλευρά, όμως όχι περισσότερο από όσο εξέπληξε τον ίδιο. “Μάλλον περίμενα να προσφερθεί χαμηλότερο αντάλλαγμα, γι’ αυτό και ξαφνιάστηκα”, συμπέρανε. Όπως και νάχε μετά από 2 ημέρες θα εισέπρατταν την τελική του άρνηση και η ιστορία αυτή θα τερματιζόταν.
Οι 2 ημέρες πέρασαν. Το πρωί ξύπνησε και παραδέχτηκε ότι προβληματιζόταν πέρα από όσο θα μπορούσε να το θεωρεί φυσικό ο ίδιος. Όσο η ώρα της εκ νέου επικοινωνίας (εκεί όπου υποτίθεται θα διατύπωνε τη ρητή και κατηγορηματική του άρνηση) πλησίαζε τόσο οι αμφιβολίες τον ζύγωναν. Δεν είχε σκοπό να το κάνει, αλλά το συζήτησε με δύο άτομα που συμπαθούσε κι εμπιστευόταν πολύ, κι αυτή ήταν μια ακόμη πράξη του που τον προβλημάτισε. Ο ένας διατύπωσε άμεσα και ξεκάθαρα την άποψη του, ο άλλος (που ήταν πάντως πιο λεπτή η θέση του) συγκαλυμμένα. Τον συμβούλευσαν ότι μάλλον το πιο σωστό βήμα για εκείνον θα ήταν να μετακινηθεί. Τα φίδια άρχιζαν να τον ζώνουν ακόμη πιο πολύ. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι το ζήτημα τον απασχολούσε πλέον έντονα. Άρχιζε να αμφιταλαντεύεται και στο χρονικό αυτό σημείο κηρύχθηκε η έναρξη μιας εντονότατης εσωτερικής διαμάχης σχετικά με το τι όφειλε να πράξει. Οριοθέτησε τον άμεσο στόχο του: ήθελε κι άλλο χρόνο να το σκεφτεί. Ακολουθούσε Σαββατοκύριακο και ήθελε να το εκμεταλλευτεί για να αναλογιστεί πλέον σοβαρά τα υπέρ και τα κατά της κάθε απόφασης. Επικοινώνησε. Η παράταση χρόνου του δόθηκε. Η άλλη πλευρά βρήκε την ευκαιρία να επιδοθεί σε μια σύντομη επιχειρηματολογία προκειμένου να τονίσει πόσο επιθυμητός ήταν αφού είχαν εκτιμηθεί τα προσόντα του και η ηλικία του, καθώς και του εξέθεσε όλα τα οφέλη που θα αποκόμιζε αν έκανε το μεγάλο βήμα και αποχωρούσε από την τωρινή του θέση για να μεταπηδήσει σε εκείνους. Ο προβληματισμός του εντάθηκε. Του ήταν πλέον αδύνατο να υποκριθεί πως δεν υφίστατο κανένα δίλημμα. Έπρεπε να το σκεφτεί πολύ πολύ σοβαρά τώρα, καθώς άρχιζαν να εμφανίζονται να συνοδεύουν την απόφαση μετακίνησης του σημαντικότατα πλεονεκτήματα, που δεν τα είχε αναλογιστεί προηγουμένως ή τα είχε υποτιμήσει πλήρως. Ευτυχώς η μέρα εκείνη ήταν αρκετά χαλαρή λόγω κάποιας γιορτής κι έτσι κατόρθωσε να διατηρήσει μια σχετική ηρεμία.
Το Σαββατοκύριακο που ακολούθησε στάθηκε ένα διαρκές μαρτύριο για εκείνον. Εξέταζε κάθε λεπτό που περνούσε εκατοντάδες φορές τα υπέρ και τα κατά της κάθε απόφασης. Αυτή όμως ή εσωτερική αντιπαράθεση επιχειρημάτων δεν γινόταν με νηφαλιότητα, αποστασιοποίηση και ψυχραιμία. Αντίθετα, η διαμάχη που είχε ξεκινήσει εντός του την προηγούμενη ημέρα είχε πλέον φουντώσει για τα καλά κι είχε εξελιχθεί σε μια απίστευτη θύελλα που τον κατέτρωγε και τον λύγιζε. Μάταια προσπαθούσε να ηρεμήσει και να καταλήξει κάπου, ήταν απλώς αδύνατο. Τη μία φορά καθόταν επί δύο ώρες στον καναπέ του ακούνητος, αμίλητος κι ανέκφραστος. Θύμιζε έντονα τον Μπιλ Μάρρεϋ σ’ εκείνες τις σκηνές από τα Τσακισμένα Λουλούδια όπου καθόταν με το ίδιο αξιολύπητο, καταθλιπτικό ύφος στον καναπέ του επί ώρα αμέτρητη. Την άλλη, περπατούσε πάνω κάτω στο σπίτι του ασταμάτητα έχοντας διανύσει απόσταση ίσως χιλιομέτρων ενώ η σκέψη του γύριζε αενάως στα ίδια μονοπάτια και κατέληγε αναπόφευκτα στα ίδια αδιέξοδα. Ένιωθε σα να είχε παγιδευτεί σε ένα βρόχο θετικής ανάδρασης όπου κάθε επανάληψη δυνάμωνε την αντίφαση και την αμφιβολία, αντί να την εξασθενεί. Ήταν όπως όταν θες να βγάλεις ένα αγκάθι αχινού από το πόδι σου και η προσπάθεια σου αυτή καταλήγει τελικά στο αντίστροφο αποτέλεσμα, να το σπρώξει δηλαδή ακόμη πιο βαθιά. Κι ενώ από τη μία ήθελε να περάσει ο χρόνος για να φτάσει το πρωί της Δευτέρας και να αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να επιλύσει το δίλημμα και να σταματήσει η τυραννία του, από την άλλη ευχόταν να είχε στη διάθεση του περισσότερο χρόνο έτσι ώστε, όχι να επεξεργαζόταν καλύτερα τις παραμέτρους και τον αντίκτυπο που θα είχε η κάθε επιλογή, αφού ούτως ή άλλως αυτή η επεξεργασία είχε ήδη γίνει πάρα πολλές φορές διεξοδικά σε διάστημα 2 ημερών, αλλά για να αργούσε να φτάσει (ή και να μην ερχόταν ποτέ) εκείνη η ανεπιθύμητη στιγμή που θα υποχρεωνόταν να απορρίψει τη μια από τις δύο επιλογές του. Κι αυτό γιατί ένιωθε ότι οι Ερινύες του εναλλακτικού μέλλοντος που θα χανόταν αναπόφευκτα, ως συνέπεια της απόρριψης εκ μέρους του μιας εκ των δύο αμοιβαίως αποκλειόμενων επιλογών, θα τον κυνηγούσαν για αρκετό καιρό. Βλέπετε, το κάθε ένα από τα δύο αυτά εναλλακτικά μέλλοντα που συνδεόταν άρρηκτα με την αντίστοιχη επιλογή υποσχόταν πολλά.
Το ένα ήταν μια χρονική παρέκταση αυτού που ήδη βίωνε και του προσέφερε η υπάρχουσα θέση που κατείχε. Το βασικό πλεονέκτημα σε αυτήν την περίπτωση ήταν μια μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων κι επιλογών. Όντας μην έχοντας καταλήξει ως προς τους ακριβείς του στόχους σε αυτή τη ζωή (προς το παρόν μόνο ένα ασαφές περίγραμμα υπήρχε στο μυαλό του) δεν ήθελε να δεσμευτεί εξ ολοκλήρου κάπου όπου εκ των υστέρων πιθανότατα θα ένιωθε παγιδευμένος και θα είχε χάσει πολύτιμο χρόνο. Από την άλλη πολλή στασιμότητα άρχιζε να συσσωρεύεται και φοβόταν το βάλτωμα και το τέλμα που κάποια στιγμή, μοιραία, θα επέρχετο.
Το άλλο ήταν πολλά υποσχόμενο ως προς τη σταδιοδρομία του. Τη συγκεκριμένη θέση την περιέβαλε σαφώς περισσότερο κύρος απ’ ότι την τρέχουσα. Οι προοπτικές ήταν πολύ ευοίωνες. Όμως απαιτούσε σχεδόν πλήρη αφοσίωση εκ μέρους του, κάτι που δεν γνώριζε αν ήταν έτοιμος να το κάνει στο συγκεκριμένο στάδιο της ζωής του. Επίσης μπορεί να είχε συμβολή στην βελτίωση της προσωπικής του ζωής μπορεί όμως και να την χαντάκωνε ακόμη περισσότερο – τα δύο αυτά ενδεχόμενα προέβαλαν εξίσου πιθανά.
Το βράδυ της Κυριακής προς Δευτέρα ο ύπνος του ήταν εξαιρετικά ταραγμένος. Κοιμήθηκε λιγοστές ώρες, όντας υπεραγχωμένος και τα όνειρα του ήταν εφιαλτικά με ρεαλιστικό τρόπο και ρεαλιστικά με εφιαλτικό τρόπο (ό, τι χειρότερο για ένα όνειρο να είναι ρεαλιστικό), θυμίζοντας έντονα καφκικό μυθιστόρημα.
Ξύπνησε πολύ πριν σημάνει το ξυπνητήρι. Ήταν πρωί Δευτέρας. Ετοιμάστηκε με μηχανικές κινήσεις, σαν ρομπότ. Το μυαλό του θύμιζε βομβαρδισμένο τοπίο. Πίεσε τον εαυτό του να συνέλθει. Έπρεπε να κατασταλάξει, να αποφασίσει. Με βαθιά απογοήτευση έβλεπε τον εαυτό του να διολισθαίνει σε ανορθόδοξες μεθόδους, σε ψυχαναγκαστικά “παιχνίδια”: Μια τρίχα ήταν κολλημένη στο βάθος της λεκάνης της τουαλέτας του, λίγο πιο πάνω από εκεί που βρισκόταν η επιφάνεια του νερού. Τράβηξε το καζανάκι. Περίμενε να καταλαγιάσει και πάλι το νερό και να βρεθεί η επιφάνεια του στο προηγούμενο ύψος της. Παρατήρησε ότι η τρίχα παρέμεινε πεισματικά κολλημένη στο ίδιο σημείο. Έφτυσε προς το μέρος της. Η τρίχα δεν έφυγε, αλλά πήρε το σχήμα ενός αντεστραμμένου 6 όπως την κοίταζε. Για κάποιο λόγο, έπιασε τον εαυτό του να το εκλαμβάνει ως “σημάδι” ότι πρέπει να παραμείνει στην ίδια θέση. Σκέφτηκε ότι άλλοτε θα μάλωνε τον εαυτό του που σκέφτεται τέτοιες βλακείες αλλά ούτε αυτό δεν είχε το κουράγιο να κάνει. Βιαστικά τώρα ολοκλήρωσε τις ετοιμασίες του και βγήκε από το σπίτι, κλείδωσε, κατέβηκε στο πάρκινγκ, μπήκε στο αμάξι του και ξεκίνησε.
Στο δρόμο το αποφάσισε. Θα έμενε. Γιατί? Μπορούσε να σκεφτεί δεκάδες λόγους που θα δικαιολογούσαν είτε τη μία είτε την άλλη επιλογή και το είχε ήδη κάνει ατέλειωτες φορές τις προηγούμενες ημέρες. Όμως εκείνη τη στιγμή η απάντηση στο ερωτηματικό «γιατί» ήταν ένα ξερό : «Γιατί έτσι».
Έφτασε. Ανέβηκε επίτηδες με το ασανσέρ, που δεν το χρησιμοποιούσε σχεδόν ποτέ (προτιμούσε τις σκάλες στις εντός του κτιρίου μετακινήσεις του για να μη σκουριάσει εντελώς). Ήθελε όμως εκείνη την ημέρα να δει τον εαυτό του να αντανακλάται εμπρός και πίσω σε άπειρα είδωλα στους δύο αντικριστούς καθρέφτες του κουβουκλίου. Όπως ο Νήο στο Μάτριξ. Οι λόγοι αυτής του της ασυνήθιστης παρόρμησης ήταν μάλλον ασυνείδητοι και ψυχολογικοί. Ήθελε ίσως να έχει μια ψευδαίσθηση ότι είναι άτρωτος και αλάνθαστος. Κι ο ένας εαυτός να έκανε τη λάθος επιλογή, οπωσδήποτε κάποιος άλλος σε ένα παράλληλο σύμπαν θα έκανε τη σωστή.
Το γραφείο ήταν ως συνήθως μια ογκώδης και χαώδης μάζα από χαρτιά και φακέλους. Σε όποιον του έκανε παρατήρηση, απαντούσε συνήθως ότι το να τα έχει έτσι χύμα τον βολεύει πολύ καλύτερα. Είχε φτάσει σχετικά νωρίς και στον τελευταίο όροφο βρισκόταν μόνο αυτός κι η καθαρίστρια.
Κάθησε στην καρέκλα. Ακούμπησε τους αγκώνες του στο γραφείο στηρίζοντας με τα χέρια του το πρόσωπό του και κοίταζε σταθερά τη συσκευή του τηλεφώνου για κανά πεντάλεπτο. Το μυαλό πια δε σκεφτόταν. Απλώς περίμενε τη διεκπεραίωση της υπόθεσης. Σήκωσε το ακουστικό. Πάτησε βιαστικά 11 νούμερα. Περίμενε. Στο τρίτο “τουτ” μια ζωηρή γυναικεία φωνή αποκρίθηκε:
-“Παρακαλώ;”
-“Καλημέρα! Η κυρία Μ.;”
-“Η ίδια. Ποιος τη ζητεί;”
-“Είμαι ο…”

. . .
Η συνομιλία δεν κράτησε παραπάνω από 30 δευτερόλεπτα. Αφού κατέβασε το ακουστικό, σηκώθηκε, έκανε μια βόλτα στο δωμάτιο και στάθηκε στο παράθυρο που κοίταζε προς μια από τις κεντρικότερες οδικές αρτηρίες της περιοχής. Ανασήκωσε τις γρίλιες και κοίταξε έξω από το τζάμι. Αυτοκίνητα πηγαινοέρχονταν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Πέρα στο βάθος απλωνόταν η Δυτική πλευρά της πόλης. Το χιονισμένο βουνό έστεκε σιωπηλό κι επιβλητικό στο φόντο και φάνταζε σαν τείχος που προστάτευε από κάθε λογής επίδοξο εισβολέα. Χάζεψε την θέα για μερικά λεπτά και τελικά επέστρεψε πίσω στη θέση του. Άνοιξε τον υπολογιστή. Συνδέθηκε με το Διαδίκτυο και πληκτρολόγησε μια ηλεκτρονική διεύθυνση και εν συνεχεία κάποιους κωδικούς πρόσβασης. Στάθηκε σκεφτικός για λίγο μπροστά σε ένα ολόλευκο πλαίσιο. Στη συνέχεια άρχισε αργά να πληκτρολογεί:
“Το δίλημμα.
Δεν το περίμενε. Δηλαδή το ότι ίσως θα εμφανιζόταν κάποιας μορφής δίλημμα…”

…………………………………………………………………………………………………………….

Τα παιδιά των άστρων (Ιανουάριος 2006)

Σαν σήμερα, ή σχεδόν σαν σήμερα τέλοσπάντων, συνέβησαν 3 μεγάλες τραγωδίες στον αγώνα του ανθρώπου για την εξερεύνηση του διαστήματος:
-Στις 27 Ιανουαρίου 1967 οι αστροναύτες Γκρίσομ, Τσάφι και Γουάιτ που επρόκειτο να αποτελέσουν το πλήρωμα της πρώτης πτήσης του προγράμματος Apollo καίγονται ζωντανοί μέσα στην κάψουλα όπου γινόταν μια εξομοίωση της επικείμενης πτήσης τους.
-Στις 28 Ιανουαρίου του 1986 το διαστημικό λεωφορείο Τσάλεντζερ εκρήγνυται ελάχιστα λεπτά μετά την απογείωση του από το ακρωτήριο Κανάβεραλ παρασέρνοντας στο θάνατο το 7μελές πλήρωμα του. Η πτήση αυτή είχε ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα καθώς για πρώτη φορά συμμετείχε ένας απλός πολίτης σε μια διαστημική αποστολή, μια νεαρή Αμερικάνα δασκάλα.
-Και στις 1 Φεβρουαρίου του 2003 το διατημικό λεωφορείο Κολούμπια εκρήγνυται πάνω από το Τέξας, ενώ επέστρεφε στο ακρωτήριο Κέννεντυ από μια 16ήμερη αποστολή σε τροχιά γύρω από τη Γη. Άμεσο θάνατο βρίσκουν και τα 7 μέλη του πληρώματος του, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος Ισραηλινός άνθρωπος στο διάστημα.

Αυτά τα 3 γεγονότα σημάδεψαν ανεξίτηλα την προσπάθεια του ανθρώπου για την εξερεύνηση του διαστήματος. Στην πρώτη περίπτωση οι συνέπειες του τραγικού δυστυχήματος των αστροναυτών του Apollo 1 ήταν ότι οι τεχνικοί της NASA έμαθαν από τα λάθη τους, έκαναν τις απαραίτητες διορθωτικές προσαρμογές, είχαν από πίσω τους και τεράστια κρατική συμπαράσταση αλλά και ευρεία λαϊκή συναίνεση, κι έτσι μόλις μετά από 2,5 χρόνια το όνειρο πήρε σάρκα και οστά και στις 20 Ιουλίου του ’69 ο άνθρωπος πάταγε στο φεγγάρι. Στις άλλες περιπτώσεις όμως η διαστημική εξερεύνηση έκανε πολλά βήματα προς τα πίσω. Η καταστροφή του Τσάλεντζερ κλόνισε την πίστη του κοινού ως προς την αξιοπιστία των διαστημικών αποστολών (καταλυτικό ρόλο σε αυτό έπαιξε και η παρουσία της δασκάλας που έλεγα πιο πάνω), έκανε τους ανθρώπους της NASA να γίνουν πολύ πιο προσεκτικοί και υπέρ του δέοντος διστακτικοί και αναβλητικοί στα επόμενα σχέδια τους και την αμερικανική κυβέρνηση να γίνει πολύ πιο φειδωλή ως προς τη χρηματοδότηση των διαστημικών προγραμμάτων. Τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο στενάχωρα για τη NASA μετά την πρόσφατη τραγωδία του Κολούμπια.Μόλις πέρσι, 2 χρόνια μετά την καταστροφή αυτή, αποτόλμησε η ΝASA να πραγματοποιήσει ξανά εκτόξευση επανδρωμένου πυραύλου στο Διάστημα. Και αυτή τη στιγμή το πλάνο της είναι να επιστρέψει ο άνθρωπος στο φεγγάρι το 2018, δηλαδή σχεδόν 50 χρόνια μετά από τότε που το επισκέφτηκε για πρώτη φορά! Και για τη συνέχεια το πρόγραμμα έχει Άρη (σιγά σιγά) και βλέπουμε…

Πρεσβεύω μια άποψη. Ο άνθρωπος πρέπει να φύγει από τη Γη και να επεκταθεί σε άλλους πλανήτες και σε άλλα ηλιακά συστήματα. Δεν τον χωράει πια η Γη. Ο πλανήτης είναι πολύ μικρός για εμάς. Δεν είναι μόνο ζήτημα του να εξερευνήσουμε το αχανές διάστημα ικανοποιώντας την περιέργεια μας και τη διάθεση μας για διαστημικές περιπέτειες. Σαφώς και αυτό παίζει πολύ σημαντικό ρόλο και είναι βασικό στοιχείο της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης (αν και στους περισσότερους σύγχρονους ανθρώπους έχει εξασθενήσει πολύ) όμως για μένα προέχει κάτι άλλο. Κι αυτό είναι η επιβίωση, καταρχήν, κι η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους (αν και για μένα επιβίωση κι εξέλιξη είναι ταυτόσημες έννοιες, αφού ζωή=κίνηση, αλλαγή, διαρκής προσαρμογή και συνεπώς εξέλιξη=επιβίωση). Όσο ο άνθρωπος κλείνεται στο καβούκι του, επιθυμεί ησυχία, τάξη κι ασφάλεια και αποφεύγει το ρίσκο στη ζωή του όπως η διάολος το λιβάνι, τόσο πιο πολύ βαδίζει προς τον οριστικό θάνατο και την εξάλειψη. Η φτιάξη μας δεν συμβιβάζεται με τον περιορισμό και την περιχαράκωση. Η περιθωριοποίηση κι η απομόνωση είναι αλάνθαστη συνταγή παρακμής, κατάπτωσης και τελικά καταστροφής. Μας το διδάσκει η ανθρώπινη ιστορία. Η περίοδος ακμής του κάθε πολιτισμού συνδέθηκε με την εξωστρέφεια, την εξερεύνηση, την περιπέτεια, το σπάσιμο των συνόρων και το άνοιγμα νέων οριζόντων. Εντάξει, άλλοτε με ειρηνικά και άλλοτε με πολεμικά μέσα, αλλά στο επίπεδο της ανάλυσης που κάνω τώρα αυτό δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία. Αντίθετα, η περίοδος παρακμής κάθε μεγάλου πολιτισμού συνδέθηκε με έντονη εσωστρέφεια, απομονωτισμό, κλείσιμο συνόρων και αυτοπεριχαράκωση (στην τελική, για να πάρουμε ένα παράδειγμα από την πρόσφατη ιστορία, ποιος ήταν ο λόγος κατάρρευσης των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού?). Και όλοι αυτοί οι μεγάλοι πολιτισμοί ήταν γεωγραφικά περιορισμένοι. Ξεκίνησαν από κάποια κοιτίδα κι εξαπλώθηκαν σιγά σιγά (ή γρήγορα γρήγορα) σε ευρύτερες εκτάσεις και σε μεγαλύτερους πληθυσμούς, είτε με το εμπόριο, την κουλτούρα και τις τέχνες τους είτε με τη δύναμη των όπλων. Σήμερα όμως μιλάμε για παγκόσμιο χωριό, παγκοσμιοποίηση, σταδιακή κατάργηση των συνόρων, υπερεθνικούς σχηματισμούς και άλλα τέτοια ωραία ή χαζά, ανάλογα πώς τα αντιλαμβάνεται ο καθένας. Πάντως γεγονός είναι ότι ισχύουν σε μεγάλο βαθμό. Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένας αναδυόμενος παγκόσμιος πολιτισμός και υπάρχει και το μέσο έκφρασης του, το Διαδίκτυο όπου γίνεται, σε πρωτοφανή για την ανθρώπινη ιστορία βαθμό, ελεύθερη διακίνηση κι ανταλλαγή ιδεών, απόψεων, κουλτούρας. Το Διαδίκτυο είναι η παγκόσμια βιβλιοθήκη όπου ο καθένας μπορεί να έχει εύκολη και σχετικά φθηνή πρόσβαση (εκτός αν μιλάμε για τριτοκοσμικές βαλκανικές χώρες βέβαια), είναι μια παγκόσμια κιβωτός γνώσεων,ένα ασύλληπτο μωσαϊκό που συντίθεται από απειράριθμες ανθρώπινες ψηφίδες, είναι ένας ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΝΟΥΣ εν γενέσει. Συνυπάρχουν τα διαμάντια με τα σκουπίδια, οι μεγαλοφυείς απόψεις κι οι απολύτως παρανοϊκές, ναι, αυτό είναι γεγονός. Όμως το ίδιο δε συμβαίνει και στα κεφάλια του καθενός από εμάς, λίγο ή πολύ?

Να μη ξεφεύγω πολύ όμως. Ναι, υπάρχουν τεράστιες αντιφάσεις στον κόσμο μας, υπάρχει ο Μπους και η Αλ-Κάιντα (υπερβολικά πολλές ομοιότητες, ίδια σκατά, διαφωνεί κανείς?) από τη μία και από την άλλη ο Χάρολντ Πίντερ και ο Ντέιβιντ Λυντς, όμως στην τελική ποιος λέει ότι ένας πολιτισμός πρέπει να χαρακτηρίζεται από την ομοιομορφία και την ομαλή συνέχεια? Ο κάθε άνθρωπος είναι μια μικρογραφία της ανθρωπότητας ως σύνολο. Όπως κι ο κάθε ένας από εμάς εσωτερικά, έτσι κι η ανθρωπότητα χαρακτηρίζεται από αντικρουόμενες κι αλληλοαναιρούμενες απόψεις και συμπεριφορές, από νευρώσεις, κόμπλεξ, εκλάμψεις μεγαλείου κτλ κτλ. Είμαστε είτε το θέλουμε είτε όχι τα κύτταρα μιας ευρύτερης και ασήλλυπτης οντότητας.

Όλα τα παραπάνω ήταν μια προσπάθεια τεκμηρίωσης της άποψης μου ότι στις μέρες μας υφίσταται πλέον ένας παγκόσμιος πολιτισμός, κάτι πρωτοφανές στη γνωστή ανθρώπινη ιστορία. Στο σημείο αυτό μπορεί να μου πει κάποιος: “Πολύ ωραία. Στο παρελθόν όμως ρε φίλε τι γινόταν? Και τότε δεν αποτελούσαμε τα κύτταρα της ανθρωπότητας? Και τότε δεν υπήρχαν αντιφάσεις, συγκρούσεις κι όλα τα συμπαρομαρτυρούντα?Άρα σύμφωνα με τη λογική σου παγκόσμιος πολιτισμός θα πρέπει να υφίσταται ανέκαθεν”. Η απάντηση είναι ότι στις μέρες μας υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά. Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας τον περασμένο αιώνα μίκρυνε πολύ τις αποστάσεις, διευκόλυνε σε αφάνταστο βαθμό τις επικοινωνίες, κι έτσι άρχισε να φέρνει σε πιο γρήγορη κι άμεση επαφή τους ανθρώπους σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη κι αν βρίσκονται. Το αποκορύφωμα ήρθε με το Ίντερνετ κι όλες τις ριζοσπαστικές αλλαγές που φέρνει η εισαγωγή του. Το Ίντερνετ αποτελεί πλέον σε μεγάλο βαθμό τον ολοένα διαμορφούμενο συνεκτικό ιστό του παγκόσμιου χωριού . Η ενημέρωση γίνεται ατομική, η πληροφορία απελευθερώνεται, η λογοκρισία είναι αδύνατον να εφαρμοστεί, οι δυνατότητες επικοινωνίας με τον οποιονδήποτε οπουδήποτε είναι πλέον τεράστιες. Ναι λοιπόν, για πρώτη φορά στην ιστορία μας μπορούμε να αρχίσουμε σιγά σιγά να λέμε ότι πατρίδα μας δεν είναι η Ελλάδα, η Αλβανία, ο Καναδάς, η Ρωσία. Πατρίδα μας είναι όλη η Γη.
Είπαμε όμως πριν ότι αναγκαία συνθήκη για να επιβιώσει ένας πολιτισμός είναι η επέκταση, οι νέες προκλήσεις, το να θέτουμε νέα σύνορα και να τα υπερβαίνουμε, η λήψη ρίσκων. Προς τα που όμως μπορεί να επεκταθεί ένας παγκόσμιος πολιτισμός? Κοιτίδα του, βάση του είναι ολόκληρος ο πλανήτης! Προς τα που μπορεί να πάει? Η απάντηση είναι, αναπόφευκτα, στο διάστημα, σε άλλους πλανήτες, σε άλλα άστρα.
Η υπάρχουσα κατάσταση βέβαια κάθε άλλο παρά ευνοεί τέτοια μεγαλεπήβολα σχέδια, όπως είδαμε και πιο πάνω. Για ένα τέτοιο εγχείρημα οι προοπτικές φαντάζουν από πολύ δυσοίωνες έως και ανύπαρκτες. Η διαστημική τεχνολογία έχει κάνει τεράστια βήματα προς τα πίσω και ας μην παραμυθιαζόμαστε από τις ενθουσιώδεις διακηρύξεις κι υποσχέσεις που ακούμε κατά καιρούς από τα ΜΜΕ (“ως το 2020 βάσεις στον Άρη”,”πλημμυρίζει από τουρίστες σε λίγα χρόνια το διάστημα”, “εγκαινιάζει σήμερα ο Υπουργός Ανάπτυξης τη νέα γραμμή του τρόλλεϋ Κολιάτσου-Θάλασσα της Γαλήνης” κι άλλα τέτοια ωραία), καθώς είδαμε ότι η ίδια η NASA έχει ανακοινώσει (κι αυτό μπορείτε να το δείτε και στην επίσημη ιστοσελίδα της www.nasa.gov) πως αναμένεται να επιστρέψουμε στο φεγγάρι το 2018! Φέξε μου και γλίστρησα, δηλαδή. Από την άλλη ο μέσος σημερινός άνθρωπος, όπως έλεγα και στο προηγούμενο post, προσπαθεί να εξοβελίσει από τη ζωή του κάθε ίχνος ρίσκου, δίψας για περιπέτεια και φαντασίας για χάρη της μακαριότητας του, της ασφάλειας του και της ομαλής ζωής του. Σε αυτή του την προσπάθεια πολύτιμο αρωγό έχει τα Μέσα Μαζικής Μαλάκυνσης (που λέει κι ο Ιωαννίδης), των οποίων οι κατευθυντήριοι νόες έχοντας πολύ καλή γνώση της ψυχολογίας του μέσου ανθρώπου (οι ίδιοι δεν την διαμορφώνουν στην τελική?) τον υποβάλλουν σε ένα σκωτσέζικο ντους (δηλαδή από τη μία του λένε ότι σε καμιά δεκαριά χρόνια θα κάνουμε κρουαζιέρα στους δακτυλίους του Κρόνου κι από την άλλη εφευρίσκουν κάθε είδους απειλές όπως μετεωρίτες, κομήτες και άλλα καταστροφολογικά σενάρια, τα οποία προωθούνται και από τα μπλοκμπάστερ του Χόλιγουντ) δημιουργώντας έτσι ένα αληθινό χάος στο κεφάλι του, που καταλήγει να τον βυθίζει περισσότερο στην αδράνεια και την αποχαύνωση. Σε αυτό συντελεί κι η έλλειψη στοιχειώδους κρίσης από μεριάς του δέκτη, αλλά αυτό το ανέλυσα και στο προηγούμενο post, ήδη.
Έτσι, τελικά, ποια άστρα και ποιοι πλανήτες βρε παιδιά? Για τέτοια είμαστε τώρα? Πίσω ολοταχώς στη Γη μας. Στα σπιτάκια μας με τις τηλεορασούλες μας και την ησυχία μας. Εξάλλου η “καθημερινότητα” ήδη μας καταπνίγει με τις πολλές υποχρεώσεις της. Δεν μας παίρνει να πετάμε στα σύννεφα, πάρτε το χαμπάρι! Δώσε μας κι άλλο “ρεαλισμό” και “λύσεις πρακτικές” και την ψυχή μας πάρε! Αλλά ξέχασα, την έχουμε βάλει ενέχυρο για το καινούριο ΔιακοποΔιαστημοΔάνειο. Δεν βαριέσαι, όταν το ξεπληρώσουμε σε 3258614862173628 δόσεις θα την πάρουμε πίσω!

…Μια από τις πιο συγκλονιστικές ταινίες που έχω δει είναι το 2001:A Space Odyssey. Το αριστούργημα αυτό, ιδωμένο από ένα άνθρωπο των αρχών του 21ου αιώνα, πέρα από το ότι μπορεί να το παραλληλίσει με ταινία του Αγγελόπουλου (λόγω των λίγων σχετικά διαλόγων, των μεγάλων σε διάρκεια πλάνων και της αργής σεναριακής πλοκής καθώς και της μουσικής υπόκρουσης) και να αρχίσει να χασμουριέται από τις πρώτες στιγμές της, θα του φανεί ως ένα τραβηγμένο σενάριο επιστημονικής φαντασίας και αρκετά ρομαντικό με τα σημερινά δεδομένα. Όμως η αλήθεια είναι ότι για το 1968 κάθε άλλο παρά τραβηγμένο φάνταζαν αυτά που διαπραγματευόταν η ταινία καθώς θυμηθείτε ότι βρισκόμασταν μόλις ένα χρόνο πριν ο άνθρωπος πατήσει στο φεγγάρι. Άρα τι πιο αναμενόμενο από το να υποθέσει κανείς ότι το 2001 θα έχουμε βάσεις στη Σελήνη και θα ταξιδεύουμε προς το Δία. Γεγονός είναι ότι ο συνδυασμός Κιούμπρικ-Άρθουρ Κλαρκ ήταν εκρηκτικός και η συνεργασία αυτών των δύο μεγαλοφυϊών είχε ως αποτέλεσμα ένα αληθινό έργο τέχνης που θα μείνει κλασσικό στον αιώνα τον άπαντα.
Όταν είδα το τέλος της ταινίας μου πήρε κάποια λεπτά για να συνειδητοποιήσω τι είδα. Όταν τελικά αυτό συνέβη ανατρίχιασα σύγκορμος (και τώρα που το σκέφτομαι το ίδιο παθαίνω)! Με έναν πολύ παραστατικό τρόπο, σε μια από τις κορυφαίες αλληγορικές (σε πρώτο επίπεδο αλληγορική) σκηνές στην ιστορία του σινεμά, μια σκηνή βαθύτατα μυστικιστική, βλέπουμε το επόμενο στάδιο της εξέλιξης του ανθρώπου που είναι: Ο θάνατος του παλαιού ανθρώπου, έτσι όπως τον ξέρουμε, κι η αντικατάσταση του από τον επόμενο κρίκο της ατέρμονης αλυσίδας της εξέλιξης, από το παιδί των αστεριών.

Τα παιδιά των αστεριών δεν “θρώσκουσι άνω” απλά. Αυτή είναι η βάση τους, από εκεί ξεκινάνε βέβαια, αλλά…δεν αρκούνται σε αυτό. Το όραμα των πρώιμων μορφών ανάπτυξης τους (που ήδη κυκλοφορούν γύρω μας) είναι να γνωρίσουν αυτό το “άνω” από κοντά, να έχουν μια γεύση από πρώτο χέρι του τι αφορά αυτό το “άνω”, το οποίο δεν είναι μόνο “άνω” βέβαια αλλά είναι και “έσω”. Είναι η μειοψηφία και το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό. Πάντα όμως στην ανθρώπινη ιστορία οι πρωτοπόροι, οι πιονιέροι, αυτοί που άνοιγαν με δική τους ευθύνη τους νέους δρόμους ήταν οι λίγοι. Αυτοί χάραζαν την πορεία στα τυφλά, αυτοί χαρτογραφούσαν την κάθε terra incognita και οι πολλοί στη συνέχεια ακολουθούσαν. Αυτοί οι λίγοι πότε όμως δεν ήταν μόνο γενετικά προδιαγεγραμμένοι. Γενετικά προδιαγεγραμμένος για το κάτι πααρπάνω είναι σχεδόν ο κάθε άνθρωπος. Ο καθένας από εμάς κρύβει μέσα του ένα παιδί των άστρων που τελεί εν υπνώσει. Στο χέρι μας είναι να βρούμε πώς να το ξυπνήσουμε. Αν θέλουμε (ή αντέχουμε) να το ξυπνήσουμε, that is…

Ad astra per aspera…

…………………………………………………………………………………………………………….

Προσωπική Ευθύνη (Ιανουάριος 2006)

Σε τι βαθμό καθορίζουμε οι ίδιοι τις ζωές μας? Πόσο εξαρτάται η ζωή μας από εμάς και πόσο από τις “εξωτερικές συνθήκες”? Και είναι αυτές που μας διαμορφώνουν ή εμείς που τις διαμορφώνουμε (Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα)? Και μπορούμε να ποσοτικοποιήσουμε μια τέτοια σχέση?

Φυσικά η απάντηση στα παραπάνω κάθε άλλο παρά απλή είναι. Οι απόψεις δεν διίστανται απλώς, κατά το κοινώς λεγόμενο, αλλά είναι τόσες όσοι και αυτοί που τις διατυπώνουν (αλλά μήπως και αυτό δεν είναι ένας γενικότερος κανόνας?). Έρχομαι κι εγώ λοιπόν να καταθέσω την (μέχρι σήμερα) άποψη μου πάνω στο ζήτημα.
Καταρχήν νομίζω ότι οι ακραίες απόψεις δεν πολυστέκουν. Δεν μπορείς να πεις ότι ελέγχεις απόλυτα τη ζωή σου στο 100% ανεπηρέαστος από αστάθμητους παράγοντες και “έξωθεν” παρεμβάσεις” γιατί αυτό πρακτικά είναι αδύνατον. Ούτε μπορείς από την άλλη να πεις πως είσαι “φτερό στον άνεμο” που άγεσαι και φέρεσαι αποκλειστικά από εξωτερικούς παράγοντες χωρίς να δύνασαι να διαμορφώσεις στο ελάχιστο τη ζωή σου. Έτσι λοιπόν απορρίπτοντας τις δύο ακραίες τοποθετήσεις πρέπει να υποθέσουμε πώς ισχύουν μάλλον και τα δύο. Και το πράγμα δείχνει μάλλον να λειτουργεί ως εξής: Εμείς θέτουμε τις προτεραιότητες μας, κάνουμε τις επιλογές μας και επιχειρούμε να προχωρήσουμε στην υλοποίηση τους. Ως προς τις επιλογές και τις προτεραιότητες φαίνεται σε πρώτο επίπεδο εμείς να έχουμε τον πρώτο λόγο. Εγώ πρεσβεύω την άποψη ότι εμείς έχουμε όχι απλά τον πρώτο αλλά και τον μοναδικό λόγο και θα αναλύσω το γιατί λίγο παρακάτω. Εν συνεχεία, προχωρώντας στην διαδικασία υλοποίησης των στόχων μας υπεισέρχονται και κάποιοι εξωτερικοί παράγοντες αναπόφευκτα, οι οποίοι φαίνεται να επηρεάζουν, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο άμεσα, το τελικό αποτέλεσμα. Εδώ το ερώτημα είναι βέβαια σε τι βαθμό μπορούμε να κατευθύνουμε και να ελέγξουμε εμείς τη διαδικασία της υλοποίησης, μετριάζοντας τις όποιες δυσμενείς επιπτώσεις των εξωτερικών παραγόντων.

Λοιπόν, είπα δυο γραμμές πιο πριν ότι εμείς έχουμε τον πρώτο και μοναδικό λόγο όσον αφορά τις επιλογές μας, την κάθε μία από αυτές, οι οποίες αθροιζόμενες μας φανερώνουν τη στάση ζωής που έχει ο καθένας μας. Δηλαδή σε τελική ανάλυση το πώς θα εξελιχθεί η ίδια μας η ζωή. Μπορεί να αντιτείνει κάποιος :”Μα και το σχολείο?Η οικογένεια?Τα ΜΜΕ?Η κοινωνία?Δεν επηρεάζουν άμεσα τις επιλογές που θα κάνουμε?”. Η απάντηση είναι: Φυσικά και τις επηρεάζουν! Όμως…η τελική απόφαση ανήκει σε εμάς και μόνο σε εμάς!!! Ότι κι αν προβάλλεται από όλους αυτούς τους θεσμούς ή ψευτο-θεσμούς ως “πρέπουσα και αποδεκτή ευρέως” συμπεριφορά και στάση ζωής, όπως κι αν προβάλλεται, όποιες μέθοδοι κι αν επιστρατεύονται (πλύση εγκεφάλου,ψυχολογική βία, εκβιαστικά ανύπαρκτα διλήμματα) στην τελική κανείς δε σε εξαναγκάζει με το ζόρι να υιοθετήσεις και να εφαρμόσεις αυτά που λέει. Εκεί υπεισέρχεται η προσωπική σου ευθύνη. Αυτή που τόσο πολύ τείνουμε να ξεχνούμε στις μέρες μας και να υποβαθμίζουμε. Ένα από τα αγαπημένα χόμπι του άνθρωπου είναι η μετάθεση των ευθυνών. Όλοι το έχουμε βιώσει και συνεχίζουμε να το βιώνουμε καθημερινώς. Κανένας κερατάς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεων του, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος. Όταν κάτι πάει στραβά αμέσως αρχίζουμε τη γκρίνια και τη μίρλα και τις δικαιολογίες και τα “δε φταίω εγώ, δεν ήξερα τίποτα, φταίει ο άλλος” και όλες αυτές τις μικρότητες. Τα ρίχνουμε στη “κακούργα τη κενωνία”, στο κράτος, στο σύστημα, στον καπιταλισμό και δεν ξέρω εγώ που αλλού. Παντού, εκτός από εμάς τους ίδιους. Και φυσικά το σύστημα το βολεύει η ύπαρξη αυτής της τεράστιας πολτοποιημένης μάζας των ευθυνόφοβων υπανθρώπων. Καλλιεργεί με κάθε δυνατό τρόπο, φανερό και υπόγειο, την εξάλειψη της προσωπικής ευθύνης και την προώθηση του δόγματος “φταίνε πάντα οι άλλοι”. Σκεφτείτε το λίγο. Ο τρόπος που παρουσιάζουν τα θέματα οι τηλεοράσεις και οι πολιτικοί (“Ο λαός δεν φταίει σε τίποτα” είναι πάντα το κεντρικό concept), κάποιες περίεργες δικαστικές αποφάσεις, “καλά τεκμηριωμένες” θεωρίες της ιατρικής που ξεπροβάλλουν κάθε τόσο (π.χ. μια θεωρία που αναπαράγουν οι κωλοφυλλάδες και τα μιασματικά και βδελυρά κωλοκάναλα κατά καιρούς είναι ότι για την παχυσαρκία δεν ευθύνεται το ίδιο το άτομο αλλά συγκεκριμένοι εξωτερικοί παράγοντες που συνιστούν το “παχυσαρκογόνο περιβάλλον!)…

Ωραία λοιπόν. Απαρνούμεθα κάθε έννοια προσωπικής ευθύνης μεταθέτοντας τις ευθύνες πάντοτε αλλού. Ξεχνάμε όμως κάτι βασικό. Το να αναλαμβάνεις τις ευθύνες που σου αναλογούν σίγουρα σημαίνει κόστος, βαρύ προσωπικό κόστος πολλές φορές. Όμως τελικά αυτό δεν είναι που σηματοδοτεί την πραγματική ανεξαρτησία κάι ελευθερία του ανθρώπου? Και η ανάληψη ρίσκων (που συνεπάγονται αυξημένες ευθύνες) δεν είναι τελικά αυτή που σπρώχνει μπροστά την ανθρωπότητα σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της και τη βοηθάει να ξεφύγει από τα όποια τέλματα στα οποία είχε κατά καιρούς περιέλθει? Αλλά ποιος τρελός αναλαμβάνει ρίσκα στη σημερινή εποχή? Είναι τώρα για εμάς αυτά? Εμείς, ρε παιδιά, θέλουμε ησυχία, τάξη κι ασφάλεια! Αυτό δεν ευαγγελίζονται άπαντες? Και πώς θα διασφαλιστεί η νιρβάνα μας? Μα με το να έχουμε όσο το δυνατόν λιγότερες ευθύνες πάνω μας!

Η πλειοψηφία έτσι σκέφεται, έτσι αντιδρά, έτσι συμπεριφέρεται. Δε λέω δα και τίποτα καινούριο. Μάτια έχουμε και βλεπουμε που πορευόμαστε μάλλον. Σε μια βελούδινου τύπου ολοκληρωτική κοινωνία που δε θα έχει επιβληθεί με τη βία και την πυγμή όπως τόσες φορές στο παρελθόν, αλλά με την σιωπηρή συναίνεση των ατόμων. Ο Όργουελ δείχνει να διαψεύδεται από την εξέλιξη των πραγμάτων κι αυτός που φαίνεται να έχει πέσει πιο κοντά στην πρόγνωση ενός ουτοπικού μέλλοντος είναι μάλλον ο Άλντους Χάξλεϋ (Brave New World). Όμως…ευτυχώς δεν σκέφτονται όλοι έτσι. Δεν επιδιώκουν όλοι οι άνθρωποι την μακαριότητα και τη νιρβάνα του μη-ρίσκου και της μη-ευθύνης. Οι πρωτοπόροι, εκείνοι οι άνθρωποι που ανοίγουν νέους ορίζοντες, γνωρίζοντας ότι η ανάληψη της Ευθύνης, που συνεπάγεται κόστος δυσβάστακτο πολλές φορές, είναι παράλληλα και η πηγή της δύναμης τους, δεν έχουν εξαλειφθεί τελείως. Είναι παρόντες, έτοιμοι να δώσουν στην ανθρωπότητα την απαραίτητη ώθηση για να προχωρήσει, να εξελιχθεί και να ξεφύγει από το βούρκο της στασιμότητας, της άγνοιας, της ατέλεωτης βλακείας, της παράνοιας και του φανατισμού, όπου είναι παγιδευμένη σήμερα. Και για πρώτη φορά στην ιστορία διαθέτουν ένα υπερόπλο, που όμοιο του δεν ύπήρξε ποτέ στα χρονικά της ανθρωπότητας.

Κι αυτό είναι το Διαδίκτυο.

…………………………………………………………………………………………………………….

Η διαδικασία της αλλαγής (Ιανουάριος 2006)

Ζω για το κάτι πιο πέρα. Ποτέ δεν αρκούμαι σε όσα έχω, ποτέ δεν είμαι ικανοποιημένος απόλυτα. Πάντα κάτι με τρώει, κάτι με βασανίζει, κάτι με σπρώχνει να μην επαναπαυτώ και να προχωρώ διαρκώς έστω και με τα χίλια ζόρια. Νιώθω διαρκώς την παρουσία αυτού του “κάτι” και τον αέναο εμφύλιο πόλεμο που διεξάγει με το νωθρό, αδρανές κομμάτι του εαυτού μου. Μια διαρκής πάλη, ένας διαρκής συναγερμός, μια διαρκής ανησυχία κι αναταραχή που νιώθω να μαίνεται εντός μου από τότε που άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο.
Όταν πραγματοποιώ βήματα προς τα εμπρός, όταν “αλλάζω επίπεδο” κι αποκτώ μια καινούρια οπτική, έναν καινούριο τρόπο θέασης του κόσμου, τότε αυτό το “κάτι”, αυτή η εσωτερική παρόρμηση εξασθενεί και λουφάζει και ως αποτέλεσμα αυτού εγώ βιώνω μια σύντομη περίοδο γαλήνης. Μετά από λίγο καιρό όμως, το “τσίγκλισμα” αρχίζει εκ νέου και εγώ παίρνω πάλι τον ανήφορο. Αυτή η κατάσταση κατά καιρούς γίνεται απίστευτα ψυχοφθόρα! Κατά καιρούς γίνεται τόσο έντονη σε σημείο να με πιάνει απελπισία και να θέλω να παραιτηθώ τελείως από τα πάντα. Λειτουργεί σαν μια ενοχλητική υπενθύμιση που αιωρείται από πάνω μου και δε με αφήνει να χαρώ σχεδόν τίποτε. Τις περιόδους αυτές της έντονης κρίσης, όση βοήθεια κι αν λάβω έξωθεν, τελικά τις ξεπερνάω με τη δική μου θέληση και δύναμη.
Η “αλλαγή επιπέδου” είναι μια μακροχρόνια διαδικασία στην πραγματικότητα. Για να πραγματοποιηθεί απαιτεί συσσώρευση πολλών διαφορετικών εμπειριών, συχνά τελείως αντιφατικών και αλληλοαναιρουμένων, καθώς και πολλά gigabytes γνώσεων και πληροφοριών (κάποιες εκ των οποίων μπορεί να φαντάζουν τελείως άχρηστες και άνευ νοήματος). Όμως τελικά, σε ένα χαοτικό σύμπαν όπου τα πάντα επηρεάζουν τα πάντα από πάντα και για πάντα, το ποια πληροφορία είναι σημαντική και ποια όχι, το ξεσκαρτάρισμα δηλαδή του τεράστιου όγκου των διατεθειμένων πληροφοριών που μας βομβαρδίζουν καθημερινά, συμβαίνει μόνο και μόνο εξαιτίας της περιορισμένης και πεπερασμένης φύσης της ανθρώπινης νόησης. Αυτό που μόλις είπα το θεωρώ πολύ σημαντικό και θέλω να επιμείνω λίγο. Το ότι η ανθρώπινη φύση έχει κάποια όρια και ότι διαθέτει κατάλληλους μηχανισμούς για να φέρνει τον κόσμο στα μέτρα της, έτσι ώστε να μην αποτρελαθεί εντελώς, δε σημαίνει ότι το Σύμπαν έχει τα όρια αυτά που του θέτουμε εμείς. Το ότι δε μπορώ εγώ ο άνθρωπος να συλλάβω κάποια (πολλά) πράγματα δε συνεπάγεται ότι δεν υπάρχουν κιόλας. Αυτό τώρα έτσι όπως το λέω μπορεί να ακούγεται αυτονόητο, όμως οι περισσότεροι άνθρωποι δείχνουν να μην το έχουν συνειδητοποιήσει. Ο κόσμος μας δεν έχει όρια ούτε στεγανά. Όρια έχουν μόνο οι παρωπίδες που η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων φορά με δική της επιλογή και βούληση, καθαρά. Οι περισσότεροι άνθρωποι απεχθάνονται το άγνωστο. Απεχθάνονται το “κάτι παραπέρα” που έλεγα και πριν. Καταπνίγουν εν τη γενέσει της την εσωτερική αυτή παρόρμηση, την βασανιστική μεν, ζωοοποιό δε! Επιδιώκουν ησυχία, τάξη και ασφάλεια με κάθε κόστος! Ναι ακόμη και σε βάρος της προσωπικής τους ανεξαρτησίας και ελευθερίας την οποία πανεύκολα θα παραδώσουν στον οποιονδήποτε “καλοθελητή” για να διασφαλίσουν τα πιο πάνω “αγαθά”, μη γελιέστε.

Επανέρχομαι σε αυτό που έλεγα πρωτύτερα. Κάθε φορά που συνειδητοποιώ ότι λαμβάνει χώρα η “αλλαγή επιπέδου” (ή καλύτερα ότι είναι κοντά στο να ολοκληρωθεί, αφού αυτή καθαυτή είναι μια μακροχρόνια διαδικασία όπως ανέφερα και πριν) συμβαίνουν διάφορα γεγονότα είτε προκαλούμενα από εμένα είτε και “συμπτώσεις” (δεν πιστεύω στην τετριμμένη ερμηνεία περί συμπτώσεων αλλά αυτό θα το αναλύσω σε άλλο post) τα οποία διαδραματίζουν έναν καταλυτικό ρόλο στη διαδικασία της μετάβασης σε ένα νέο επίπεδο διευρυμένης αντίληψης του κόσμου. Ναι, καταλυτικό με την αληθινή σημασία του όρου (ως γνωστόν, στη χημεία ο καταλύτης είναι η ουσία που θα συμμετάσχει, όχι άμεσα, σε μια χημική αντίδραση με στόχο να επιταχύνει την πραγμάτωση της). Αυτά τα γεγονότα αποτελούν μικρά ή μεγαλύτερα σοκ για το υποκείμενο και συμβάλλουν ακριβώς στο να γίνει όσο το δυνατόν πιο σύντομη η επώδυνη διαδικασία της απαγκίστρωσης από το προηγούμενο επίπεδο και της μετάβασης σε ένα νέο. Αυτό συμβαίνει διότι, για να επανέλθω στα προηγούμενα, μέσα στον άνθρωπο υπάρχει μια πολύ ισχυρή τάση για στασιμότητα, για ησυχία, για μη αλλαγή. Όταν η συνειδητοποίηση της επικείμενης αλλαγης κλονίζει το υπάρχον “σύστημα”, ενεργοποιείται αυτή η τάση κι ο άνθρωπος εμφανίζεται πολύ διστακτικός για να κάνει το κρίσιμο βήμα που θα του δώσει μια νέα, διευρυμένη, αντίληψη. Τα διάφορα σοκ, συμπυκνωμένα συνήθως σε μια πολύ μικρή χρονική περίοδο, επενεργούν έτσι ώστε να δώσουν την κατάλληλη ώθηση, να παρασύρουν κυριολεκτικά τον άνθρωπο, ώστε να πραγματοποιήσει αυτό το κρίσιμο τελευταίο βήμα που τόσο πολύ διστάζει να κάνει, και ν’αρχίσει να βλέπει τον κόσμο πλεόν με άλλα μάτια.

Κι η ελικοειδής αυτή διαδικασία συνεχίζεται διαρκώς, και σηματοδοτεί την ατομική (και όχι μόνο) εξέλιξη η οποία αν σταματήσει επιφέρει τη στασιμότητα, το μαράζωμα και τελικά τον αναπόφευκτο θάνατο μια ώρα (ή και πολλά χρόνια) αρχύτερα…

…………………………………………………………………………………………………………….