Unique Books And Articles For The Active, Independent, And Open-Minded Reader & Citizen

Other Greek texts, articles and short stories

… μη φύγετε από τώρα, έχουμε κάτι ακόμα…

……………………………………………………………………………………………………………..

Συντομ(αγι)ογραφία (Φεβρουάριος 2020)
 
Έλεγε που και που περίεργα πράγματα, όπως:
«Όταν είσαι Ωτομπιάνκι σε παίρνει να κάνεις μαγκιές στην Φερράρι, όσο το φανάρι είναι κόκκινο»
Ή:
«Η φύση τιμωρεί όσο πιο αμείλικτα γίνεται τον ξυπνητζηδισμό»
Περπατούσε ώρες πολλές και κανείς δεν ήξερε που πήγαινε
Χανόταν κι εμφανιζόταν το ίδιο απροειδοποίητα
Κι όλοι τον νοσταλγούσαν όταν ήταν μακριά, κι όλοι τον ζήλευαν όταν ήταν κοντά
Περίμεναν την ατάκα του, γύρω από τραπέζια γιορτινά, με δάκρυα στα μάτια ή χαμογελώντας με μια μετά βίας ανομολόγητη ελπίδα
Λεπίδα τα λόγια του, όταν τόπαιρνε επιτέλους απόφαση:
«Εγώ κρατάω αιχμάλωτο τον καιρό μου, κι εκείνος εμένα»
Ήταν ανεξάντλητος, δεν ήταν για χόρταση
Φώναζε αλλόφρων καμιά φορά, με τα φρένα του χυμένα στο έδαφος
Άλλες φορές στην άκρη στεκόταν και παρατηρούσε τον κόσμο και τον εαυτό του
Γύρω από τα πόδια του ανάσαιναν παρουσίες δίχως μορφή και όνομα
Έσκυβε και τις αγκάλιαζε, γιατί κανείς άλλος δεν μπορούσε να τις αγγίξει
Μια μέρα αποφάσισε ν’ αλλάξει
Σε κανέναν δεν το ανακοίνωσε
Κάποιοι ανέφεραν πως τον είδαν μια πόρτα στον αέρα ν’ ανοίγει και μέσα της να εξαφανίζεται
Τίποτα δεν άφησε πίσω του
Παρά μόνο την απουσία του

……………………………………………………………………………………………………………..

Γελάκι Γέλα (Ιανουάριος 2020)

Σάρωση
Νους
Διαμόρφωση
Νους
Παραμόρφωση
Καρδιά
Αλήθεια

……………………………………………………………………………………………………………..

Τερέζα (Δεκέμβριος 2019)

Και ποιός σου είπε, ρε Τερέζα, ότι θα χώριζα την γυναίκα μου για πάρτη σου;

Εκείνο το βράδυ, Τερέζα, εκείνο το βράδυ… παραλίγο να καταστραφώ…

(Δεν το αποκλείω, κιόλας, να καταστράφηκα όντως και ακόμα να μην το έχω πάρει χαμπάρι)…

Σε παρατηρούσα – εσύ ήσουν ακίνητη, λες κι ήσουν το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς στον κόσμο – ενώ βάδιζα, πολύ αργά και προσπαθώντας να αποφύγω να τρεκλίσω πάση θυσία.

Τελικά δεν το απέφυγα, γιατί φυσικά, είχα πιει… ένας θεός ξέρει τι είχα πιει, από τζιντζιμπύρα έως – διόλου απίθανο – και νιτρογλυκερίνη.

Και δεν ήταν απλώς τρέκλισμα αυτό – κλύσμα κανονικό για την αξιοπρέπειά μου ήταν, κάτι μεταξύ άτσαλης φιγούρας ζεϊμπέκικου και καταδύσεως από βατήρα ύψους 1.5 μέτρου, χωρίς νερό από κάτω φυσικά.

Πώς δεν οριζοντιώθηκα, πώς δεν έσπασα κανά δόντι, κανά δάχτυλο, Τερέζα, πραγματικά απορώ.

Όταν ανέκτησα τα όποια ψήγματα αυτοκυριαρχίας, ισορροπίας, και ψυχραιμίας, μου είχαν απομείνει, πρώτο μου μέλημα ήταν να σε κοιτάξω, να δω αν είχες αντιληφθεί την ακούσια, μα έστω κι έτσι παντελώς γελοία, χορευτική μου φιγούρα.

Και είδα να με κοιτάζεις με ένα βλέμμα αινιγματικό, σαν Σφίγγα, σαν πετρωμένη μορφή στο όρος Ράσσμορ, σαν βλοσυρή ιέρεια πανάρχαιας και ξεχασμένης θρησκείας, με τους μυστηριώδεις ναούς της, τα απόκοσμα αγάλματα και τις απερινόητες κι απροσπέλαστες παραδόσεις της, όλα θαμμένα κάτω από αλλεπάλληλες επιστρώσεις ανθρωποποίητης και, ίσως, και γεωλογικής φύσεως.

Εγώ είχα παγώσει στην επισφαλή μου θέση, μην ξέροντας πως να αντιδράσω.

Κάτι μέσα μου εκλιπαρούσε για την επέλευση κάποιου είδους υπερφυσικής παρέμβασης, που θα με κονιορτοποιούσε, θα με τσουρούφλιζε ή θα με ρευστοποιούσε, αυτοστιγμεί και επιτόπου.

Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα, όμως, Τερέζα, όλα άλλαξαν.

Απλώς γιατί – κι έστω κι αν το πρόσωπό σου παρέμεινε το ίδιο παγερά ανέκφραστο – μου έκλεισες το μάτι…!

Ω, επουράνιοι άγγελοι, τί ξαφνική αντιστροφή συναισθημάτων, τί αντάρα αγαλλίασης και έξαψης με κατέκλυσε…!

«Στάσου τώρα, μαλάκα, όρθιος σαν άνθρωπος και σύρε να της μιλήσεις – επίσης σαν άνθρωπος», η γνωστή μου έσω φωνή – την οποία για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο την φωνάζω «Τζούλια», αν και το θηλυκό της φύσης της είναι συζητήσιμο – με πρόσταξε.

«Ρε Τζούλια», της είπα, «μπας και να το ξανασκεφτόμασταν; Αφού μάλλον δεν τόχω απόψε… Άσε, δεν είδες τί έγινε εδώ; Πέσαμε απ’ την Ακρόπολη και βρήκαμε πορτοφόλι. Λέω, ας μην προκαλέσουμε την τύχη μας περαιτέρω απόψε. Πήραμε το κλείσιμο του ματιού μας, μια χαρά, οπότε αποχωρούμε, ανασυντασσόμαστε και σχεδιάζουμε με ψυχραιμία και καθαρό μυαλό τις προσεχείς μας κινήσεις. Εξάλλου, ταμείο κάνουμε στο τέλος, έτσι δεν είναι;».

«Δεν σε πιστεύω, ώρες ώρες», αποκρίθηκε εμφανώς απογοητευμένη η Τζούλια, έκανε μια παύση και συνέχισε, «καλά, δεν βλέπεις ότι η μεγάλη σου ευκαιρία είναι απόψε; Στη βράση κολλάει το σίδερο, όρμα!».

«Μα, δες σε παρακαλώ, την περιτριγυρίζουν όλοι αυτοί οι καρχαρίες, τα λαγωνικά, οι γυπαετοί – και ιδίως αυτός ο λεχρίτης, ο Γενς, από την Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης με τα υπέρκομψα κοτλέ σακάκια του, τα πολύχρωμα ποσέ μαντίλια του και τα σκαρπίνια του, που μοιάζουν σαν να χορεύουν Φρενταστερικές κλακέτες και να θαμπώνουν με την λάμψη τους τους παρατρεχάμενους, ακόμα κι όταν ο κάτοχός τους εκφωνεί μονότονα και μακρόσυρτα λογύδρια στο πλαίσιο μιας ακόμα απελπιστικά ανούσιας παρουσίασης του σε κάποια ανιαρότατη συνάντηση μιας Ομάδας Εργασίας της Επιτροπής Εσωτερικής Επιθεώρησης, της οποίας το αρχετυπικά γραφειοκρατικό όνομα αντιστοιχεί σε ένα από εκείνα τα ηλιθιωδώς ευφάνταστα, δήθεν χιουμοριστικά, αρκτικόλεξα, π.χ. Ομάδα Εργασίας για την ΕΛαχιστοποίηση των Κανονισμών και Όρων Συσσωμάτωσης ήτοι ΕΛ.Κ.Ο.Σ. …»

Με διέκοψε το ροχαλητό της Τζούλιας.

«Ρε Τζούλια, εδώ χάνομαι, κι εσένα σε πήρε ο ύπνος, κούκλα μου;».

«Με τις μαλακίες που λες, τί περιμένεις;!;», μου αντιγύρισε μια μπάσα, αγουροξυπνημένη Τζουλιοφωνή, η οποία συνέχισε: «τί Εσωτερική Επιθεώρηση και Δελφινάριο και Περοκέ μου λες τώρα…;;; Θα πας να παίξεις την μπάλα σου ή θα βάλεις την ουρά στα σκέλια και θα το βάλεις στα πόδια σαν λειράτη κοτούλα;»

«Μα, έχουν οι κότες ουρά, ρε συ Τζούλια;»

«Κοκοκοκό!», με αποστόμωσε.

«Και, εδώ που τα λέμε, περίμενε μισό λεπτό, πώς και σταθερά παραγνωρίζεις το ότι είμαι παντρεμένος και με προτρέπεις με τόση επιμονή να την πέσω στην Τερέζα;»

«Α, άκου να σου πω», ανέβασε τον τόνο της φωνής της η Τζούλια, «οι ηθικολογίες και οι τύψεις δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητές μου, άλλη είναι η δουλειά μου εμένα: να μεριμνώ να διατηρείς – και δεδομένης της τρέχουσας κατάστασης σου μάλλον να ανακτήσεις – τον ανδρισμό σου και τις κυνηγετικές ποιότητες της φύσης σου, όσες από αυτές σου έχουν, τέλος πάντων, απομείνει).».

«Και ποιός μεριμνά, δηλαδή, για να μην εξοκείλω στον αμοραλισμό;».

«Ο Κώστας».

«Ο Κώστας; Ποιός είναι αυτός, πάλι;».

«Μια άλλη σου φωνή.».

«Μα έχω πολλές φωνές σαν κι εσένα, δηλαδή;».

«Α, να σου πω, αγάπη μου, γιατί χάνω την υπομονή μου: του λόγου μου δεν είμαι ούτε ληξίαρχος ούτε καταστιχογράφος. Την άκρη με τις άλλες σου φωνές εσύ, μόνος σου, πρέπει να την βρεις».

«Εντάξει, καλά, κάτσε να ρωτήσω αυτόν τον Κώστα τότε… Ρε συ Κώστα, πώς θα αξιολογούσες μια πιθανή εκ μέρους μου ερωτικής φύσεως κρούση προς την Τερέζα;»

Ο Κώστας τότε μου μίλησε για πρώτη φορά, με μια ουδέτερη χροιά, και με την εξής δημοσιοϋπαλληλικά διεκπεραιωτική ατάκα: «Ε… κοίταξε… εντάξει… αυτά, τώρα, καλό είναι να μην γίνονται…».

Δεν μας παρατάς ρε Κώστα, σκέφτηκα, αποφασίζοντας παράλληλα να ανταποκριθώ, έστω και διστακτικά, στην παρότρυνση της Τζούλιας.

Έτσι, με τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού μου και με το βλέμμα μου χαμηλωμένο, κινήθηκα προς την Τερέζα.

Με τα μεσαίου ύψους τακούνια από τα δερμάτινα μποτίνια της, που τα χαρακτήριζε μια αρκετά υπνωτική σπειροειδής αγκράφα, η Τερέζα μου έριχνε 2-3 πόντους.

Αυτό δεν με πτοούσε, ίσα ίσα μου δημιουργούσε μια πολύ ερεθιστική αίσθηση δέους απέναντί της.

Τερέζα, η ημίθεη…

Ο φλωρο-Γενς είχε προσφερθεί να πάει στο μπαρ να φέρει ποτά για όλους – κι εγώ, σαδιστικά αλλά και με πονηρό υπολογισμό, του είχα παραγγείλει ένα άκρως περίπλοκο κοκτέιλ, η παρασκευή του οποίου απαιτούσε τουλάχιστον ένα τέταρτο.

Έτσι είχα όλο το πεδίο ελεύθερο για ένα ανεμπόδιστο τετ-α-τετ διαρκείας με την Τερέζα.

Μετά την ανταλλαγή των συνηθισμένων τυπικοτήτων («τί κάνεις», «πώς είσαι», «μια απ’ τα ίδια το χριστουγεννιάτικο πάρτυ της εταιρίας μας και φέτος» κλπ κλπ), επικράτησε για λίγη ώρα μια, ενδιαφέρουσα και υποδορίως ηλεκτρισμένη, σιωπή μεταξύ μας.

Η Τερέζα με κοιτούσε κάπως λοξά και, όπως προείπα, ελαφρώς αφ’ υψηλού κυριολεκτικά, όχι όμως και μεταφορικά.

Τα μεγάλα της γατίσια καστανά μάτια, που ξεπρόβαλλαν κάτω απ’ τις μακριές, λεπτές της βλεφαρίδες, εξέπεμπαν μια ακτινοβολία, λες και ήθελαν να φέρουν στο φως από τα μύχια βάθη του είναι μου όσα ποτέ δεν θα της αποκάλυπτα με την θέλησή μου.

Ανεξαρτήτως της μέθης μου – που ούτως ή άλλως είχε υποχωρήσει δραματικά ένεκα των συνθηκών – διατηρούσα αρκετή διαύγεια ώστε να γνωρίζω πως στην επόμενη φάση της αλληλεπίδρασής μας έπρεπε ν’ αφήσω σ’ εκείνη την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Γρήγορα αποδείχτηκε ότι είχα δίκιο, καθώς η Τερέζα περνούσε στο ψητό:

«Πού είναι η καλή σου, απόψε, Οδυσσέα;».

«Σπίτι, σπίτι. Δεν την παλεύει πολύ στα πάρτυ της Εταιρίας, πλέον, μετά από τόσα χρόνια».

«Για πόσα χρόνια μιλάμε;».

«Χμμ… Δώδεκα – δεκατρία, αν βγάλεις τα καλοκαίρια απ’ όξω, Τερέζα».

Το έπιασε αμέσως το χαζό αστειάκι, αν και δεν ήταν της γενιάς της, και μου χαμογέλασε πλατιά – κάτι τσίμπησε την καρδιά μου και την έκανε προς στιγμήν να πεταρίσει, σαν κοτούλα που γενναία αψηφά την φύση της κι αποπειράται να ξυπνήσει το γεράκι μέσα της.

«Και δεν φοβάται που σ’ αφήνει μόνο κι εκτεθειμένο, κι εντελώς διαθέσιμο στους κινδύνους που παραμονεύουν εδώ απόψε;».

«Μπα; Από πότε τα πάρτυ της Εταιρίας έγιναν τόσο επικίνδυνα;».

«Α… Μη μου κάνεις την πάπια, αγαπητέ μου Οδυσσέα… Ο κίνδυνος για εσένα πήρε σάρκα κι οστά από τότε που τον αντιλήφθηκες, τον αναγνώρισες κι αποφάσισες να συνδιαλεχθείς μαζί του.».

Άλλα τις, η Τερέζα, σκέφτηκα, συνειδητοποιώντας ταυτοχρόνως την αληθινά βαθιά και θανάσιμη φύση του κινδύνου στον οποίον αναφερόταν.

«Στάλεγα, μαλάκα», ακούστηκε, τότε, στεντόρεια, η φωνή της Τζούλιας.

«Σκόπιμο είναι να πρυτανεύσει η λογική», παρενέβη κι ο Κώστας.

Αγνοώντας και τους δυο τους, πήρα μια βαθιά ανάσα και της είπα, με πλήρη ειλικρίνεια: «Δεν ξέρω τί να σου πω».

Εκείνη έγειρε το κεφάλι της λίγο στο πλάι, με κοίταξε έντονα και δεν μίλησε.

Εγώ, εντωμεταξύ, δεν άντεχα να την κοιτάω πια για πολλή ώρα (που στην συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει πάνω από ένα δευτερόλεπτο) στα μάτια κι έπρεπε να πιέζω τον εαυτό μου να το κάνει – κατά μία έννοια ευτυχώς που τότε επέστρεψε ο Γενς με τα ποτά μας.

Αργότερα χορέψαμε για αρκετή ώρα μ’ εκείνη και μια φίλη της. 

Έδωσα ρέστα, φυσικά, και κατέκτησα την πίστα ολοκληρωτικά. 

«Ευτυχώς», μου ψιθύρισε κάποια στιγμή η Τζούλια, «που η λέξη ‘καλοθελητής’ και τα συνώνυμά της δεν απαντώνται στα λεξικά των χωρών βορείως των Άλπεων».

Ήταν αργά πια και ο κόσμος είχε αραιώσει.

Καθόμασταν ώμο με ώμο σ’ έναν από τους πολύχρωμους καναπέδες που η Εταιρία είχε νοικιάσει για την περίσταση και κοιτάζαμε ευθεία μπροστά, το χάος, το κενό, το τίποτα που ήξερα (το ήξερε άραγε κι η Τερέζα;) πως δεν έπρεπε να πάρει μορφή…

Πάντα το ένιωθα πως θα έπρεπε να το αποφύγω, και ως τότε το είχα καταφέρει, μέχρι που μου ξέφυγε αθέλητα κι αντανακλαστικά – κι έτσι λοιπόν ξεκίνησα να της σιγοτραγουδάω: «Τερέεεεζα, σου είχα χαρίσει ένα λουλούδι, κι ένα αστέρι…».

«Αχ, όχι, σε παρακαλώ, Οδυσσέα, μη, δεν το αντέχω αυτό το τραγούδι, το απεχθάνομαι!».

«Συγνώμη, το ξέρω, είναι πολύ γλυκανάλατο, ε;».

«Όχι, όχι δεν έχει να κάνει μ’ αυτό. Μου το τραγουδούσε ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρή. Ήταν ο άνθρωπος που επέμενε να βαπτιστώ με αυτό το όνομα, παρ’ όλο που η μητέρα μου δεν συμφωνούσε. Ο ίδιος άνθρωπος που, όταν έμπαινα στην εφηβεία, μας εγκατέλειψε οριστικά για χάρη της παιδικής του αγάπης, με την οποία βέβαια δεν σταμάτησαν ποτέ να βλέπονται. Και το όνομα αυτής… μπορείς να το μαντέψεις, φαντάζομαι…».

«Όχι… Μην μου πεις… Λυπάμαι».

«Κι εγώ, αλλά δεν πειράζει. Έχω συμφιλιωθεί με το ότι ποτέ δεν πρόκειται να συμφιλιωθώ με όλο αυτό. Ή τουλάχιστον έτσι πιστεύω.».

Πάλι σιωπή.

Ένιωσα τα χείλη μου ν’ ακουμπούν τα δικά της – αν και, φυσικά, ήταν ψευδαίσθηση – ή καλύτερα αίσθηση αληθινή, αν και μη επαληθεύσιμη.

Η ζεστασιά του κορμιού της με τύλιξε σαν διάφανο σύννεφο, αδιόρατο, συμπυκνωμένο, υγρό κι επείγον.

Θέλησα να την αγκαλιάσω.

«Θέλω μια αγκαλιά», μου είπε.

Στο αυτοκίνητό μου, στον δρόμο προς το σπίτι της (ναι, οδήγησα, και, ναι, δέχτηκε να επιβιβαστεί), ακούγαμε τον αγαπημένο και των δυο μας ραδιοφωνικό σταθμό και σιγοντάραμε στα ρεφραίν των διάφορων, αδιάφορων και μη, τραγουδιών.

Καληνυχτιστήκαμε με μια ακόμα αγκαλιά και μ’ ένα φιλί στο μάγουλο.

«Τα λέμε με τον νέο χρόνο, Οδυσσέα. Να περάσεις καλά και να προσέχεις».

«Καλές γιορτές, Τερέζα. Τα λέμε την… επόμενη δεκαετία…!».

«Δεν μπορούσες ν’ αποφύγεις το χωρατό, ασφαλώς», μου χαμογέλασε και μου έκλεισε το μάτι γι’ άλλη μια φορά.

«Μου ήταν αδύνατο»…

Μπήκα στο σπίτι όσο πιο γραφικά γινόταν – δηλαδή ακροποδητί και με τα παπούτσια στο χέρι – και ξάπλωσα με κινήσεις στοπ-καρέ στο κρεβάτι δίπλα στην γυναίκα μου.

Εκείνη αναστέναξε ελαφρά και άλλαξε πλευρό.

Την χάιδεψα, την σκέπασα λίγο καλύτερα, βολεύτηκα με την σειρά μου και φόρεσα τ’ ακουστικά μου.

Έκλεισα τα μάτια μου και την ονειρεύτηκα καταστερισμένη, με τον μακρύ κυκνίσιο λαιμό της και τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά, να με κοιτάζει λοξά, με το αινιγματικό και συνάμα τόσο αποκαλυπτικό της χαμόγελο, μέσα από πανδαισία λαμπερών διαμαντιών, μαύρων οπών και εκρήξεων υπερκαινοφανών.

Το play δεν θυμάμαι να το πάτησα, αλλά, ούτως ή άλλως, νομίζω πως το play στην περίπτωσή μου είναι εκ των πραγμάτων πάντοτε πατημένο.

Ε, Τζούλια;

Ε, Κώστα;

Ε, Τερέζα;

……………………………………………………………………………………………………………..

Η στήλη της αλήθειας (Μάιος 2019)

Όταν μετά από μια πολύ μεγάλη – σε διάρκεια, σε λάθη, σε αποκαλύψεις και χαρές – ημέρα, στάθηκα μπροστά στην στήλη της αλήθειας, νόμισα ότι βρήκα τον εαυτό μου επειδή θυμήθηκα ότι δεν γίνεται να τον χάσω. Τότε η στήλη μου μίλησε, με μια φωνή που άλλος κανείς ν’ ακούσει δεν μπορεί, και μ’ έκανε να συνειδητοποιήσω ότι το μόνο που μετράει είναι τα χρώματα των ξεχασμένων μας ονείρων και πως, την στιγμή εκείνη που όντως ξεβάφουν, τότε είναι και που λάμπουν πιο έντονα παρά ποτέ…
Αν μόνο μπορούσαμε να αυτοϊδωθούμε, αν μόνο τα μάτια μπορούσαν να κοιτάξουν τον εαυτό τους χωρίς να αναιρείται η αφ’ υψηλού και εκ του ασφαλούς (κύρια) αποστολή τους.
«Με μπερδεύεις», μου είπε τότε.
«Όσο μπορώ, θα σε γελάω», της αποκρίθηκα ψύχραιμα…
Κι αφού είχα κάνει το κομμάτι μου, εναπόθεσα την ψυχή μου στην θήκη της και α3ποχώρησα, λουσμένος στο πιο αλλόκοτα αρρωστημένο φως που θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί.
Δεν βαριέσαι, σημασία τώρα έχει το ότι μπορω και μιλάω και όχι το τι λέω…

……………………………………………………………………………………………………………..

Νωρίτερα σήμερα… (Μάιος 2019)

Νωρίτερα σήμερα, πίσω από αυτήν την κλειδωμένη πόρτα μιας τουαλέτας, στο υπόγειο ενός ξενοδοχείου, κάπου στην Νέα Ισεμβούργη της Έσσης, άκουσα επίμονα χτυπήματα – κι όταν έστησα αυτί, άκουσα από την άλλη πλευρά τον εαυτό μου, 20 χρόνια νεότερο, στο υπόγειο της καφετέριας Lucky Strike επί της οδού Φωκίωνος Νέγρη, εκεί όπου βρίσκονταν οι ανδρικές τουαλέτες του εν λόγω μαγαζιού, να ζητάει μετ’ επιτάσεως να ανοίξει αυτή η πόρτα – μόνο και μόνο για να αντικρίσει τον 20 χρόνια μεγαλύτερο εαυτό του να τον κοιτάζει με βλέμμα ήρεμης παραίτησης – ευτυχώς η ωριμότητα και η σωφροσύνη του τελευταίου απέτρεψε ένα τέτοιο δυσάρεστο ενδεχόμενο…

……………………………………………………………………………………………………………..

Παραφράζοντας τον Ηράκλειτο (Φεβρουάριος 2019)

 
Παραφράζοντας τον Ηράκλειτο, μου είπε:
«Βάσανο και βάλσαμο, ένα και το αυτό»

……………………………………………………………………………………………………………..

Μ’ έναν περίεργο τρόπο (Φεβρουάριος 2019)
.
 
Μ’ έναν περίεργο τρόπο έχει συγκροτηθεί το εγώ μου
Ζητώντας όσα ήδη έχει
Ζώντας όσα ποτέ δεν θάχει
Και πεθαίνοντας με όσα είναι

……………………………………………………………………………………………………………..

Χρυσαφένια ημέρα (Δεκέμβριος 2018)

Τα παρακάτω δεν τα έζησα σε κάποιο όνειρο. Ούτε βέβαια τα έζησα στην πραγματικότητα, με την κοινή, συμβατική έννοια της λέξης αυτής. Τα βίωσα, αγουροξυπνημένος, τις πρώτες πρωινές και σκοτεινές ώρες μιας χειμωνιάτικης ημέρας, εκεί κάπου κοντά στο χειμερινό ηλιοστάσιο.

Βρισκόμουν στο πίσω κάθισμα ενός οχήματος που κινείτο με σχετικά μεγάλη ταχύτητα στους, πάντοτε γεμάτους δυσάρεστες από απόψεως οδοποιίας και συντήρησης του οδικού δικτύου εκπλήξεις, δρόμους της πόλης στην οποία μεγάλωσα. Παρά το ότι γνώριζα πως οι αναταράξεις που, με μαθηματική ακρίβεια, επρόκειτο να υποστώ δεν θα δημιουργούσαν τις ιδανικές συνθήκες γι’ αυτό που ήθελα να κάνω, έκλεισα τα μάτια μου, έγειρα το κεφάλι μου προς τα πίσω κι αυτοσυγκεντρώθηκα.

Δεν συνέβη τίποτα, αρχικά και για κάποια ώρα. Οι αισθήσεις μου συνελάμβαναν μόνο σκοτάδι, το μάλλον αδιάφορο μουσικό χαλί από τα ηχεία του ραδιοφώνου του οχήματος και τα σποραδικά ανεβοκατεβάσματα του κορμιού μου, εξαιτίας της ταχείας διάβασης μέσα από μία ακόμα οδική κακοτεχνία ή, τέλος πάντων, παραφωνία. Παρ’ όλα αυτά, παρέμεινα έτσι, καρτερικά και στωικά, σιωπηλός κι ακίνητος, όχι ακριβώς αδιάφορος για το οτιδήποτε θα μου συνέβαινε – μάλλον αποστασιοποιημένος από αυτό – αλλά μάλλον έτοιμος να υποδεχτώ αυτό το οτιδήποτε, εφόσον μου εμφανιζόταν.

Πράγματι, δεν πέρασε πολλή ώρα, και μια λάμψη που περισσότερο την ένιωσα παρά την είδα με οδήγησε μέσα από ένα πέπλο σκοτεινό, σαν την ώρα μηδέν της δημιουργίας, και ανάριο κι απαλό σαν δροσερό αεράκι που εισβάλει μέσα από άρτι ανοιχθέν παράθυρο σπιτιού κλειστού επί μέρες, σε ένα μεγάλο δωμάτιο λουσμένο στο πιο υπέροχο χρυσαφένιο φως που έχω δει ποτέ μου.

Καθόμουν σε ένα μαξιλάρι που βρισκόταν απάνω σε μια ξύλινη καρέκλα μπροστά σε έναν παλιό υπολογιστή, στην οθόνη του οποίου μελετούσα τα πρασινωπής απόχρωσης γραφικά ενός παλιού βιντεοπαιχνιδιού δράσης και περιπέτειας που μου ήταν οικείο, με τον τρόπο που συγκεκριμένες κόχες της παιδικής μας ηλικίας θα μας είναι για πάντα πολύ περισσότερο οικείες από όποια εμπειρία κι αν ζήσουμε στην ενήλικη ζωή μας, όσο ανεπανάληπτη και έντονη κι αν αυτή είναι. 

Στα δεξιά μου, και πέρα απ’ την τραπεζαρία που βρισκόταν εκεί πέρα, κάποιος ετοίμαζε κάτι σε μια κουζίνα σιγοσφυρίζοντας έναν γνωστό, αν και αρκετά παλιό – τριαντακονταετίας, τουλάχιστον – σκοπό.

Στα αριστερά μου, μέσα από δυο ψηλά και στενά παράθυρα που τα τζάμια τους αποτελούνταν από κάτι στρογγυλές κιτρινωπές ψηφίδες παραμορφωτικού γυαλιού και μέσα από τα οποία περνούσε και τονιζόταν το παιχνιδιάρικα λαίμαργο χρυσαφένιο φως, νόμισα πως διέκρινα κίνηση: μια σκιά πέρασε γοργά και χάθηκε.

Παραξενεμένος, σηκώθηκα, κατευθύνθηκα προς μια μισάνοιχτη συρταρωτή μπαλκονόπορτα που βρισκόταν εμπρός και λίγο στα δεξιά μου, την άνοιξα, άνοιξα και το κλειστό παντζούρι / καφέ παραθυρόφυλλο που ήταν διάστικτό από πολλές μικρές τρύπες και βγήκα έξω σ’ ένα μπαλκόνι. Το μπαλκόνι φαινόταν πως έζωνε το σπίτι όπου είχα βρεθεί. Στο σημείο του εκείνο, δηλαδή έξω απ’ την μπαλκονόπορτα, υπήρχε μια μικρή πέτρινη σκάλα, με τρία – τέσσερα σκαλοπάτια, που οδηγούσε πιο πέρα, μέσω ενός διαδρόμου με φαρδιές πέτρινες πλάκες που προχωρούσε κάπως τεθλασμένα ανάμεσα σε δυο δέντρα με παχύ κορμό, στην κυρίως είσοδο του σπιτιού: μια βαθυκόκκινη, όχι ιδιαίτερα καλόγουστη μα όχι και ακαλαίσθητη, καγκελόπορτα.

Προχώρησα στον διάδρομο με κύριο στόχο όχι να βγω απ’ το σπίτι, αλλά να βρεθώ ολότελα εκτεθειμένος κάτω απ’ το μαγευτικό χρυσαφένιο φως, στο σημείο εκείνο όπου τίποτα δεν μπορούσε να παρεμβληθεί μεταξύ εμού κι εκείνου. Όπερ και έκανα, κλείνοντας τα μάτια μου, απλώνοντας τα χέρια μου και βιώνοντας μια απερίγραπτη ευτυχία και πλήρωση να ποτίζει το κάθε κύτταρο της ύπαρξής μου. Όταν τα ξανάνοιξα, μετά από πολύ λίγη ή ίσως πάρα πολλή ώρα, σε είδα.

Εύχαρη, λυγερόκορμη, με δυο πλεξούδες στα μακριά ξανθά μαλλιά σου, να περπατάς ανάλαφρα, παραδομένη κι εσύ στο απόλυτο, αδιαπραγμάτευτο, χρυσαφένιο φως. Ή μήπως ήσουν εσύ εκείνη από την οποία προερχόταν αυτό το φως; Είτε ήσουν η πηγή του φωτός, είτε το ταξίδι του, είτε ο τελικός προορισμός του, δεν είχα άλλη επιλογή απ’ το να σ’ ακολουθήσω χωρίς δεύτερες σκέψεις – κι όπου με έβγαζε.

Η κόκκινη καγκελόπορτα άνοιξε αμέσως, υποδεχόμενη το απαλό σπρώξιμό μου μ’ ένα ελαφρύ τρίξιμο ικανοποίησης θα έλεγε κανείς, κι έτσι βρέθηκα έξω στον δρόμο. Σε ακολουθούσα από σταθερή απόσταση, μέσα από χωματόδρομους και πλακόστρωτα μονοπάτια, περνώντας δίπλα από αρχοντικές επαύλεις και χαμόσπιτα, βαδίζοντας προσεκτικά μέσα από ελαιοχώραφα και πηδώντας πάνω από ρυάκια όπου έτρεχε κελαρυστό και γάργαρο το νερό. Και σ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής αυτής ένιωθα πως τίποτα ποτέ πια στην υπόλοιπη ζωή μου δεν επρόκειτο να με πτοήσει, καθώς ήμουν μεθυσμένος, ευτυχισμένος και γεμάτος από την πιο γλυκιά προσμονή που θεωρώ πως μπορεί να βιώσει ένα πλάσμα, ανθρώπινο ή ίσως και μη. 

Σταμάτησες στο τέλος μιας μικρής ανηφορίτσας, εκεί όπου υπήρχαν δυο ποδήλατα σταθμευμένα, ένα κόκκινο κι ένα μπλε, και γύρισες και με κοίταξες χαμογελαστή. Στο βάθος, και σε σχετικά μικρή απόσταση, η θάλασσα, λαμπύριζε χαρούμενη καθώς άφηνε το υπέρλαμπρο φως να χορεύει στην υγρή αγκαλιά της, μοιάζοντας να μην το χορταίνει.

Σε πλησίασα χωρίς βιάση και στάθηκα απέναντί σου να σε κοιτάζω μ’ ένα μίγμα δέους και σιωπηρής παράκλησης – προς εσένα; προς μια ανώτερη δύναμη; – η μαγεία της στιγμής αυτής να μην τελειώσει ποτέ. Ήσουν όμορφη πέρα από κάθε περιγραφή και μέσα στα πρασινομελιά ματιά σου, νόμισα πως είδα τον Σύμπαντα Κόσμο, σαν μικρό παιδάκι, να αιωρείται, τρισευτυχισμένο σε μια κούνια πλεγμένη από τα ξανθά σου μαλλιά.  Τότε – κι ευτυχώς που το έκανες, γιατί μου ήταν αδύνατο ν’ αρθρώσω και την παραμικρή υπόνοια λαλιάς που θα είχε κάποιο νόημα – μου μίλησες. Η φωνή σου ήταν γλυκιά και καθησυχαστική σαν το μέλι που ρέει από το στόμα μας στα μύχια βάθη του κορμιού μας, καταπραΰνοντας, θεραπεύοντας και αποκαθιστώντας την υγεία, την παιχνιδιάρικη ισορροπία και την πάλλουσα χαρμολύπη της ζωής μας.

Είπες: «Θέλεις να πάρουμε τα ποδήλατα και να κατέβουμε στην παραλία»;

Είπα: «Ναι, φυσικά».

«Θες να πάρεις το μπλε ποδήλατο;», με ρώτησες.

«Νομίζω ότι το κόκκινο σου ταιριάζει πιο πολύ», απάντησα.

Ο χωροχρόνος τότε, μ’ έναν μαγικό τρόπο, που όμως εκείνη την στιγμή φάνταζε απολύτως φυσιολογικός, καμπυλώθηκε γύρω από εσένα. Ήταν σαν να θολώνουν τα πάντα ή να καταπίνει τα πάντα το χρυσαφένιο φως – τα πάντα, δηλαδή, εκτός από το πρόσωπό σου. Όταν έγινε η επαναφορά στην πρότερη κατάσταση, βρισκόμασταν κι οι δυο καβάλα σε αμφότερα τα ποδήλατά μας (ένιωθα ότι μας ανήκαν ανέκαθεν) και ήδη ποδηλατούσαμε ανέμελοι προς την παραλία που ξανοιγόταν μπροστά μας πέρα από κάτι παλιές σιδηροδρομικές γραμμές, στο τέλος ενός σχετικά φαρδιάς οδού.

Η βλάστηση ήταν πυκνή τριγύρω μας, τα τζιτζίκια οργίαζαν και ήταν σαν το χρυσαφένιο φως να μας καθοδηγούσε προς τα εκεί που πάντα μας έμελλε να βρεθούμε. Κι εκείνη την στιγμή της τελειότητας, μια γκριζωπή σκιά πέρασε για μια φευγαλέα στιγμή μπροστά από τα μάτια μου. Σταμάτησα να κάνω πετάλι και φρέναρα χρησιμοποιώντας τα πόδια ως φυσικό μηχανισμό επιβράδυνσης και, εν τέλει, ακινητοποίησης μου. Στράφηκα προς τα πίσω και είδα ένα τεράστιο γκρίζο σύννεφο να καλύπτει το ένα τρίτο του ουρανού. Ξεροκατάπια κι ένιωσα να παραλύω. Στάθηκα εκεί να κοιτάζω το σύννεφο για λίγη ώρα. Μου φάνηκε πως διαρκώς μεγάλωνε, καταβροχθίζοντας μεθοδικά και όλο και ταχύτερα το χρυσαφένιο φως. Μπορεί και να είχα μείνει εκεί μέχρι να πετρώσω, αν κάποια στιγμή δεν με άγγιζες απαλά με το χέρι σου στον ώμο μου.

Γύρισα και σε κοίταξα. Μου φάνηκες πιο χρυσαφένια και πιο απαστράπτουσα από πριν. Ήταν λες και επέστρεφες στην αυθεντική, νεραϊδένια σου μορφή, εν όψει της κρισιμότητας της κατάστασης. Το διάπλατο χαμόγελό σου ήταν σαν να έδιωξε την σκοτεινιά τόσο όσο χρειαζόταν για να σ’ ακούσω να μου λες: «Μην το βάζεις κάτω. Ας συνεχίσουμε προς την παραλία. Έλα».

Αποκρίθηκα ενστικτωδώς: «Δεν θέλω να τελειώσει αυτό. Δεν θα το αντέξω. Όχι τόσο γρήγορα».

«Έλα, Άλφα. Είμαστε μαζί, εδώ και τώρα. Ας προχωρήσουμε», επέμεινες με αισιοδοξία.

Σκέφτηκα ότι κανείς δεν με είχε αποκαλέσει ποτέ ως τότε Άλφα. Σκέφτηκα, επίσης, ποιο θα μπορούσε να είναι το όνομά σου. Όμως, άλλη σκέψη δεν πρόλαβα να κάνω γιατί με χάιδεψες στο μπράτσο και μου είπες: «Έλα. Πάμε. Κι ας μην κοιτάξουμε πίσω».

Στο επόμενο στιγμιότυπο ποδηλατούσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο, πιο σβέλτα από πριν. Όσο κι αν δεν μου άρεσε ο τρόπος που είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, η σκιά που είχε εγκατασταθεί μέσα στο μυαλό μου και την καρδιά μου δεν μου επέτρεπε πια να βιώνω, μεστή και χωρίς εκπτώσεις, την ανυπέρβλητη ομορφιά εκείνης της χρυσαφένιας ημέρας.

Φτάσαμε στην αμμουδερή παραλία και ακουμπήσαμε τα ποδήλατά μας σε ένα τσιμεντένιο πεζουλάκι – το άγγιξα για λίγο με τα χέρια μου κι ήταν παραδόξως κρύο, δεδομένου του ότι ήταν πλήρως εκτεθειμένο στο χρυσαφένιο φως. Ανατρίχιασα, αλλά πριν προφτάσω να παρασυρθώ εντελώς από τον ορυμαγδό αρνητικών σκέψεων και συναισθημάτων που ελλόχευε στο κατώφλι της συνείδησής μου, μου έπιασες το χέρι και με παρότρυνες: «Έλα. Ας καθήσουμε», και με οδήγησες λίγο πιο πέρα, σε δυο πετσέτες – μία μπλε και μία κόκκινη – που ήταν ήδη απλωμένες στην αμμουδιά. Βαδίσαμε ως εκεί – εσύ πιο σίγουρη, εγώ πιο διστακτικός. Φτάσαμε και κάθησες αμέσως στην κόκκινη πετσέτα, ενώ εγώ έμεινα όρθιος, αναποφάσιστος και τρέμοντας από τον φόβο. Ακούμπησες την παλάμη σου μαλακά στην μπλε πετσέτα δίπλα σου, με κοίταξες κατάματα και χαμογελαστή και ήταν σαν να μου έλεγες: «έλα, κάθησε δίπλα μου, μην φοβάσαι».

Εγώ όμως δεν κάθησα. Σκέφτηκα μόνο ότι δεν ήξερα το όνομά σου κι ύστερα γύρισα απότομα προς τα πίσω.

Το γκρίζο σύννεφο κάλυψε τα πάντα εν ριπή οφθαλμού, εξαφανίζοντας και την τελευταία υπόνοια χρυσαφένιου φωτός από τον ορίζοντα. Απελπισία με κατέβαλε, καθώς όπου κι αν κοίταζα αντίκριζα μια άκρως δυσοίωνη γκριζίλα. Γύρισα έντρομος προς την μεριά σου και το σοκ με χτύπησε κατακούτελα.

Δεν ήσουν πια εκεί.

Πριν προλάβω να επεξεργαστώ τι συνέβαινε, τ’ αυτιά μου αντιλήφθηκαν έναν τρομακτικό αχό ή βρυχηθμό, ο οποίος προερχόταν από την αντίθετη προς την θάλασσα κατεύθυνση, και του οποίου η ένταση μεγάλωνε στιγμή την στιγμή. Ήταν λες και η πηγή του με πλησίαζε με εκθετικά επιταχυνόμενο ρυθμό. Συνειδητοποίησα ότι δεν θα με εξυπηρετούσε σε τίποτα το να περιμένω την άφιξη του… ό, τι κι αν ήταν αυτό το πράγμα, εκεί στην παραλία με σταυρωμένα τα χέρια, κι έτσι έκανα το μόνο που μπορούσα κι ένιωθα πως είχε νόημα να κάνω: όρμηξα αποφασιστικότατα μέσα στο νερό.

Το μακροβούτι που επιχείρησα διήρκεσε πολλή ώρα. Για την ακρίβεια, ένιωθα λες και τα πλεμόνια μου είχαν ξάφνου προικιστεί με άπειρη χωρητικότητα. Περιπλανιόμουν εδώ κι εκεί, έχοντας σχεδόν ξεχάσει όσα είχαν μόλις προ ολίγου συμβεί. Μόνο η δική σου θύμηση, χρυσαφένιο κορίτσι στο μέσο της πιο χρυσαφένιας ημέρας, δεν είχε ξεθωριάσει διόλου.

Και κάποια στιγμή το είδα.

Ένα πανέμορφο κι υπέρλαμπρο χρυσαφένιο κοράλλι στον βυθό της θάλασσας περιτριγυρισμένο από τέσσερις αστερίες, που δεν μπορούσα να πω με σιγουριά αν βρίσκονταν εκεί για να το φυλάνε ή απλώς για να το θαυμάζουν.

Θαμπωμένος, κολύμπησα προς τα εκεί και το περιεργάστηκα. Ήταν εξαίσιο, με όλη τη σημασία της λέξης. Ήθελα να το αποκτήσω για σένα, ώστε να στο χάριζα την επόμενη φορά που θα σε έβλεπα. Κι αν δεν σε ξαναέβλεπα, ήθελα να το κάνω δικό μου για να σε θυμάμαι. Έκανα να το αγγίξω –  και τότε οι τέσσερις αστερίες εκτοξεύθηκαν προς τα τέσσερα σημεία του υποθαλασσίου ορίζοντα, και το κοχύλι με ρούφηξε στο εσωτερικό του.

Σκοτάδι με τύλιξε.

Άνοιξα και πάλι τα μάτια μου.

Βρισκόμουν και πάλι στο πίσω κάθισμα του οχήματος, το οποίο στάθμευε εκείνη την στιγμή. Είχαμε φτάσει στον προορισμό μας. Βγήκα από το αυτοκίνητο λίγο μουδιασμένος και χαμένος μα και νιώθοντας ασυνήθιστα ζωντανός. Πήρα βαθιά ανάσα. Το χάραμα απείχε λίγη ώρα ακόμα. Πήρα τα πράγματά μου κι άρχισα να βαδίζω προς το μεγάλο κτίριο. Οι συνοδοί μου προπορεύονταν. Κοίταξα ψηλά κι είδα ότι μόνο από ένα παράθυρο από τα εκατοντάδες του κτιρίου ξεχυνόταν φως. Ένα ασυνήθιστα έντονο, σχεδόν εκτυφλωτικό, χρυσαφένιο φως.

Κοντοστάθηκα, περιμένοντας να δω το φωτεινό σου πρόσωπο να ξεπροβάλει μέσα από αυτό το παράθυρο. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησα ότι, για να συμβεί αυτό το πράγμα, έπρεπε να σε φωνάξω με το όνομά σου, που τώρα πια ήξερα ποιο είναι.

Και αυτό έκανα.

Σε φώναξα τρεις φορές.

Και περίμενα, Ηλιαχτίδα μου, εσένα, να φανείς και πάλι, φέρνοντας την καινούρια, χρυσαφένια, ημέρα.

……………………………………………………………………………………………………………..

 
 
Μουντιαλικές αναμνήσεις ή α, ρε Αργεντινούλα… (Ιούλιος 2018)
.
Από τα Μουντιάλ που έχουν πραγματοποιηθεί στην διάρκεια της ζωής μου – κι εξαιρουμένου του τρέχοντος – θυμάμαι (ή νομίζω πως θυμάμαι) τα εξής:
-Το ‘82 στην Ισπανία: δεν θυμάμαι τίποτα, απλώς γνωρίζω ότι ήμουν στην αείποτε και πανταχόθεν «ιταλόπληκτη» – πώς λέμε: «ιταλοντίσκο» – Ζάκυνθο την μέρα του τελικού, όπου και, συμπτωματικώς (😉 επικράτησε η εκ δυσμάς γείτων…
-Το ‘86 στο Μεξικό: την διοργάνωση που αποτελεί έναν κρίσιμο κόμβο στην μυθολογία της (ελάχιστα) προγενέστερης γενιάς από την δική μου, την θυμάμαι πολύ αποσπασματικά, σαν θραύσματα ενός συμβάντος που ονειρεύτηκα (εκ των υστέρων;) με ανοιχτά μάτια στο σαλόνι του πατρικού μου: ένα ΣπιντιΓκονζαλοειδές καρτούν με σομπρέρο, ψηλόλιγνες φιγούρες να τρέχουν μες στην κάψα μέρα μεσημέρι, ο Μαραντόνα με την υψωμένη του γροθιά να (υποτίθεται πως) αψηφά το κατεστημένο – και το κατεστημένο να (υποτίθεται πως) κάνει τα στραβά μάτια- παραζαλισμένος και πύραυλο-κινούμενος από την διαολεμένη του (ίδιο)στροφορμή…
-Το ‘90 στην Ιταλία: το πρώτο Μουντιάλ που θυμάμαι πολύ καλά. Ο πυρετός για τα χαρτάκια Panini αναδεικνύει πρώιμες παραπτωματικές του χαρακτήρα μου τάσεις που κατασβένονται εν τη γενέσει τους (κοινώς: δεν ολοκληρώνω την με ραδιούργο τρόπο οργανωμένη εκ μέρους μου κλοπή ενός, προΕυρωικού, «Κολοκοτρώνη»). Το Καμερούν κλέβει την παράσταση κι άπαντες το συμπαθούν. Τα καφενεία της πλατείας της Κύμης – όπου μόνο εγώ κι ένας φίλος μου υποστηρίζουμε την Αργεντινή που με το αντιποδόσφαιρο της, τον πεναλτάκια τερματοφύλακά της και τις σποραδικότατες εκλάμψεις της αλήτικης κι αλανιάρας μεγαλοφυΐας του αρχηγού της φτάνει στον τελικό – με μυούν στην εν Ελλάδι (υπό-; αντί-;) κουλτούρα του καφενείου και της εξέδρας. Το κλάμα του «Πίμπε ντε Όρο» στο τέλος της διοργάνωσης είναι και δικό μου, ενώ εγκαινιάζονται οι σχέσεις απόλυτης αγάπης μεταξύ εμού και της ποδοσφαιρικής Αργεντινής και απόλυτου μίσους μεταξύ εμού και της ποδοσφαιρικής (😉 Γερμανίας…
-Το ‘94 στην Αμερική: ξενύχτια ως επί το πλείστον άχαρα και ψυχαναγκαστικά (πάλι καλά που επρόκειτο περί Μουντιάλ…) με τα κρεσέντα της φωνής του Μαυρομμάτη να παίζουν τον ρόλο αναχώματος έναντι της αναπόδραστα επελαύνουσας υπνηλίας. Τριτοκοσμικοί διαιτητές με πολύχρωμες στολές, σαν ενοχλητικοί κλητήρες σε δημόσια υπηρεσία βγαλμένη από Καφκικό εφιάλτη. Η Αργεντινούλα, αδυνατούσα να αντιπαρέλθει το σοκ του «ντοπέ» Μαραντόνα (λες και δεν είναι πλεονασμός το συγκεκριμένο επίθετο μπροστά απ’ το συγκεκριμένο όνομα, αλλά… τέλος πάντων – και, αλήθεια, ας μου πει κάποιος: έχει πιαστεί κανένας τόσο σπουδαίος ποδοσφαιριστής «ντοπέ» σε τόσο κρίσιμη στιγμή μεγάλου ποδοσφαιρικού τουρνουά πριν από τότε και έκτοτε; Μήπως λοιπόν το κατεστημένο δεν συγχωρεί τελικά ποτέ;), η Αργεντινούλα, λοιπόν, αποκλείεται από τις φανταστικές ΒουλγαροΡουμανίες απ’ τις οποίες δεν γλιτώνει ούτε κι η Γερμανία (που είχε την έμπνευση να βαφτίσει τον Ματέους… λίμπερο). Η Βραζιλία κατακτά το, κατά Γιώργο Γεωργίου, κατσαρόλι παίζοντας κάπως όπως ο Παναθηναϊκός της εποχής Κυράστα-Μαρκαριάν (όχι και τόσο δημιουργικά και χορταστικά για τον θεατή, δηλαδή…), ενώ το βουδιστικό pedigree του Ρομπέρτο Μπάτζο περνά την απόλυτη του δοκιμασία με το χαμένο του πέναλτι στον τελικό, που αποτελεί και το κύκνειο άσμα, ποδοσφαιρικώς, της διοργάνωσης. Μια που τόφερε η κουβέντα: το κιτς κι η αμπαλοσύνη των διοργανωτών είναι ο απόλυτος, άσπιλος κι απαστράπτων, καθρέφτης της μέσα κι έξω απ’ τα γήπεδα πορείας της Εθνικής Ελλάδος του Αλκέτα Παναγούλια και του Κώστα Τριβέλλα στην παρθενική της εμφάνιση στα τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου…
-Το ‘98 στην Γαλλία: εν τω μέσω Πανελληνίων (τουλάχιστον μέχρι το πέρας της πρώτης φάσης), να ρίχνω κλεφτές ματιές στην τηλεόραση – από την δεύτερη φάση κι έπειτα, απόλαυση των αγώνων με υπέρτατη ευφορία, απελευθερωμένος από τα αόρατα δεσμά δύο και βάλε χρόνων, κατά τα οποία η ζωή μου (όπως κι οι ζωές τόσων και τόσων συνομηλίκων μου, διαχρονικώς) είχε μπει στην αναμονή και στον αυτόματο της παπαγαλίας πιλότο… Θυμάμαι ξεσαλωτικές εξόδους μετά και την εξέταση στο τελευταίο μάθημα, με Βραζιλιάνες στην Bo της Βούλας να λικνίζονται μέχρι πρωίας, ενώ, παράλληλα, ο συμπατριώτης τους ο Ρονάλντο, το Φαινόμενο, κλέβει καρδιές παγκοσμίως, μέχρι και τον τελικό. Η Αργεντίνικη μπαλαδόφατσα Άριελ Ορτέγκα (με ύψος ένα μέτρο κι ένα Γιόκο Τσόκο, περίπου) αποβάλλεται στον αγώνα με την Ολλανδία επειδή κουτούλησε στο κάτω μέρος του πηγουνιού του τον… δίμετρο Φαν ντερ Σάαρ (έλεος…!). Ο Ντάβιντς, ο Μπατιστούτα, ο Βιέρι, ο Τουράμ και οι φανταστικοί Κροάτες που τσουρομαδούν την αχώνευτη Γερμανία των Κλίνσμαν – Μπίρχοφ που… «ακόμα και πέναλτι να κέρδιζαν, θα το βαράγαν κεφαλιά», κατά τον Γιώργο Γεωργίου, κερδίζουν τον θαυμασμό μου. (Μιας και το ανέφερα: εκείνο το Μουντιάλ κατά κανόνα το παρακολουθούσα με τηλεοπτική εικόνα από την ΕΡΤ και ραδιοφωνικό ήχο απ’ τον αείμνηστο Sprint FM, όπου μεσουρανούσε τότε ο Γεωργίου). Και, εν τέλει, η Γαλλία, χωρίς να το καταλάβει πως, παίρνει το πρώτο της Μουντιάλ, κι εγώ χωρίς να το καταλάβω πως, ενηλικιώνομαι…
-Το ‘02 στην Νότιο Κορέα και Ιαπωνία: στο λυκόφως της φοιτητικής (μου) ζωής, με παρακολούθηση αγώνων στις 9 το πρωί. Κακό ποδόσφαιρο γενικά, και δεν είναι ν’ απορεί (μα είναι να γελάει, όπως θα έλεγε κι ο αείμνηστος Φίλιππας Συρίγος) κανείς που οι αχώνευτοι φτάνουν στον τελικό στο ρελαντί, καθώς, εκτός των άλλων, και η κλήρωση τους ευνοεί σκανδαλωδώς: ρίχνουν 8 στην Σαουδαραβία στον πρώτο γύρο, και στα νοκ-άουτ αποκλείουν διαδοχικά τα… μεγαθήρια της Παραγουάης (Παρα-because), των ΗΠΑ και της Νοτίου Κορέας. Εκεί όμως η Βραζιλία, σε μια βελτιωμένη εκδοχή της ομάδας του ‘94 (Ρονάλντο, Ριβάλντο, Ροναλντίνιο, Ρομπέρτο Κάρλος, Καφού και τα λοιπά), τους κάνει του αλατιού, χωρίς να το τερματίσει κιόλας, μιας που αυτό το έχρι πράξει στον προημιτελικό (κι αληθινό τελικό του Μουντιάλ) με το να κατορθώσει ν’ αποκλείσει την καλύτερη μουντιαλική Αγγλία απ’ την εποχή του Λίνεκερ, ίσως κι εξαιτίας του λάθους του -ομοιάζοντος προς πρωταγωνιστή ταινίας σκληρού ερωτικού περιεχομένου – τερματοφύλακα της Γηραιάς Αλβιώνος, Ντέηβιντ Σήμαν, στο φάουλ του Ροναλντίνιο. Η οποία Αγγλία έχει προλάβει, νωρίτερα, να πάρει την ρεβάνς για τις ήττες του ‘86 και του ‘98 απ’ την Αργεντινούλα, πετώντας την έξω απ’ τον πρώτο γύρο (το μουντιαλικό ναδίρ για εμάς τους Αργεντινόφιλους). Α, ναι, κι οι περιγραφές των σπορτκάστερ της ΕΡΤ, αποδεικνύονται αστείρευτη πηγή γέλιου, ισοσκελίζοντας κάπως το, συχνότατο φριχτό, ποδοσφαιρικό θέαμα…
-Το ‘06 στην Γερμανία: Πιεσμένος και στενοχωρημένος απ’ την δουλειά (την πρώτη μου – απ’ την οποία δύο μέρες πριν τον τελικό απολύονται ομαδικά μια ντουζίνα συνάδελφοι), βρίσκω αποκούμπι στα ματς, ιδιαίτερα απ’ τα νοκ-άουτ παιχνίδια και μετά. Η Γερμανία μοιάζει ασταμάτητη, όμως την Αργεντινούλα την καταφέρνει μονάχα στα πέναλτι, και μονάχα αφού ο εγκληματίας προπονητής Πέκερμαν (με το… γερμανικό επώνυμο, που, εντάξει, εδώ που τα λέμε δεν είναι και σπάνιο για κάτοικο χώρα της Λατινικής Αμερικής, ιδιαιτέρως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – και ο νοών νοείτω…) έχει αποσύρει, με την ομάδα να προηγείται 1-0, τον καλύτερο μας παίκτη, τον Χουάν Ρομάν Ρικέλμε. Τελικά, βάλσαμο και ηδονή μου προσφέρει η Σκουάντρα Ατζούρα στον συγκλονιστικό ημιτελικό απέναντι στα αντιπαθέστατα πάντσερ, με τα δύο γκολ του Γκρόσσο και του Ντελ Πιέρο στα τελευταία λεπτά της παράτασης. Οι Ιταλιάνοι πιάνουν για άλλη μια φορά κώτσους τους «αρχέκακους Αλεμανούς» (όπως θα έλεγε κι ο Ζουράρις). Μια Ιταλία που (κλασικά) έχει φτύσει αίμα για να περάσει την φάση των ομίλων κι έχει αποκλείσει την Αυστραλία στους 16 παίζοντας με 10 παίκτες και μ’
ένα πέναλτι του λαϊκού Ρωμαίου ήρωα Τότι-γκολ στις καθυστερήσεις. Στον τελικό με την Γαλλία, στο ρέκβιεμ του Ζιντάν και της ποδοσφαιρικής γενιάς του (Ανρί κτλ.), γίνονται σημεία και τέρατα: το μαγκιόρικο πέναλτι του Ζιζού, η (κωλοπαιδίστικη ή ξηγημένη; Αυτοκτονική ποδοσφαιρικά, σίγουρα…) κουτουλιά του στον Ματεράτσι, ο θρίαμβος της Πιρλοπαρέας στα πέναλτι. Ίσως το ωραιότερο Μουντιάλ που έχω ζήσει…
-Το ‘10 στην Νότιο Αφρική: με την βουβουζέλα ως μόνιμο ηχητικό ντεκόρ, που άλλοτε γίνεται ενδιαφέρον, άλλοτε προξενεί αυτοκτονικούς ιδεασμούς κι άλλοτε περνάει απαρατήρητο.
Είναι η αρχή της περιόδου της κρίσης και των μνημονίων κι ακόμα δεν έχει γίνει εντελώς κατανοητό από κανέναν το τι ακριβώς επίκειται…
Η ζωή μου έχει αλλάξει άρδην από το προηγούμενο Μουντιάλ. Είμαι περισσότερο απελευθερωμένος, κι ας μην το έχω συνειδητοποιήσει εντελώς – ίσως γιατί είχα – κι έχω – δρόμο ακόμα μπροστά μου να διανύσω μέχρι να φτάσω εκεί που θέλω – που μπορεί δηλαδή και νάχω ήδη φτάσει (μύλος, ξέρω)…
Θυμάμαι τον φοβερό προημιτελικό Ουρουγουάη-Γκάνα, με το χέρι του Σουάρεζ πάνω στην γραμμή του τέρματος στο τέλος του αγώνα και το χαμένο πέναλτι της Γκάνας, που στην συνέχεια οδήγησε στην… διαδικασία των πέναλτι απ’ όπου πέρασε… η Ουρουγουάη. Η Αργεντινούλα του προπονητή – «κινητού τάματος» (πάλι «Γεωργιανή» ατάκα) Μαραντόνα αποκλείει την ηρωική Ελλάδα, αποκλείει και το Μεξικό, αλλά από κει και πέρα, ούσα ανήμπορη κι ακυβέρνητη, εισπράττει μια τεσσάρα από την αφιονισμένη Γερμανία που έχει προλάβει να ρίξει τέσσερα και στην Αγγλία, αλλά η οποία ακολούθως πέφτει πάνω στην ανίκητη Ισπανία – κι ας έχει χάσει στην πρεμιέρα – που με το επιστημονικό, Μπαρτσελονίστικο, τσούκου τσούκου της, και ως άλλη Ελλάδα του ‘04, νικάει όλα της τα νοκ-άουτ παιχνίδια με 1-0. Είναι το τελευταίο Μουντιάλ που παρακολουθώ ως μόνιμος κάτοικος Ελλάδος…
-Το ‘14 στην Βραζιλία, έχω μεταναστεύσει στην Γερμανία, κι έτσι είμαι υποχρεωμένος να βιώσω εκ των έσω, ολόκληρο κι ανόθευτο, τον πανζουρλισμό των αντιπαθέστατων ρομποτικών όντων στην πορεία προς το τέταρτο τους παγκόσμιο τρόπαιο. Η εφτάρα στον ημιτελικό στην Βραζιλία – τεράστιο σοκ – με κάνει να τους μισήσω ακόμα περισσότερο, έστω κι αν η γηπεδούχος ήταν για τα λιοντάρια σ’ εκείνο το ματς. Στον τελικό αντιμετωπίζουν την Αργεντινούλα – πρώτος της πρώτος μας τελικός μετά το 1990 – που ανθίσταται και χάνει κάποιες απίστευτες ευκαιρίες να τους τελειώσει – έτσι, μοιραία, δέχεται ένα γκολ / λαβωματιά στην καρδιά στην παράταση και… τέζα ο καμπούρης που θα έλεγε κι ο Γεωργίου. Οι Γερμανοί πανηγυρίζουν σχεδόν σαν Έλληνες εκείνο το βράδυ και δεν μ’ αφήνουν να κοιμηθώ απ’ την φασαρία και απ’ τα νεύρα μου. Η ιστορία για μια ακόμα φορά φαίνεται να τους βγάζει στον αφρό. Μόνο που αυτήν την φορά, σερφάρω με κάποιον τρόπο κι εγώ μαζί τους. Έστω κι από απόσταση, από δύο κύματα παραδίπλα. Κι έστω με σφιχτά δόντια και μηχανευόμενος τρόπους να τους χαλάσω την γιορτή. Έστω κι αν αυτό σημαίνει – μ’ έναν κάπως παρανοϊκά μεγαλειώδη κι ως εκ τούτου αυτοκαταστοφικό Αργεντινίστικο / Μαραντονίστικο τρόπο, για να μην ξεχνιόμαστε – ότι πυροβολώ τα ίδια μου τα πόδια…

……………………………………………………………………………………………………………..

Το μυστήριο του χρόνου (Ιούνιος 2018)
.
Τελικά, αρχίζει και μου φαίνεται όλο και περισσότερο πως, ουσιαστικά, σημασία δεν έχει η σειρά με την οποία μας συμβαίνουν τα πράγματα στην ζωή μας, είτε μοιάζει να τα προκαλούμε εμείς είτε όχι.
Δηλαδή, σημασία δεν έχει το πότε ενός συμβάντος, αν κάτι έγινε πριν ή αν θα γίνει μετά.
Αυτό που έχει αληθινή σημασία είναι το ποιόν, ο πυρήνας, η ουσία του κάθε συμβάντος.
Αυτό ή αυτή είναι που αντανακλάται, πίσω-μπρος, αριστερά-δεξιά, επάνω-κάτω, πριν-μετά, στο χωροχρονικό πλαίσιο που αποτελεί τον αείποτε εξελισσόμενο, και αξεδιάλυτα κι απελπιστικά πεπλεγμένο, ιστό της ζωής μας.
Να το πω αλλιώς: το πέρασμα του χρόνου αυτό καθαυτό κι από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα, απολύτως τίποτα.
Η εξέλιξη και η πύκνωση και η αλληλοδιαπλοκή των εμπειριών που βιώνουμε, αυτή είναι η ουσία.
Και το κλειδί της όλης ιστορίας είναι να μπορέσεις να σταθείς από μια απόσταση και να αξιολογήσεις πως αυτά που συμβαίνουν στην ζωή σου συνθέτουν μια μεγάλη και περίπλοκη εικόνα, ένα ασύλληπτο παζλ, το οποίο για να μπορέσεις να συνειδητοποιήσεις καταρχάς – και καταρχήν – ότι υπάρχει και για να μπορέσεις εν συνεχεία να υποθέσεις ή να φανταστείς ή να ψυχανεμιστείς ποια – ή ποιες – μεγάλη εικόνα – εικόνες – τα κομμάτια του σχηματίζουν, θα πρέπει να είσαι εξοπλισμένος με το υπερόπλο της μνήμης, της αληθινής, ζωντανής, παλλόμενης, μνήμης, μιας μνήμης τόσο του παρελθόντος όσο και του μέλλοντος.
Διότι είναι το ίδιο πράγμα να θυμάσαι τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον από την σκοπιά που το εξετάζω, την αρκετά αντισυμβατική η αλήθεια είναι, βάσει της οποίας – επαναλαμβάνω – σημασία έχει το ΤΙ συμβαίνει κι όχι το ΠΟΤΕ συνέβη, συμβαίνει ή θα συμβεί.
Αυτό που ονομάζω «μνήμη του μέλλοντος» δεν έχει να κάνει με μαντείες και «μαγικές» – με την κομπογιαννίτικη έννοια του όρου – ικανότητες.
Έχει να κάνει με το πως η μνήμη του παρελθόντος πυροδοτεί την διαίσθηση ή φαντασία («μνήμη μέλλοντος») και τανάπαλιν, με το πως η διαίσθηση ή φαντασία ή μνήμη του μέλλοντος ζωντανεύει κι ερμηνεύει – διαρκώς – την μνήμη του παρελθόντος.
Πιστεύω πως όσο ένας άνθρωπος παραμένει συντονισμένος με αυτήν την διαρκή, διπλής κατεύθυνσης, αλληλοπεριχωρητική και υπέρ- ή μετά-λογική διαδικασία, τόσο συντονίζεται – ως είναι και ως γίγνεσθαι, ως ύπαρξη και ως δράση – με την μεγάλη εικόνα του παζλ της ζωής του.
Μοιρολατρικό;
Ναι και όχι, διότι η μεγάλη αυτή εικόνα και «προΰπάρχει» – τουλάχιστον σε αδρές γραμμές και σε σχέση με τα αρχικά, ταυτοτικά και αναλλοίωτα δεδομένα / στοιχεία / προδιαγραφές / πληροφορίες με τα οποία κανείς ξεκινά την ζωή του ή με τα οποία κανείς απομένει όταν χάσει το κάθετι άλλο – αλλά και υπόκειται σε διαρκείς μεταβολές, βάσει των αποφάσεων και πράξεων ενός ανθρώπου κατά την διάρκεια του βίου του.
Οι οποίες αποφάσεις και πράξεις και πάλι, βεβαίως, ως έναν βαθμό – άγνωστο ως ποιον – συναρτώνται με το βαθύτερο ποιόν, το πυρηνικό κι αναλλοίωτο όπως λέγαμε μόλις πριν λίγο, του ανθρώπου αυτού.
Μύλος η κατάσταση, δηλαδή: ένα υπαρξιακό χάος με άπειρες αντηχήσεις και εκδηλώσεις, στο οποίο για να μην αναλωθείς και αποδιοργανωθείς πλήρως, χρειάζεσαι κάποιες σταθερές ή άγκυρες να κρατούν τα μπόσικα και να ενεργούν ως μπούσουλας.
Οι άγκυρες αυτοί είναι οι άλλοι άνθρωποι της ζωής σου, και κυρίως αυτοί με τους οποίους νιώθεις να σε συνδέει κάτι το βαθύ και ουσιαστικό, κάτι που να ξεφεύγει από τα εκάστοτε συμβατικά / συναλλακτικά κοινωνικά πλαίσια – κατά προτίμηση κάτι που να μην μπορείς να το ονομάσεις ή να το προσδιορίσεις με ακρίβεια.
Δώσε σημασία και αφιέρωσε χρόνο σε αυτούς τους ανθρώπους.
Παρατήρησε τους τρόπους και τις συνθήκες με τους οποίους και κάτω από τις οποίες συνδέεστε κι αλληλεπιδράτε.
Δοκίμασε τους διαφορετικούς καρπούς της δυναμικά μεταβαλλόμενης σχέσης σας.
Ζεις μέσα από αυτούς, ζουν μέσα από σένα, και η ζωή η ίδια ζει μέσα από εσάς και τις σχέσεις σας.
Κι η μεγάλη εικόνα ξεκαθαρίζει και – όπως το θυμάσαι, όπως το ψυχανεμίζεσαι – τίποτε δεν είναι πια όπως ήταν.
Κι όμως βρίσκεσαι σπίτι σου, κι όμως δεν είσαι χαμένος.
Γιατί εκεί και τότε – εδώ και τώρα – είσαστε όλοι μαζί.

……………………………………………………………………………………………………………..

Χρόνος (Απρίλιος 2018)

Ωραία στην θεωρία όλα αυτά που ακούγονται όλο και πιο συχνά περί μη ύπαρξης παρελθόντος ή μέλλοντος από διακεκριμένους επίστήμονας (sic), αλλά στην πράξη τί γίνεται;
Θέτω υπ’ όψιν σας και υπό την κρίση σας τις εξής σκέψεις:
– Η έννοια του χρόνου δεν έχει νόημα στο θεμελιώδες επίπεδο της φύσης, ανεξαρτήτως του τι εμείς αντιλαμβανόμαστε ή δεν αντιλαμβανόμαστε
– Αντικειμενικός χρόνος ΔΕΝ υπάρχει. Πέρα απ’ αυτό που λέει η Φυσική (και από την εποχή του Αϊνστάιν λέει αυτό ακριβώς το πράγμα), από τις εμπειρίες μας, όλοι μας, γνωρίζουμε ότι ο χρόνος κυλάει διαφορετικά όταν είσαι παιδί, διαφορετικά όταν είσαι ενήλικας, διαφορετικά όταν περιμένεις κάτι εναγωνίως, διαφορετικά όταν είσαι αραχτός στην παραλία, διαφορετικά όταν είσαι ερωτευμένος, διαφορετικά όταν είσαι αγχωμένος, διαφορετικά όταν πεινάς, διαφορετικά όταν νυστάζεις – και μη μιλήσω για το όταν κοιμάσαι κι όταν ονειρεύεσαι
– Ορμώμενος από το τελευταίο: υπάρχει ένας «βαθύτερος εαυτός» για όλους μας – εαυτός που βγαίνει σίγουρα στο προσκήνιο όταν ονειρευόμαστε, ας πούμε – ο οποίος ζει μια άλλη ζωή, υπακούει σε άλλους νόμους κι είναι ανεξάρτητος ή και αδιάφορος ως προς τον συμβατικό χρόνο – τον χρόνο, δηλαδή, όπως έχει καθιερωθεί να γίνεται αντιληπτός από την συντριπτική πλειοψηφία των σύγχρονων κοινωνιών, για πρακτικούς λόγους
– Οι πρακτικοί αυτοί λόγοι έχουν ισχύ και χρησιμότητα, ως ένα σημείο, όσον αφορά την ζωή μας στο πλαίσιο της λεγόμενης «καθημερινότητας» – όμως σκεφτείτε το εξής απλό: για ό,τι σημαντικό – αληθινά σημαντικό – έχετε βιώσει ως τώρα στην ζωή σας, είχε σημασία τί ώρα ήταν, ως πρωταρχικός παράγοντας του εν λόγω σημαντικού για εσάς γεγονότος κι όχι ως δευτερεύουσα ή παρεμπίπτουσα παράμετρος
– Παρ’ όλα αυτά, με κάθε χτύπημα του ρολογιού ο διαθέσιμος χρόνος για το ον αυτό που είθισται να αποκαλούμε και να θεωρούμε ως τον «εαυτό» μας, λιγοστεύει, με τρόπο αμείλικτο και αμετάκλητο
– Το παρελθόν με διδάσκει και με καθοδηγεί, το μέλλον με εμπνέει και με καλεί, όμως εγώ δρω πάντοτε τώρα…

……………………………………………………………………………………………………………..

Το κορίτσι του Δωματίου (Απρίλιος 2018)

Το Κορίτσι του Δωματίου καθόταν στον καναπέ που βρισκόταν στο κέντρο του δωματίου με τα χέρια της σταυρωμένα επάνω στα κλειστά της γόνατα και κοίταγε μπροστά της, λίγο προς τα πλάγια και χαμηλά, με βλέμμα απλανές και στόμα ελαφρώς ανοιχτό.

Τα φώτα έσβηναν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, για εκατοστά του δευτερολέπτου, και όταν άναβαν ξανά, βρισκόταν σε άλλη θέση, πότε σε άλλο σημείο του καναπέ, πότε στην πολυθρόνα που βρισκόταν στα δεξιά του, πότε στην πολυθρόνα που βρισκόταν στ’ αριστερά του, μα πάντα έχοντας την ίδια στάση σώματος και την ίδια έκφραση στο πρόσωπό της.

Το κάθε αναβόσβημα φωτός φαινόταν σαν να το προετοιμάζει ένα ξεροβήξιμο ακολουθούμενο από μια τριάδα αριθμών – κάθε φορά διαφορετικών – που αναφωνούσε μια μεταλλική φωνή, άγνωστης προέλευσης, η οποία γέμιζε τον χώρο.

Έτσι κυλούσαν τα πράγματα στο Δωμάτιο εκείνο, για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, μέχρι που ακούστηκε ένα γρήγορο τριπλό χτύπημα – τακ, τακ, τακ – σε μια πόρτα.

Τα φώτα έσβησαν τότε για ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα και όταν ξανάναψαν, απέναντι απ’ το Κορίτσι του Δωματίου το οποίο καθόταν τώρα στην πολυθρόνα αριστερά του καναπέ – δηλαδή, στην πολυθρόνα δεξιά του καναπέ – καθόταν ένας άνδρας που σχεδόν ολόκληρο το σώμα του ήταν καλυμμένο με επιδέσμους.

Το Κορίτσι του Δωματίου έγειρε το σώμα της προς τα εμπρός και τον κοίταξε με ένταση.

Κάποια στιγμή φάνηκε πως ήταν έτοιμη να μιλήσει, ωστόσο κάτι τέτοιο τελικά δεν συνέβη: άνοιξε το στόμα της, μόνο και μόνο για να το ξανακλείσει ύστερα από λίγο.

Την στιγμή που έκλεινε το στόμα της, η μεταλλική φωνή ξερόβηξε και γέμισε τον χώρο: «8, 23, μιλήστε».

Ο άνδρας με τους επιδέσμους ανασκουμπώθηκε με κινήσεις που φανέρωναν έντονη ανησυχία.

Το Κορίτσι του Δωματίου αντιθέτως χαλάρωσε, σταύρωσε τα πόδια της και έγειρε το σώμα της αναπαυτικά προς τα πίσω, κοιτάζοντας τώρα τον άνδρα απέναντί της κάπως αφ’ υψηλού και με μια υποψία μειδιάματος στο πρόσωπο.

«Έχω σταματήσει να προσπαθώ να καταλάβω τί μου συμβαίνει, εδώ και πάρα πολύ καιρό», είπε.

Τα φώτα έσβησαν γι’ άλλη μια φορά, και μετά το αναπόφευκτο ξεροβήξιμο η μεταλλική φωνή ανακοίνωσε: «7, 7, 7».

Όταν ξανάναψαν, στο κέντρο του καναπέ ανάμεσα στις δύο πολυθρόνες όπου παρέμεναν καθισμένοι το Κορίτσι του Δωματίου και ο άνδρας, καθόταν, χαμογελαστή και απαστράπτουσα, το Κορίτσι της Άνοιξης.

Το Κορίτσι του Δωματίου σηκώθηκε, έκανε ανήσυχο τον γύρο του δωματίου και τελικά επέστρεψε στην θέση της.

Άνοιξε τις παλάμες της και τις κοίταξε σαν να τις διαβάζει.

Εντωμεταξύ, το Κορίτσι της Άνοιξης άρχισε να σιγομουρμουρίζει, χωρίς να κουνάει τα χείλη της, έναν επαναλαμβανόμενο σκοπό ονειρικής ομορφιάς.

Ο άνδρας με τους επιδέσμους στο πρόσωπο σηκώθηκε, έκανε δύο προσεκτικά βήματα και στάθηκε στο μέσο του δωματίου – περίμενε εκεί για λίγα δευτερόλεπτα, μέχρι που τελικά ξάπλωσε στο πάτωμα ανάσκελα.

Όλα τα φώτα στο Δωμάτιο έσβησαν, εκτός από έναν προβολέα που φώτισε ολόκληρο το σώμα του – και καθώς ο σκοπός που σιγομουρμούριζε το κορίτσι της Άνοιξης δυνάμωσε σε ένταση, πρώτα μια πράσινη, ύστερα μια μπλε, και τέλος μια κόκκινη σαύρα φάνηκαν να περνούν γρήγορα, εν ριπή οφθαλμού, επάνω απ’ το ξαπλωμένο του κορμί.

Ο προβολέας έσβησε κι άφησε το δωμάτιο τυλιγμένο στο σκοτάδι για τρία δευτερόλεπτα, πριν ανάψει ένας άλλος, ο οποίος φώτιζε το πρόσωπο του Κοριτσιού του Δωματίου που τώρα κοίταζε όλο ευθεία – με το που έγινε αυτό, σταμάτησε ν’ ακούγεται ο σκοπός που τραγουδούσε το Κορίτσι της Άνοιξης.

Ακολούθησε το γνωστό ξεροβήξιμο και εν συνεχεία η μεταλλική φωνή ανακοίνωσε: «7, 8, 23, 8… Η ελπίδα μου ένα Δωμάτιο… Η απελπισία μου στην αρχή και στο τέλος της Άνοιξης… Αποχωρώ, δεν με χρειάζεστε… Συνεχίστε μόνοι σας».

Ακούστηκε ένας ήχος σαν να αφαιρούνται καλώδια από κάπου και σαν να σβήνει μια μηχανή.

Ύστερα, το Κορίτσι του Δωματίου περίμενε να περάσουν τρία δευτερόλεπτα και, τότε, μίλησε ως εξής: «Οτιδήποτε σημαντικό μου έχει συμβεί ποτέ, συνέβη σ’ ένα Δωμάτιο. Γεννήθηκα σ’ ένα Δωμάτιο. Μεγάλωσα σ’ ένα Δωμάτιο. Σπούδασα σ’ ένα Δωμάτιο. Ερωτεύτηκα σ’ ένα Δωμάτιο. Έπιασα δουλειά σ’ ένα Δωμάτιο. Γέλασα σ’ ένα Δωμάτιο. Έκλαψα σ’ ένα Δωμάτιο. Ονειρεύτηκα σ’ ένα Δωμάτιο. Με αγκάλιασε η απελπισία σ’ ένα Δωμάτιο. Κοντολογίς, έχω ζήσει όλη μου την ζωή σ’ ένα Δωμάτιο».

Όλα τα φώτα έσβησαν τότε – και σιωπή απλώθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη του Δωματίου.

Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να σπάσει την απόλυτη σιωπή η φωνή του Κοριτσιού της Άνοιξης, αυτήν την φορά: «Το απόλυτο σκοτάδι μου είναι αδιανόητο», είπε.

Τότε ο προβολέας φώτισε και πάλι το πρόσωπο του Κοριτσιού του Δωματίου που είπε, εν είδει απαντήσεως θα έλεγε κανείς, στο Κορίτσι της Άνοιξης: «Το απόλυτο σκοτάδι είναι το απαραίτητο φόντο της κάθε δημιουργίας μου».

Τα φώτα έσβησαν τότε και δεν ξανάναψαν παρά μόνο όταν πέρασαν δέκα δευτερόλεπτα.

Το Κορίτσι του Δωματίου και το Κορίτσι της Άνοιξης στέκονταν όρθιες στην μέση του δωματίου, πάνω από τον άντρα με τους επιδέσμους που παρέμενε ξαπλωμένος στο πάτωμα, και, κρατώντας η μία τα χέρια της άλλης, κοιτούσαν η μία την άλλη στα μάτια.

Το Κορίτσι του Δωματίου ήταν συνοφρυωμένο ενώ στο πρόσωπο του Κοριτσιού της Άνοιξης διεγράφετο ένα άπλετο χαμόγελο.

Η δεύτερη, με το πρόσωπό της να φωτίζεται ακόμα περισσότερο, είπε στην πρώτη: «Θέλω ν’ ακούσω από σένα τα πάντα, θέλω να μου τα πεις όλα, είμαι όλη αυτιά».

Η πρώτη, τότε, έβγαλε έναν συριγμό σαν φίδι και της είπε, κοφτά: «Δεν έχω να σου πω τίποτα» – αμέσως, τότε, όλα τα φώτα έσβησαν.

Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, μέχρι που άρχισε ν’ ακούγεται και πάλι ο σκοπός που σφύριζε νωρίτερα το Κορίτσι της Άνοιξης.

Ο σκοπός σταδιακά δυνάμωσε σ’ ένα κρεσέντο που ολοκληρώθηκε με ένα διαπεραστικό κι ανατριχιαστικό ουρλιαχτό – όταν αυτό συνέβη όλα τα φώτα άναψαν και πάλι.

Στο δωμάτιο, όρθιος μπροστά από την μία από τις δύο πολυθρόνες που βρίσκονταν εκεί όπου προηγουμένως ήταν τοποθετημένος ο καναπές – ο οποίος καναπές, παρέα με την δεύτερη πολυθρόνα, είχαν απομακρυνθεί από το σκηνικό – βρισκόταν μόνος του ο άνδρας με τους επιδέσμους.

Αφού πρώτα έφερε τα χέρια του σε στάση προσοχής, στην συνέχεια άρχισε να ξετυλίγει αργά αργά τους επιδέσμους, ξεκινώντας απ’ την κορυφή του κεφαλιού του και συνεχίζοντας μέχρι να φτάσει στις πατούσες.

Ο άνδρας που φανερώθηκε ήταν ολόγυμνος, όμως το πρόσωπό του δεν ήταν ορατό, καθώς περιεβάλλετο πλήρως από τρεις τετράγωνους καθρέφτες, οι άκρες των οποίων ήταν ενωμένες, σχηματίζοντας μια διάταξη που έμοιαζε πολύ με ισόπλευρου τριγώνου.

Στάθηκε στις μύτες των ποδιών του και, σαν μπαλαρίνα, έκανε μια πλήρη περιστροφή, 360 μοιρών, γύρω απ’ τον εαυτό του.

Ύστερα έβγαλε ένα δυνατό, διαπεραστικό, ανατριχιαστικό ουρλιαχτό.

Τότε τα φώτα έσβησαν – και άναψε ένας προβολέας σποτ που φώτιζε το πρόσωπο του άντρα με τους τρεις καθρέφτες ολόγυρά του.

Όταν όλο αυτό τελείωσε, τα φώτα ξανάναψαν.

Ο άνδρας με τους καθρέφτες ήταν όρθιος ακόμα – αν και εμφανώς παρέπαιε.

Ένα κόκκινο πηχτό υγρό – έμοιαζε πολύ με αίμα – κάλυπτε όλο το κορμί του.

Στα δεξιά του ήταν το Κορίτσι του Δωματίου και στ’ αριστερά του ήταν το Κορίτσι της Άνοιξης, στραμμένες έτσι ώστε ν’ αντικρίζουν η μία την άλλη – εκείνος κοιτούσε μπροστά.

Δεν υπήρχε πια κανένα άλλο έπιπλο στο δωμάτιο.

Με χέρια να τρέμουν, έβγαλε τον καθρέφτη από τα δεξιά του και τον έδωσε στο Κορίτσι του Δωματίου, έβγαλε τον καθρέφτη από τα αριστερά του και τον έδωσε στο Κορίτσι της Άνοιξης, και, τέλος, έβγαλε τον καθρέφτη από μπροστά του και τον κράτησε στα τρεμάμενα χέρια του για λίγο.

Αποδείχθηκε έτσι ότι φορούσε μια μαύρη εφαρμοστή μάσκα που κάλυπτε ολόκληρο το κεφάλι του, μην επιτρέποντας έτσι να φανούν τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.

Με πολλή προσοχή, εναπόθεσε τον ματωμένο καθρέφτη στο έδαφος μπροστά του, έτσι ώστε η επιφάνειά του να κοιτάζει προς τα πάνω.

Ύστερα, έκανε τρία βήματα προς τα πίσω και χαμήλωσε το κεφάλι.

Τα φώτα έσβησαν, και όταν ξανάναψαν ο άντρας είχε εξαφανιστεί.

Απέμειναν τότε μόνο τα δύο κορίτσια να κοιτάζουν το ένα το άλλο, σοβαρά κι αμίλητα, ενώ και οι αιματοβαμμένοι καθρέφτες που το καθένα τους κρατούσε, κοιτούσαν ο ένας μέσα στον άλλο, δημιουργώντας μια απειρική αλληλουχία αντανακλάσεων.

Ο μεταξύ τους διάλογος που ακολούθησε ήταν ο εξής:

Κορίτσι του Δωματίου: «Θα μιλήσεις; Αλλά να μας πεις και κάτι. Χρήσιμο και ουσιαστικό».

Κορίτσι της Άνοιξης: «Εγώ κι εσύ είμαστε η ωδή στην ομορφιά και στον τρόμο, η ωδή στην ζωή, δηλαδή».

Κορίτσι του Δωματίου: «Τ’ ακούσαμε αυτά, μας τα είπαν και άλλοι, τα βαρεθήκαμε! Κάτι καινούριο θα μας πεις;».

Κορίτσι της Άνοιξης: «Εκείνος έφυγε. Θα φύγω κι εγώ και θα μείνεις μόνη σου. Και τότε… τί θα κάνεις;».

Κορίτσι του Δωματίου: «Πρόβλημά μου, ακούς; Πρόβλημά μου! Τί νομίζεις, ότι σ’ έχω ανάγκη;».

Το Κορίτσι της Άνοιξης, ξεκίνησε τότε να βαδίζει προς τα πίσω σιγά σιγά, και πάντοτε βαστώντας τον καθρέφτη, μέχρι που εξήλθε της σκηνής, ενώ κατά την διάρκεια της εξόδου του αυτής, επαναλάμβανε σε λούπα τα εξής: «Αντίο. Σ’ αγαπάω. Μην με ξεχάσεις. Αντίο. Σ’ αγαπάω. Μην με ξεχάσεις»…

Τα φώτα έσβησαν και πάλι.

Όταν ξανάναψαν, το Κορίτσι του Δωματίου ήταν ολομόναχη και ο καθρέφτης που βαστούσε μέχρι προ ολίγου ήταν ακουμπισμένος πάνω στον άλλο καθρέφτη, αυτόν που είχε αφήσει ο άνδρας, έτσι ώστε να τον καπακώνει πλήρως, σχηματίζοντας με αυτόν τον τρόπο, θα έλεγε κανείς, ένα κουτί που στο εσωτερικό του υπήρχαν δυο καθρέφτες που ο ένας κοιτούσε τον άλλο.

Γύρω από αυτό το ιδιότυπο κουτί, το Κορίτσι του Δωματίου, αφού πρώτα είπε μια ακατάληπτη φράση σε μια άγνωστη γλώσσα, ξεκίνησε να χορεύει.

Χόρευε και χόρευε και χόρευε, ευλύγιστη και σκοτεινά εκθαμβωτική όσο καμία.

Στην αρχή δεν υπήρχε μουσική – όμως γρήγορα η μουσική γέμισε τον χώρο, κι ήταν μια μουσική που μετέδιδε τέτοια συναισθήματα, τέτοιες εικόνες, τέτοιες αλήθειες, που ακόμα κι η πένα του πιο ταλαντούχου συγγραφέα όλων των εποχών δεν θα μπορούσε ούτε καν να πλησιάσει στο ν’ αρχίσει να τα περιγράφει.

Τα φώτα χαμήλωσαν σταδιακά, μα η μουσική παρέμεινε – και το Κορίτσι του Δωματίου δεν σταμάτησε να χορεύει μέχρι που τα φώτα έσβησαν τελείως, βυθίζοντας έτσι τους πάντες στον βαθύ ύπνο της, και ξυπνώντας τους όλους απ’ τον δικό τους, μακάριο, βαθύ ύπνο…

……………………………………………………………………………………………………………..

Η λαοθάλασσα στις παρυφές του χάους (Ιανουάριος 2018)

Κι όλο μαζεύονται.

Κουβαλώντας ο καθένας από ένα όπλο, κρυμμένο κάτω απ’ τα ρούχα τους, που τους σημαδεύει κατευθείαν στην καρδιά.

Η πλατεία δεν τους χωρά όλους, κι όμως αυτοί συνωστίζονται, χωρίς να δυσφορούν.

Ο ήλιος αποχωρεί απ’ το σκηνικό, κι οι μορφές όλων τους, τότε, σκληραίνουν και γλυκαίνουν απότομα.

Κανείς δεν τολμάει να κοιτάξει προς τα πίσω, εκεί που ελλοχεύει το έρεβος, όλοι τους κοιτούν μπροστά και προσμένουν, νιώθοντας ευτυχισμένοι.

Στην είσοδο της πλατείας έχει στηθεί μια μεγάλη, κυβική, σκουριασμένη εξέδρα.

Πίσω από την εξέδρα, στην βάση μιας σκάλας και κρυμμένος απ’ τα βλέμματα των πολλών, βρίσκεται ο ερμηνευτής.

Έχει την κιθάρα περασμένη απ’ τον ώμο του κι ακουμπισμένη στο γόνατό του, και στο στόμα του βρίσκεται ένα τσιγάρο που δεν το έχει ανάψει.

Το σκοτάδι απλώνεται και τα πρώτα φώτα ανάβουν.

Η αναμονή μεγαλώνει κι ο ερμηνευτής ξέρει ότι έχει φτάσει η ώρα ν’ ανέβει στην εξέδρα.

Τα γόνατά του λυγίζουν και το τσιγάρο πέφτει απ’ το στόμα του.

Ανεβαίνει.

Ο κόσμος τον βλέπει και τον υποδέχεται με μια εκκωφαντική σιωπή, που ξεκινάει απ’ το κέντρο της πλατείας κι απλώνεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της.

Κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί την αμέσως επόμενη στιγμή κι αυτό δεν είναι ούτε απελευθερωτικό ούτε τρομακτικό.

Ο ερμηνευτής ξέρει ότι ο πόθος του να βρεθεί εκεί κάτω, να γίνει ένα με την λαοθάλασσα, είναι ανάλογος με τον πόθο καθενός από όσους τον κοιτάνε τώρα βουβοί να βρεθούν στην θέση του.

Με στεγνά χείλη και μουδιασμένη γλώσσα ανακοινώνει: «Θα σας παίξω ένα τραγούδι».

Πρώτα, μια κάννη όπλου ξεπροβάλει κάτω από ένα μπλουζάκι και τον σημαδεύει.

Ύστερα μια δεύτερη, έπειτα μια τρίτη, και ούτω καθεξής, έως ότου τον σημαδεύουν τόσες κάννες όπλου όσοι κι οι παρευρισκόμενοι.

Η πρώτη νότα απ’ το τραγούδι του ερμηνευτή δεν θα ακουστεί ποτέ.

Κανένα όπλο κανενός θεατή δεν θα εκπυρσοκροτήσει.

Το έρεβος θα καταπιεί πρώτα την λαοθάλασσα και στο τέλος τον ερμηνευτή.

Και εγώ, ο μόνος που τα είδε και τα είπε όλα αυτά, δεν θα έχει πια τίποτα να δει, τίποτα να πει.

……………………………………………………………………………………………………………..

Η σπηλιά των αποκαλύψεων (Ιανουάριος 2018)

Η σπηλιά στην άκρη της παραλίας και στην βάση εκείνου του απόκρημνου γκρεμού φωτιζόταν στην είσοδο της και λίγα μέτρα πιο μέσα από το εντυπωσιακό γαλαζωπό φως του φεγγαριού.

Είχε πανσέληνο εκείνο το βράδυ, και ήταν λες και το απαλό κυματάκι έπαιρνε το φεγγάρι, το έλουζε, το χτένιζε, το στόλιζε και το παρέδιδε, στην καλύτερη δυνατή κατάσταση, στην αγκαλιά της σπηλιάς.

Η σκηνή από μόνη της παρουσίαζε μια εικόνα σπάνιας αυτάρκειας και ολοκλήρωσης – σε τέτοιο βαθμό, ώστε η είσοδος του Πέτρου στο σκηνικό έμοιαζε σαν μια τρανταχτή παραφωνία.

Ειδικά λαμβάνοντας υπόψη το ότι κουβαλούσε μαζί του δυο πτυσσόμενες καρέκλες και κάτι που έμοιαζε με επιδαπέδιο προβολέα, κι ως εκ τούτου κατηφόριζε αγκομαχώντας, και κάπως άγαρμπα και θορυβωδώς, προς το εσωτερικό της σπηλιάς.

Όταν έφτασε περίπου στο κέντρο του χώρου, εκεί όπου υπήρχε πιο άπλα κι όπου η σπηλιά έφτανε στο μέγιστο ύψος της, ακούμπησε κάτω τις καρέκλες και τον προβολέα μ’ έναν βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης.

Κοίταξε προς τα πάνω, προς τον σπηλαιώδη θόλο με τους εντυπωσιακούς σχηματισμούς σταλακτιτών που ανοιγόταν πάνω απ’ το κεφάλι του κι ύστερα κοίταξε προς την είσοδο της σπηλιάς.

Δεν έμοιαζε μήτε χαρούμενος, μήτε λυπημένος – είχε απλώς το ύφος του ανθρώπου που ξέρει ότι έχει κάτι να φέρει σε πέρας και πρέπει, συνεπώς, να επικεντρώσει τις δυνάμεις του στο να το κάνει.

Μέσα απ’ την δεξιά κωλότσεπη του τζιν του, έβγαλε ένα σχεδόν γεμάτο πακέτο τσιγάρα, απ’ το οποίο τράβηξε με νευρικές κινήσεις ένα τσιγάρο το οποίο κι άναψε με την βοήθεια ενός σπίρτου που ανέσυρε μέσα από ένα κουτί σπίρτα το οποίο έβγαλε απ’ την αριστερή κωλότσεπη του τζιν του.

Αφού τράβηξε δυο-τρεις τζούρες, κούνησε το κεφάλι του, πέταξε το αναμμένο τσιγάρο χάμω και το έσβησε με την σόλα του παπουτσιού του.

Ακολούθως, πήρε να στήνει αυτά που είχε κουβαλήσει μαζί του.

Άνοιξε τις δυο πτυσσόμενες μαύρες καρέκλες και τις τοποθέτησε την μία απέναντι απ’ την άλλην, σε απόσταση περίπου τριών μέτρων.

Στο μέσο της απόστασης αυτής και λίγο πλαγίως, τοποθέτησε τον επιδαπέδιο προβολέα και πατώντας με το πόδι του ένα κουμπί κοντά στην βάση του, τον άναψε – προφανώς λειτουργούσε με μπαταρία, μια που η πλησιέστερη πρίζα απείχε χιλιόμετρα απ’ την σπηλιά.

Ένα απαλό κοκκινωπό φως φώτισε τις δύο καρέκλες και τον χώρο ανάμεσά τους.

Ο Πέτρος ανάσανε βαθιά.

Τώρα ήταν έτοιμος.

Κάθησε, λοιπόν, σε μια απ’ τις δυο καρέκλες και περίμενε.

Η είσοδος της Μαρίνας στην σπηλιά ήταν πολύ λιγότερο θορυβώδης από εκείνην του Πέτρου.

Μπήκε αλαφροπάτητη και κατέβηκε σαν έμπειρο αιλουροειδές το φιδογυριστό μονοπάτι ως το κέντρο της σπηλιάς, εκεί όπου βρισκόταν ο Πέτρος κι η «εγκατάστασή» του.

Πρώτα πέρασε πίσω απ’ την άδεια καρέκλα απέναντί του, αρκετά θεατρικά, κι ύστερα ήρθε από μπροστά της, και κάθησε, εν τέλει, απαλά κάτω.

Έμειναν έτσι για λίγη ώρα, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον στα μάτια – όχι αδιάφορα μα ούτε και με ένταση – χωρίς να λένε ή να κάνουν τίποτα.

Κάποια στιγμή ακούστηκε ένας θόρυβος απ’ το βάθος της σπηλιάς, που έκανε Πέτρο και Μαρίνα να στρέψουν για μια στιγμή τα κεφάλια τους προς τα εκεί.

Ο Πέτρος γύρισε και κοίταξε την Μαρίνα, ανασήκωσε τα φρύδια του και είπε: «επιτέλους».

Μέσα απ’ τα αδιαπέραστα σκοτάδια στο βάθος της σπηλιάς, ξεπρόβαλε ο γερό-Φρόσης.

Ήταν παχύς και το ψυχανεμιζόσουν πως ήταν απ’ αυτούς τους ανθρώπους που μοιάζουν πιο μεγάλοι σε ηλικία απ’ όσο πραγματικά είναι.

Τα μαλλιά του ήσαν ψαρά, σχετικά μακριά, αχτένιστα και λαδωμένα.

Τα πυκνά κι αφρόντιστα γένια του ήσαν, κατά τόπους, σαν τούφες από υγρό και χιλιοπατημένο μπαμπάκι.

Φορούσε μια γκρίζα κάπα, γκρίζο παντελόνι και γκρίζες μπότες.

Καθώς προχωρούσε, πολύ αργά, βαριανάσαινε και κάθε τόσο αναγκαζόταν να σταματήσει και να διπλωθεί στα δύο, καθώς ένας πολύ δυνατός βήχας τον συντάραζε σύγκορμο.

Με τα πολλά, κατόρθωσε να φτάσει στο κέντρο της σπηλιάς, εκεί όπου κάθονταν η Μαρίνα κι ο Πέτρος, έπιασε αλά μπρατσέτα τον επιδαπέδιο προβολέα, κοίταξε και τους δυο τους με βλέμμα εξεταστικό και παιχνιδιάρικο κάτω απ’ τα υπέρπυκνά του βλέφαρα και είπε: «Λοιπόν πιτσουνάκια μου, ποιός απ’ τους δυο σας θα ξεκινήσει;».

«Ο Πέτρος!», πέταξε ενθουσιωδώς η Μαρίνα.

«Μπα, γιατί εγώ;», διαμαρτυρήθηκε εκείνος, «δεν ισχύει εδώ το ‘προηγούνται οι κυρίες’, παρακαλώ;».

«Μα τί σημασία… γκούχου, γκούχου… έχει ποιος απ’ τους δυο σας θα ξεκινήσει, για πείτε μου, στ’ αλήθεια… Ούτως ή άλλως – όπως υποθέτω ήδη γνωρίζετε πολύ καλά – η παρουσία σας εδώ συνεπάγεται ότι κανείς απ’ τους δυο σας δεν δύναται να εξαιρεθεί της διαδικασίας. Οπότε… Πέτρο, άντε, ξεκίνα εσύ, αγόρι μου… γκούχου, γκούχου», ολοκλήρωσε την φράση του ο γέρο-Φρόσης, μέσα σ’ ένα ντελίριο γαϊδουρόβηχα.

Με εμφανή δυσφορία, ο Πέτρος μουρμούρισε ανάμεσα απ’ τα δόντια του ένα ξεψυχισμένο «καλά», ξερόβηξε και ξεκίνησε να μιλάει: «Ήρθα απόψε στην Σπηλιά των Αποκαλύψεων για ν’ αποκαλύψω στην Μαρίνα, ενώπιον του ‘Αποκαλυπτιάρχη’ γέρο-Φρόση, πως όταν η σχέση μας βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα, τον Ιούλιο του σωτηρίου έτους 1998, την απάτησα ένα βράδυ με την καλύτερη της φίλη, εκείνη την εποχή, την Ναταλία».

Ο Πέτρος σταμάτησε για να πάρει μια ανάσα και να μελετήσει τυχόν αντιδράσεις απ’ την πλευρά της Μαρίνας και του γερο-Φρόση, ωστόσο και οι δυο τους παρέμεναν σιωπηλοί και προσηλωμένοι στα όσα έλεγε, με πρόσωπα των οποίων οι εκφράσεις δεν είχαν αλλοιωθεί ούτε κατ’ ελάχιστον μετά την «αποκάλυψη» στην οποία είχε μόλις προβεί – ήταν φως-φανάρι, λοιπόν, ότι περίμεναν ν’ ακούσουν την λεπτομερή περιγραφή του, κυριολεκτικά προαιώνιου, «ατοπήματός» του.

Αυτήν ακριβώς την διεξοδική παράθεση των όσων είχαν διαμειφθεί τότε ήταν που ήλπιζε ν’ αποφύγει ο Πέτρος, όμως με τις ελπίδες του ν’ αποδεικνύονται φρούδες δεδομένης της παντελούς απουσίας αντίδρασης των συνομιλητών του, δεν του έμενε άλλη επιλογή παρά να πάρει βαθιά ανάσα και ν’ αρχίσει να εξιστορεί σε όσο πιο ουδέτερο, «δημοσιογραφικό», στυλ μπορούσε: «Ήταν 17 Ιουλίου, η ημέρα της ονομαστικής εορτής της Μαρίνας. Εκείνη είχε αναχωρήσει μερικές μέρες νωρίτερα για την Κυκλαδίτικη νήσο της Πάρου με τους γονείς της, προκειμένου να απολαύσει την πρώτη δόση των θερινών της διακοπών την χρονιά εκείνη. Μου ήταν δύσκολο, θυμάμαι, να την αποχωριστώ, διότι η επισημοποίηση της σχέσης μας μετρούσε βία έναν μήνα, κι επομένως αυτό το αναγκαστικό διάλειμμα ανέκοπτε το αξιοσημείωτο μομέντουμ που αυτή – η σχέση μας, δηλαδή – είχε αποκτήσει. Αν και η ενόχλησή μου αναχαιτίσθηκε κάπως από την ρητή δέσμευση της Μαρίνας, προ της αναχωρήσεώς της, ότι θα πηγαίναμε διακοπές στο Αιγαίο οι δυο μας, μετά τον Δεκαπενταύγουστο του αυτού έτους, εντούτοις η Αθήνα φάνταζε στα μάτια μου απελπιστικά άδεια χωρίς τις καθημερινές μας συναντήσεις και την γλυκιά προσμονή αλλά και επίγευσή τους. Το σπίτι δεν με χωρούσε, κι έτσι, για να ξεσκάσω, έπαιρνα τους δρόμους και περπάταγα με τις ώρες μες στο λιοπύρι – ευτυχώς ήταν ένα απ’ τα καλοκαίρια εκείνα που η Αθήνα δεν μαστιζόταν από ανυπόφορους καύσωνες. Την αποφράδα εκείνη μέρα, λοιπόν, της 17ης Ιουλίου του 1998, ξεκίνησα τον ποδαρόδρομο απ’ το μεσημέρι, απ’ το σπίτι μου στην Νέα Σμύρνη, και μετά από μια εντελώς ασχεδίαστη κι αυθόρμητη, ως συνήθως, πεζοπορία κατέληξα, κάπως, στον πεζόδρομο της οδού Ηρακλειδών στο Θησείο, νωρίς τ‘ απόγευμα. Εκεί, χωρίς συγκεκριμένο λόγο, όχι δηλαδή επειδή είχα κουραστεί ή κάτι τέτοιο, κάθησα στο υπερυψωμένο πεζούλι, έξω κι απέναντι από ένα γνωστό μαγαζί της περιοχής, και χάζευα τον κόσμο που περνούσε από μπροστά μου. Λόγω της ώρας και της μέρας, δεν υπήρχε τόση κοσμοσυρροή όση συνήθως, οπότε αυτό μου έδινε καλύτερη ευκαιρία παρατήρησης ή και μελέτης των περαστικών. Αυτή και μόνο η προνομιακή μου γωνία θέασης εκείνης της δεδομένης στιγμής ήταν αυτή που μου επέτρεψε να εντοπίσω την Ελπίδα, μια παλιά μου συμμαθήτρια απ’ το δημοτικό»…

«Για μισό λεπτό…», πετάχτηκε τότε η Μαρίνα, προς μια – όχι αμελητέα – ικανοποίηση του Πέτρου που κατάλαβε πως είχε καταφέρει να την αιφνιδιάσει, «… από την Ναταλία πως φτάσαμε στην Ελπίδα;!;».

«Έχε υπομονή και θα δεις…», της είπε, μειλίχια και μ’ ένα συγκαταβατικό χαμόγελο ο Πέτρος και συνέχισε: «… η Ελπίδα, λοιπόν – η οποία εκείνο το απόγευμα ήταν η αποθέωση ή το αρχέτυπο της εφηβικής, ή έστω μετεφηβικής, ομορφιάς… Με ένα λευκό τισέρτ με τα μανίκια σηκωμένα ως τους ώμους – και χωρίς να φοράει σουτιέν από κάτω, παρακαλώ – με ένα πολύ κοντό τζιν σορτσάκι, με ένα ζευγάρι απλά καφέ πέδιλα, με τα καστανόξανθα μαλλιά της πιασμένα σ’ έναν χαλαρό κότσο, να βαδίζει χαλαρά κι ανέμελα, έμοιαζε σαν να αιωρείται λίγο πάνω απ’ το έδαφος… Αμφιταλαντευόμουν για το αν θα σηκωνόμουν να της μιλήσω, όμως από το δίλημμα με έβγαλε η ίδια η Ελπίδα που στρέφοντας, ασυναίσθητα και κάπως ονειρικά, το κεφάλι της προς τα εκεί όπου βρισκόμουν, με είδε κι αφού έμεινε να με κοιτάζει για λίγο με ένα απορημένο βλέμμα, τελικά φάνηκε πως με αναγνώρισε, μου χαμογέλασε κι ήρθε κι έκατσε δίπλα μου. Καθήσαμε έτσι, για λίγη ώρα, ο ένας δίπλα στον άλλον, χωρίς να μιλάμε και μόνο χαμογελώντας, μισοζαβλακωμένοι κι οι δύο απ’ την κάψα και εγγενή χαύνωση του καλοκαιριάτικου απομεσήμερου, μα και αληθινά χαρούμενοι για την αναπάντεχα ευχάριστη έκπληξη του συναπαντήματός μας. Τελικά η πρώτη που μίλησε ήταν η Ελπίδα: ‘Πέτρο Αναστασιάδη, τί κάνεις;’.

‘Είμαι πολύ καλά, Ελπίδα Χαραλάμπους. Εσύ τί κάνεις;’.

‘Εξαιρετικά! Τί σε φέρνει στο Θησείο αυτό το ζεστό απόγευμα;’.

‘Τυχαία βρέθηκα εδώ, εντελώς τυχαία. Εσύ; Έχεις κανένα ραντεβού;’.

‘Είχα, η αλήθεια είναι, με την ξαδέλφη μου, πριν μισή και βάλε ώρα, μια που όμως δεν έκανε την εμφάνισή της στον σταθμό του ηλεκτρικού – το σημείο του ραντεβού μας – ξεκίνησα να βαδίζω πάνω κάτω την Ηρακλειδών, μπας και την πετύχω πουθενά, υποτίθεται – αλλά στην πραγματικότητα, επιθυμώντας να επισφραγίσω την ματαίωση της συνάντησής μας, την πραγματοποίηση της οποίας εξαρχής δεν επιθυμούσα’…

‘Η ευφράδειά σου με εντυπωσιάζει, ρε συ Ελπίδα…! Τριτοδεσμίτισσα, να υποθέσω;’.

‘Μπα, όχι, Τέταρτη, ‘του λαού’, έπεσα κι εγώ θύμα της πίεσης του περίγυρού μου ως προς τις, υποτίθεται, μηδαμινές πιθανότητες επαγγελματικής μου αποκατάστασης στην περίπτωση κατά την οποία αποφάσιζα να σπουδάσω τα αγαπημένα μου φιλολογικά’…

‘Μια απ’ τα ίδια κι εγώ, μην φανταστείς… Μόνο που στην δικιά μου περίπτωση, γι’ αυτό που πραγματικά θέλω να κάνω, δεν υπάρχει Δέσμη να με καλύπτει’…

‘Το οποίο είναι… σκηνοθέτης, να υποθέσω;’.

‘Μα… πώς το ήξερες’;!;

‘Το κατάλαβα απ’ το βλέμμα σου… Η ματιά του σκηνοθέτη, που λέμε’…!

‘Χα! Καταπληκτικό! Με εντυπωσιάζεις’…!

‘Άκουσε, Πέτρο, έχεις κοπέλα;’.

‘Εεε… γιατί ρωτάς, αν επιτρέπεται;’.

‘Θα ήθελα να σε προσκαλέσω για ένα καφεδάκι, αλλά δεν θα ήθελα να γίνω η αφορμή παρεξηγήσεων’.

‘Μα… αν εκ των προτέρων πούμε ότι το καφεδάκι που θα πιούμε κινείται σε φιλικό πλαίσιο, δεν είμαστε καλυμμένοι;’.

‘Είναι σημαντικό για εμένα να έχω ξεκάθαρη γνώση περί του αν έχεις ή δεν έχεις σχέση διότι αυτό θα απλοποιούσε εξαιρετικά τα πράγματα σε περίπτωση που κατά την διάρκεια του καφέ μας άρχισα να τρέφω ερωτικά αισθήματα προς το πρόσωπό σου – δεν ξέρω αν με εννοείς’…

‘Δηλαδή… δεν θα απέκλειες ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να υποθέσω’…;

‘Όχι, στην παρούσα συγκυρία, δεν θα το απέκλεια, όπως και δεν θα το θεωρούσα δεδομένο’.

‘Μάλιστα… Λοιπόν, ναι, είμαι σε μια σχέση φρέσκια, εδώ και περίπου ένα μήνα, με μια κοπέλα… Εσύ, αλήθεια; Από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνω πως… είσαι ελεύθερη’…;

Εκείνη τότε χαμογέλασε, έκλεισε τα μάτια της και έστρεψε το κεφάλι της προς τα πάνω, προς τον ουρανό – ως αποτέλεσμα αυτής της της κίνησης, ένα τσουλούφι ξεδιπλώθηκε απ’ τα μαλλιά της κι έπεσε μπροστά απ’ τ’ αριστερό της μάτι.

Έμεινε έτσι σιωπηλή και χαμογελαστή για πεντέξι δευτερόλεπτα, μέχρι που τελικά αποκρίθηκε αινιγματικά: ‘Η Ελπίδα κυκλοφορεί πάντα ελεύθερη τα καλοκαίρια, Πέτρο’…

Καθήσαμε τελικά με την Ελπίδα σ’ ένα πιο απόμερο καφέ της περιοχής, το οποίο βρισκόταν σε μια πάροδο της Ηρακλειδών.

Οι θαμώνες του μαγαζιού, συμπεριλαμβανομένων ημών των δύο, μετριόντουσαν στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Αυτή η σχετική διακριτικότητα και ησυχία ομολογώ πως μου άρεσε, καθώς μου έδινε την δυνατότητα να αφοσιωθώ πλήρως, χωρίς αχρείαστους περισπασμούς, στην συζήτησή μας.

Αφού ανταλλάξαμε τα σχετικώς ανώδυνα νέα των περασμένων ετών – από τότε, δηλαδή, που είχαμε ιδωθεί για τελευταία φορά – περάσαμε στο πιο ενδιαφέρον κομμάτι της συνομιλίας μας, εντελώς αναπάντεχα, με μια ξαφνική αποστροφή της Ελπίδας: ‘Ξέρεις, Πέτρο, νωρίτερα δεν ήμουν εντελώς ειλικρινής μαζί σου: δεν μάντεψα απ’ το βλέμμα σου ότι ήθελες – συγνώμη που χρησιμοποίησα αόριστο χρόνο: θέλεις, εννοούσα – να γίνεις σκηνοθέτης, αλλά το γνώριζα ήδη μέσω της Ναταλίας’.

‘Μα… δεν εννοείς, φαντάζομαι, την…’;

‘Ναι, αυτήν ακριβώς εννοώ, την Ναταλία, την κολλητή φίλη της κοπέλας σου, της Μαρίνας. Μέσω αυτής έμαθα για το τι λαχταράει η καρδιά σου – επαγγελματικώς, εννοώ. Επίσης, στην πραγματικότητα, η σημερινή μας συνάντηση οφείλεται στην Ναταλία’.

‘… Πώς το εννοείς αυτό, πάλι’;!;

‘Δεν υπήρχε καμία προγραμματισμένη συνάντηση με καμία ξαδέλφη μου. Απλώς, έχοντας ήδη λάβει τις σχετικές οδηγίες απ’ την Ναταλία, είχα στήσει απ’ το πρωί καραούλι κοντά στο σπίτι σου, περιμένοντας πότε θα έβγαινες για την καθιερωμένη, αυτές τις μέρες, βόλτα σου για να σε πάρω στο κατόπι – εννοείται, χωρίς να αντιληφθείς τίποτα εσύ, κάτι που, εκ του αποτελέσματος όπως αποτυπώνεται και αυτήν την στιγμή στο εμβρόντητο πρόσωπό σου, κατέστη δυνατόν’.

‘… Έχω τόσες πολλές απορίες, που δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω’…

‘Το φαντάζομαι… Από πού να το πιάσω… Η Ναταλία τυγχάνει να είναι, εκτός της Μαρίνας, και δική μου επιστήθια φίλη εδώ κι αρκετά χρόνια. Όμως, βλέπεις, εδώ έχω ένα αβαντάζ έναντι της καλής σου, της Μαρίνας, μια που υπάρχουν κάποια πράγματα που η Ναταλία μπορεί, όπως έχει η κατάσταση, να τα εμπιστευθεί μόνο σ’ εμένα και για τα οποία, συνεπακόλουθα, μπορεί να ζητήσει μόνο την δική βοήθειά μου, όπως κι έκανε, δηλαδή’…

‘Δηλαδή; Τι πράγματα;!;’.

‘Αχ, βρε Πέτρο, πιθανέ σκηνοθέτη στο μέλλον, και βέβαιε καρδιοκατακτητή στο παρόν… Η Ναταλία είναι κάτι παραπάνω από τρελά ερωτευμένη μαζί σου… Και απ’ το λίγο της μέχρι τώρα συνάντησής μας, δεν μπορώ να πω πως δεν την καταλαβαίνω’!

 ‘Μα… στάσου… εγώ δεν έχω υποψιαστεί τίποτα τέτοιο μέχρι στιγμής, ρε συ Ελπίδα, κι έχω ήδη συναντηθεί με την Ναταλία αρκετές φορές’!

‘Ε… ξέρω εγώ, ρε συ Πέτρο, αν είσαι εσύ, δυνητικά, καλός σκηνοθέτης, η Ναταλία είναι, πιθανότατα, καλή ηθοποιός από φυσικού της. Να την έχεις υπόψη σου όταν γυρίσεις την πρώτη σου ταινία ή σκηνοθετήσεις το πρώτο σου θεατρικό έργο! Χαχαχα’!

‘… ναι, καλό’…

‘Καλά, βρε, με συγχωρείς, δεν’…

‘Όχι, όχι, ήταν όντως πετυχημένο αυτό που είπες, δεν παρεξηγήθηκα, απλώς σκέφτομαι’…

‘Άκου, είσαι καλό και σωστό παιδί, για να μην πω ενδιαφέρον, για να μην πω νόστιμο… Δηλαδή, σε τέσταρα και λίγο πριν, όταν καθόμασταν στην Ηρακλειδών, στο πεζούλι, όταν σε ρώτησα αν έχεις σχέση… Δεν είναι μόνο αυτά που λες, είναι και ο τρόπος που τα λες, που… κάνουν το κλικ σε κορίτσια σαν κι εμένα’…

Τότε η Ελπίδα μου χάιδεψε το χέρι και μου χαμογέλασε με το πιο ζεστό χαμόγελο που είχα αντικρίσει ως τότε στην ζωή μου.

Αντιφατικά αισθήματα με πλημμύρισαν: απ’ την μία, αισθάνθηκα σύγχυση και μπέρδεμα – απ’ την άλλη ένιωσα πολύ κολακευμένος – από μια τρίτη σκοπιά, ο πόθος μου για την Ελπίδα φούντωσε.

Οι άκρες των ματιών της γέμισαν υγρές σπίθες που τρεμόπαιζαν και το πρόσωπό της έμοιαζε να φωτίζεται από ένα αλλόκοτο φως, που ήταν λες και ξεπηδούσε από μια αόρατη κόχη μιας άγνωστης διάστασης χώρου, καθώς εισέπνευσε βαθιά απ’ την μύτη της και μου είπε: ‘Όπως θα τόχεις καταλάβει, όμορφο αγόρι, είμαι η μεσάζουσα μεταξύ της Ναταλίας και εσού, η αγγελιοφόρος της, κι ως εκ τούτου έχω ένα μήνυμά της να σου μεταφέρω’.

‘Το οποίο είναι;’, την ρώτησα, ενώ με φανταζόμουν να γεύομαι κάθε σπιθαμή του κορμιού της – της Ελπίδας, εννοώ.

‘Θέλει να βγείτε οι δυο σας, απόψε κιόλας αν μπορείς, και να τα πείτε. Το ότι η φίλη μου κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα για την πάρτη σου είναι δεδομένο. Όμως, ήθελε να στα πω όλα αυτά, έτσι ώστε να γίνει κατανοητό απ’ όλες τις πλευρές πως, αν όντως δεχτείς να βγεις μαζί της απόψε, η ευθύνη πέφτει σ’ εσένα για ό, τι συμβεί’.

‘Με μπερδεύει λιγουλάκι αυτό που λες, αλλά… εντάξει. Πες στην Ναταλία ότι μπορώ και δέχομαι να βρεθούμε απόψε. Μπορούμε να συναντηθούμε όπου εκείνη επιθυμεί’.

‘Ωραία, τότε σε προσκαλεί σ’ ένα μπαράκι κοντά στο σπίτι της, απόψε, κατά τις 10 και μισή’.

‘Στην… στην Πεντέλη, ε;’.

‘Ναι, σου πέφτει μακριά’;

‘Οοο… όχι, μωρέ, εντάξει, δεν βαριέσαι, εντάξει, στην Πεντέλη’.

‘Ωραία, αυτή εδώ είναι η διεύθυνση του εν λόγω μπαρ’.

Αφού η Ελπίδα έβγαλε ένα χαρτάκι απ’ την τσέπη της που είχε το όνομα και την διεύθυνση του εν λόγω μπαρ και μου το έδωσε, μου είπε, κάπως ξερά: ‘λοιπόν, να πηγαίνουμε’;

‘Μα…’, έκανα εγώ, αδυνατώντας να βρω το θάρρος να εκφράσω αυτό που ήθελα να πω.

‘Καλύτερα έτσι, Πετράν’, είπε η Ελπίδα και με χάιδεψε στο πρόσωπο δοκιμάζοντας τα ακρότατα όρια της αυτοσυγκράτησής μου, ‘καλύτερα έτσι’…

… Αν και αρχικά, το να κουβαληθώ απ’ την Νέα Σμύρνη ως την Πεντέλη ήταν για μένα κάτι περισσότερο από Οδύσσεια – δεδομένου και ότι δεν είχα αμάξι τότε κι ήθελα να πάρω ταξί μόνο για την επιστροφή μου ώστε να μην βγω εντελώς εκτός μπάτζετ, χρησιμοποίησα την… συγκοινωνία – η άφιξη μου στις ορεινές βορειοανατολικές παρυφές των Αθηνών ήταν βάλσαμο, λόγω της δροσερότατης και πολύ πιο ευχάριστης, σε σχέση με τα πεδινά, θερμοκρασίας που επικρατούσε στην περιοχή.

Έφτασα κανά τεταρτάκι νωρίτερα πριν την καθορισμένη ώρα συνάντησής μας, ωστόσο η Ναταλία καθόταν ήδη σ’ ένα τραπεζάκι στην αυλή του μπαρ και με περίμενε.

Πλησίασα προς τα εκεί με κάπως διστακτικά βήματα, ενώ εκείνη σηκώθηκε όρθια.

Ήταν εμφανές ότι ήμασταν κι οι δύο πολύ αγχωμένοι, ωστόσο η δική μου νευρικότητα ξεκίνησε να υποχωρεί από την στιγμή που πλησίασα και την παρατήρησα λίγο καλύτερα.

Ψηλή κι αδύνατη, με το γλυκό της προσωπάκι και τα μαύρα της μαλλιά που της έφταναν ως τους ώμους, με ένα λευκό κοντομάνικο πουκαμισάκι κι ένα μαύρο εφαρμοστό παντελόνι, μου φάνηκε πως ήταν η επιτομή αυτού που θα ονόμαζε κανείς «ευχάριστη παρουσία».

Φιληθήκαμε σταυρωτά, καθήσαμε, σπεύσαμε να παραγγείλουμε τα ποτά μας – η γρήγορη εισδοχή αλκοόλ στον οργανισμό μας ήταν, προφανώς, προτεραιότητα και για τους δυο μας την δεδομένη στιγμή – και μιλήσαμε αρχικώς περί ανέμων και υδάτων, ώσπου κάποια στιγμή – για την ακρίβεια, μισό και μισό, αντιστοίχως, μπακάρντι κόλα αργότερα – η Ναταλία ξεκίνησε να μπαίνει στο ζουμί: «Χάρηκα όταν έμαθα απ’ την Ελπίδα… την γλυκιά μου την φιλενάδα… ότι ήσουν θετικός στο να βρεθούμε απόψε… Κάποια πράγματα δεν… δεν μπορούσα άλλο να τα κρατήσω μέσα μου και να μην στα πω… Και λυπάμαι, λυπάμαι ειλικρινά, για όλη αυτήν την τζεϊμσμποντικού τύπου επιχείρηση, αλλά… δεν μπορούσα να σε προσεγγίσω έτσι, απευθείας, χωρίς την βοήθεια κάποιου τρίτου… Για το οποίο, παρεμπιπτόντως, δοξολογώ την τύχη μου που έχω την Ελπίδα στην ζωή μου»…

«Απίθανο αυτό το κορίτσι, πραγματικά… Πολύ διαφορετική απ’ ότι την θυμόμουν… Καλά, βέβαια έχουν περάσει και χρόνια από το Δημοτικό, όταν την είχα δει τελευταία φορά… Δεν μου είπε από πού γνωρίζεστε, όμως»…

«Κάναμε μαζί ρυθμική γυμναστική πολλά χρόνια… Τέλος πάντων, Πέτρο, αυτό που εγώ ήθελα ήταν, τουλάχιστον, να σου πω πως είμαι… έχω πάθει την πλάκα της ζωής μου μαζί σου… δεν»…

Καθώς έλεγε αυτά τα λόγια, δάκρυα κύλησαν στα μάγουλα της.

Της έπιασα το χέρι, της το χάιδεψα και της είπα απαλά: «έλα, καλή μου, ησύχασε, εδώ είμαι εγώ, να σ’ ακούσω, να μου πεις αυτά που θες»…

«Το ξέρω…», είπε τότε σκουπίζοντας τα δάκρυά της και τραβώντας απαλά το χέρι της μακριά απ’ το δικό μου, «… το ξέρω πως προδίδω την Μαρίνα με αυτό που κάνω. Όμως δεν γινόταν αλλιώς, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Δεν είχα την δύναμη να της μιλήσω. Μπορούσα ίσως να βάλω την Ελπίδα να το κάνει, αλλά»…

Επενέβην τότε για να δώσω μια ανάλαφρη νότα στην ατμόσφαιρα: «Αυτή η Ελπίδα είναι τελικά το απόλυτο πασπαρτού, ε;».

Όντως, το χαζο-χιουμοριστικό σχολιάκι μου βοήθησε στο να απαλυνθεί λίγο το κάπως στενάχωρο κλίμα της στιγμής, καθώς γελάσαμε κι οι δύο.

Ύστερα η Ναταλία σκούπισε τα δάκρυά της, κατέβασε το υπόλοιπο μπακάρντι κόλα της μονορούφι, με ρώτησε φευγαλέα χωρίς να με κοιτάξει: «μπορώ…;», και, χωρίς καν να περιμένει την απόκρισή μου, πήρε, προς έκπληξή μου, και το δικό μου ποτήρι κατεβάζοντας μονορούφι και το δικό του περιεχόμενο, κι ύστερα έμεινε να κοιτάζει για λίγα δευτερόλεπτα το έδαφος, σιωπηλή και σκεφτική – τελικά, κάποια στιγμή ύψωσε το βλέμμα της και με αντίκρισε στα μάτια με μια θλιμμένη αποφασιστικότητα, λέγοντάς μου: «Είμαι τρελά ερωτευμένη μαζί σου Πέτρο. Λιώνω, τρελαίνομαι όταν σε σκέφτομαι, πόσο μάλλον όταν σε βλέπω από κοντά. Ο τρόπος που μιλάς, ο τρόπος που κινείσαι στον χώρο, το πρόσωπό σου, τα χέρια σου, τα ρούχα που φοράς, ο τρόπος που μυρίζεις – αχ, αυτός ο τρόπος που μυρίζεις…! Όλα αυτά κι ακόμα περισσότερα για τα οποία δεν έχω λόγια, έχουν κάνει το μυαλό και την καρδιά μου δορυφόρο της ύπαρξής σου. Κι αυτό είναι τόσο υπέροχα φρικιαστικό όσο και φρικιαστικά υπέροχο’…

Έκανε μια μικρή παύση, κατά την διάρκεια της οποίας σκέφτηκα ότι μου ήταν πολύ δύσκολο έως αδύνατο να διαχειριστώ ψύχραιμα και συνεσταλμένα το νταραβέρι μου με δύο ευφυέστατες κι ευφραδέστατες κοπέλες μέσα στην ίδια μέρα.

Η Ναταλία συνέχισε: «Είναι δεδομένο ότι η φιλία μου με την Μαρίνα καταστράφηκε. Το ένιωθα ότι αυτό θα συνέβαινε και η παρουσία σου εδώ το επικυρώνει».

«Ώπα, ώπα, μισό λεπτό, Ναταλία, μισό λεπτό… Η παρουσία μου εδώ δεν επιβεβαιώνει τίποτα – εγώ… δεν»…

«Δεν στο ξεκαθάρισε η Ελπίδα ότι η οικειοθελής σου παρουσία εδώ απόψε, ειδικά μετά από όσα σου εκμυστηρεύτηκε σχετικά με τα αισθήματά μου προς το πρόσωπό σου, σημαίνει ότι αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου για ό, τι ακολουθήσει;».

«Ναι, αλλά… μισό λεπτάκι, μισό λεπτό, εγώ… Ναταλία μου, χρυσή μου Ναταλία, εγώ δεν έχω συναινέσει σε… σε τίποτα, το καταλαβαίνεις, πιστεύω, έτσι;».

«Η Μαρίνα, Πέτρο, η Μαρίνα, το ξέρει ότι έχεις βγει απόψε μαζί μου;».

«Εεε»…

«Όχι, δεν το ξέρει. Άρα»…

«Άρα… τι»;

«Άρα… σε θέλω τόσο πολύ»…

Η Ναταλία έσκυψε προς την πλευρά μου, με γράπωσε από το τισέρτ μου και ξεκίνησε να με φιλάει με πάθος.

Μου ήταν αδύνατο να μην ανταποκριθώ σε ένα τέτοιο φιλί, που εμφανέστατα εκπορευόταν από το ατόφιο πάθος της για μένα.

Για όσην ώρα παραμείναμε ακόμα στο μπαράκι, δεν ξεκολλήσαμε ο ένας απ’ τον άλλον.

Η κατάσταση είχε αρχίσει να εκτροχιάζεται κι ήταν εμφανές πως θα έπρεπε να αναζητήσουμε κάποια… ερωτική φωλίτσα.

Κι ενώ – καθώς ήμουν χαμένος σ’ ένα ακόμη φιλί που έμοιαζε να έχει άπειρη διάρκεια και θώπευα, ξεδιάντροπα πλέον, το στήθος και τους γλουτούς της Ναταλίας – σκεφτόμουν προς ποια κατεύθυνση και πόσο μακριά να βρίσκεται το πλησιέστερο ξενοδοχείο – γαμηστρώνας, εκείνη αποτραβήχτηκε μαλακά και μου είπε την φράση – βάλσαμο για κάθε εφηβικό / μετεφηβικό ζευγαράκι, και δη παράνομο: «Θες να πάμε σπίτι μου; Οι γονείς μου κι η μικρή μου αδελφή λείπουν στο εξοχικό μας»…

Στο σπίτι της Ναταλίας, ως ανέμενα, έγινε ο κακός χαμός…

Επρόκειτο για μια οργασμική έκρηξη τύπου σουπερνόβα, που δεν είχα βιώσει ποτέ ως τότε στην ζωή μου, ούτε… ούτε βίωσα έκτοτε, για να είμαι ειλικρινής…

Το κάναμε… ούτε κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές εκείνο το βράδυ και μέχρι ν’ ανατείλει ο ήλιος την επόμενη μέρα.

Κάποια στιγμή, την Ναταλία την πήρε ο ύπνος, ενώ εγώ μετεωριζόμουν σε μια αβέβαιη συνειδησιακή περιοχή, μεταξύ ξύπνιου και ονείρου.

Πάντως, παρόλο που βρισκόμουν σ’ αυτήν την κατάσταση μεταξύ νοητικής φθοράς και αφθαρσίας, διέθετα την απαραίτητη διαύγεια ώστε να έχω λάβει την απόφασή μου: θα χώριζα την Μαρίνα για χάρη της Ναταλίας.

Η απρόσμενα εκρηκτική βραδιά μεταξύ μας είχε φέρει τα πάνω κάτω στην ζωή μου – κι αν αυτό σας ακούγεται κάπως γελοίο, σκεφτείτε ποια ήταν η ηλικία μου τότε, και αναλογιστείτε πόσο πιο μεγαλοποιημένα και δραματοποιημένα, αλλά και πόσο πιο ζωντανά, βιώνουν τις ερωτικές τους σχέσεις οι έφηβοι σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ηλικιακή ομάδα…

Παρ’ όλα αυτά, όταν ξύπνησε η Ναταλία κάτι εντελώς αναπάντεχο συνέβη.

Μόλις είδα ν’ ανοίγει τα μάτια της και να με κοιτάει, εγώ της χαμογέλασα, ωστόσο εκείνη με κοίταξε με ένα βλέμμα που πρόδιδε βαθύ υπαρξιακό πόνο και μου ανακοίνωσε με ύφος απότομο που δεν σήκωνε αντιρρήσεις: «Πρέπει να φύγεις, και γρήγορα σε παρακαλώ».

Αν και εννοείται πως παραξενεύτηκα πάρα πολύ, συμμορφώθηκα αμέσως με την επιθυμία της – εξάλλου, τι άλλο θα μπορούσα να κάνω;

Σκέφτηκα ότι θα την είχαν κατακλύσει οι τύψεις ή κάτι το σχετικό και πιθανολόγησα ότι θα της περνούσε, ωστόσο η εκτίμησή μου σύντομα αποδείχθηκε λανθασμένη…

Τις επόμενες τρεις μέρες προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί της χωρίς επιτυχία: δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις μου και δεν ερχόταν σ’ επαφή μαζί μου, παρόλο που εγώ άφηνα μηνύματα στον τηλεφωνητή της – δεν ήταν κι ιδιαιτέρως διαδεδομένα τα κινητά τότε, βλέπετε.

Και την τέταρτη μέρα μετά την μοιραία βραδιά της συνάντησής μας, κι ενώ τα φίδια ήδη είχαν αρχίσει να με ζώνουν για τα καλά, βρήκα την Ελπίδα να με περιμένει στο κατώφλι της πολυκατοικίας μου.

Φορούσε ένα περίεργο μαύρο ασύμμετρο μπλουζάκι και μια μακριά πολύχρωμη κι ελαφρώς ψυχεδελική φούστα – επρόκειτο, ομολογουμένως, για πολύ ενδιαφέροντα συνδυασμό που της πήγαινε εξαιρετικά – που την έκαναν να δείχνει κάπως πιο ώριμη, πιο γυναίκα, σε σχέση με την προηγούμενη φορά που την είχα δει.

Την πλησίασα μ’ ένα αχνό χαμόγελο στο πρόσωπο, στάθηκα στο ένα μέτρο απόσταση μακριά της κι έμεινα να την κοιτάζω.

Δεν είχα καλό προαίσθημα για αυτό που επρόκειτο να μου πει, κι έτσι δεν βιαζόμουν να την ακούσω – παράλληλα, μου έδινε ευχαρίστηση και μόνο που την έβλεπα, κι έτσι άφηνα τσα μάτια μου να ρουφούν άπληστα αυτό το όμορφο θέαμα.

Τελικά, μίλησε πρώτη εκείνη: «Γεια σου Πέτρο. Ο θηλυκός Ερμής επέστρεψες όπως θα υπέθεσες, όντας έξυπνο παλικάρι»…

«Τα φτερωτά σανδάλια δεν βλέπω μόνο, Ελπίδα, κατά τ’ άλλα»…

«Η Ελπίδα δεν μπορεί να υπερίπταται των ανθρώπων, Πέτρο – εντάξει, πρέπει να ίπταται λίγο από πάνω τους, ώστε να μπορούν να σηκώνουν τα μάτια τους ψηλά και να την βλέπουν, αλλά πρέπει, επίσης, να βρίσκεται και αρκετά κοντά τους, ώστε να μπορούν να απλώσουν το χέρι τους και να την πιάσουν – ή, έστω, να την αγγίξουν».

«Α, ρε Ελπίδα… Πάντα γλαφυρή, πάντα ετοιμόλογη»…

«Καλέ μου, με εμπνέεις, δεν το έχεις καταλάβει;».

«Μπορώ να σε εμπνεύσω, όμως, σε τέτοιο βαθμό ώστε να αλλοιώσεις την πραγματικότητα και το μήνυμα που θα μου δώσεις να μην είναι αυτό που νομίζω, αλλά το αντίθετό του;».

«Μα τι σόι αγγελιοφόρος θα ήμουνα, αν παρενέβαινα στην ουσία του περιεχομένου των μηνυμάτων που μου εμπιστεύονται οι αποστολείς των; Επιπλέον, αν μπορούσα ν’ αλλάξω την πραγματικότητα, ετούτη θα είχε αλλάξει ήδη, και εξ ορισμού θα είχε αλλάξει και ολοκληρωτικά, οπότε κι εγώ δεν θα στεκόμουν εδώ αυτήν την στιγμή, έτσι δεν είναι;».

«Τί να σου πω, έτσι όπως το θέτεις… Πάντως το βέβαιο είναι πως δεν θα ήθελα ποτέ να βρεθώ αντίπαλός σου σε κάποιον «διαγωνισμό λογομαχίας», σαν αυτούς που κάνουν στην Οξφόρδη, στο Καίμπριτζ και σε άλλα, αντιστοίχου βεληνεκούς, σεβαστά κι ευαγή ιδρύματα»…

«Χαχαχα… αποδεικνύεις ότι έχεις αυθεντική αίσθηση του χιούμορ, (μορφο)νιέ μου, διότι κάνεις λεπτά αστεία και αυτοσαρκάζεσαι ακόμα και σε μια στιγμή»…

«… δύσκολη για μένα»;

«Ναι»…

«Είδες, βουλωμένο γράμμα διαβάζω»…

«Πέτρο, μπορεί να σου ακουστεί τετριμμένο και κάπως σαν να σου χρυσώνω το χάπι ή και, από μια άλλη σκοπιά, σαν να σου ρίχνω αλάτι σε μια πληγή που μόλις άνοιξε με αυτό που θα σου πω, αλλά ο θαυμασμός της Ναταλίας προς το πρόσωπό σου παραμένει σε υψηλότατο επίπεδο. Απλώς… λόγω και του ότι ήδη διέλυσε την φιλία της με την Μαρίνα, αδυνατεί να χειριστεί το να της διαλύσει και την σχέση της μαζί σου. Γιατί ξέρει ότι η Μαρίνα είναι τσιμπημένη μαζί σου. Και ξέρει ότι, έστω κι αν τα αισθήματά της προς το πρόσωπό σου είναι πολύ δυνατά, ο οργανισμός της δεν θα μπορέσει να το υποστηρίξει να βρίσκεται σε σχέση μαζί σου – στην οποιαδήποτε σχέση μαζί σου – ενώ η φίλη της θα μαραζώνει. Γι’ αυτό και ζητάει την κατανόησή σου και να συμμεριστείς την επιθυμία της να μην ξαναβρεθείτε».

«Μάλιστα»…

«Πιστεύει πως αυτό είναι το καλύτερο και για σένα, κι ας μην σου φαίνεται, στην παρούσα συγκυρία, πως έτσι όντως είναι».

«… Τί άλλο να προσθέσω σ’ αυτά που είπες εγώ, Ελπίδα μου, δεν ξέρω… Εννοείται ότι θα σεβαστώ την επιθυμία της… Αυτό να της πεις, κι επιπλέον να της πεις πως είναι πολύ ξεχωριστό πλάσμα και πως… πως μαζί της πέρασα την πιο όμορφη βραδιά της ζωής μου»…

«Αχ βρε Πέτρο… Μήπως να συμπλήρωνες την φράση, α λα Νίκος Γκάλης»;

«Άτσα Ελπίδα! Εσύ είσαι καταπληκτική, βρε…! Εντάξει, λοιπόν, μαζί της πέρασα την πιο όμορφη βραδιά της ζωής μου… μέχρι την επόμενη»…!

Κι η ιστορία μου κάπου εδώ τελειώνει»…

Ο Πέτρος σταμάτησε να μιλάει.

Πέρασε και τα δυο του χέρια πίσω απ’ το κεφάλι του, έπλεξε τα δάχτυλά του αναμεταξύ τους, πήρε το πιο ουδέτερο ύφος που μπορούσε και περίμενε αντιδράσεις.

Η Μαρίνα ανακάθισε, τον κοίταξε προβληματισμένη και του είπε: «Η βασική μου απορία είναι: μα πού στο διάβολο τα θυμόσουν όλα αυτά – πώς θυμόσουν τις συνομιλίες σου με την Ελπίδα και την Ναταλία με τέτοια λεπτομέρεια»;

«Μαρινάκι μου γλυκό, το συγκεκριμένο περιστατικό με έχει σημαδέψει ανεξίτηλα – πώς θα ήταν λοιπόν δυνατό να μην το θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια;», έκανε ο Πέτρος, όχι δίχως μια αδιόρατη – και πιθανόν κι αδικαιολόγητη – ειρωνεία.

«Εντάξει, όπως και να’ χει εγώ γνώριζα ήδη περί του τι είχε συμβεί μεταξύ εσού και της Ναταλίας εκείνο το καλοκαίρι. Μου τα είχε πει η ίδια η Ναταλία χαρτί και καλαμάρι, όταν επέστρεψα απ’ τις διακοπές στην Πάρο με τους γονείς μου, αυτές τις οποίες ανέφερες κι εσύ. Ήταν η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε αυτή, βεβαίως… Οπότε… ναι, αυτή είναι η δικιά μου αποκάλυψη, τα ήξερα εδώ και χρόνια όλα αυτά που ανέφερες… Εντάξει, όλα με την εξαίρεση του κομματιού εκείνου της ιστορίας του σχετικού με την Ελπίδα, για το οποίο – και για την οποία – δεν μου είχε αναφέρει ποτέ, λέξη, η Ναταλία… Κι αυτό είναι πολύ περίεργο, γιατί λέγαμε τα πάντα μεταξύ μας, έως ότου… εώς ότου η αφεντιά σου μπήκε στην μέση και μας χώρισε»…

Έτσι μίλησε η Μαρίνα, και μετά, αναστενάζοντας, πήρε ένα ύφος καταβύθισης σε βαθιά περισυλλογή, το οποίο ο Πέτρος καταλάβαινε πως ήταν προσποιητό, κάτι που τον τσάντισε.

Ο γερο-Φρόσης, τότε, χτύπησε δυνατά τα χέρια του στον αέρα, καταφέρνοντας να τρομάξει και τους δυο τους, κι ανακοίνωσε: «Πολύ ωραία! Εφόσον αμφότεροι προβήκατε σε μια αποκάλυψη, κηρύσσω το πέρας της διαδικασίας»!

«Μα… είναι δυνατόν;!;», εξανέστη τότε ο Πέτρος, «εγώ έκανα κατάθεση ψυχής εδώ πέρα, κι η κυρία Μαρίνα μας την έβγαλε καθαρή με αυτήν την σύντομη αποστροφή, με αυτήν την, εντελώς της πλάκας, ‘αποκάλυψη’»;!;

Ο γερο-Φρόσης ανασήκωσε τους ώμους του κι είπε τότε: «Μία αποκάλυψη από τον καθένα σας που να αφορά τον άλλον παριστάμενο, σε όλες της τις σχετικές λεπτομέρειες – αυτοί είναι οι όροι του παιχνιδιού. Τώρα… τί φταίει η Μαρίνα αν η αποκάλυψη που επέλεξε είναι λιτή και περιεκτική;»…

Μου την λένε κι από πάνω ότι ήμουν παρλαπίπας, δεν το πιστεύω, σκέφτηκε ο Πέτρος, επιλέγοντας ωστόσο να μην σχολιάσει περαιτέρω, παρά μόνο να αργοκουνήσει το κεφάλι του, αριστερά και δεξιά, με νόημα, τρεις φορές.

«Ωραία, και τώρα έφτασε η στιγμή της επιβραβεύσεώς σας για τις αποκαλύψεις στις οποίες είχατε το θάρρος να προβείτε ο ένας για τον άλλον. Όπως γνωρίζετε, στο σημείο αυτό θα μου πείτε ένα πράγμα που επιθυμείτε ο καθένας να λάβετε ως συγκεκριμένη επιβράβευση για την αποκάλυψη που μόλις επιδείξατε το θάρρος να κάνετε, κι εγώ θα κάνω τα αδύνατα δυνατά για να κάνω την επιθυμία σας πραγματικότητα. Πέτρο, δεν θα είχες αντίρρηση να ξεκινήσω απ’ την κυρία της παρέας, ε;», είπε ο γέρο-Φρόσης.

Πριν προλάβει να πει το παραμικρό ο Πέτρος, η Μαρίνα ήδη μιλούσε: «λοιπόν, εγώ θα ήθελα αυτό που θα πάρω ως επιβράβευση να έχει άμεση σχέση με αυτό που εκτιμώ πως θα ζητήσει ο Πέτρος. Ή, καλύτερα, με αυτό που ΔΕΝ πρόκειται ν’ αφήσω να πάρει ο Πέτρος. Γι’ αυτόν τον λόγο, κι επειδή τον ξέρω καλά καθώς κι επειδή κρίνω, απ’ αυτά που μας είπε κι απ’ τον τρόπο που μας μίλησε, πως δεν έχει πάρει ακόμα το μάθημά του απ’ αυτήν την ιστορία, θα ήθελα να ζητήσω να μην εκπληρωθεί καμία επιθυμία του σχετική με την Ναταλία ή την Ελπίδα. Αυτό, και τίποτ’ άλλο»…!

Στο άκουσμα των όσων είπε η Μαρίνα, ο Πέτρος ένιωσε, αρχικά, να χάνει την γη κάτω απ’ τα πόδια του.

Στην συνέχεια, όμως, κι αφού συνήλθε απ’ το αρχικό έντονο σοκ, ένιωσε λύσσα να τον καταλαμβάνει.

Ήθελε να σηκωθεί και να κομματιάσει με τα ίδια του τα χέρια την Μαρίνα.

Συγκρατήθηκε όμως, καθώς μια ιδέα έλαμψε ξαφνικά μες στο μυαλό του.

Έσφιξε τα δόντια του και ένα χαμόγελο υποδηλωτικό μανίας σχηματίστηκε στο πρόσωπό του, καθώς, με σιγανή αλλά πεντακάθαρη φωνή, είπε: «ωραία, λοιπόν, εγώ ζητάω να μην γίνει ποτέ ξανά δεκτή η Μαρίνα στην σπηλιά των αποκαλύψεων».

Εκείνη τότε πετάχτηκε όρθια, τον κατακεραύνωσε με το βλέμμα της και του φώναξε: «ντροπή σου, γουρούνι! Αν δεν ήμουν εγώ, δεν θα είχες την παραμικρή ιδέα περί της ύπαρξης της σπηλιάς»!!!

Ο γερο-Φρόσης τότε ξέσπασε σε πολύ δυνατά γέλια που τον τράνταζαν σύγκορμο και τα οποία, γρήγορα κι αναπόφευκτα, κατέληξαν σε ακατάσχετο βήχα που τον έκαναν να διπλωθεί σχεδόν στα δύο – όταν τελικώς ηρέμησε κάπως είπε, απευθυνόμενος και προς τους δύο: «δεν έχετε συνειδητοποιήσει τι ακριβώς τρέχει, ε;».

… Ο Πέτρος φώναξε δυνατά: «κατ»!

Σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του σκηνοθέτη όπου καθόταν, ζήτησε απ’ την βοηθό και σύζυγό του, την Μαρίνα, του να του δώσει τις σημειώσεις του που εκείνη κρατούσε, της ψιθύρισε κάτι στο αυτί και αποχώρησε από το πλατό της σπηλιάς που είχε στήσει ο βραβευμένος, υπερταλαντούχος και πανάκριβος σκηνογράφος με τον οποίον συνεργαζόταν για το γύρισμα της πρώτης, και πολύ φιλόδοξης, ταινίας του μεγάλου μήκους, επ’ ονόματι: «Η σπηλιά των αποκαλύψεων» – εντωμεταξύ η Μαρίνα, απευθυνόμενη προς όλο το συνεργείο, φώναξε: «δέκα λεπτάκια διάλειμμα, παιδιά».

Ο Πέτρος βγήκε έξω, στο υπέροχο Μαγιάτικο απόγευμα, άναψε τσιγάρο και κοίταξε προς τον ουρανό.

Καθώς αναλογιζόταν πόσο εκπληκτικό ήταν που για τους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους της ταινίας του, που ήταν ο εαυτός του κι η Μαρίνα, είχε βρει δυο ηθοποιούς που έμοιαζαν τόσο πολύ σ’ εκείνον και την Μαρίνα, όχι μόνο εμφανισιακά μα και ιδιοσυγκρασιακά, νόμισε πως την είδε.

Την ιπτάμενη Ελπίδα.

Την αναγνώρισε απ’ το χαμόγελό της.

Πετούσε πολύ ψηλά και πολύ μακριά του για ν’ απλώσει το χέρι του και να την φτάσει.

Έκλεισε τα μάτια του και της χαμογέλασε κι εκείνος με την σειρά του.

Δεν χρειαζόταν να την πιάσει.

Η άσβεστη φλόγα της έκαιγε ήδη μέσα του.

……………………………………………………………………………………………………………..

Ένα νυχτολούλουδο στην Λευκή Πόλη (Δεκέμβριος 2017)

Μια αφύσικη, για την ώρα και την ημέρα, ακινησία και γαλήνη επικρατούσε στα φώτα του  «Καλησπέρα».

Το Νυχτολούλουδο στεκόταν στην άκρη του πεζοδρομίου, απ’ την πλευρά της ανόδου, με το ένα της πόδι ακουμπισμένο στην πόρτα του πρόχειρα παρκαρισμένου αυτοκινήτου της και κάτι χάζευε στο κινητό της τηλέφωνο, ενώ κάθε λίγο και λιγάκι τραβούσε κι αναδιάτασσε την μαύρη φούστα της.

Σπάνια φορούσε φούστες, παρ’ όλο που όσες φορές είχε τύχει να φορέσει οι περισσότεροι της έλεγαν πως της πήγαιναν πολύ – ο λόγος ήταν ότι την έκαναν να αισθάνεται πολύ άβολα, κάπως σαν να ήταν εκτεθειμένη, κάπως σαν να ήταν… ημιτελής.

«Ημιτελής»: αυτό ακριβώς το επίθετο έμοιαζε να συνοψίζει σε εξαιρετικά πετυχημένο βαθμό τα συναισθήματά της σχετικά με την κατάσταση στην οποία αντιλαμβανόταν πως βρισκόταν η ζωή της εκείνη την εποχή.

Ήταν κάπως σαν όλα να εκκρεμούσαν, όλα να μετεωρίζονταν, όλα να βολόδερναν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας…

Ένα μαύρο τζιπ μεγάλου κυβισμού πέρασε με ταχύτητα απ’ την διασταύρωση, ακριβώς στο χρονικό μεταίχμιο εκείνο όπου το αείποτε φευγαλέο κι αμφίσημο πορτοκαλί φως μετατρέπεται στο απόλυτο κι απαγορευτικό κόκκινο, κι ένα αντικείμενο που εκτοξεύθηκε απ’ το παράθυρο του συνοδηγού πέτυχε το Νυχτολούλουδο στον δεξί της αγκώνα – ξαφνιάζοντας την, μάλλον, παρά κάνοντάς την να πονέσει – κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να της γλιστρήσει το κινητό απ’ τα χέρια και να της πέσει στο κράσπεδο από κάτω.

Το αντικείμενο ήταν ένα πορτοκάλι πάνω στο οποίο κάποιος είχε χαράξει, πιθανόν με μαχαίρι ή με ξυράφι, το εξής: «Ν+Μ = L.F.E.».

Η όλη εικόνα την ξένισε πολύ – ήταν σαν κάτι εντελώς απρόσκλητο να εισβάλει στο σίγουρα όχι τακτοποιημένο μα πάντως γνώριμο σύμπαν της – έτσι, ασυναίσθητα, κλώτσησε το χαραγμένο πορτοκάλι μακριά, κι εκείνο, άβουλο ον, κύλησε πέρα και κατέληξε στο οδόστρωμα, όπου δευτερόλεπτα αργότερα ένα άλλο διερχόμενο όχημα το κονιορτοποίησε, τινάζοντας ζουμιά προς κάθε κατεύθυνση, συμπεριλαμβανομένου του σημείου όπου μέχρι πρότινος στεκόταν το Νυχτολούλουδο, η οποία, για καλή της τύχη, είχε σκύψει για να πιάσει το κινητό της – στην οθόνη του οποίου άλλο ένα ράγισμα είχε προστεθεί δίκην πολεμικού παρασήμου – κι έτσι κατάφερε, έστω και κατά τύχη, να μην λερωθούν ούτε η μαύρη δερμάτινη φούστα της, ούτε το γκρίζο της πουλόβερ, ούτε και τα μαύρα σικ μποτίνια της.

Καθώς καθάριζε την οθόνη του κινητού της απ’ την σκόνη του πεζοδρομίου, χρησιμοποιώντας το μανίκι του πουλόβερ της ως αυτοσχέδιο μαντηλάκι, κατέφθασε ένα μήνυμα απ’ την κολλητή της, την Στέλλα, το οποίο έλεγε κατά λέξη: «pou eisai? se perimenw…».

Το Νυχτολούλουδο, παραξενεμένη απ’ αυτό το μήνυμα, έσμιξε τα φρύδια, πληκτρολόγησε γρήγορα κι έστειλε στην φίλη της την εξής απάντηση: «esy pou eisai? eimai sta fwta tou Kalispera edw ki ena tetarto…».

Το πινγκ-πονγκ μηνυμάτων συνεχίστηκε: «ma sto roundabout tou Oxi den eixame pei na vrethoume?».

Το Νυχτολούλουδο, βλέποντας αυτό το τελευταίο μήνυμα της φίλης της, ύψωσε το κεφάλι της προς τον ανέφελο Λευκωσιάτικο ουρανό εκείνου του Σαββατιάτικου φθινοπωρινού απομεσήμερου κι έκλεισε τα μάτια της – στα μάτια ενός εξωτερικού παρατηρητή, θα άφηνε, πιθανόν, την εντύπωση πως διαλογίζεται.

Τελικά, λίγο αργότερα, χαμήλωσε το κεφάλι της προς την οθόνη του χιλιοταλαιπωρημένου κινητού της και πάλι, και πληκτρολόγησε, χωρίς να πολυβιάζεται αυτήν την φορά, το εξής μήνυμα: «kala, perimene, erxomai se pente…».

.             .             .

«Λοιπόν, πώς πάει η δουλειά;», την ρώτησε η Στέλλα καθώς ανηφόριζαν σε στυλ πολύ, κι ίσως κατά τι επιτηδευμένα, νωχελικό την Ασκληπιού.

Το Νυχτολούλουδο άργησε να της απαντήσει, καθώς παρατηρούσε τα καθέκαστα γύρω της με την προσοχή της όχι τεταμένη, αλλά μάλλον «ανάλαφρα και σποραδικά εστιασμένη», με το μάτι της, δηλαδή, να χοροπηδάει, κάπως ακανόνιστα, από εντύπωση σ’ εντύπωση, καθώς οι δύο φίλες εισέρχονταν στα ενδότερα της Παλιάς Πόλης: μπάλες από άγριες και κατσαρές τρίχες στο πάτωμα ενός Αραβικού κουρείου, μια εξηντάρα κοκκινομάλλα κυρία, με μαλλί-χελιδονοφωλιά, που διέσχιζε με γοργά και κοφτά βήματα τον δρόμο μασουλώντας με κάπως ξινισμένη φάτσα κάτι που έμοιαζε με ταχινόπιτα, ένα μήνυμα απόγνωσης που ήταν γραμμένο στον τοίχο «Νέλλη, σ’ αγαπώ, ρε πούστη μου…» δίπλα από ένα καλόγουστο γκραφφίτι, που απεικόνιζε έναν σωσία του Μπομπ Μάρλεϋ ν’ απολαμβάνει τον μπάφο του…

Τελικά, της απάντησε: «έχω βαρεθεί ρε Στέλλα, τί να πω»…

«Μα τί έχεις βαρεθεί, από τώρα, ούτε 3 μήνες δεν έχεις στο μαγαζί»…!

«Ε, ναι, αλλά… Εντάξει, δεν είναι άσχημα, αλλά… δεν είναι κι αυτό που ονειρευόμουν να κάνω, ρε παιδί μου, πώς να στο πω… Βασικά, δεν έχει να κάνει τόσο με την δουλειά αυτή καθαυτή, όσο με το ότι νιώθω πως δεν αφοσιώνομαι στα πράγματα που πραγματικά θέλω να κάνω»…

«Γλυκό μου Νυχτολούλουδο, αφού τα έχουμε πει αυτά: βήμα βήμα προχωράμε, αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι που λένε κι οι Καλαμαράδες: πρώτα στεκόμαστε οικονομικά στα πόδια μας, σπουδάζουμε και παίρνουμε το πτυχίο μας, στήνουμε την ζωή μας έτσι ώστε να έχουμε εξασφαλισμένη μια μίνιμουμ, έστω, ανεξαρτησία, και τότε, πια, αφοσιωνόμαστε στο να κυνηγήσουμε στο φουλ αυτά που πραγματικά γουστάρουμε!», είπε η Στέλλα, προσπαθώντας ν’ ακουστεί συμπονετική.

«Μα δεν καταλαβαίνεις, ρε Στέλλα, ότι αυτό ακριβώς είναι που με διαλύει; Δεν θέλω, ρε φίλε, να βάλω την ζωή μου στην αναμονή…! Παλιά, οι άνθρωποι όταν ήταν νέοι την ζούσαν την ζωή τους, την ρουφούσαν μέχρι το μεδούλι, έκαναν αυτό που γούσταραν, ρε παιδί μου, ήταν πιο αφημένοι, πιο απελευθερωμένοι, ακολουθούσαν πιο πολύ το ένστικτο και τον παρορμητισμό τους και, εντάξει, κάποια στιγμή την έβρισκαν και την άκρη με τα υπόλοιπα, τα πρακτικά θέματα – ενώ τώρα… τώρα… άστα να πάνε, πρώτα πρέπει ν’ αποκατασταθούν, να φτιαχτούν, να ισορροπήσουν, κι ύστερα, αν υπάρχει χρόνος – και ποτέ δεν υπάρχει χρόνος – να κάνουν και λίγο αυτό που γουστάρουν, έτσι στην άκρη, ως πάρεργο, σε μια φάση «oh, by the way…»… Ε, με συγχωρείς πολύ, αυτό δεν είναι ζωή, ρε φίλε, όχι, δεν είναι…» – το Νυχτολούλουδο είχε αναψοκοκκινίσει καθώς μιλούσε, κι απ’ την ένταση ένα-δυο δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της, τα οποία κι έσπευσε να σκουπίσει.

Η Στέλλα την έπιασε μαλακά απ’ τον ώμο, την χάιδεψε όσο πιο τρυφερά μπορούσε και της είπε: «Ρε συ Νυχτολουλουδάκι… συγνώμη, δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω… εντάξει, κοίτα, πάντα μπορείς να βρεις τον χρόνο να κάνεις αυτά που γουστάρεις… πάντα… ισχύει αυτό… εσύ όμως ξέρεις, το ξέρεις τί ακριβώς είναι αυτό με το οποίο θέλεις ν’ ασχοληθείς, τί είναι αυτό που θα σε γέμιζε;».

Αυτή η τελευταία φράση της φίλης της ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για το Νυχτολούλουδο – απότομα, τραβήχτηκε μακριά απ’ την Στέλλα, και γύρισε και την αντίκρισε, με τις γροθιές της σφιγμένες και δάκρυα ν’ αναβλύζουν στα όμορφα, εκφραστικά – ειδικά τέτοιες στιγμές περισσότερο από ποτέ – μάτια της, και της φώναξε: «Παράτα με Στέλλα! Παράτα με, χρυσή μου, με τις νουθεσίες σου»!

Ύστερα, προτού η Στέλλα προλάβει ν’ αντιδράσει ή να πει το παραμικρό, το Νυχτολούλουδο το έβαλε στα πόδια και χάθηκε στα στενά πίσω απ’ την Φανερωμένη…

.             .             .

Καθόταν σ’ ένα πεζουλάκι και είχε το πρόσωπό της χωμένο στα χέρια της.

Δεν έκλαιγε ούτε και βαριανάσαινε.

Δεν σκεφτόταν τίποτα – ή μάλλον ήταν σαν όλες οι σκέψεις της να είχαν καλυφθεί εντελώς πίσω από ένα πέπλο γκρίζας θολούρας.

Το μόνο που έπιαναν οι αισθήσεις της ήταν οι μυρωδιές που εκτοξεύονταν κατά ριπάς από το ανοιχτό παράθυρο της μονοκατοικίας που βρισκόταν λίγα μέτρα παραδίπλα της: ένα παράξενο, μα όχι αταίριαστο μήτε κι ενοχλητικό, μείγμα βασιλικού, λεβάντας και βοδινού κρέατος μαγειρεμένου στην γάστρα.

Δεν το είχε προσέξει – ούτε και το πρόσεξε όταν άνοιξε τα μάτια της κι έβγαλε τα χέρια της απ’ το πρόσωπό της εξαιτίας μιας ξαφνικής υγρής αίσθησης που της γαργαλούσε τα δάχτυλα – ωστόσο, στον απέναντι ακριβώς τοίχο, υπήρχε ζωγραφισμένο με κόκκινη μπογιά το ίδιο ακριβώς πράγμα που ήταν νωρίτερα χαραγμένο σ’ εκείνο το καταταλαιπωρημένο πορτοκάλι με την ατυχή κατάληξη: Ν + Μ = L.F.E.

Η υγρή αίσθηση στα δάχτυλά της, που την τράβηξε πίσω στην πραγματικότητα από την γκρίζα αφασία στην οποία βυθιζόταν, προερχόταν από την γλωσσίτσα που ανήκε σ’ ένα παιχνιδιάρικο και τολμηρό γατάκι, χρώματος σταχτιού.

Το πρόσωπο του Νυχτολούλουδου έλαμψε όταν είδε το γατάκι: «τι είναι κουτσούνι μου!» αναφώνησε, το πήρε στην αγκαλιά της και ξεκίνησε να το χαϊδεύει με στοργή.

«Αναρωτιέμαι ποια ήταν η τελευταία φορά που κάποιος χάιδεψε εμένα με στοργή…», σκέφτηκε με παράπονο το Νυχτολούλουδο, όμως γρήγορα μάλωσε τον εαυτό της για αυτήν την σκέψη της.

«Έχω γίνει πολύ αρνητική και γκρινιάρα, κι ακόμα κι αν αυτό είναι εν μέρει δικαιολογημένο, δεν με οδηγεί πουθενά», αναλογίστηκε.

«Οπότε καιρός ν’ αναλάβω δράση», συνέχισε, «κι αν ήξερα κιόλας και ακριβώς ποιου είδους δράση θα έπρεπε ν’ αναλάβω, ακόμα καλύτερα»…!

Σηκώθηκε από εκεί που καθόταν μ’ έναν μικρό αναστεναγμό και ξεκίνησε να σουλατσάρει στα στενά τριγύρω, με το κεφάλι σκυφτό και σιγοσφυρίζοντας έναν σκοπό από κάποιο αγαπημένο της τραγούδι, του οποίου τόσο το όνομα όσο και τους στίχους αδυνατούσε να θυμηθεί, μέχρι που κάποια στιγμή ξεβράστηκε στην οδό Ερμού.

Εκεί κοντοστάθηκε και ζύγισε μέσα της τα ενδεχόμενα για την συνέχεια: να γυρίσει πίσω, προς Φανερωμένη, Ονασαγόρου, Λήδρας, να συνεχίσει προς πύλη Αμμοχώστου ή ν’ αράξει σε κανά απ’ τα εστιατόρια / καφενεδάκια εκεί τριγύρω;

Άσε που είχε αφήσει και την Στέλλα αμανάτι – μήπως να την έπαιρνε τηλέφωνο; – αλλά καλύτερα, όχι – όχι σήμερα τουλάχιστον…

Το Νυχτολούλουδο στεκόταν έτσι, στην μέση της Ερμού, έρμαιο της παροιμιώδους αναποφασιστικότητάς της, λίγο συγχυσμένη και κουρασμένη, όταν άκουσε ένα ξεροβήξιμο από κάπου πίσω και στ’ αριστερά της.

Γύρισε απότομα κι αντίκρισε έναν νεαρό άντρα.

Είχε πυκνά μούσια και φουντωτά μαλλιά, φορούσε μπλε γυαλιά – καθρέφτες κι ήταν ντυμένος απ’ την κορυφή ως τα νύχια στα μαύρα.

Αυτό που τόσο παραξένεψε όσο κι αναστάτωσε το Νυχτολούλουδο ήταν το ότι δεν μπορούσε να κατατάξει την μορφή του πουθενά, σε καμία απ’ τις γνωστές, ή και λιγότερο γνωστές, κατηγορίες ανθρώπων που είχε υπόψη της.

Δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακριβώς το γιατί – εξάλλου δεν μπορούσε να εντοπίσει κάποιο συγκεκριμένο χαρακτηριστικό επάνω του που να ήταν παράταιρο – όμως η γενικότερη αίσθηση που απέπνεε ήταν ενός ανθρώπου εντελώς ξένου προς οτιδήποτε της ήταν, έστω κι οριακά, γνώριμο ως τώρα.

Ο νεαρός άντρας χαμογέλασε στο αποσβολωμένο Νυχτολούλουδο τότε και, με μια βασικά απροσδιόριστη, αλλά μάλλον Καλαμαράδικη, προφορά, την ρώτησε: «μήπως έχεις ώρα;».

 .             .             .

Η βραδιά στο μπαρ «Μεσοποταμία» είχε εισέλθει σε εκείνη την μεταμεσονύκτια μεταβατική φάση όπου οι πελάτες κι οι παραγγελίες πλέον βαίνουν μειούμενες και το προσωπικό αφοσιώνεται όλο και περισσότερο στις εργασίες κλεισίματος του μαγαζιού και, παράλληλα, προετοιμασίας του ανοίγματός του για το επόμενο βράδυ.

Το Νυχτολούλουδο ήταν σκυμμένο πίσω από την μπάρα και μ’ ένα μολύβι κι ένα χαρτί στο χέρι διενεργούσε την συνηθισμένη απογραφή των αποθεμάτων αλκοόλ του μπαρ, μιας που η κατανάλωση για εκείνη την βραδιά δεν αναμένετο να παρουσιάσει, απ’ το χρονικό σημείο εκείνο κι έπειτα, σημαντικές διακυμάνσεις.

Εκείνη την ώρα ένας πελάτης κατέφθασε στο μαγαζί και έπιασε στασίδι μπροστά μπροστά, πρώτη μούρη, στην μπάρα.

Φαινόταν αρκετά ευδιάθετος και ζωηρός όπως διαπίστωσε και το Νυχτολούλουδο, αφού του έριξε μια γρήγορη, πλάγια, ματιά.

«Καλησπέρα, έρχομαι σε ένα λεπτό», του είπε, φορώντας εκείνο το χαμόγελό της που ύψωνε την τυπική ευγένεια σε άγνωστα, κανονικά, για εκείνη – την τυπική ευγένεια, εννοώ – επίπεδα ζεστασιάς κι ενσυναίσθησης.

Ολοκλήρωσε την απογραφή της, ακούμπησε το χαρτί και το μολύβι δίπλα στην τσάντα της, κι έστρεψε τώρα την πλήρη προσοχή της προς τον νεοφερμένο.

Εκείνος την κοιτούσε μ’ ένα παιχνιδιάρικο και χαμογελαστό ύφος και χτυπούσε τα δάχτυλα του στην επιφάνεια της μπάρας μπροστά του στον ρυθμό μιας μελωδίας που το Νυχτολούλουδο ένιωσε πως της ήταν γνώριμη, κι ας μην συμβάδιζε διόλου με την τίμια παλιο-ροκιά των Blue Oyster Cult – «Don’t fear the Reaper» – που ακουγόταν, ακριβώς με την ένταση που αρμόζει σ’ ένα τέτοιο τραγούδι, απ’ τα ηχεία του μαγαζιού.

Το Νυχτολούλουδο διαπίστωσε ότι το πρόσωπό του κάτι της θύμιζε, κάπου τον είχε ξαναδεί, αν και αδυνατούσε να θυμηθεί υπό ποιες συνθήκες και που – ωστόσο το βέβαιο ήταν πως ένιωθε μια πολύ ιδιαίτερη ενέργεια να εκπέμπεται απ’ αυτόν τον άνθρωπο, μια ενέργεια που μόνο ασυγκίνητη δεν την άφηνε.

Ανακτώντας την αυτοκυριαρχία της πριν ακόμα η τελευταία εκδηλώσει τάσεις αποσταθεροποίησης, του είπε όσο πιο διακριτικά κι αποστασιοποιημένα μπορούσε: «Θα θέλατε να σας φέρω κάτι να πιείτε;».

«Μμμ…», έκανε εκείνος ξύνοντας το τριχωτό της κοντοκουρεμένης κεφαλής του, «ίσως μια μοναστηριακή Φλαμανδική μπύρα; Ξανθιά, κατά προτίμηση…»!

«Εεε… επειδή δεν είμαι εντελώς σίγουρη γι’ αυτό που ζητάτε, μήπως να σας έφερνα τον κατάλογο με τις μπύρες μας να ρίχνατε μια ματιά;», έκανε το Νυχτολούλουδο, αρχίζοντας βαθμιαία να αισθάνεται όλο και πιο άβολα λόγω της αλληλεπίδρασής της με αυτόν τον παράξενο άνθρωπο.

«Α, περίμενε, περίμενε…!», έκανε τότε εκείνος με μια άγρια χαρά στο βλέμμα του, «έχετε βαρέλι Φεστλεφέτερεν δωδεκάρα;!; Γουάου και πάλι γουάου, αυτήν θα πάρω – ένα πάιντ περιποιημένο, παρακαλώ»!

Το Νυχτολούλουδο του έριξε μια πλάγια, απορημένη, ματιά κάτω απ’ τα βλέφαρά της, είπε ένα, κάπως βεβιασμένο και ξεψυχισμένο, «μάλιστα», και ακολούθως τον σέρβιρε.

Εκείνος κατέβασε μια μεγάλη γουλιά, βγάζοντας έναν αβίαστο ρόγχο αυθεντικής ικανοποίησης, κι ύστερα ακούμπησε το ποτήρι κάτω στην μπάρα και είπε στο Νυχτολούλουδο που τον κοιτούσε από μακριά, κάπως εμβρόντητη: «δεν με θυμάσαι, ε;».

«Εεε… όχι, δεν νομίζω…», έκανε το Νυχτολούλουδο και ενστικτωδώς τράβηξε το σώμα της προς τα πίσω, σε στάση αμυντική, αν και, η αλήθεια ήταν, δεν την τρόμαζε στ’ αλήθεια κάτι επάνω στον μυστηριώδη πελάτη της.

«Ναι, λογικό που δεν με θυμάσαι, γιατί όταν γνωριστήκαμε, τις προάλλες στα σοκάκια της Παλιάς Πόλης, τότε που σε ρώτησα να μάθω τι ώρα είναι και μετά πήγαμε για καφέ, ήταν πριν ακόμα κουρευτώ και ξυριστώ…!», της είπε, μ’ ένα κλείσιμο του ματιού του και μιλώντας με ρυθμό πολυβόλου.

«Α… μα… ναι, σε θυμάμαι…», έκανε το Νυχτολούλουδο, ξαφνιασμένη κι αποσυντονισμένη – και συνέχισε: «όμως… όμως δεν θυμάμαι να πήγαμε για καφέ… Ή, περίμενε, μήπως…;;;».

«Δεν σε αδικώ, Νυχτολούλουδο, για το κενό μνήμης σου, εκείνη η μέρα ήταν προφανώς πολύ δύσκολη για σένα…», της είπε μ’ ένα χαμόγελο κατανόησης.

«Μα, εσύ… ξέρεις… ξέρεις και το…», το Νυχτολούλουδο τραύλιζε ελαφρώς, αλλά πιο πολύ απ’ οτιδήποτε άλλο ένιωθε τώρα ένα αίσθημα θαυμασμού να την κυριεύει για αυτό που της συνέβαινε ή μάλλον προοικονομώντας κάτι το μαγικό που σιγά σιγά ξεμύτιζε απ’ την αόρατη φωλιά του κι έπαιρνε σάρκα κι οστά μπροστά της.

Ο συνομιλητής της, τότε, της είπε: «Το αληθινό σου όνομα; Μα, και φυσικά, ξεχνιέται τέτοιο υπέροχο όνομα…; Λοιπόν, άκου να δεις τι θα γίνει, θα πιώ την μπύρα μου και θα αποχωρήσω για να σε αφήσω να σχολάσεις και να κλείσεις το μαγαζί με την άνεσή σου – όμως δεν θα πάω μακριά, θα σε περιμένω εδώ πιο κάτω, στο πάρκινγκ. Αν θέλεις, τότε, μπορούμε να πάμε μια βόλτα μαζί σ’ ένα… πολύ ιδιαίτερο μέρος. Το ξέρω ότι μπορεί να σου ακούγεται λίγο τρελό αυτό που σου προτείνω και, εννοείται, πως θα το καταλάβω αν τελικά αποφασίσεις πως δεν θες να με ακολουθήσεις. Ωστόσο, πίστεψε με, Νυχτολούλουδο, αξίζει τον κόπο»…

Έτσι μίλησε, κι ύστερα, αφού κατέβασε το υπόλοιπο της μπύρας του μονορούφι, άφησε ένα χαρτονόμισμα 20 ευρώ στην μπάρα, χαμογέλασε, κλείνοντας της το μάτι για μια ακόμα φορά, σηκώθηκε απ’ το σκαμπό σαν αίλουρος κι εξήλθε της «Μεσοποταμίας».

Το Νυχτολούλουδο απόμεινε εκεί, πίσω απ’ την μπάρα, να κοιτάει την κύρια είσοδο της «Μεσοποταμίας» με μάτια που γυάλιζαν και μια αχνή γκριμάτσα υποδηλωτική θαυμασμού κι ουρανοκατέβατης έκπληξης να διαγράφεται στο πρόσωπό της.

.             .             .

Το Νυχτολούλουδο ήταν βυθισμένη στην θέση του συνοδηγού του αυτοκινήτου του μυστηριώδους άντρα και αγνάντευε έξω απ’ το παράθυρο το πανόραμα της νυχτερινής Λευκωσίας, που ξεδιπλωνόταν, με ρυθμό άλλοτε υπνωτιστικό κι άλλοτε κεραυνοβόλο, μόνο για τα μάτια της, θαρρείς.

Υποβλητικά φωτισμένοι ουρανοξύστες στην σκιά των οποίων ετοιμόρροπα παραπήγματα παρασιτούσαν, κωλοφτιαγμένα αυτοκίνητα που μάρσαραν εκκωφαντικά και Σριλανκέζοι που έκαναν σλάλομ στους δρόμους χαράσσοντας τα δικά τους νοητά πεζοδρόμια, τα φωταγωγημένα τείχη της παλιάς πόλης να δείχνουν πιο εύρωστα και πιο υπερήφανα παρά ποτέ ενώ οι ακριβώς απέναντι τοίχοι να λάμπουν απόκοσμα στο μισοσκόταδο εξαιτίας των φρεσκοχαραγμένων, με πράσινη μπογιά, σφυροδρέπανων και υποστηρικτικών της Ομόνοιας συνθημάτων, μπαράκια που έσφυζαν ακόμα από ζωή και νεαρόκοσμο και ταβέρνες κλειστές με τα τραπεζοκαθίσματά τους στοιβαγμένα το ένα πάνω στ’ άλλο, γάτες, γάτες, παντού γάτες και λευκά κι υπόλευκα φωτάκια παντού, που παρέσερναν το Νυχτολούλουδο και τους υπόλοιπους κατοίκους της Λευκής Πόλης, είτε το ήθελαν είτε όχι, στο παιχνίδι των φωτοσκιάσεών τους με απροσδόκητα αποτελέσματα.

Ο άντρας δίπλα της οδηγούσε με μια αξιοσημείωτη άνεση – ήταν λες κι η πόλη του ήταν εντελώς οικεία, περισσότερο κι απ’ ότι στο Νυχτολούλουδο.

«Κύκλους με κάνεις τόσες ώρες, γιε μου…», παρατήρησε, κάπως σκωπτικά, το Νυχτολούλουδο, και συνέχισε: «μήπως ψάχνεις να βρεις μέρος κατάλληλο για να με ληστέψεις, βιάσεις και σκοτώσεις»;

Εξέφερε την τελευταία ερώτηση εντελώς περιπαικτικά, καθώς ούτε μια στιγμή δεν ένιωθε ανασφαλής ούσα κοντά του.

«Νυχτολούλουδό μου, μπορεί να μένεις στην πόλη αυτή εδώ και πολλά χρόνια, ωστόσο, προτού φτάσουμε στον προορισμό μας, ήθελα να σε κάνω μια γύρα, περνώντας από διάφορα κομβικά σημεία της, για να την ξαναδείς με άλλα μάτια – τα μάτια ενός ξένου – και να διαπιστώσεις ιδίοις όμμασι την μοναδική, σουρεαλιστική κι ιδιαίτερη ομορφιά της. Κι έπειτα, πότε ήταν η τελευταία φορά που είχες την πολυτέλεια να είσαι εσύ η συνοδηγός;».

Σ’ αυτό, κακά τα ψέματα, είχε δίκιο – δεν μπορούσε να θυμηθεί ποια ήταν η τελευταία φορά που βρισκόταν σε αμάξι και δεν οδηγούσε εκείνη, συνήθως αγχωμένη εξαιτίας της μιας ή της άλλης, πραγματικής ή υφιστάμενης μονάχα στο κεφάλι της, αργοπορίας της.

Τώρα βρίσκονταν κάπου στην Ακρόπολη, έχοντας χωθεί σε κάτι λαβυρινθώδη στενά όπου το Νυχτολούλουδο δεν θυμόταν να είχε βρεθεί ποτέ ως τότε.

Κι όταν ο συνοδός της πάρκαρε το όχημα μπροστά από ένα πολύ παράξενο μαγαζί, η πρόσοψη του οποίου ήταν καλυμμένη με βαριές, σκούρες μπλε, κουρτίνες και η πινακίδα που υπήρχε από επάνω του ανέγραφε το μυστηριώδες, μα και γνώριμό της: «N + Μ = L.F.E.», το Νυχτολούλουδο είχε πια χάσει εντελώς κάθε αίσθηση προσανατολισμού.

.             .             .

«Μα τί είναι αυτό το μέρος, μου λες;», ρωτούσε με περισσή περιέργεια το Νυχτολούλουδο, καθώς ο συνοδός της ανέσυρε απ’ την εσωτερική τσέπη του πανωφοριού του ένα μάτσο κλειδιά κι έψαχνε ποιο από αυτά είναι το κατάλληλο για να ξεκλειδώσει την πόρτα του μαγαζιού.

«Γιατί είσαι τόσο παπατρέχας και περίεργη; Κάνε λίγη υπομονή, βρε παιδάκι μου…!», της είπε χαμογελώντας, κι ενώ είχε μόλις εντοπίσει το σωστό κλειδί.

«Τουλάχιστον, πες μου τι σημαίνουν αυτά τα αρχικά στην πινακίδα»!

«Ποιά…; Α, αυτά! Χεχε…! Σημαίνουν: ‘Νύχτα και Μέρα = Lefkosia For Ever…! Πώς σου φαίνεται;».

«Χα…! Δεν το λες κι άσχημο»…

«Λοιπόν, για να περάσουμε τώρα στα ενδότερα…», είπε κι άνοιξε την πόρτα, παραμερίζοντας λίγο, για να περάσει το Νυχτολούλουδο πρώτη.

Κατόπιν, μπήκε κι εκείνος μέσα κι έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Το σκοτάδι ήταν πήχτρα και το Νυχτολούλουδο κυριολεκτικά δεν έβλεπε τίποτα πέρα απ’ την μύτη της.

Τον άκουσε να της λέει: «λοιπόν, κάπου εδώ είναι ο διακόπτης, δώσε μου μισό λεπτό…», κι ακολούθως τον άκουσε να ψαχουλεύει τον τοίχο κάπου στ’ αριστερά του, καθώς, προφανώς, αναζητούσε τον εν λόγω διακόπτη.

«Περίμενε», του πέταξε τότε κοφτά, «δεν ξέρω τ’ όνομά σου».

«Κάτσε μισό λεπτάκι ν’ ανάψω το φως και»…

«Όχι. Σε παρακαλώ πες μου τώρα. Πριν ανάψεις το φως».

«Χμμ… ΟΚ! Ωραία… αν είσαι εσύ το Νυχτολούλουδο, εγώ είμαι ο Μαχητής»!

«Ο Μαχητής»;!;

«Ε ναι λοιπόν, ο Μαχητής»!

«Εντάξει, το λοιπόν, χαίρω πολύ Μαχητή…»!

«Παρομοίως, Νυχτολούλουδο! Μπορώ τώρα ν’ ανάψω το φως;».

«Μα και φυσικά»!

Τα φώτα τότε άναψαν και το Νυχτολούλουδο έμεινε έκθαμβη να κοιτάει την μυσταγωγική φαντασμαγορία που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια της…

Στο σημείο αυτό, ο αφηγητής αποχωρεί κι αφήνει τον επίλογο της ιστορίας να τον «γράψουν» μέσα απ’ τα λεγόμενά τους, κι όπως εκείνος δεν θα κατόρθωνε να τον γράψει ποτέ, κατευθείαν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές:

.             .             .

«Μα πώς το έκανες αυτό, Κουμπάρε;;;»!

«Ποιό απ’ όλα εννοείς; Τον κήπο με τα νυχτολούλουδα όπου άφησα κενό μονάχα τον θρόνο της Νυχτολουλουδοβασίλισσας για να στρογγυλοκαθίσεις εσύ; Την οπτικοακουστική εγκατάσταση ‘Τίποτα δεν είναι εφικτό, όλα είναι δυνατά’, όπου μυριάδες σχημάτων αναδιατάσσονται, αναδιαμορφώνονται κι αλληλοπεριχωρούνται αενάως, υπό τους ήχους αγαπημένων μουσικών μου κομματιών απ’ τον 18ο αιώνα μέχρι και σήμερα; Ή μήπως την αίθουσα του χορού με το εναλλασσόμενο ντεκόρ, όπου οι πολυέλαιοι τύπου ‘αίθουσα των καθρεφτών του ανακτόρου των Βερσαλλιών’ διαδέχονται ντισκομπάλες τύπου ‘κλαμπ Studio 54 στην δεκαετία του ’70 στην Νέα Υόρκη’ που, με την σειρά τους διαδέχονται φοινικόδεντρα και χαβανέζικα tiki lights και ούτω καθεξής – με την ανάλογη μουσική υπόκρουση για το κάθε σκηνικό, βεβαίως βεβαίως;».

«Ε… ναι, τέλος πάντων, όλα αυτά τα μαγικά, πώς τα έκανες»;

«Είναι απλό, Νυχτολούλουδό μου, τα έκανα ορμώμενος κι εμπνευσμένος απ’ την αγάπη μου για την ζωή και απ’ την γνωριμία μας»…

«Μα μόνο από εκείνον τον έναν καφέ που ήπιαμε, που για κάποιον λόγο τον έχω ξεχάσει κιόλας»;

«Ναι! Και επίσης, μην το ξεχνάς, και απ’ την ανεξάντλητη και διαρκώς μεγεθυνόμενη αγάπη μου για την ζωή!!! Εσύ, Νυχτολούλουδο, την αγαπάς την ζωή;».

«Δεν ξέρω… Είναι κάποιες φορές που… δεν την αντέχω»…

«Η ζωή όμως σ’ αγαπάει. Δηλαδή, τι σ’ αγαπάει, είναι αθεράπευτα καψουρεμένη μαζί σου»!!!

«Δεν φαίνονται τα πράγματα να είναι πάντοτε έτσι, Μαχητή»…

«Όποιος αγαπάει παιδεύει, Νυχτολούλουδό μου, μην το ξεχνάς αυτό…! Κι έπειτα… η σχέση που είναι πάντοτε ανέφελη καταντάει βαρετή κι άνευ νοήματος, έτσι δεν είναι;;;».

«Πώς τα λες, Μαχητή, πώς τα λες…»!

«Όσο βρίσκω αθώα κι ευεπίφορα αυτάκια σαν τα δικά σου να τ’ ακούνε, έτσι θα τα λέω και χειρότερα, Νυχτολούλουδο μου»!

«Αχ βρε Μαχητή»…

«Πες το κι έγινε, Νυχτολούλουδο»!

«Τί θα κάνω με την ζωή μου;».

«Θα την ζήσεις, Νυχτολούλουδό μου, θα την ζήσεις…! Έλα τώρα να σε πάρω μια αγκαλιά, τόσο μεγάλη που θα χωρούσε άνετα όλη την περιοχή απ’ την Λακατάμεια ως το Καϊμακλί»!

«Είσαι τόσο σίγουρος πως η αγκαλιά σου είναι τόσο μεγάλη;».

«Για τίποτα δεν είμαι σίγουρος, Νυχτολούλουδο, πέρα απ’ αυτό που μου υπαγορεύει την κάθε στιγμή η Μαγεία της Στιγμής»…

«Και τί σου υπαγορεύει η Μαγεία της Στιγμής αυτήν δω δα την στιγμή;».

«Να σε ρωτήσω πως θέλεις να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί αυτή η υπέροχη βραδιά».

«Θέλω η χαρά κι η ομορφιά της να μην τελειώσουν ποτέ»…!

«Ε, το λοιπόν, γεννηθήτω το θέλημά σου, Νυχτολούλουδο»!

«Ως εν ουρανώ κι επί της γης;».

«Ουρανός και γη, ένα».

«Όπως τα μάτια κι οι ψυχές μας»…

…«Καθρέφτες του απείρου που αντικρίζει τον εαυτό του»…!

«Γεια σου, Μαχητή»!

«Γεια σου και χαρά σου και λουλούδια στην ποδιά σου, Νυχτολούλουδο»!!!

……………………………………………………………………………………………………………..

Καλεσμένος στο ίδιο του το πάρτυ (Δεκέμβριος 2017)

Στάθηκε μπροστά στην πόρτα, ίσιωσε το σακάκι του, σήκωσε λίγο την ζώνη και το παντελόνι του, ανασκουμπώθηκε γενικώς, και χτύπησε το κουδούνι.

Ο οικοδεσπότης του άνοιξε χαμογελαστός και του είπε «καλώς ήλθες!» με εγκαρδιότητα.

Από μέσα δεν άκουγε φωνές ανθρώπων, παρά μόνο το ραδιόφωνο να παίζει σε χαμηλή ένταση, οπότε υπέθεσε ότι ήταν ο πρώτος αφιχθείς εκ των προσκεκλημένων.

«Πρώτος ήρθα;», έλεγξε την υπόθεσή του.

«Ναι, είσαι ο πρώτος», η υπόθεσή του επιβεβαιώθηκε απ’ τον οικοδεσπότη.

«Πάντα πρώτος έρχομαι…», σχολίασε μ’ ένα κάπως σφιγμένο χαμόγελο.

«Πάντα κάποιος είναι ο πρώτος», ήρθε η πληρωμένη απάντηση του ετοιμόλογου και διαρκώς χαμογελαστού οικοδεσπότη, ο οποίος άνοιξε την πόρτα ακόμα πιο διάπλατα και παραμέρισε λίγο, για να του επιτρέψει να εισέλθει στα ενδότερα…

Λίγο αργότερα, οι δυο τους κάθονταν σε δυο πολυθρόνες του καθιστικού, ο ένας απέναντι απ’ τον άλλο, κρατώντας από ένα ποτήρι ουίσκι, σκέτο, στο χέρι.

Εκείνος κοιτούσε σκεφτικά το ποτήρι του κι ενίοτε το ανακινούσε ελαφρώς, ενώ ο οικοδεσπότης, πάντα χαμογελαστός και κάθε τόσο πίνοντας μια γουλιά απ’ το δικό του ποτήρι, είχε τα σπινθηροβόλα μάτια του καρφωμένα μονίμως επάνω στον καλεσμένο του.

Στο τραπεζάκι μεταξύ τους, υπήρχε ένα μπωλάκι γεμάτο αμύγδαλα, φιστίκια και σταφίδες, που όμως παρέμεναν άθικτα.

Κάποια στιγμή ο οικοδεσπότης ανακάθισε μια ιδέα και ρώτησε τον καλεσμένο του: «Πέρα απ’ τα ξηροκάρπια, έχω και κάτι σφολιατοειδή που μόλις τα έβγαλα απ’ τον φούρνο, να στα φέρω ν’ αρχίσεις να τσιμπολογείς κάτι;».

«Μπα, όχι, δεν πολυπεινάω… Εξάλλου, καλύτερα δεν θα ήταν να περιμένουμε και τους άλλους;», του είπε κοιτώντας τον φευγαλέα και διερευνητικά, και κατεβάζοντας νευρικά μια γουλιά απ’ το ουίσκι του.

«Ποιός ξέρει πότε και εάν θα έρθουν οι άλλοι…», σχολίασε, λίγο αδιάφορα, ο οικοδεσπότης.

Εάν; Άκουσα καλά, είπε «εάν»;, αναρωτήθηκε, νιώθοντας αυτομάτως την ανησυχία του να μεγαλώνει – σε μια προσπάθεια να την διασκεδάσει, ρώτησε αμέσως, με μπόλικη δόση αμηχανίας εννοείται, τον οικοδεσπότη του: «λοιπόν… πώς πάει;».

«Πάει, πάει, και πίσω δεν γυρνάει», απάντησε χαρωπά ο οικοδεσπότης.

Αμέσως εκείνος κουμπώθηκε και του απάντησε με ερώτηση, προσπαθώντας να εκδηλώσει τον εκνευρισμό του όσο πιο φανερά γινόταν: «Με ειρωνεύεσαι;».

«Μα, φυσικά και όχι», του απάντησε μ’ ένα ακόμα πιο διάπλατο χαμόγελο ο οικοδεσπότης, «απλώς, εφόσον η ερώτησή σου ήταν μάλλον γενική, επιχείρησα ν’ απαντήσω κι εγώ όσο πιο γενικά γινόταν».

Μάλιστα… – σκέφτηκε από μέσα του – η κατάσταση με αυτόνα εδώ γίνεται όλο και πιο περίεργη.

Παρέμειναν για λίγη ώρα σιωπηλοί μετά απ’ αυτόν τον σύντομο διάλογο: ο ένας σκεπτικός να κοιτάζει το ποτήρι του και που και που να βρέχει, μάλλον, τα χείλη του με ουίσκι, παρά να πίνει – κι ο άλλος, ο οικοδεσπότης, να συνεχίζει να τον κοιτάζει λες και τον σκάναρε.

Αυτό το υποτιθέμενο σκανάρισμα σε συνδυασμό με την άκρως τεταμένη σιωπή, τον έκαναν να αισθάνεται πάρα πολύ άβολα.

Κάποια στιγμή δεν άντεξε: σχεδόν βρόντηξε το ποτήρι στο τραπεζάκι δίπλα του, πετάχτηκε όρθιος επάνω και ρώτησε, με μια ανάσα, τον κάπως ξαφνιασμένο οικοδεσπότη: «η τουαλέτα πού είναι;».

Ο τελευταίος, συνεχίζοντας να τον κοιτάει στα μάτια με το σήμα κατατεθέν χαμόγελό του, το οποίο όμως, ομολογουμένως, φαινόταν πως είχε λίγο σκιαστεί από την αντίδραση του καλεσμένου του, έδειξε με τον δείκτη του χεριού του προς τ’ αριστερά και του είπε: «από εκεί»…

… Έκανε ό, τι ήταν να κάνει, τράβηξε το καζανάκι, κούμπωσε το παντελόνι του, και καθώς έκανε να εξέλθει του μπάνιου, κοντοστάθηκε, μια που του φάνηκε πως άκουσε ένα πνιχτό γέλιο που ερχόταν μέσα από ένα εντοιχισμένο ντουλαπάκι στ’ αριστερά του.

Άπλωσε ασυναίσθητα το χέρι του προς τα εκεί, όμως, ενόσω συνειδητοποιούσε τι πήγαινε να κάνει, άφησε την χειρονομία του εκκρεμή.

Καθώς στεκόταν εκεί με το χέρι απλωμένο στο κενό, ξανάκουσε το πνιχτό γελάκι, αυτήν την φορά λίγο πιο καθαρά.

Ήταν γέλιο κοριτσίστικο, δεν χωρούσε εδώ πέρα καμία αμφιβολία.

Να μην έκανε τίποτα και να έσπευδε να ανέφερε το γεγονός στον οικοδεσπότη, πετώντας του εκείνου το μπαλάκι;

Ε, όχι, βέβαια, διότι τί θα γινόταν αν αυτό που άκουγε δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια παραίσθηση;

Βρε, λες να μου έριξε τίποτα στο ποτό αυτός;, σκέφτηκε, με το μυαλό του να διασχίζει για μια στιγμή τα σύνορα της παράνοιας.

Τότε το πνιχτό γελάκι ακούστηκε μέσα απ’ το ντουλαπάκι για τρίτη φορά.

Ε, αυτό παραπήγαινε: με μια αποφασιστική κίνηση, άπλωσε το χέρι του και το άνοιξε.

Αυτό που αντίκρισε ήταν, ομολογουμένως, το τελευταίο πράγμα που περίμενε.

Μέσα στο ντουλαπάκι υπήρχε ένα και μόνο πράγμα: ένα μεσαίου μεγέθους, γκρίζο κασετόφωνο, που αν είχε κούτελο θα είχε μάλλον χαραγμένη επάνω του με πυρωμένο σίδερο την φράση: «δεκαετία του ‘80».

Το κουμπί του play ήταν πατημένο, κι η κασέτα γύρναγε μέσα στην υποδοχή.

Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, απ’τα ηχεία του κασετοφώνου, ξανακούστηκε το ίδιο πνιχτό κοριτσίστικο γέλιο.

Συνειδητοποίησε τότε ότι το γεγονός πως το γέλιο ακουγόταν ακόμα και τώρα, που είχε ανοίξει το ντουλαπάκι, έτσι πνιχτό, οφειλόταν στις μέτριες δυνατότητες αναπαραγωγής ήχου που διέθετε το κασετόφωνο.

Περίμενε λίγο ώστε να ξανακούσει το γέλιο για άλλη μια φορά, κι αμέσως μετά πάτησε το Stop.

Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε προς την κλειστή πόρτα του μπάνιου.

Αισθανόταν εξοργισμένος.

Ήταν σίγουρος ότι ο οικοδεσπότης ήταν εκείνος που του είχε σκαρώσει αυτήν την ολοφάνερα κακόγουστη φάρσα.

Αναρωτήθηκε πως θα έπρεπε να χειριστεί το θέμα τώρα που θα επέστρεφε στο σαλόνι.

Να έβαζε τις φωνές;

Να έπαιρνε το κασετόφωνο και να του το εκτόξευε στα μούτρα;

Να έπαιρνε το παλτό του και ν’ αναχωρούσε σαν κύριος, χωρίς να του πει κουβέντα;

Τελικώς, αποφάσισε να μην προσχεδιάσει την αντίδρασή του, μα να συμπεριφερθεί αυθορμήτως, όπως του προκύψει την δεδομένη στιγμή.

Πάντως, το σίγουρο ήταν πως δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να κάνει λες και δεν συνέβη τίποτα.

Επέστρεψε στο σαλόνι με φούρια, όμως ο οικοδεσπότης δεν βρισκόταν πια εκεί.

Παραξενεύτηκε.

Έκανε ένα γύρο το καθιστικό και την τραπεζαρία, μπήκε στην κουζίνα και βγήκε ακόμα και στο μπαλκόνι αναζητώντας τον.

Τζίφος, τίποτα.

Κοίταξε τον δρόμο από κάτω.

Δυο αυτοκίνητα ήταν σταματημένα στο φανάρι, το ένα δίπλα στο άλλο, και οι οδηγοί τους συνομιλούσαν φωναχτά.

Απ’ την συνομιλία τους, ξεχώρισε τις λέξεις: «κορόιδο» και «θύμα».

Η δυσφορία του εντάθηκε ακόμη περισσότερο.

Αναλογίστηκε αν θα έπρεπε να επιχειρήσει μια καταδρομική επιχείρηση και στην κρεβατοκάμαρα, γρήγορα όμως απέρριψε αυτήν την επιλογή.

Τελικώς επέστρεψε στο σαλόνι, νιώθοντας πως η – αενάως υποφώσκουσα στην περίπτωσή του, ούτως ή άλλως – κρίση πανικού του χτύπαγε την παροιμιώδη πόρτα.

Και, ω του θαύματος, ακριβώς εκείνη την στιγμή ήχησε το κουδούνι της εξώπορτας!

Αρχικά ταράχτηκε, όμως γρήγορα αντιλήφθηκε ότι αυτή η εξέλιξη τον προέτρεπε να αναλάβει μια συγκεκριμένη δράση κι έτσι του παρείχε μια, προσωρινή έστω, διέξοδο διαφυγής από την απόγνωση στην οποία βυθιζόταν.

Έτσι έσπευσε στο χωλ της εισόδου ν’ ανοίξει την πόρτα.

Φυσικά, ο τελευταίος που θα περίμενε ν’ αντικρίσει θα ήταν ο οικοδεσπότης του.

Κι όμως, νάτον, με το χαμόγελό του και φορώντας διαφορετικά ρούχα, να σκουπίζει τα πόδια του στο χαλάκι της εξώπορτας και να τον ρωτάει: «να περάσουμε;».

Και ο λόγος που χρησιμοποίησε πρώτο πληθυντικό ήταν επειδή συνοδευόταν από μια ξανθιά κοπέλα, ίσως όχι εξαιρετικά εντυπωσιακή, μα σίγουρα πολύ όμορφη και μ’ ένα πρόσωπο που έλαμπε.

«Μα… ε… ναι… βέβαια… ναι… περάστε…», έκανε εκείνος, προσπαθώντας να διαχειριστεί τους κραδασμούς απ’ τα αλλεπάλληλα σοκ που ένιωθε σε μυαλό, σώμα και ψυχή.

Το ζευγάρι «οικοδεσπότη» – ξανθιάς κρέμασαν τα παλτά τους στον πλησιέστερο καλόγερο και κατόπιν στρογγυλοκάθησαν στον καναπέ του καθιστικού.

«Φίλε, ποδαρικό σου κάναμε;», τον ρώτησε ο πρώην, κατά τα φαινόμενα, οικοδεσπότης απ’ τον καναπέ όπου καθόταν, έχοντας ήδη φροντίσει να εναποθέσει την χερούκλα του στο μπούτι της συνοδού του.

Σαν υπνωτισμένος, εκείνος αποκρίθηκε μηχανικά: «ναι, οι πρώτοι είστε, δεν έχει έρθει άλλος μέχρι στιγμής»…

Ο πρώην οικοδεσπότης συνέχισε: «Ωραία, ωραία… να σου πω, θα μας βάλεις κάτι να πιούμε; Αλλά… για στάσου, τα ουισκάκια εδώ στο τραπέζι για μας είναι; Κάτσε τότε, άραξε, θα πιούμε αυτά προς το παρόν. Μωρό μου, τί λες; Θα πιεις ουισκάκι;».

«Δεν θα ήταν η πρώτη μου επιλογή, αλλά… δεν βαριέσαι…», έκανε εκείνη.

«Ε, τότε, μωρό μου, να τα καθαρίσουμε και να μας ετοιμάσει ο φίλος την επόμενη γύρα»!

Πήραν στα χέρια τους τα ίδια ποτήρια απ’ τα οποία οι δύο άντρες έπιναν ουίσκι μόλις προ ολίγου, στο πλαίσιο της αρχικής κατανομής των αποψινών ρόλων τους, τα τσούγκρισαν κι αφού ο πρώην οικοδεσπότης φώναξε «εβίβα!», κατέβασαν το περιεχόμενό τους, αμφότεροι με μια γουλιά.

«Αααχχχ!!!», έβγαλε ένα επιφώνημα ικανοποίησης ο πρώην οικοδεσπότης κι ύστερα είπε, λες κι απευθυνόταν σε γκαρσόνι: «λοιπόν, μαγαζί, πιάσε άλλο ένα ουισκάκι, τριπλό παρακαλώ, για μένα – όσο για την Νεφέλη από εδώ…», στο σημείο αυτό έκανε παύση κι έκανε μια χειρονομία προς το μέρος της, πετώντας της το μπαλάκι για να παραγγείλει με την σειρά της.

«Ε… εγώ θα ήθελα ένα screwdriver, με βότκα ‘Κιριλένκο’ κατά προτίμηση – μόνο που σε παρακαλώ αντί για πορτοκαλάδα βάλε μανταρινάδα», έκανε η Νεφέλη με ένα ύφος όπου η αλαζονεία κι η αδιαφορία αναμειγνύονταν αρμονικότατα.

«Αρχηγέ, το άκουσες το κορίτσι…», είπε κλείνοντάς του το μάτι ο πρώην οικοδεσπότης.

‘Μα τί γίνεται, τί γίνεται;;;’, αναρωτιόταν απεγνωσμένα – παρ’ όλα αυτά προς έκπληξή του, αφοσιώθηκε αμέσως στο να ετοιμάσει ό, τι του είχε παραγγελθεί.

Και καλά, το τριπλό ουίσκι ήταν εύκολο – με την ιδιότροπη παραλλαγή του screwdriver, όμως, τί γινόταν;

Μπήκε στην κουζίνα και έκανε μια βολιδοσκόπηση στο ψυγείο – δεν υπήρχε, φυσικά, μανταρινάδα, υπήρχαν ωστόσο κάποια μανταρίνια.

Έβγαλε το κεφάλι του διστακτικά από την πόρτα της κουζίνας, κοίταξε προς την κατεύθυνση του ζεύγους, το οποίο ήδη ερωτοτροπούσε, και άκουσε τις φωνητικές του χορδές να παράγουν έναν ήχο κάπως σαν «εεε…», με αρκετά τρεμάμενη φωνή, σε μια αμήχανη προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή τους.

Η Νεφέλη κι ο «οικοδεσπότης» στράφηκαν ταυτοχρόνως προς το μέρος του, και τον κοίταξαν μ’ ένα ύφος που μάλλον θα προσιδίαζε στην εκ μέρους τους θέαση κάποιου εξωγήινου πλάσματος.

Ο δεύτερος του πέταξε ένα: «Ρίχτο»!

«Εεε… ξέρετε, δεν υπάρχει μανταρινάδα στο ψυγείο», ίσα που ψέλλισε.

Ο πρώην οικοδεσπότης βύθισε τότε λίγο περισσότερο το σώμα του στον καναπέ, έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο και τον ρώτησε: «να σου πω, ρε μάστορα, μανταρίνια υπάρχουν στο ψυγείο;».

«Εεε… ναι, υπάρχουν».

«Αποχυμωτής εκεί παραδίπλα, στον πάγκο ίσως, υπάρχει;».

«Για να δω… Ναι, υπάρχει».

Ο πρώην οικοδεσπότης άνοιξε τα χέρια του, τότε, με μια χαρακτηριστική χειρονομία συνοδευόμενη από μια επίσης χαρακτηριστική γκριμάτσα, κι είπε: «Ε, λοιπόν; Υπάρχει κάτι άλλο που χρειάζεσαι; Έλα, έλα, ετοίμασε το ποτό της Νεφέλης κι έλα να κάτσεις να σε δούμε λίγο».

Καθώς έστυβε τα μανταρίνια στον αποχυμωτή ένιωθε την πίεση και τον πυρετό να του ανεβαίνει, ενώ το ηθικό του, ακολουθώντας αντίθετη πορεία, κατακρημνιζόταν στα Τάρταρα.

Τελικά, όμως τα κατάφερε, ετοίμασε τα ποτά και τους τα έφερε στο σαλόνι.

Τους βρήκε σε φάση προχωρημένου χαμουρέματος.

Φιλιόντουσαν με πάθος, αγγίζονταν σε ερωτογενείς ζώνες και γρήγορα είχαν πρακτικά καβαλήσει ο ένας τον άλλο.

Νιώθοντας τρομερά άβολα, κυρίως για το ότι το αποψινό μαρτύριο δεν έμοιαζε να έχει τέλος και βλαστημώντας από μέσα του την ώρα και την στιγμή που αποφάσισε να προσέλθει στο πάρτυ εκείνο, ακούμπησε τα ποτά στο τραπέζι μπροστά τους και ξερόβηξε.

Δεν συνέβη απολύτως τίποτα – οι ερωτοπραξίες συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση.

Ξερόβηξε δεύτερη φορά.

Και πάλι τζίφος.

Ξερόβηξε τότε ακόμα πιο δυνατά, για τρίτη φορά, την στιγμή ακριβώς που η Νεφέλη είχε σκαρφαλώσει σχεδόν ολόκληρη επάνω στον πρώην οικοδεσπότη.

Αυτό οδήγησε, έστω και με αρκετή δυσφορία εκ μέρους του ζεύγους, στην προσωρινή, τουλάχιστον, κατάπαυση των μεταξύ τους ερωτοπραξιών.

«Τα ποτά σας!», είπε εκείνος επιστρατεύοντας όσα αποθέματα υπόκωφης έντασης διέθετε.

Με αργές κινήσεις, έπιασαν τα ποτήρια τους, τα τσούγκρισαν κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον στα μάτια, με ζωώδες πάθος, μάλλον, παρά με το οποιοδήποτε αίσθημα στοργής, και ήπιαν.

Εκείνος στεκόταν όρθιος και προσπαθούσε, μάταια, να κρύψει το τρέμουλό του.

«Άρχοντα, γιατί δεν πίνεις ένα ποτάκι να χαλαρώσεις λίγο;», πρότεινε ο πρώην οικοδεσπότης, για να συμπληρώσει: «έλα, βάλε κάτι να πιεις και κάθησε επιτέλους, δεν μπορώ που στέκεσαι έτσι όρθιος σαν τον μπάστακα, με αγριεύεις, ρε παιδάκι μου…»!

«Δεν θέλω να πιω κάτι αυτήν την στιγμή…», ψιθύρισε εκείνος, και με πανιασμένο πρόσωπο, κάθησε σε μια από τις πολυθρόνες που ήταν τοποθετημένες απέναντι απ’ το ζεύγος.

«Καλά, όπως αγαπάς…», του έκανε ο πρώην οικοδεσπότης, και πέρασε το χέρι του γύρω απ’ τους ώμους της Νεφέλης, ενώ εκείνη ακούμπησε το κεφάλι της στον δικό του ώμο.

Στα επόμενα δευτερόλεπτα το ζεύγος τον περιεργαζόταν με τρόπο κάθε άλλο παρά διακριτικό, ενώ εκείνος απέφευγε την οπτική επαφή μαζί τους όπως ο διάβολος το λιβάνι.

Τί με κρατάει εδώ, αναρωτήθηκε, γιατί δεν σηκώνομαι να φύγω;

Κι όμως, η επιλογή της απόδρασης δεν υφίστατο για εκείνον αυτό το βράδυ, και το ήξερε πολύ καλά αυτό, ασχέτως που δεν μπορούσε να καταλάβει το γιατί.

«Καλά ωρέ κλεφτόπουλο, οι υπόλοιποι καλεσμένοι πού είναι τόσην ώρα;», τον ρώτησε τελικά ο πρώην οικοδεσπότης, κι αυτή για εκείνον ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Τινάχτηκε απάνω αναψοκοκκινισμένος και με τις φλέβες να πετάγονται απειλητικά στο πρόσωπό του, ξέσπασε, φωνάζοντάς του: «μα επιτέλους, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, να σταματήσει αυτή η πλάκα, να ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ! Τί είναι αυτά τα πράγματα;!; Με δουλεύεις; Πρώτα μου κάνεις αυτήν την κακόγουστη φάρσα με το κασετόφωνο στο μπάνιο κι ύστερα από οικοδεσπότης μου αλλάζεις ρόλο και μου γίνεσαι καλεσμένος;!; ΠΟΙΟΝ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΚΟΡΟΪΔΕΥΕΙΣ;;;»!!!

Αφού ολοκληρώθηκε το ξέσπασμα, ο πρώην οικοδεσπότης σήκωσε τα χέρια ψηλά σαν να λέει «παραδίνομαι», κοίταξε την Νεφέλη και της είπε: «μετά απ’ αυτό, μωρό μου, εγώ πάω να ρίξω ένα κατούρημα…», κι έκανε να σηκωθεί απ’ τον καναπέ.

Εκείνη όμως τον τράβηξε πάλι κάτω και του είπε, υποτίθεται ψιθυριστά, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε εκείνος, έστω κι αν βρισκόταν σε κάποια απόσταση, να μην ακούσει: «μωράκι μου, μην μην μ’ αφήνεις μόνη μου με τον τρελό»…

Ο πρώην οικοδεσπότης τότε της είπε στο ίδιο, δήθεν ψιθυριστό, μοτίβο που του επέτρεπε ν’ ακούσει τα πάντα: «ε, το πολύ πολύ, άμα δεις ότι δεν ηρεμεί, ζήτα του να σου φτιάξει μια βότκα με σουμάδα, για να τον απασχολήσεις και να κερδίσεις χρόνο»…

Η Νεφέλη τότε αναπήδησε και μόλις που άφησε να της ξεφύγει ένα πνιχτό γέλιο.

Εκείνος από απέναντι, εντωμεταξύ, ταράχτηκε ακόμα περισσότερο: το γέλιο της, του φάνηκε, ήταν το ίδιο ακριβώς γέλιο με εκείνο που ακουγόταν μέσα απ’ τα ηχεία του κασετοφώνου στο μπάνιο, νωρίτερα!

Καθώς ο πρώην οικοδεσπότης κατευθυνόταν προς την τουαλέτα, εκείνος σωριάστηκε στην πολυθρόνα του μ’ ένα αίσθημα ματαιότητας να τον κυριεύει.

Η Νεφέλη, την ίδια ώρα, κάθισε σταυροπόδι κι άρχισε να τον κοιτά μ’ έναν τρόπο που μόνο μια γυναίκα μπορεί να κοιτάξει έναν άντρα, έναν τρόπο που δύσκολα αφήνει τον οιονδήποτε άντρα ασυγκίνητο.

Πράγματι, εκείνος δεν άργησε να συνειδητοποιήσει το ότι η Νεφέλη τον κοίταγε με αυτόν τον χαρακτηριστικό τρόπο – κι έτσι, μοιραία, αφέθηκε να αιχμαλωτιστεί απ’ το βλέμμα της.

Καθώς εκείνη συνέχισε να τον κοιτάει, ανοίγοντας ελαφρώς τα χείλη της που και που αλλά χωρίς να λέει κουβέντα, εκείνος άρχισε να νιώθει μια άλλου τύπου αναστάτωση να τον κυριεύει.

«Άλλο πάλι αυτό…», σκέφτηκε, «δυο λεπτά έλειψε ο άλλος στην τουαλέτα, κι αυτή εδώ»…

«Γιατί δεν έρχεσαι να κάτσεις λίγο δίπλα μου;», του είπε, εν τέλει, εκείνη.

«Εεε… οοο…», απάντησε εκείνος, σαν νήπιο που μαθαίνει να προφέρει τα φωνήεντα του αλφαβήτου, δείχνοντας, παράλληλα, με το δάχτυλο του προς την κατεύθυνση της τουαλέτας.

«Έλα δίπλα μου», επέμεινε εκείνη, χτυπώντας χαρακτηριστικά δυο φορές με την παλάμη της τον κενό χώρο στον καναπέ δίπλα της, εκεί που μέχρι πρότινος καθόταν ο πρώην οικοδεσπότης.

Το ύφος της δεν ήταν πολύ επιτακτικό, μα δεν σήκωνε κι αντιρρήσεις.

Εκείνος τότε, με τα χίλια ζόρια κι αφού η μία από τις δύο ισχυρές αντίρροπες δυνάμεις που πάλεψαν εντός του τελικά επικράτησε, σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα και ήρθε κι έκατσε στον καναπέ, στο πλάι της.

Η Νεφέλη γύρισε τότε ολόκληρη προς το μέρος του, ενώ εκείνος, απελπιστικά αμήχανος, είχε τα χέρια του ακουμπισμένα στα γόνατά του και της έριχνε μόνο κάτι πλάγιες ματιές.

«Μα γιατί δεν μπορείς να χαλαρώσεις επιτέλους λίγο;», τον ρώτησε, ενώ ξεκίνησε να τον χαϊδεύει στην πλάτη.

Εκείνος ξεροκατάπιε και σφίχτηκε ακόμα περισσότερο.

Η Νεφέλη τον άγγιξε με το άλλο της χέρι στο πρόσωπο και του χάιδεψε το μάγουλο.

Εκείνος δυσκολευόταν να συγκρατήσει τον εαυτό του πλέον: έτσι, γύρισε προς το μέρος της και την κοίταξε, ξαναμμένος απ’ τον πόθο.

Εκείνη του χαμογέλασε και του είπε σε ύφος λάγνο ματζόρε: «έτσι μπράβο, αγόρι μου»…

Καθώς έκλεισε τα μάτια της και πλησίαζε τα χείλη της στα δικά του, έκλεισε κι εκείνος με την σειρά του τα δικά του μάτια και περίμενε.

Και περίμενε.

Και περίμενε.

Και τίποτα δεν συνέβαινε.

Άνοιξε τα μάτια του.

Καμία Νεφέλη δεν υπήρχε πια μπροστά του.

Πρόσεξε ότι η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή, αν και θυμόταν πως, νωρίτερα, την είχε κλείσει.

Βγήκε στο μπαλκόνι.

Μια αφύσικη σιγή επικρατούσε έξω: οι φωτεινοί σηματοδότες αναβόσβηναν τζάμπα καθώς κανένα αυτοκίνητο δεν κυκλοφορούσε σε κανέναν από τους δύο δρόμους που διασταυρώνονταν κάτω απ’ την συγκεκριμένη πολυκατοικία, και γενικότερα δεν υπήρχε ίχνος ανθρώπινης παρουσίας.

Κοίταξε τον ουρανό.

Ένα τσουρούτικο σύννεφο πέρασε μπροστά απ’ το φεγγάρι, το οποίο απόψε είχε μορφή σαρδόνιου χαμόγελου, και ύστερα διαλύθηκε.

Ήταν φως φανάρι, σκέφτηκε: τρελαινόταν.

Επέστρεψε εντός του διαμερίσματος και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο.

Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και στο εσωτερικό του επικρατούσε σκοτάδι.

Έσπρωξε την πόρτα και κοίταξε μέσα: φυσικά, δεν υπήρχε κανείς.

Άναψε το φως και προχώρησε δυο βήματα.

Κανένα πνιχτό κοριτσίστικο γέλιο δεν ακουγόταν πια μέσα απ’ τα ηχεία κανενός παλιομοδίτικου κασετόφωνου.

Στάθηκε ακίνητος στην μέση του δωματίου και γύρισε αργά αργά προς τον καθρέφτη.

Αυτό που αντίκρισε στον καθρέφτη ήταν το γνώριμο πρόσωπο του πρώην οικοδεσπότη του, που του χαμογελούσε γλυκόπικρα απ’ την άλλη πλευρά.

……………………………………………………………………………………………………………..

Αναζητώντας εσένα (Δεκέμβριος 2017)

Οι δρόμοι της πόλης γίνονται όλο και πιο στενοί καθώς σε αναζητάω.

Ίριδα, Μελίνα, Φωτεινή.

Τρία ονόματα, τρία κλειδιά, ένα πρόσωπο.

Το δικό σου.

«Σε είδα εκεί, σε είδα εδώ, σε είδα παραπέρα», όπως λένε και σε κάτι μηνύματα «κοινωνικής δικτύωσης» που δημοσιεύονται σ’ έντυπα κι ηλεκτρονικά μέσα.

Μου αρέσει αυτή η προσέγγιση, έχει κάτι αθώο κι αυθεντικό μέσα της, εμπεριέχει όλη την λαχτάρα, την εκκρεμότητα και την προεξοφλημένη χαρμολύπη αυτού που σε συγκινεί αληθινά και που δεν γνωρίζεις αν πρόκειται να πραγματοποιηθεί ποτέ.

Σε είδα, λοιπόν, στην συναυλία του Δεληβοριά σ’ εκείνο το σνομπ καταγώγι που για ένα βράδυ μετουσιώθηκε σε κρύπτη μιας ονειρικής μυσταγωγίας.

Μισόκλεινες τα μάτια και τραγουδούσες μαζί του τους στίχους από το «Καλοκαίρι που Θαρθεί».

Κάποιους στίχους, δηλαδή, τραγουδούσες, όχι όλους, δεν σε αφορούν όλοι, δεν σου μιλάνε όλοι, δεν σε κάνουν να δακρύζεις όλοι.

Κι ύστερα γελούσες με τις φίλες σου στα πιο αστεία του τραγούδια και το διασκέδαζες στ’ αλήθεια.

Την άλλη φορά, σε είδα να βαδίζεις βιαστικά στην οδό Σταδίου, αργά το απόγευμα, με κατεύθυνση προς το Σύνταγμα.

Φορούσες τα μαύρα σου γυαλιά κι ήσουν ελαφρώς σκυμμένη και συνοφρυωμένη.

Ήθελα να σε πλησιάσω, να σου πω: «έλα, καλή μου, μονάκριβή μου, μην βασανίζεσαι, μην προβληματίζεσαι, μην ανησυχείς, έστω για λίγες ωρίτσες – έλα, κάθησε μαζί μου να πιούμε έναν καφέ, πάμε μια βόλτα να εξερευνήσουμε και να περπατήσουμε μαζί τις γνώριμες άγνωστες διαδρομές αυτής της πόλης, πάμε να δούμε μια ταινία, να γελάσουμε και να δακρύσουμε μαζί».

Αλλά όλα αυτά μου ακούστηκαν πολύ μελό και γλυκανάλατα, κι έτσι εγκατέλειψα την προσπάθεια να σου μιλήσω πριν καν την ξεκινήσω.

Κι έπειτα, σε είδα ένα βράδυ στου Ψυρρή, να ψάχνεις για ταξί απεγνωσμένα, με την μάσκαρα να έχει απλωθεί από τα δάκρυά σου στο πρόσωπό σου και να σε κάνει να μοιάζεις με καπνοδοχοκαθαριστή της βικτωριανής εποχής ή σαν το αληθινό πρόσωπο του παλιάτσου, εκείνου που πρέπει να κάνει τους άλλους να γελάνε παραμένοντας κι εκείνος με το ζόρι γελαστός, ακόμα κι όταν – ιδίως τότε – σπαράζει η καρδιά του.

Ήθελα να προσφερθώ να σε πάω εγώ σπίτι, αλλά φοβήθηκα μην αντιδρούσες βίαια όταν σε πλησίαζα να σου προτείνω κάτι τέτοιο, δοθείσης και της κατάστασης στην οποία βρισκόσουν – πάντα όταν σε βλέπω, ρε γαμώτο, παίρνω την απόφασή μου σχετικά με το αν πρέπει να σε προσεγγίσω ή όχι με βάση το χειρότερο σενάριο που θα επεξεργαστεί το μυαλό μου, κι ως εκ τούτου δεν σου έχω μιλήσει ποτέ μέχρι σήμερα…

Και μετά, κάποια στιγμή μου την βαράει κι εγκαταλείπω την αναζήτησή μου και κλείνομαι στο σπίτι μου, με τα βιβλία μου, τις μουσικές μου, τις σειρές μου, και προσπαθώ να σε ξεχάσω.

Αλλά όσο περισσότερο προσπαθώ να σε ξεχάσω, τόσο περισσότερο η θύμησή σου και η λαχτάρα μου για εσένα φουντώνουν – κάτι που είναι λογικό, εδώ που τα λέμε, είναι σαν να προσπαθείς να βγάλεις το καρφί που έχει καρφωθεί στο δέρμα σου χρησιμοποιώντας σφυρί: το μόνο που θα καταφέρεις είναι να το χώσεις ακόμα πιο βαθιά μέσα σου.

Στην δουλειά, αυτό που με συγκρατεί κι αποδίδω σε ανεκτά επίπεδα είναι το ότι σκέφτομαι πως όταν γνωριστούμε δεν θα ήθελα να σου παρουσιαστώ – άκου εδώ να δεις τώρα – ως άνεργος κι ανέστιος – το μυαλό μου, το οποίο όπως προείπα έχει την τάση να επικεντρώνεται στο χειρότερο σενάριο, κάνει μια προβολή κατά την οποία χάνω την δουλειά μου εξαιτίας της κακής μου εργασιακής απόδοσης και εν συνεχεία αναγκάζομαι να αφήσω το διαμέρισμα που νοικιάζω και να επιστρέψω, σαν βρεγμένη και ταπεινωμένη γάτα, στην πατρική και μητρική μου εστία, οπότε αυτομάτως χάνω την όποια – άγνωστη, εκ των πραγμάτων, μέχρι στιγμής – ελκυστικότητά μου ως προς εσένα.

Ωστόσο, τις περισσότερες φορές αυτό που με κρατάει στον αφρό είναι οι ονειροπολήσεις που κάνω, με εσένα, φυσικά, ως πρωταγωνίστρια.

… Με την Ίριδα, εκδρομή στην Δυτική Ευρώπη: στο Παρίσι, ν’ απολαμβάνουμε τα απεριτίφ μας στα μπιστρό της αριστερής όχθης του Σηκουάνα, στο Λονδίνο, αγκαλιασμένοι, να κάνουμε οι δυο μας κρουαζιέρα στον Τάμεση ένα σπάνιο ηλιόλουστο πρωινό, στο Βερολίνο, να παίζουμε κυνηγητό σε ένα παλιό εργοστάσιο που θα έχει μετατραπεί σε εναλλακτικό καλλιτεχνικό πολυχώρο, στο Άμστερνταμ να σε βγάζω ασπρόμαυρες φωτογραφίες του στυλ «μια femme fatale περιδιαβαίνει τα κανάλια ελαφρώς μαστουρωμένη, κι ως εκ τούτου έτι περαιτέρω γοητευτική» ενώ αυτός που θα την έχει ακούσει στ’ αλήθεια από τα space cakes θα είμαι εγώ, στην Ρώμη, να χανόμαστε στα στενά του Τραστεβέρε, αφήνοντας να μας καθοδηγεί μόνο το πολύβουο χαρωπό μελίσσι που θα σχηματίζει η τυχαιότητα της διαδοχής των αισθητηριακών μας εντυπώσεων…

… Με την Μελίνα, να ξυπνάμε ταυτοχρόνως, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι και να κάνουμε παρέα ταβανοθεραπεία, ακούγοντας ένα ποτ-πουρί των αγαπημένων μας μουσικών επιτυχιών που δεν θα συμπίπτουν πάντα και αυτό θα κάνει την όλη φάση πολύ πιο ενδιαφέρουσα καθώς έτσι θα έχουμε την ευκαιρία να ανακαλύπτουμε ο ένας τον άλλον, κι ύστερα κάποια στιγμή θα μας κόβει η λόρδα και θα εισβάλουμε στο αυτοκίνητο σχεδόν με τις πιτζάμες και θα οργώνουμε την Αθήνα επειδή θα μας έχει κολλήσει να πάμε σ’ ένα συγκεκριμένο μπεργκεράδικο στα Μελίσσια να περιδρομιάσουμε, κι όταν θα φτάνουμε θα είναι κλειστό κι έτσι θα καταλήγουμε για σουβλακοφαγία και καφέ στην Πεντέλη, κι όταν θα έχουμε βυθιστεί στην γλυκιά αποχαύνωση του απομεσήμερου, θα σε παίρνω με το ζόρι ν’ ανέβουμε στην σπηλιά του Νταβέλη, με την ελπίδα να συναπαντηθούμε με κανένα εξωγήινο διαστημόπλοιο ή με κανένα ξωτικό ή έστω να μπλεχτούμε σε καμιά βαρβάτη χωροχρονική λούπα, ρε παιδί μου…!

… Με την Φωτεινή, ν’ αρμενίζουμε στο Αιγαίο με το πλοίο της γραμμής, μόλις που θ’ αρχίζει το καλοκαίρι, χωρίς να ξέρουμε σε ποιο λιμάνι θα κατεβούμε εκ των προτέρων, κι ύστερα, ξαπλωμένοι, αγκαλιά κι ημιλιπόθυμοι απ’ το βαλς του απαλού και χλιαρού ανέμου με την άμμο, κάτω από αρμυρίκια σε μια ερημική παραλία, ν’ ακούμε τα τζιτζίκια να μας εξιστορούν το έπος της ζωής, αυτό που δεν σου αρκεί… μια ζωή για να το ακούσεις, αυτό που μέσα σε μια στιγμή το έχεις μάθει ολόκληρο – και ξαφνικά, αλλαγή σκηνικού, σκαρφάλωμα στο βουνό, μέσα από μονοπάτι κρυφό και λιθόστρωτο, ανάμεσα από ρυάκια, καταρράκτες και βελανιδιές, όπου θα λαμβάνει χώρα μια υπερβατική αλληλοπεριχώρηση των εσωτερικών συναισθημάτων και των εντυπώσεων μας με τις αισθητηριακές μας προσλαμβάνουσες, μέχρι να καταλήξουμε στο απόμερο ταβερνάκι, κρυμμένο σε μια πλαγιά του βουνού, να κάτσουμε δίπλα απ’ το τζάκι ή δίπλα απ’ την ξυλόσομπα, να φάμε, να πιούμε, να τραγουδήσουμε, να χορέψουμε, να ζήσουμε τον μυθικό μας έρωτα…

Το νιώθω, ναι, το νιώθω, ακόμα και στις πιο σκοτεινές μου στιγμές, ότι έρχεται η στιγμή, πλησιάζει η στιγμή, το πλήρωμα του χρόνου, για εμάς.

Δεν μπορώ και δεν θέλω να προβλέψω υπό ποιες ακριβώς συνθήκες θα λάβει χώρα η επίσημη γνωριμία μας.

Ξέρω, όμως, ότι απ’ το σημείο αυτό κι έπειτα όλα θ’ αλλάξουν.

Τίποτα δεν θα είναι το ίδιο πια.

Τίποτα…

Καλά όλα αυτά, κι αν με απορρίψεις τι θα γίνει;

Τί θα κάνω τότε;

Και μήπως το ότι δεν σε προσεγγίζω, πηγάζει όχι τόσο απ’ το ότι τρέμει το φυλλοκάρδι μου μήπως τα χάσω με το που πάω να σου μιλήσω αλλά απ’ τον τεράστιο φόβο μιας πιθανής απόρριψης μου εκ μέρους σου;

Βλέπεις, όσο το πράγμα μένει στην σφαίρα του υποθετικού, όσο το «πείραμα» δεν ολοκληρώνεται  – δηλαδή δεν το ολοκληρώνω εγώ – κι η γάτα του Σρέντιγκερ παραμένει «νεκροζώντανη» στο σφραγισμένο κουτί της, για να μιλήσω και με όρους κβαντικής φυσικής που μ’ αρέσει τόσο πολύ, και για την οποία ποτέ δεν θα σου μιλούσα στο πρώτο μας ραντεβού παρά μόνο για να αστειευτώ για το πόσο φυτούκλα είμαι και να σε κάνω να γελάσεις – όσο, λοιπόν έλεγα, δεν δίνεται η τελική ετυμηγορία, όλα παραμένουν ανοικτά κι οι ελπίδες μου δεν εξατμίζονται.

Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρον.

Γι’ αυτό το πήρα απόφαση: την επόμενη φορά που θα σε δω, θα σου μιλήσω.

Ναι, πάει και τελείωσε, θα σου μιλήσω κι ό, τι γίνει, όποιον πάρει ο Χάρος…!

Εξάλλου… αν όντως είναι γραφτό να είμαστε μαζί, δεν έχει σημασία ποιον τρόπο θα επιλέξω για να σε προσεγγίσω, ό, τι κι αν κάνω θα λειτουργήσει, σωστά;;;

Μα τί βλακείες κάθομαι και σκέφτομαι, αν είχαν έτσι τα πράγματα, αν ήταν «γραφτό» μας να γίνουμε ζευγάρι, ακόμα και τίποτα να μην έκανα, θα καταλήγαμε – κάπου, κάπως, κάποτε – μαζί.

Μηδέν εις το πηλίκον οι παραπάνω σκέψεις: η ουσία είναι πως χρειάζεται τόλμη κι αυτοπεποίθηση εκ μέρους μου.

Αν σου παρουσιάσω τα καλύτερα στοιχεία του εαυτού μου, έστω – δηλαδή, εκ των πραγμάτων – σε συμπυκνωμένη μορφή, και αποφασίσεις ότι δεν σου κάνω, τότε… θα έχω τουλάχιστον ήσυχη την συνείδησή μου…

Αμ, έλα που εγώ δεν θέλω να έχω ήσυχη την συνείδησή μου, εγώ θέλω να παραμείνει η συνείδησή μου ανήσυχη κι αφοσιωμένη σ’ εσένα…

Αχ, ρε παιδί μου, τί μπλέξιμο, ένα κουβάρι όλα στο μυαλό μου…

Ας βγω μια βόλτα να πάρω λίγο καθαρό αέρα…

… Ω, Θεέ μου…!

Μόλις επέστρεψα απ’ την βόλτα μου, κατά την διάρκεια της οποίας… σε είδα ξανά!

Ήσουν με μια φίλη σου, σ’ ένα καφέ κοντά σ’ αυτό το περίεργο γλυπτό που πρόσφατα εγκατέστησαν στην πλατεία, κοντά στο διαμέρισμά μου.

Έπινες ένα βαθυκόκκινο υγρό – χυμός ήταν, γρανίτα ή κάτι άλλο; – που είχε ακριβώς το χρώμα των μαλλιών σου…

Και… το παραδέχομαι, έκανα το εξής: αγόρασα ένα περιοδικό, κάθησα εκεί κοντά σ’ ένα παγκάκι και σας κατασκόπευα, περιμένοντας να δω τι θα κάνετε, και κυρίως που θα πάτε, αφού τελειώσετε.

Καμιά ώρα αργότερα πληρώσατε, αποχωρήσατε, αποχαιρετισθήκατε με την φίλη σου και πήρατε διαφορετικές κατευθύνσεις: εκείνη προς την Ποσειδώνος, εσύ προς τα ενδότερα του Παλαιού Φαλήρου, τους μέσα δρόμους, τους σχετικώς μακριά απ’ την παραλία.

Διατηρώντας μια απόσταση και με την μέγιστη διακριτικότητα που μπορούσα να επιστρατεύσω, σε ακολούθησα.

Περπατήσαμε κανά δεκάλεπτο και, εν τέλει, σε είδα να εισέρχεσαι σε μια ωραία πολυώροφη πολυκατοικία, όχι πολύ μακριά από εκεί που μένω εγώ…!

Είμαστε και γειτονόπουλα, δηλαδή!!!

Άφησα να περάσει λίγη ώρα, να σιγουρευτώ ότι θα είχες μπει στο διαμέρισμά σου, κι ύστερα πλησίασα και μελέτησα προσεκτικά τα κουδούνια στο θυροτηλέφωνο.

Προς γουρλομάτικη έκπληξή μου, υπήρχαν και τα τρία ονόματα: και Ίριδα, και Μελίνα, και Φωτεινή!

Ωστόσο, η διαίσθησή μου, μου ψιθύρισε ποιο είναι το αληθινό σου όνομα.

Και το πήρα απόφαση.

Να τα κάνω γράμμα αυτά που γράφω όλο αυτόν τον καιρό για εσένα και να στο ταχυδρομήσω.

Χωρίς διεύθυνση αποστολέα, αλλά με το όνομα και το τηλέφωνό μου.

Υπερβολικό;

Δεν νομίζω, άσε που αμφιβάλλω αν έχει κάνει ποτέ κανείς για εσένα τέτοιο πράγμα…

Οπότε…

Η αναζήτησή μου έφτασε στο τέλος της.

Σε βρήκα.

Κι είμαι έτοιμος να σε γνωρίσω.

Νομίζω κι εσύ το ίδιο.

Αν η αίσθησή μου ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα… θα περιμένω μήνυμά σου, όσο χρειαστεί.

Δεν ανησυχώ.

Γιατί το ξέρω πως αν δεν σε τρομάξουν όλα τα παραπάνω, πάει να πει πως σου αρέσουν.

Κι άμα σου αρέσουν…

Εξάλλου ξέρω που μένεις…!

Μουχαχαχαχαχαχα!!!!!!

Έλα, εντάξει, αστειεύομαι, κι εσύ ξέρεις το τηλέφωνό μου και το όνομά μου, άρα, στην πραγματικότητα, όσο εκτεθειμένη είσαι εσύ, τόσο εκτεθειμένος είμαι κι εγώ…!

Κοίτα να δεις που δεν μπορώ να βρω τον κατάλληλο τρόπο για να κλείσω αυτό το γράμμα…

Περίμενε, το βρήκα!

«Έλα να ζήσουμε μαζί το κοινό μας όνειρο, κι αν είναι αληθινό, όταν ξυπνήσουμε η επίγευσή του θα μας έχει μείνει στα χείλη»…

Ωραίο;

Δικό μου είναι, μόλις το σκαρφίστηκα…!

Αλλά… αυτά.

Θα σε περιμένω, Ίριδα.

Θα σε περιμένω.

Όχι ως το τέλος.

Αλλά ως την αρχή.

……………………………………………………………………………………………………………..

Εσύ (Δεκέμβριος 2017)

Όλος ο κόσμος είσαι εσύ.

Και ξέρω που είσαι, μονάχα εγώ το ξέρω, αλλά δεν έρχομαι να σε βρω.

Γιατί δεν μπορώ.

Ακόμα.

Σου στέλνω ένα μήνυμα.

Αγάπη μου, έχω υποφέρει, έχω πονέσει κι έχω κλάψει εξαιτίας σου, όσο για κανέναν και τίποτα.

Κι όμως, ποτέ δεν σ’ έχω αισθανθεί, στο εδώ και τώρα.

Αλλά επιμένω, γιατί πιστεύω πως θα σε βρω, κι ας ισχυρίζονται όλοι το αντίθετο.

Στη σιωπή σου αναπνέω κι εξελίσσομαι.

Η σιωπή σου είμαι, κι έτσι…

Εκχωρώ την ταυτότητά μου.

Δεν την έχω πια ανάγκη.

Βουλιάζω για ν’ αναδυθώ.

Να ζήσω.

Αλλιώς.

Να γίνω εσύ.

……………………………………………………………………………………………………………..

Ψίθυροι στ’ αυτί της Μελίνας (8 Οκτωβρίου 2017)

Στα όνειρά της η Μελίνα τον άκουγε να της ψιθυρίζει πράγματα διάφορα στο αυτί της.

Δεν μπορούσε να τον δει ούτε να τον αισθανθεί με οιονδήποτε άλλον τρόπο, παρ’ εκτός μέσω της ακοής της.

Καθόταν, ας πούμε, στο όνειρό της η Μελίνα σε μια καφετέρια κι απολάμβανε τον καπουτσίνο της ή ίσως ένα ηδύποτο χαζεύοντας την φρενιτώδη κίνηση των περαστικών ανθρώπων κι οχημάτων, όταν ξαφνικά, μα όχι κι αναπάντεχα ή με τρόπο που να την κοψοχολιάζει, τον άκουγε να της λέει: “Αυτό που δεν μπορείς να βρεις ποτέ είναι αυτό που ήδη είσαι όπως ακριβώς κι αυτό που δεν μπορούν ποτέ να δουν τα μάτια σου είναι εκείνα τα ίδια”.

Ή, καθώς η Μελίνα βάδιζε μέσα σ’ ένα αλσύλλιο, σε μονοπάτι που το οριοθετούσαν τα τρεμάμενα φωτάκια πυγολαμπίδων που βρίσκονταν φιδοειδώς διατεταγμένες εκατέρωθέν του, της έλεγε: “Μελίνα, σήμερα είσαι σαν την πιο γλυκιά πάστα σοκολάτα, που καθώς την τρώω με κάνει να αναπολώ την λαχτάρα που ένιωθα γι’ αυτήν πριν ακόμα απλώσω το κουτάλι μου προς το τρυφερό της σώμα”.

Ή, ακόμα, καθώς η Μελίνα άφηνε να παρασέρνουν τα πόδια της σε περίπλοκες και άψογες στην εκτέλεση χορευτικές φιγούρες η άμπωτη κι η πλημμυρίδα ενός απίθανου πάρτυ που διεξαγόταν σε ένα σπίτι με ατέλειωτα δωμάτια, το ένα πιο εντυπωσιακό απ’ το άλλο, τον άκουγε να της τραγουδάει σε βαλσίζοντα ρυθμό τριών τετάρτων τα ακόλουθα: “τίποτα πια δεν μπορεί, μακριά σου να κρατήσει, το μυστήριο της φύσης, την καρδιά της ύπαρξης, κι η αναπνοή μου λάμπει, στα μεγάλα σου τα μάτια, κι εσύ απορείς, μα δεν σταματάς, ποτέ να χορεύεις, ούτε να δακρύζεις, καθώς συγκινείσαι, μα και συγκινείς, μέλι και Μελίνα, του κορμιού μου κάθε ίνα, δέσε την σε κόμπο, τον οποίο να κόψεις, μόνο εσύ μπορείς”.

Κι η Μελίνα ξυπνούσε μετά από αυτά τα όνειρα, σε λευκά και μπλε δωμάτια σε Κυκλαδονήσια τις τελευταίες πρωινές ώρες ενός ακόμα Αυγούστου, σε ξύλινα σπιτάκια στο βουνό, χειμώνα χαράματα και με την καταιγίδα να λυσσομανάει απέξω ή στο παιδικό της δωμάτιο μετά από ύπνο βαθύ, μεσημεριανό, κυριακάτικο και κατέγραφε όπως όπως, σε τετράδια με φύλλα πολυτελείας και καλόγουστα, στις σημειώσεις του κινητού της τηλεφώνου, ακόμα και με το κραγιόν της σε χαρτομάντηλα, τα όνειρά της αυτά και, κυρίως, όσα της έλεγε εκείνος.

Αυτή η ιστορία κρατούσε ήδη σχεδόν τρία χρόνια όταν η Μελίνα συνειδητοποίησε πως ήταν ερωτευμένη μαζί του.

Το εκμυστηρεύτηκε στην κολλητή της, την Φιλιώ, κι εκείνη, αφού την άκουσε προσεκτικά και προσπάθησε να την ενσυναισθανθεί όσο περισσότερο μπορούσε, επαγγελματίας ψυχολόγος ούσα, της ζήτησε να αναρωτηθεί μήπως τα όνειρα αυτά ήταν απότοκο του γεγονότος πως τα τελευταία χρόνια η Μελίνα διατηρούσε περιστασιακές ερωτικές σχέσεις και μόνο, παρ’ ότι αυτό που πιθανόν αναζητούσε στ’ αλήθεια ήταν να βρει κάποιον με τον οποίο να μπορούσε να δημιουργήσει μια σχέση βάθους, ουσίας, αγάπης.

Η Μελίνα άκουσε προσεκτικά τα όσα της είπε η Φιλιώ και συγκατάνευσε: πράγματι, λογικά κι ίσως και ψυχολογικά, εκεί ενδεχομένως να εντοπιζόταν η πηγή των ονείρων της αυτών – ωστόσο κι αυτή η διαπίστωση ποσώς την παρηγόρησε και δεν την έκανε να δει το πράγμα αλλιώς.

Λίγο καιρό μετά ήταν που εκείνος σταμάτησε να την επισκέπτεται στα όνειρά της και να της ψιθυρίζει πράγματα στο αυτί.

Όταν η Μελίνα συνειδητοποίησε πως η εξαφάνισή του δεν ήταν παροδικό φαινόμενο, ένιωσε να την κυριεύει βαθιά λύπη.

Σταδιακά, αλλά σταθερά, άρχισε να τρώει όλο και λιγότερο, να πίνει όλο και λιγότερο, να βγαίνει όλο και λιγότερο, να αλληλεπιδρά με τους άλλους ανθρώπους όλο και λιγότερο, να σκέφτεται όλο και λιγότερο, να κινείται όλο και λιγότερο και να κοιμάται όλο και περισσότερο.

Ο ύπνος της όμως ήταν βαρύς, μακρύς και άδειος από όνειρα, εκτός από κάποια πολύ αγχωτικά, όπου έβρισκε τον εαυτό της να τρέχει σε χώρους αδιαμόρφωτους και ρευστούς, λευκούς ως επί το πλείστον, όπου την κυνηγούσαν ή κυνήγουσε – ήταν αδύνατον να ξεχωρίσει τι από τα δύο ίσχυε από ένα σημείο και πέρα – κάποιες πεισματικά ασαφείς κι ουδέτερες σκιές.

Το μούδιασμα του σώματος, του μυαλού και της ψυχής της Μελίνας προέλαυνε με βήμα ταχύ και σχεδόν αναπότρεπτο, όταν, και πριν οδηγηθεί στην απόλυτη στάση και στο πλήρες τέλμα, κατακλύστηκε από ένα αίσθημα απόγνωσης, φοβερό, μα και υγιές κι εν μέρει λυτρωτικό.

Βγήκε απ’ το σπίτι της, μέσα στην καρδιά μιας νύχτας σιωπηλής, με ορμή και μανία, και σε κατάσταση παράκρουσης και σπαράζοντας με λυγμούς άρχισε να τρέχει μες στους ολότελα έρημους δρόμους της πόλης της.

Οδηγήθηκε, εντελώς ενστικτωδώς εννοείται μια και όλες οι λειτουργίες του λογικού της είχαν ανασταλεί, σ’ ένα μικρό ξέφωτο στην κορφή κάποιου λοφίσκου, απ’ όπου μπορούσε να διακρίνει τον ουρανό, τ’ αστέρια και το φεγγάρι πεντακάθαρα.

Είχε πανσέληνο εκείνο το βράδυ.

Η Μελίνα, με δάκρυα στα μάτια, σήκωσε τα κεφάλι της κι αντίκρισε δυό ολόγιομα φεγγάρια.

Σάστισε, κι αυτό το σάστισμα της την βοήθησε να συνέλθει κάπως.

Σκέφτηκε ότι το διπλό φεγγάρι θα έπρεπε να ήταν αποτέλεσμα της παρειδωλίας της προερχόμενης απ’ τα δάκρυά της.

Έτσι, σκούπισε τα μάτια της, προσεκτικά και για πολλή ώρα, κι όταν σιγουρεύτηκε πως ήταν πια στεγνά, ξανακοίταξε ψηλά, προς τον ουρανό.

Τα δύο ολόγιομα φεγγάρια ήσαν ακόμα εκεί.

Η Μελίνα έμεινε εκεί, με το κεφάλι ψηλά, να τα κοιτάζει, χωρίς να μπορεί να σκεφτεί ή να κάνει το παραμικρό.

Αν υποθέσουμε ότι κάπου εκεί κοντά υπήρχε ένας μάρτυρας της όλης σκηνής, θα ήταν εύλογο να προβούμε και στην επιπλέον υπόθεση πως ο μάρτυρας εκείνος θα είχε καταληφθεί από δέος μπροστά στην ιερότητα και την μαγεία της.

Η Μελίνα συνήλθε μόνο όταν τα δίδυμα φεγγάρια άρχισαν να συγχωνεύονται σε ένα.

Με κομμένη την ανάσα, συνειδητοποίησε ότι αυτή ήταν η τελευταία της ευκαιρία.

Υπήρχε τώρα μόνο ένα πράγμα που μπορούσε να κάνει.

Και το έκανε.

Επιστράτευσε και την παραμικρή ικμάδα δύναμης και ζωτικότητας που της είχε απομείνει, έκλεισε τα μάτια της και με κάθε κύτταρο της ύπαρξής της, προσευχήθηκε ψιθυριστά: “Σε θέλω. Έλα κοντά μου. Πάρε με μαζί σου. Δεν μπορώ άλλο να ζήσω χωρίς εσένα”.

Καθώς δάκρυα, όχι όμως πια πανικού μήτε κι απόγνωσης, πλημμύριζαν τα σφαλιστά της μάτια, ένιωσε τις αισθήσεις της να σβήνουν απαλά και βαθμιαία.

.              .              .

Η Μελίνα άνοιξε αργά τα μάτια της.

Βρισκόταν στο παιδικό της δωμάτιο κι ήταν ξαπλωμένη στο πλάι, κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο την καινούρια μέρα που γλυκοχάραζε, μέσα σε ρόδινους, απαλούς και καθησυχαστικούς μιας αείποτε πονεμένης καρδιάς, τόνους.

Καθώς η πρώτη ηλιαχτίδα εισέβαλε στο δωμάτιο, τον άκουσε από πίσω της να της ψιθυρίζει: “Αυτό που με κρατούσε μακριά σου, ο φόβος μην στο μέλι σου πνιγώ. Αυτό που με φέρνει κοντά σου, ο πόθος μου στο μέλι σου να πνιγώ”.

Η Μελίνα χαμογέλασε ευτυχισμένη, μα δεν γύρισε να κοιτάξει αν όντως εκείνος βρισκόταν τώρα πια, με σάρκα και οστά, στο πλευρό της.

Δεν χρειαζόταν να το κάνει.

……………………………………………………………………………………………………………..

Προσευχή ενός άθεου (18 Αυγούστου 2017)

Καλέ μου Θεούλη (που δεν υπάρχεις),
Δώσε μου την δύναμη (που ούτε εσύ την έχεις ούτε εγώ την έχω),
Να την βγάλω καθαρή, υγιής και χαρούμενος για μια ακόμα μέρα (μια μέρα που υποτίθεται ότι εσύ την στεριώνεις, και που επίσης υποτίθεται ότι από εμένα εξαρτάται το πως θα εξελιχθεί),
Κι εγώ υπόσχομαι ότι θα αναβάλω για μία ακόμη φορά να σου απευθύνω προκλητικές ερωτήσεις του τύπου: “Θεούλη μου, εσύ που είσαι παντοδύναμος, μπορείς να φτιάξεις μια τόσο μεγάλη πέτρα που να μην μπορείς ούτε εσύ να την σηκώσεις;”.

Δούλος Ταπεινός σου (Αφέντης Υπερήφανός σου),

Ένας Άθεος

……………………………………………………………………………………………………………..

Πρώτη φορά (28 Ιουλίου 2017)

Δεν θυμάμαι ακριβώς ποια ήταν η πρώτη φορά που σε είδα.

Θυμάμαι όμως πολύ καλά ποια ήταν η πρώτη φορά που με κοίταξες.

Η πρώτη φορά που σε ονειρεύτηκα.

Η πρώτη φορά που μου χαμογέλασες, έστω κι αν ήταν κατά λάθος (με πέρασες για κάποιον άλλον, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα).

Η πρώτη φορά που σε φαντασιώθηκα.

Η πρώτη φορά που μου μίλησες.

Η πρώτη φορά που περπατήσαμε μαζί ως το σπίτι σου.

Η πρώτη φορά που σε άγγιξα, έστω και φευγαλέα.

Η πρώτη φορά που πέρασα ολόκληρη την νύχτα άγρυπνος εξαιτίας σου.

Η πρώτη φορά που γέλασες με αστείο μου.

Η πρώτη φορά που με φίλησες σταυρωτά.

Η πρώτη φορά που χορέψαμε μαζί.

Η πρώτη φορά που σε είδα να φιλάς κάποιον άλλον.

Η πρώτη φορά που έκλαψα για σένα στα κρυφά, μέσα στο σκοτάδι.

Η πρώτη φορά που ένιωσα πως είμαι ερωτευμένος μαζί σου.

Η πρώτη φορά που έγραψα ένα χαζούλικο ποιηματάκι για σένα, το οποίο ποτέ δεν σου έδωσα.

Η πρώτη φορά που θύμωσα μαζί σου και σε καταράστηκα.

Η πρώτη φορά που σου είπα κάτι, για το οποίο επρόκειτο πολύ γρήγορα να μετανιώσω.

Η πρώτη φορά που ήθελα να ξεριζώσω την καρδιά μου και να στην δώσω να την φας μπροστά μου, μπουκιά μπουκιά.

Η πρώτη φορά που απελπίστηκα τελείως πιστεύοντας πως δεν θα με έβλεπες ποτέ ως τίποτε άλλο πέρα απ’ τον μάλλον αφελή και χαζούλη φίλο σου, κάτι σαν τον λούτρινο αρκούδο σου.

Η πρώτη φορά που ταξιδέψαμε παρέα.

Η πρώτη φορά που μεθύσαμε μαζί.

Η πρώτη φορά που σου εξομολογήθηκα τα αισθήματά μου για σένα.

Η πρώτη φορά που με απέρριψες ερωτικά.

Η πρώτη φορά που ευχήθηκα να μπορούσα να σε σβήσω απ’ την μνήμη μου, εσένα κι όσα είχαμε ζήσει μαζί, σαν να μην σε είχα γνωρίσει ποτέ.

Η πρώτη φορά που σε πέτυχα κάπου και προσποιήθηκα πως δεν σε είδα.

Η πρώτη φορά που λογομαχήσαμε πολύ έντονα.

Η πρώτη φορά που χώρισα με κάποια άλλη εξαιτίας σου.

Η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα πως θα είμαι αιωνίως ερωτευμένος μαζί σου, ό, τι κι αν συμβεί.

Η πρώτη φορά που ένιωσα πόσο αγαπάω το κομμάτι της καρδιάς μου που σου ανήκει.

Η πρώτη φορά που σε ξαναείδα μετά από πάρα πολύ καιρό.

Η πρώτη φορά που σου μίλησα ανοιχτά για τους πάντες και τα πάντα.

Η πρώτη φορά που σε πήρα αγκαλιά χωρίς να περιμένω τίποτε άλλο.

Η πρώτη φορά που σου είπα: «η ομορφιά σου είναι σαν το αστέρι που διασχίζει τον ορίζοντα και πέφτει για να με λούσει με ευχές και μυστικά ανομολόγητα ένα θεότρελο βράδυ, σαν τον ήλιο που με λοξοκοιτάζει ένα χρυσαφένιο απόγευμα, σαν την θάλασσα που με καταπίνει αχόρταγα με τεράστια κύματα, σαν τον αέρα που με τυλίγει με ένα αόρατο σεντόνι φτιαγμένο από το πιο φίνο κι έντονο ρίγος συγκίνησης».

Η πρώτη φορά που κοίταξα μες στα μάτια σου και σου είπα: «εκεί μέσα βλέπω τον εαυτό μου».

Η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα πως αξίζω την αγάπη σου κι αξίζεις την αγάπη μου, απολύτως και παντοτινά.

Η πρώτη φορά που κατάλαβα πως τίποτα απ’ όσα έγιναν ανάμεσά μας δεν πήγε χαμένο.

Η πρώτη φορά που σου είπα και το εννοούσα: «εγώ θα είμαι εδώ για σένα, ό, τι κι αν συμβεί».

Η πρώτη φορά που δεν μπορούσα να βρω πώς να τελειώσω μια ιστορία…

Μήπως θέλεις να την συνεχίσουμε και να την τελειώσουμε μαζί;

……………………………………………………………………………………………………………..

Το μπαλκόνι της Ίριδας (Θερινό Ηλιοστάσιο 2017)

Στο νεφοσκεπές της μπαλκόνι, η Ίριδα στεκόταν μόνη.

Μέχρι πρόσφατα, μπορούσε να διακρίνει από το ίδιο σημείο όπου στεκόταν τώρα το γαλάζιο πανόραμα του Σαρωνικού να ανοίγεται μπροστά της μεγαλοπρεπές, ίσαμε την Αίγινα.

Μιλάμε, δηλαδή, για μια εμπειρία συγκλονιστική, ανεπανάληπτη.

Έτσι δεν ήταν ν’ απορεί κανείς που απίστευτα καταπονημένοι κι εξίσου απίστευτα επίμονοι προσκυνητές κατέφθαναν από παντού, από τις παγωμένες εσχατιές της Γιακουτίας και της Σαχαλίνης, από τις υπέρπυκνες, μυστηριώδεις ζούγκλες του Μάττο Γκρόσσο, από τους ορυζώνες του Βιετνάμ, από τα υψίπεδα του Γκολάν, από τις ηλεκτροφωτισμένες μητροπόλεις της Δύσης, από ερήμους και τούντρες, από νυσταλέες παραθαλάσσιες πολίχνες και περήφανα απάτητα ορεινά κεφαλοχώρια, απ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου, για να απολαύσουν με τα ίδια τους τα μάτια την μοναδική εκείνη θέα που έδινε φτερά στην ψυχή και γέμιζε δύναμη πνεύματα και σώματα.

Από τότε που είχαν έρθει εκείνα τα σύννεφα, όμως, κι είχαν κατασκηνώσει τριγύρω απ’ το ωραιότερο μπαλκόνι της Μεσογείου, το κυριότερο ατού του, η ορατότητα, είχε εκμηδενιστεί κι ως εκ τούτου το μπαλκόνι είχε πέσει σε μαρασμό.

Η Ίριδα στην αρχή είπε: “δεν μπορεί, παροδική συννεφιά είναι, θα περάσει, αργά ή γρήγορα, που θα πάει, θα περάσει, “among the sunshine, there’s got to be a little rain, or at least cloudy weather, sometimes”, παραφράζοντας και το γνωστό τραγούδι.

Όμως περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι εβδομάδες, κι η συννεφιά εκεί, είχε κατσικωθεί και δεν έλεγε να το κουνήσει ρούπι.

Το όλο φαινόμενο, δε, γινόταν ακόμα πιο εξοργιστικό λόγω της εμβέλειάς του: περιοριζόταν μόνο στον εναέριο χώρο τριγύρω απ’ το μπαλκόνι της Ίριδας και κάλυπτε ακριβώς όσο χώρο χρειαζόταν για να αποτρέπει τον επίδοξο θεατή απ’ το να απολαύσει και την παραμικρή θέα.

Ένα κάρο ειδικοί και “ειδικοί” επιστρατεύτηκαν για να μελετήσουν και να δώσουν λύση σ’ αυτό το σπάνιο πρόβλημα: τί μετεωρολόγοι, τί νεφολόγοι, τί φυσικοί, τί αστρονόμοι, τί αστρολόγοι, τί μαθητευόμενοι μάγοι, τί οιωνοσκόποι, τί σαμάνοι, τί αξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων, τί η ίδια η θρυλική Συννεφούλα…

Τζίφος, τίποτα, μηδέν εις το πηλίκον, όλες οι απόπειρες των παραπάνω να ερμηνεύσουν το μυστηριώδες φαινόμενο και να βρουν τον τρόπο ν’ απομακρύνουν τα πεισματάρικα νέφη απέβησαν άκαρπες.

Τελικά, κάποια στιγμή η Ίριδα απελπίστηκε κι εγκατέλειψε την προσπάθεια.

Το πήρε απόφαση: θα ζούσε παρέα με τα σύννεφα από δω και στο εξής.

Εξάλλου, ελλόγου τους δεν ήταν και τόσο άσχημα: δεν ήταν μήτε γκρίζα, μήτε μαύρα, αλλά λευκά με μια μόνιμη ροδίζουσα απόχρωση, που θύμιζε το χρώμα του ηλιοβασιλέματος.

Και το καταπληκτικό ήταν ότι διατηρούσαν αυτό το ίδιο χρώμα ανεξαρτήτως του τι ώρα ήταν στην πραγματικότητα: έτσι, ακόμα κι όταν ήταν μεσάνυχτα, στο μπαλκόνι της Ίριδας ήταν πάντα φωτεινά, με μια απόχρωση μουχρώματος.

Όμως, έστω κι αν έλεγε στον εαυτό της πως το είχε πάρει απόφαση κι είχε συμφιλιωθεί με την νεοδιαμορφωθείσα κατάσταση, ερχόντουσαν, αναπόφευκτα, κάποιες στιγμές που την έπνιγε το παράπονο.

“Μα γιατί, γιατί, να αποστερούμαι αυτήν την θέα, που τόσο την απολάμβανα, που τόσο την είχα ανάγκη”, έλεγε, έπαιρνε μια ανάσα και συνέχιζε, “γυρνούσα σπίτι μετά από μέρες δύσκολες, πήξιμο στην δουλειά, μπλεξίματα με αφερέγγυους κι ανερμάτιστους ανθρώπους, μέρες κατηφείς και γκρίζες, μέρες ζωοκτόνες, κι όμως, το μόνο που αρκούσε για να θεραπευτώ ήταν ν’ ανέβω στο δώμα μου, να βγω στο μπαλκόνι και ν’ αγναντέψω, αχ, ν’ αγναντέψω, αυτό το υπέροχο, το φανταστικό, το λυτρωτικό θέαμα: την θάλασσα, τον ουρανό, το βουνό, να πάρω μια τζούρα των χρωμάτων και των ήχων της Αττικής γης, να νιώσω την αληθινή, ατόφια της ατμόσφαιρα να μου διαποτίζει το δέρμα – ναι λοιπόν, αρκούσε αυτό για να αποτινάξω από πάνω μου όλο το βρώμικο φορτίο της σκυλίσιας ημέρας και να νιώσω και πάλι ανάλαφρη, ελεύθερη, με τους ορίζοντες, κυριολεκτικούς τε και μεταφορικούς, ν’ ανοίγονται διάπλατοι μπροστά μου, με δυο λόγια… να νιώσω ζωντανή!

Μα τώρα… όλα γίνανε μια συννεφιά…”.

Τέτοιες σκέψεις, γεμάτες από παράπονο, που τις διακατείχε μια υφέρπουσα παραίτηση, την είχαν καταλάβει και την στιγμή εκείνη, στην αρχή της ιστορίας μας, καθώς στεκόταν μόνη στο νεφοσκεπές της μπαλκόνι.

Οι σκέψεις αυτές απέκτησαν τάχιστα ένα μομέντουμ και μια δυναμική που τις μετέτρεψαν σε χιονοστιβάδα αρνητικότητας.

Ένα σαρωτικό αίσθημα απελπισίας την κυρίεψε.

Η Ίριδα έκλεισε τα μάτια της.

Δυο δάκρυα ξέφυγαν από το καθένα τους και διέγραψαν μια κατοπτρικά συμμετρική τοξωτή πορεία στις παρειές της, μέχρι να καταλήξουν στις εκατέρωθεν άκρες των χειλιών της, που τρεμόπαιζαν ανεπαισθήτως.

Όταν ο άνθρωπος φτάνει στο σημείο καμπής, στο “ως εδώ και μη παρέκει”, σε μια “μοναδικότητα”, ένα singularity, όπως θα έλεγε ένας φυσικός, ή που θα αφανιστεί ή που θα γίνει κοινωνός κάτι νέου κι εντελώς αναπάντεχου.

Η Ίριδα είχε φτάσει στο σημείο μηδέν.

Κι η Ίριδα δεν αφανίστηκε.

Από βαθιά μέσα της, μα ταυτοχρόνως κι από κάπου έξω, μέσα απ’ τα σύννεφα που περιτριγυρίζαν το μπαλκόνι της, άκουσε κάτι σαν απόηχο από μακρινές καμπάνες, που χτυπούσαν χαρμόσυνα.

Ανάμεσα στα κενά απ’ τους χτύπους των καμπανών, άκουγε κάτι λόγια.

Αχνά, διακεκομμένα, απροσδιόριστα στην αρχή, γρήγορα όμως άρχισαν να ξεκαθαρίζουν.

Ήταν μια φωνή πολύ μπάσα, ουδέτερη, που μίλαγε, αφήνοντας γενναιόδωρα κενά μεταξύ των λέξεων.

Έλεγε: “Για να καθαρίσει ο ουρανός σου, τρεις πόρτες πρέπει να διαβείς.

Ιδού η πρώτη πόρτα”..,

Η Ίριδα άνοιξε τα μάτια της.

Βρισκόταν σ’ έναν μεγάλο σκοτεινό χώρο.

Ο μόνος θαμπός φωτισμός προερχόταν από μια σειρά από επιδαπέδιες μικρές λάμπες, στον διάδρομο που ανοιγόταν μπροστά της.

Ο διάδρομος αυτός οδηγούσε σε μια κλειστή πόρτα.

Η Ίριδα άρχισε να βαδίζει προς την πόρτα,  κατά μήκος του διαδρόμου αυτού.

Στην μέση του, περίπου, κοντοστάθηκε.

Στην στιγμή, ένας δεύτερος διάδρομος εμφανίστηκε.

Ήταν κάθετος ως προς εκείνον όπου βρισκόταν η Ίριδα και τον έτεμνε στο ακριβές σημείο όπου στεκόταν.

Η Ίριδα κοίταξε καλύτερα κι είδε τον εαυτό της να υλοποιείται στην άκρη του νεοεμφανισθέντος διαδρόμου και να βαδίζει προς την κατεύθυνσή της.

Συνειδητοποίησε πως αυτό που έβλεπε ήταν ο εαυτός της απ’ το πολύ πρόσφατο παρελθόν, ο οποίος πραγματοποιούσε την διαδρομή που εκείνη είχε πραγματοποιήσει δευτερόλεπτα νωρίτερα.

Πάγωσε και περίμενε.

Όταν ο εαυτός της απ’ το παρελθόν έφτασε στο σημείο όπου βρισκόταν, στάθηκε στο μισό μέτρο απόσταση και την κοίταξε στα μάτια.

Τότε έσβησαν όλα τα φώτα εκτός από εκείνα που κάλυπταν το ένα τετραγωνικό μέτρο τριγύρω από τις δύο Ίριδες.

Κι οι δύο γύρισαν ταυτόχρονα και κοίταξαν προς την κλειστή πόρτα.

Η τελευταία φάνταζε τώρα τόσο μακρινή κι απρόσιτη.

Τότε η Ίριδα του παρόντος συνήλθε, συνειδητοποιώντας πως αν μπορούσε να δει και να αλληλεπιδράσει με την Ίριδα του παρελθόντος, τότε μπορούσε να κάνει το ίδιο και με την Ίριδα του μέλλοντος.

Απ’ την πλευρά της κλειστής πόρτας άκουσε έναν υψίσυχνο ήχο και την είδε να ανοίγει.

Από μέσα εμφανίστηκε χαμογελαστή η Ίριδα του μέλλοντος και χαιρέτησε με μια χαρακτηριστική χειρονομία τις άλλες δύο εκδοχές της, εκείνες που ταυτίζονταν ήδη μ’ αυτήν, ωστόσο μέχρι τότε δεν το γνώριζαν.

Οι τρεις Ίριδες ξανάεγιναν μία και πέρασαν μέσα απ’ την πρώτη πόρτα…

… Η μπάσα φωνή αντήχησε και πάλι: “Ιδού η δεύτερη πόρτα”…

Η Ίριδα ήταν ξαπλωμένη αναπαυτικά στην σαιζλόνγκ της, δίπλα σε μια πισίνα τεραστίων διαστάσεων, όπου χαλάρωνε, λιαζόταν κι απολάμβανε το πολύχρωμο κοκτέιλ της.

Βίωνε την νιρβάνα, ένιωθε πλήρης, ένιωθε ευτυχισμένη.

Πλήρης;

Ευτυχισμένη;

Με το που φάνηκε ο ναυαγοσώστης, η νιρβάνα της κατέρρευσε με πάταγο.

Ψηλός, ηλιοκαμένος, απολλώνια γραμμωμένος και συμμετρικός, στο άνθος της νιότης και της ομορφιάς του, βάδιζε κι η γης έτρεμε!

Κι η καρδιά της Ίριδας φτεροκοπούσε καθώς βυθιζόταν σ’ ένα πηγάδι σκοτεινό  σαν την αφέγγαρη, ανάστερη κι αφώτιστη νύχτα, βαθύ σαν τον Άδη, απροσπέλαστο σαν το εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας, επώδυνο σαν την πτώση των Πρωτόπλαστων απ’ τον Παράδεισο…

Ο ναυαγοσώστης προχώρησε ως το πόστο του, που βρισκόταν απέναντι κι αντιδιαμετρικά απ’ την σαιζλονγκ της Ίριδας.

Η Ίριδα ανασηκώθηκε να τον δει λίγο καλύτερα.

Ο ναυαγοσώστης έβγαλε την μπλούζα και το παντελόνι που φορούσε κι έμεινε μόνο με ένα κόκκινο μαγιό.

Ύστερα, άρχισε να κάνει ελαφρές διατάσεις.

Ένα τσούρμο από κορίτσια μαζεύτηκαν και άρχισαν να ζουζουνίζουν ολόγυρά του.

Εκείνος απολάμβανε την προσοχή όλων τους κι αλληλεπιδρούσε, έστω και λίγο, με την καθεμιά τους.

Ωστόσο, την μερίδα του λέοντος του ενδιαφέροντος και της φροντίδας του, την είχε κερδίσει ολοφάνερα μια εντυπωσιακή ξανθιά κοπέλα, μ’ ένα κατάμαυρο μπικίνι που κάλυπτε τα απολύτως απαραίτητα σημεία των επίμαχων περιοχών του σώματός της.

Καθώς τα έβλεπε αυτά η Ίριδα ένιωθε το αντηλιακό της να γίνεται ένα με το δέρμα της και να λιώνει, σαν το κερί που το καταβροχθίζει, τυφλή κι αμείλικτη, η φλόγα, η υπέροχη φλόγα του έρωτα, τόσο υπέροχη που καταντά ανυπόφορη, τόσο ανυπόφορη που καμιά φορά σκοτώνει.

Δεν άντεχε άλλο, έπρεπε να κάνει κάτι για να συνέλθει, ευτυχώς ήταν κυριολεκτικά δίπλα στο νερό, έβγαλε λοιπόν τα γυαλιά της, τα πέταξε παραπέρα και βούτηξε στην πισίνα.

Διαπιστώνοντας ότι η πισίνα ήταν ασυνήθιστα βαθιά – πέντε μέτρα και βάλε – έκλεισε τα μάτια της κι έκανε μακροβούτι.

Αχ, τί αναζωογονητικό που ήταν…

Για μισή στιγμή ξέχασε θαλερούς ναυαγοσώστες, ξέχασε τις στενοχώριες της, ξέχασε τα πάντα.

Στην μέση του μακροβουτιού, όμως, τα θυμήθηκε όλα – κι άνοιξε τα μάτια της.

Τότε την είδε.

Ήταν μια καταπακτή στον πυθμένα της πισίνας, μ’ ένα πόμολο με σχήμα κοχυλιού στο κέντρο της.

Το γνώριζε τώρα, με όλο της το είναι, πως ο δρόμος της οδηγούσε μέσα απ’ την καταπακτή, ο δρόμος της, αντίθετα προς τα κελεύσματα του σώματός της, δεν περνούσε μέσα απ’ την αγκαλιά του ναυαγοσώστη.

Όμως, της ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να κρατήσει την αναπνοή της για όσο χρειαζόταν ώστε και να κατέλθει στον βυθό της πισίνας και να μπορέσει ν’ ανοίξει την καταπακτή και να περάσει από μέσα της.

Χρειαζόταν κάποιον που θα είχε τις αντοχές και την εκπαίδευση να πραγματοποιήσει έναν τέτοιον άθλο.

Χρειαζόταν… έναν ναυαγοσώστη.

Ολοκλήρωσε το μακροβούτι της και βγήκε στην επιφάνεια.

Έπρεπε να του τραβήξει κάπως την προσοχή – πώς όμως θα το έκανε που δεν άντεχε να τον κοιτάξει για περισσότερο από ένα δευτερόλεπτο χωρίς να νιώσει πως η καρδιά της θα εκραγεί και το μυαλό της θα σαλέψει;

Τότε σκέφτηκε κάτι.

Ύψωσε το κεφάλι της και κοίταξε τον ήλιο κατάματα.

Τρεις, πέντε, δέκα στιγμές, μέχρι να φτάσει στο κατώφλι της τύφλωσης.

Τότε μόνο στράφηκε και κοίταξε κατά την κατεύθυνσή του ναυαγοσώστη, ενώ το οπτικό της πεδίο είχε γεμίσει από χοντρές μαύρες κηλίδες.

Δεν μπορούσε να τον δει πλέον, εκείνος όμως την είδε.

Ένα πλάσμα που έμοιαζε χαμένο κι αβοήθητο στην μέση του μεγάλου ωκεανού που χωρίζει την ήπειρο της ύπαρξης απ’ την άβυσσο της ανυπαρξίας.

Κάτι έκανε κλικ μέσα του.

Την ενσυναισθάνθηκε.

Ο ναυαγοσώστης ενσυναισθάνθηκε την Ίριδα.

Κυριολεκτικώς την ενσυναισθάνθηκε, έγινε ένα μαζί της, έβλεπε με τα μάτια της, άκουγε με τ’ αυτιά της, μύριζε με την μύτη της, γευόταν με την γλώσσα της, το δέρμα του μυρμήγκιαζε με όσα εκείνο αισθανόταν μέσω της αφής της, σκεφτόταν τις σκέψεις της, ένιωθε με την καρδιά της.

Και το αντίθετο: η Ίριδα έγινε ο ναυαγοσώστης.

Κι έτσι διαπίστωσε, πρακτικά, πως, στην ουσία και στο βάθος, δεν υπήρχε διαφορα μεταξύ τους, οι δυο τους ήταν ένα.

Χωρίς να χάσει χρόνο ο ναυαγοσώστης βούτηξε στο νερό κι έφτασε ως τον πυθμένα του και την καταπακτή.

Άρχισε να γυρνάει το πόμολο όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να την ανοίξει.

Όμως έπαιρνε ώρα, περισσότερη απ’ ότι περίμενε, και τα αποθέματα οξυγόνου του, ακόμα κι αυτού που ήταν ειδικά προπονημένος, εξαντλούνταν.

Καταβάλλοντας μια τελευταία υπερπροσπάθεια, άνοιξε την καταπακτή.

Καθώς έχανε τις αισθήσεις του, όρμηξε μέσα στο σκοτεινό άνοιγμα…

… Η Ίριδα συνήλθε, ακούγοντας την μπάσα φωνή για τρίτη και τελευταία φορά: “… Ιδού η τρίτη πόρτα”.

Κοίταξε τριγύρω της.

Βρισκόταν στο δώμα της, καθισμένη στο κρεβάτι της.

Ήταν όπως το είχε αφήσει, με μία σημαντική διαφορά: στην θέση της μπαλκονόπορτας που οδηγούσε στ’ ωραιότερο μπαλκόνι της Μεσογείου, υπήρχε μια κλειστή βαριά σκουριασμένη πόρτα, που ήταν κλειδαμπαρωμένη μ’ ένα βαρύ λουκέτο.

Η Ίριδα κοίταξε τριγύρω, τα διάφορα προσωπικά της αντικείμενα, μην έχοντας ιδέα τι έπρεπε να κάνει.

Τότε άκουσε την φωνή και πάλι: “Θυμήσου την φράση. Θυμήσου την μαγική φράση. Είναι η αποστολή σου σε αυτόν τον κόσμο κι είναι και το κλειδί που ξεκλειδώνει την τρίτη και τελευταία πόρτα”…

Η Ίριδα έστυψε το μυαλό της επί ώρα.

Τζίφος, τίποτα, μηδέν εις το πηλίκον.

Δεν άφησε όμως τον εαυτό της να παραδοθεί στην απόγνωση, αλλά είπε, μεγαλοφώνως μάλιστα: “Θα  παραμερίσω για λίγο την λογική και θ’ αφεθώ στο ένστικτό μου”.

Έκλεισε τα μάτια και, όντως, αφέθηκε.

Οι λέξεις της ήρθαν μία προς μία:

“Στον αστερισμό του ανέμου,

Με μάτια σαν φωτιά,

Την νύχτα ξεραΐλα, βροχή τη μέρα,

Ώσπου να χτίσω, τη μοναδική του κόσμου τέλεια σφαίρα”

Με το που τελείωσε την απαγγελία της, η τεράστια πόρτα εξερράγη σε χίλια κι ένα κομμάτια.

Φως, λευκό κι εκτυφλωτικό, εισέβαλε στο δώμα της Ίριδας.

Εκείνη, χαμογελαστή, σηκώθηκε και βάδισε μέσα στο φως, προς το μπαλκόνι της.

Εφτά ανάριες, αραχνοΰφαντες κουρτίνες αγνού, ατόφιου, λευκού φωτός παραμέρισε η Ίριδα, ώσπου να βγει στο μπαλκόνι της.

Τα σύννεφα είχαν διαλυθεί, μα η θέα δεν ήταν διόλου η ίδια με πριν.

Ο Σαρωνικός κι η Παραλιακή Λεωφόρος είχαν αντικατασταθεί απ’ το εκπάγλου ομορφιάς πανόραμα ενός ουρανού γεμάτου με μυριάδες αστέρια.

Ήταν ο αστερισμός των Διδύμων, σε όλη την ανόθευτη, μαγευτική, υποβλητική του μεγαλοπρέπεια.

Ο Κάστωρ κι ο Πολυδεύκης έκλεισαν το μάτι από ψηλά στην Ίριδα, ενώ οι αδελφές τους, η Ωραία Ελένη κι η Κλυταιμνήστρα, πήραν να της σιγοσφυρίζουν έναν σκοπό, που μες στις νότες του περιείχε ολόκληρη την Ιλιάδα και την Οδύσσεια μαζί.

Κι η Ίριδα, η Ίριδα του Οφθαλμού του Ώντος, του Σύμπαντος, κατανόησε και εννόησε.

Συνεστάλη.

Διεστάλη.

Δημιουργώντας έναν ακόμα καινούριο κόσμο.

……………………………………………………………………………………………………………..

Το μπλουζ που ποτέ δεν χόρεψα (κι όμως πάντα θα χορεύω) (Τέλη Δεκεμβρίου 2016)

Αυτή είναι μια ιστορία ενός αγοριού, που τυχαίνει να γνωρίζω αρκετά καλά.

Όχι παραπάνω από αρκετά, μιας και ποτέ δεν μπορεί κανείς να γνωρίσει πλήρως τον εαυτό του, ας είμαστε ειλικρινείς.

Ήμουν 13 χρονών, έφηβος και μαθητής της Δευτέρας Γυμνασίου, και παρευρισκόμουν σε πάρτυ το οποίο διοργάνωνε μια συμμαθήτριά μου στο σπίτι της.

Ας μεταφερθούμε νοερά 23 χρόνια πίσω, στον Νοέμβριο του σωτήριου έτους 1993.

Ο λεγόμενος “υπαρκτός σοσιαλισμός” είχε μόλις καταρρεύσει κι εισερχόμασταν σιγά σιγά σ’ αυτήν την τόσο απατηλά λαμπερή εποχή, που επρόκειτο να κορυφωθεί, στην περίπτωση της Ελλάδας, περίπου δέκα χρόνια αργότερα με τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.

Ήταν τότε που ένα γενικότερο κλίμα αποθέωσης κι ενστερνισμού μιας κτηνωδώς κυνικής, αμοραλιστικής και συβαρίτικης στάσης απέναντι στη ζωή (το ξέρω πως ακούγομαι λίγο σαν τον Βύρωνα Πολύδωρα) είχε αρχίσει να παίρνει το πάνω χέρι για τα καλά.

Και, μέσα σ’ όλα τ’ άλλα, οι Νιρβάνα κι ο Κερτ Κομπέην ετοιμάζονταν να αναγορευθούν στο μεγαλύτερο συγκρότημα και στον μεγαλύτερο τραγουδιστή, αντιστοίχως, όλων των εποχών.

Ή τουλάχιστον έτσι ισχυριζόταν το ένα απ’ τα αλάνια (το αρχι-αλάνι, δηλαδή) της τάξης μου καθώς απολάμβανε το τσιγάρο του, αραχτός λίγο παραδίπλα από εμένα, σ’ έναν απ’ τους καναπέδες του σπιτιού της συμμαθήτριάς μου – διοργανώτριας του πάρτυ.

Δίπλα του, τα άλλα δύο (ανθυπο-) αλάνια της τάξης, που επίσης φούμαραν με ύφος μάγκα σε πειραιώτικο τεκέ του Μεσοπολέμου, συγκατάνευσαν στην ετυμηγορία του αρχι-αλανιού, κουνώντας τα κεφάλια τους πάνω κάτω μια φορά.

(Παρεμπιπτόντως, αν άθροιζες τα χρόνια που είχαν μείνει στην ίδια τάξη και οι τρεις τους θα προέκυπτε ο αριθμός πέντε).

“Εσύ ρε μάγκα, τί λες, συμφωνείς;”, με ρώτησε τότε μέσα από αλλεπάλληλα δαχτυλίδια καπνού, κι επιτυγχάνοντας να μ’ αιφνιδιάσει απολύτως, το περί ου ο λόγος αρχι-αλάνι.

Εγώ, που είχα στήσει μεν αυτί και παρακολουθούσα την συζήτηση τους με προσοχή, παρ’ όλα αυτά το τελευταίο πράγμα που περίμενα ήταν να μου απευθυνθεί πρόσκληση συμμετοχής σε αυτήν, τινάχτηκα σχεδόν όρθιος, στράφηκα προς την κατεύθυνση του ερωτώντος, που φορούσε μπουφάν τύπου φλάι, όπως και οι έτεροι δύο Καππαδόκηδες, παρ’ όλο που βρισκόμασταν σ’ εσωτερικό χώρο και τα καλοριφέρ ήταν αναμμένα στο φουλ, και το μόνο που κατόρθωσα να ψελλίσω ήταν ένα αναιμικό “εεε…”.

“Τί, δεν έχεις γνώμη; Μη μου πεις…! Δηλαδή, ρε μάστορα, για νάχουμε καλό ερώτημα, εσύ ξέρεις μόνο από Ιστορία του Βυζαντίου και πρωτεύουσες των χωρών της Αφρικής;”, συνέχισε, κάπως κοροϊδευτικά και δείχνοντας να απολαμβάνει τον μονόλογο του.

“Ε… εντάξει, πολύ καλοί οι Νιρβάνα, μετράνε πολύ. Εντάξει, εμένα μ’ αρέσουν κι οι Γκανς εν Ρόουζις…”, του αντιγύρισα κάπως αμήχανα, ωστόσο αμέσως δαγκώθηκα από μέσα μου, φοβούμενος μήπως είχα υπερβεί τα εσκαμμένα.

“Χα! Γκανς εν Ρόουζις! Τί σχέση μπορεί να έχουν οι Νιρβάνα με τους Γκανς εν Ρόουζις, ρε φίλε; Είναι σαν να σου λέω εγώ για τον Παύλο Σιδηρόπουλο κι εσύ να μου απαντάς για τον Μπίγαλη, να πούμε! Χα! Χρύσα! Το άκουσες αυτό; Έλα εδώ, γιατί θα μου πέσουν τ’ αυτιά μ’ αυτά που ακούω απόψε, να πούμε…”!

Η Χρύσα κατέφθασε σχεδόν αμέσως ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα του αλανιού (που τύχαινε να είναι κι ο τότε γκόμενός της) και ήταν, ως συνήθως, χάρμα οφθαλμών.

Σχετικά ψηλή, με ξανθό κατσαρό μαλλί, γαλανομάτα, με σχεδόν γυναικείες αναλογίες σώματος ήδη απ’ τα 14 της, ντυμένη μ’ ένα υπέροχο αμάνικο μαύρο φόρεμα που της έφτανε ως τα γόνατα και ψηλοτάκουνες μαύρες μπότες.

Μου κόπηκε η αναπνοή που την έβλεπα από τόσο κοντά, πόσο μάλλον που με κοίταζε, πόσο μάλλον που μου χαμογελούσε κιόλας.

“Τί είναι ρε Πέτρο”, τον ρώτησε με την υπέροχα γλυκιά φωνή της κι ενώ συνέχιζε να με κοιτάζει, “τί σου έκανε το παιδί και το πειράζεις;”.

“Εγώ δεν πειράζω κανένα! Αλλά όταν ακούω να μου συγκρίνουν τους Νιρβάνα με τους Γκανς εν Ρόουζις, ε, τότε δεν μπορώ παρά να γελάσω”!

“Γιατί, τί έχουν οι Γκανς εν Ρόουζις; Μια χαρά είναι!”, με υπερασπίστηκε η Χρύσα κι ομολογώ πως η καρδιά μου πετάρισε.

“Χα! Δεν βάζω ν’ ακούσω καλύτερα Καζαντζίδη;”, είπε ο Πέτρος με έντονη χροιά απαξίωσης στη φωνή του.

“Να σου πω, Πετράν, θα μου κάνεις την χάρη να μου φέρεις κάτι να πιω; Και τις λύνουμε αργότερα τις μουσικές μας διάφορες. Ε, μωράκι μου;”.

Ποιός θα μπορούσε να διανοηθεί να φέρει αντίρρηση σ’ ένα τέτοιο κορίτσι; Κανείς, βεβαίως – ούτε καν το αρχι-αλάνι του σχολείου.

Έτσι, αναστενάζοντας, έσβησε το τσιγάρο του στο τασάκι, σηκώθηκε όρθιος και τράβηξε γραμμή για το σύνθετο όπου βρίσκονταν τα ποτά, ακολουθούμενος από τα άλλα δύο αλάνια – βαστάζους του, ενώ η Χρύσα μου έκλεισε το μάτι, συνεχίζοντας να μου χαμογελάει, και κάθησε στην μέχρι πρότινος θέση του γκόμενού της.

“Στο Β1 δεν είσαι;”, ήταν το πρώτο πράγμα που με ρώτησε.

“Ε, ναι, ναι, κι εσύ, ε, αν δεν κάνω λάθος στοοοο… Β4; Όχι περίμενε στο Β3, σωστά;”, την ρώτησα, κάνοντας δήθεν πως δεν θυμόμουν ή δεν ήξερα ακριβώς το Τμήμα της, αν και φυσικά το γνώριζα πέραν πάσης αμφιβολίας.

“Ναι, ναι, στο Β3! Και να σου πω: δεν μένεις εκεί ψηλά, Χαροκόπου μεριά, κοντά στην Κατερίνα;”.

Η Κατερίνα ήταν η κολλητή της οπότε άδραξα την ευκαιρία και της είπα: “Ναι! Καμιά φορά γυρνάμε σπίτι απ’ το σχολείο μαζί με την Κατερίνα και τα λέμε. Είστε φίλες, έτσι δεν είναι;”, παίζοντας το πάλι μια σταλίτσα ανήξερος. Παρ’ όλα αυτά, τί να έκανα; Να της φανέρωνα ότι ήξερα κάθε δυνατή λεπτομέρεια για εκείνη μιας και την είχα ψιλοπατήσει με την πάρτη της και, συνεπώς, να την φρίκαρα ντιπ για ντιπ; Απαπαπα!!!).

“Ναι, όχι απλώς φίλες, είμαστε κολλητές! Μου έχει πει για εσένα ότι είσαι πολύ καλό παιδί, πολύ έξυπνος αλλά κι ότι έχεις διάφορα κάπως… περίεργα ενδιαφέροντα”…

Κι εκεί που είχα κοκκινίσει απ’ την φιλοφρόνηση και είχα πάει να το πάρω πάνω μου, ο όψιμος ενθουσιασμός μου αναχαιτίσθηκε απ’ τον διφορούμενο τρόπο με τον οποίο πρόφερε τις δύο τελευταίες λέξεις: «περίεργα ενδιαφέροντα». Άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια. Βρε, λες να με είχε κατατάξει στην κατηγορία “ούφο – πυροβολημένος”; Όχι πως θα είχε πολύ άδικο, δηλαδή. Ωστόσο, διατήρησα την αυτοκυριαρχία μου και, προς ευχάριστη έκπληξή μου, με άκουσα να της απαντάω με αυτοπεποίθηση και, ολίγον μπλακ, χιούμορ, και προφανώς ενθαρρυμένος κι απ’ το ανοιχτό πεδίο που μου προσέφερε η προσωρινή απουσία των τριών καμπαλέρος – αλανιών: “Α, κατάλαβα… Σου ανέφερε, λοιπόν, για τη συλλογή μου από νυχτεριδοκέφαλα που διατηρώ στο υπόγειό μου; Ή μήπως για τη διπλή ζωή που κάνω ως το διεθνούς φήμης μέντιουμ Μαντάμ Συλβάνα;”

“Χαχα! Δίκιο είχε η Κατερίνα, έχεις πλάκα τελικά”!

“Προσπαθώ, Χρύσα, προσπαθώ, συνήθως όχι με πολλή επιτυχία, παρ’ όλα αυτά επιμένω, τί να κάνουμε, αρβανίτικο κι επομένως αγύριστο κεφάλι, βλέπεις;”

“Κι εσύ Αρβανίτης; Μη μου πεις! Κι εγώ, εν μέρει. Η μαμά μου είναι απ’ τα Μεσόγεια”!

“Άκου να δεις…! Κι εμένα η αρβανίτικη καταγωγή είναι απ’ την πλευρά της μητέρας μου, από Ελευσίνα μεριά”.

“Να σου πω… Θα μιλήσω με την Κατερίνα, πρέπει να κανονίσουμε έξοδο κάποια στιγμή… Κανά σινεμαδάκι, ίσως; Πηγαίνεις σινεμά, αλήθεια, σ’ αρέσει;”

“Αν μ’ αρέσει, λέει; Τρελαίνομαι για σινεμά! Είναι πραγματικά η έβδομη τέχνη!”, δεν κρατήθηκα να μην πετάξω και το τσιτάτο μου χρηστομάθειας.

Η καρδιά μου βροντχτυπούσε μόνο στη σκέψη να κάθομαι δίπλα της στο σινεμά, ίσως σε κάποια ρομαντική ταινία με τον Κέβιν Κόστνερ και την Μισέλ Φάιφερ ή με τον Ρίτσαρντ Γκηρ και την Μεγκ Ράιαν. Δεν τα σκέφτηκα τυχαία αυτά τα ονόματα. Η Χρύσα έφερνε κάπως στις δύο προαναφερθείσες σταρ της εποχής εκείνης των πρώιμων νάιντις. Όσο για μένα, εντάξει, δεν πολυέφερνα ούτε στον Κέβιν ούτε και στον Ρίτσαρντ, αλλά ήθελα να πιστεύω πως μπορούσα να μιμηθώ ως ένα βαθμό την αρρενωπότητα και τον ιπποτισμό τους.

“Ωραία! Τότε θα κανονίσουμε οπωσδήποτε, θα μιλήσω και με την Κατερίνα! Κι είμαι σίγουρη πως θα βρούμε κάποια ταινία ν’ αρέσει σ’ όλους μας. Τί στο καλό, τόσα σινεμά έχει η Καλλιθέα, σωστά;”

[Τί ειρωνεία, σήμερα, 23 και βάλε χρόνια μετά, όταν σκέφτομαι πως από τους 6-7 διαφορετικούς κινηματογράφους που υπήρχαν στην γειτονιά μου εκείνον τον καιρό, έχει απομείνει πλέον μόνο ένας εν λειτουργία…].

Εκείνη την στιγμή τα φώτα χαμήλωσαν. Είχε φτάσει η ώρα των μπλουζ, η αγαπημένη αλλά και πιο τρομακτική ώρα, η ώρα της αλήθειας. Πόσο το ήθελα να χορέψω ένα μπλουζ με την Χρύσα…! Ω, πόσο πολύ το ήθελα, μα την αλήθεια…! Άραγε, σκέφτηκα εκείνη την στιγμή, να το τολμήσω το απονενοημένο διάβημα; Ήταν ίσως και μια δοκιμασία του πόσο θαρραλέος ήμουν στ’ αλήθεια. Ναι, γιατί όχι; Μπορούσα να το ρισκάρω (με έπαιρνε, σίγουρα, ναι) να της ζητήσω να χορέψουμε ένα μπλουζάκι, εννοείται μπροστά στον γκόμενο της και στην παρέα του, σιγά, γιατί να μασήσω; Εξάλλου… η Χρύσα με γούσταρε, ήταν φως φανάρι!

Και πάνω εκεί, λοιπόν, που είχα οπλιστεί με θάρρος κι ήμουν έτοιμος να της προτείνω να λικνιστούμε αγκαλιά υπό τους ήχους του φανταστικού “Don’t cry” των Γκανς εν Ρόουζις, επέστρεψαν ο Πέτρος με τους παραστάτες του.

“Κολλητέ, άκου ρε συ, το αγαπημένο σου συγκρότημα!”, μου πέταξε ειρωνικά και σε άψογο στυλ αρχι-αλανιού ο Πέτρος, και, προς τεράστια απογοήτευσή μου στράφηκε προς την Χρύσα, προτείνοντάς της το χέρι του, και της είπε: “έλα, μωράκι μου, μιας κι αυτός ο Κερτ Κομπέην δεν έχει αξιωθεί να βγάλει ένα μπλουζ της προκοπής, ας βολευτούμε χορεύοντας βλάχο-Γκανς εν Ρόουζις”.

Η Χρύσα δεν είπε τίποτα, απλώς χαμογέλασε, έπιασε το χέρι του, σηκώθηκε απ’ τον καναπέ, τον πήρε αγκαλιά και ξεκίνησαν να χορεύουν. Στην πρώτη στροφή που έκαναν, μου έκλεισε το μάτι πάνω απ’ τον ώμο του ανυποψίαστου καβαλιέρου της (του έριχνε και τρεις-τέσσερις πόντους, βλέπετε).

Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει, αλλά παρ’ όλα αυτά βρήκα την δύναμη να της χαμογελάσω φευγαλέα. Ύστερα, κάποια άλλα ζευγάρια που χόρευαν παρενεβλήθησαν στο οπτικό μου πεδίο κι έτσι δεν μπορούσα πλέον να διακρίνω το όμορφο κι απαστράπτον πρόσωπο της Χρύσας.

Τότε η Κατερίνα, η κολλητή της, με πλησίασε και μου ζήτησε, λίγο ντροπαλά, να χορέψουμε. Αιφνιδιάστηκα λίγο, αλλά αποδέχτηκα την πρόταση της.

Στροβιλιζόμασταν πολύ αργά στο ημίφως του καθιστικού της συμμαθήτριάς μου, το οποίο αποκτούσε εκείνη την ώρα, στα μάτια μου, μια αύρα μαγική. Όλοι οι παρευρισκόμενοι καθώς κι όλα τα άψυχα αντικείμενα έμοιαζαν να πάλλονται με μια ζωντάνια που με συνέπαιρνε και που μου μιλούσε κατευθείαν σε ένα πολύ θεμελιώδες επίπεδο, με τρόπο που δεν θα μπορούσα να τον αποτυπώσω στον γραπτό ή τον προφορικό λόγο, όση προσπάθεια κι αν κατέβαλα.

Η Κατερίνα μου μιλούσε και με ρωτούσε πράγματα κι εγώ της απαντούσα μονολεκτικά και μηχανικά. Με το ζόρι διατηρούσα πλέον επαφή με τον κόσμο. Τελικώς έκλεισα τα μάτια μου κάποια στιγμή και φαντάστηκα πως χόρευα με την Χρύσα. Δηλαδή, για να ακριβολογώ, ένιωθα πως όντως είχα μεταφερθεί σ’ ένα παράλληλο σύμπαν όπου  χορεύαμε μπλουζ με το πανέμορφο ξανθό κορίτσι των ονείρων μου. Καθώς το τραγούδι πλησίαζε στο τέλος του και κορυφωνόταν, βούρκωσα από υπερβολική ευτυχία…

Αργότερα το ίδιο βράδυ, χωμένος κάτω απ’ το πάπλωμα στο κρεβάτι μου, μετεωριζόμουν σε μια γλυκά αποχαυνωμένη ζώνη του λυκόφωτος μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, όπου μοιραζόμασταν με την Χρύσα κάθε είδους, ερωτικού και μη, περιπέτειες κι όπου ό, τι κι αν συνέβαινε, ξέραμε ότι μπορούσαμε να στηριχτούμε ο ένας στον άλλον, για πάντα. Κι ήταν υπέροχα, κι ας ήταν απατηλά, δεν είχε σημασία. Γιατί απ’ το χρονικό σημείο εκείνο και μετά, μπορεί η ζωή να σκλήραινε, οι δυσκολίες να αυξάνονταν, η μαγεία και το υπερβατικό στοιχείο να υποχωρούσαν έναντι της επέλασης των ολοένα αυξανόμενων, ρουτινιάρικων και γειωτικών, υποχρεώσεων της λεγόμενης «καθημερινότητας», ωστόσο εγώ ήξερα, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές, θα με περίμενε υπομονετικά, να προσφύγω σ’ αυτό και να βρω εκεί παρηγοριά κι ανακούφιση, ένα μέρος μυστικό, αιώνιο, άφθαρτο και αυθεντικά ζωοποιό…

Μετά το επίμαχο πάρτυ, με την Χρύσα συναπαντιόμασταν που και που στο σχολείο και μπορεί να ανταλλάσσαμε και καμιά κουβέντα. Ωστόσο, ποτέ δεν κανονίσαμε εκείνο το σινεμά. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς, μάλιστα, μετακόμισε κι άλλαξε σχολείο κι έκτοτε χαθήκαμε για τα καλά…

Εγώ είχα την τύχη να χορέψω μπλουζ πολλές φορές έκτοτε και με πολλά διαφορετικά κορίτσια. Και κάθε φορά που αυτό συνέβαινε, κάθε φορά που αυτό συμβαίνει, η Χρύσα είναι πάντα εκεί, παρούσα, έτοιμη να χορέψουμε για άλλη μια φορά μαζί το μπλουζ που δεν θ’ αξιωθούμε να χορέψουμε ποτέ.

……………………………………………………………………………………………………………..

15 ιστορίες, 15 τραγούδια (29 Ιουνίου 2012)

[Τα τελευταία μου κείμενα ως κάτοικος Ελλάδος, πριν την μετανάστευση στην Γερμανία]

……………………………………………………………………………………………………………..

Δίδυμα φεγγάρια (Μάρτιος 2015)

(Ένα ιντερλουδιο απο την Καραιβικη)

“Φροσυνακι, θυμάσαι ποτε ήταν η πρωτη φορά που πήγαμε μαζί για μπάνιο – εννοώ σε παραλία κ όχι στη μπανιερα;”

Η Φροσυνη σήκωσε απειροελάχιστα το δεξί βλέφαρο της κ απο την αναπαυτικοτατη σαιζ-λονγκ στην οποία ήταν βυθισμένη σε στάση πρηνηδόν και έβγαλε έναν ήχο κάπως σαν παραπονιαρικο γατάκι σε καταστολή: “μμμ…”

Ο Λαμπης Θράσος συνέχισε ανένδοτος τον, κατα τα φαινομενα,μονόλογο (με τη φιλοδοξία κάποτε να μετατραπεί σε διάλογο) του: “Στη Νάξο δεν ήταν; Στον Άγιο Προκοπη (βοήθεια μας);”

Η Φροσυνη δεν έδειξε σημάδια ανταπόκρισης ετουτη τη φορά – κ αν ψιθύρισε κάτι αυτο μόνο μια νυχτερίδα με βιονική ακοή θα ήταν σε θέση να το επιβεβαιώσει κ τέτοια δεν υπήρχε ευκαιρη εκείνο το τεμπέλικο απόγευμα στη νήσο Μυστικ των Γρεναδινων (κ Αγίου Βικεντιου, βοήθεια μας κ παλι).

Ο Λαμπης Θράσος δεν προφερε την επόμενη ερώτηση που του ξεφούρνισε το μυαλό του (φουρναρης ολκης, που άμα τον παρααφηνες λάσκα, όμως, φλερτάριζε επικίνδυνα με την πυρομανια) σαν παραψημενη, καρβουνιασμενη, λαγάνα. Η ερώτηση ήταν η εξής: “Κ ποτε κ που, Φροσυνακι μου, πιστεύεις ότι θα ειναι η τελευταία φορά που θα παμε μαζί για μπάνιο – κ παλι εννοώντας σε παραλία;”

Τωρα, ειναι δεδομένο οτι παλιότερα μια τέτοια σκέψη θα τον έριχνε σε βαριά μελαγχολία για ώρες ού μην κ μερες. Ωστόσο, αφ’ης στιγμής ο Λαμπης Θρασος άρχισε το ταξίδι της αυτοεπιγνωσης του, στο οποίο ενας απο τους πρώτους σταθμούς ήταν η εκ μέρους του (έστω, εγκεφαλική) συνειδητοποιηση του οτι στη ζωή υπάρχει μόνο το παρόν (“η απάντηση στην ερώτηση “τι ώρα ειναι” ειναι πάντοτε “τωρα””, όπως θα το έθετε ενας εκ των γκουρού του), με έκπληξη, κ καμία φορά δέος, έβρισκε τον εαυτο του να αντιδρά με αναπάντεχο τροπο στα εξωτερικά κ εσωτερικά ερεθίσματα που τον βομβάρδιζαν ανελλιπώς. Έτσι, η τελικώς μη εκπεφρασθεισα ερώτηση περί του “τελευταίου μπάνιου” του προξένησε ευθυμία, ψυχική ανάταση κ τον πλημμύρισε με ενέργεια. Πετάχτηκε ορθός, σκόνταψε προς στιγμή στο σωρό απο βιβλία που είχε κουβαλήσει μαζί του – παρα ταύτα δεν πτοήθηκε κ χίμηξε προς το νερό αλαλάζοντας (απο μέσα του, βέβαια, το οποίο, όπως κ να το κανεις, ήταν λιγο ξενερωτο, αλλα τελοσπαντων).

Καθώς απολάμβανε το μακροβούτι του, το μυαλό του, ο αλλοπρόσαλλος φούρναρης (βλέπε παραπάνω), του σφύριξε την μελωδία απο το ρεφραιν ενός αγαπημένου του μεν, μισοξεχασμενου εκ μέρους του δε, τραγουδιού. Ο Λαμπης Θράσος συγκινήθηκε κ άρχισε να τραγουδάει εν τω μέσω του μακροβουτιου του. Κ εκει που ενας εξωτερικός παρατηρητής θα άκουγε μόνο: “μπουρουμπλουμ μπραραμπλουμ, μπορομπλουμ” (υποβρύχιοι μπορμπουληθρο-ηχοι), εμείς, απολαμβάνοντας το προνόμιο της εκ των έσω παρατήρησης του μυαλού του Λαμπη Θρασου, μπορούμε να ακούσουμε μια, όχι εντελώς αποτυχημένη, μίμηση της φωνής του Μητροπάνου να τραγουδάει:
“Πως να γλιτώσει μάτια μου ο ενας απ’τον αλλο,
Πως θες ν’αλλαξουμε ουρανό,
Τωρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια,
Που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμο…”

Οταν ο Λαμπης Θράσος αναδύθηκε στην επιφάνεια, διαπίστωσε ορισμένες αλλαγές σε σχέση με το προ αυθόρμητου μακροβουτιου σκηνικό που θυμόταν να είχε αφήσει.

Πρώτον, το τιρκουάζ χρώμα της θάλασσας της Καραιβικης κ το μπλε του ουρανού της είχαν αντικατασταθεί απο εκείνες τις αποχρώσεις του κόκκινου που είθισται να αποκαλούμε άλικο κ αιματι, αντιστοίχως.

Δεύτερον, ο ήλιος είχε αντικατασταθεί απο ένα βιολετί μισοφέγγαρο που έσταζε κάτι που έμοιαζε με πύον.

Τρίτον, η παραλία, οι φοίνικες κ το υπερπολυτελές κατάλυμα όπου διέμεναν είχαν ολα εξαφανιστεί κ είχαν αντικατασταθεί απο ένα τοπίο που εκτεινόταν ως εκει που μπορούσε να δει το μάτι και που θύμιζε την επιφάνεια του πλανήτη Άρη: αρρωστημένο κοκκινόχωμα με διάσπαρτες κοτρώνες εδω κι εκει.

Τέταρτον, όλοι οι λουόμενοι και παροικούντες την παραλία είχαν εξαφανιστεί.

Πέμπτον… όχι, δεν υπήρχε πέμπτο.

Ωστόσο, να και κάτι που δεν είχε αλλάξει: η Φροσυνη ήταν ακόμα εκει! Πρηνηδόν στην ξαπλώστρα της, σαν να μην εχει πάρει χαμπάρι του οτι είχαν υποστεί μεταπήδηση σε παράλληλο αυλάκι πραγματικότητας.

Ο Λαμπης Θράσος έμεινε καρφωμένος στη θέση του, εντελώς αναποφάσιστος ως προς την επόμενη κίνηση του. Αυτο είχε ως αποτέλεσμα το κύμα της αλικης θάλασσας να τον ξεβρασει κάποτε στην ακτή.

Με κόπο στάθηκε στα δυο του πόδια κ βάδισε κατα τη Φροσυνη. Οι πέτρες του έσκιζαν τα πέλματα αλλα δεν έδειχνε να νοιαζόταν.

Έφτασε απο πάνω της κ την άγγιξε στον ώμο. Εκείνη παρέμεινε πλήρως αδρανής. Κάτι δεν πήγαινε καλα εδω πέρα. Με κόπο την γύρισε ανάσκελα και διαπίστωσε την Πέμπτη αλλαγή: το πρόσωπο της Φροσυνης είχε αντικατασταθεί απο μια μικρή, παλαιού τύπου τηλεοπτική συσκευή (αυτές των οποίων οι οθόνες πλαισιωνοντουσαν απο ξύλινο πλαίσιο και για τις οποίες ένα ενσωματωμενο κουμπί, το οποίο το στριφογυριζες, χρησίμευε ως τηλεχειριστηριο). Ο Λαμπης Θράσος γύρισε το κουμπί σε φορά αντίστροφη εκείνης των δεικτών του ρολογιού.

Πρώτα ακούστηκε ένα υψισυχνο “μπζοινγκ”κι ύστερα ενας φωτεινός σταυρος εμφανίστηκε στην οθόνη, ο οποίος αφού απλώθηκε κατα μήκος και πλάτος της μεχρι που να την καλύψει ολόκληρη, έδωσε τη θέση του σε ένα πρόσωπο. Το πρόσωπο ήταν προφίλ στον Λαμπη Θρασο κ κάθετο στον άξονα του σώματος του προς τα αριστερά (άρα ήταν σαν να κοιτάει προς την πάνω πλευρα της οθόνης). Τα χαρακτηριστικά του ήταν αλλοιωμένα εξαιτίας πληθώρας τηλεοπτικών “χιονιων”. Μολαταύτα ήταν εμφανές οτι ήταν ενας φαλακρός άντρας που κρατουσε ένα μικρόφωνο. Οταν, δε, ξεκίνησε μα τραγουδάει το ρεφραιν απο τα “Δίδυμα Φεγγάρια”, κάθε αμφιβολία περί της ταυτότητας του διαλύθηκε αυτοστιγμει.

Ο Λαμπης Θράσος, με δάκρυα να κυλούν απο τα μάτια του, συνόδεψε τον Δημήτρη Μητροπάνο κάνοντας τη δεύτερη φωνή κ έστρεψε το κεφάλι του προς τα πάνω. Διαπίστωσε οτι το υλικό σαν πύον που εκπορευόταν απο το βιολετί μισοφέγγαρο είχε πάρει τη μορφή μιας δίπλα ελικοειδους κλιμακος. Και σαν άλλος Ιάκωβ, ο Λαμπης Θράσος, ο ενας και μοναδικός, πήρε να την ανεβαίνει. Κατάλαβε οτι ήταν ελευθερος οταν βρέθηκε κατάφατσα με τον Θρασο Λαμπη, τον δίδυμο αδελφό του, που κατηφορίζε την ίδια σκάλα έχοντας χαραγμένη στο πρόσωπο του την έκφραση που θα μπορούσε να εχει μόνο κάποιος που θα είχε μαγικά μεταφερθεί στον παράδεισο των Γρεναδινων για πρωτη φορά στη ζωή του.

Τα δυο αγόρια τα παρατηρούσαν, χαζογελωντας σαν νεανιδες, τα κορίτσια τους, η Φροσυνη κι η Αφροσύνη, μέσα απο τους κύκλους ενός σύννεφου που είχε το σχήμα ξαπλωτου οχταριου.

Με την τελευταία νότα του ρεφραιν ολα τελείωσαν. Μεχρι να ξαναρχίσουν.

Φωτογραφία του Alex Exarchos.

……………………………………………………………………………………………………………..

Ο άνθρωπος στο κουτί (2012)

Το παιδί, έχοντας ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του μια έκφραση απόλυτης σοβαρότητας και προσήλωσης, έσκαβε με συστηματικό τρόπο. Το σύστημα του ήταν εξαιρετικά απλό και μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: σκάψιμο και με τα δυο χέρια με γρήγορες, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, με φυσικό επακόλουθο μια ανεξέλεγκτη εκτόξευση άμμου προς τα πίσω.

Αυτό μπορεί να έδειχνε ότι δεν απασχολούσε το παιδί, απασχολούσε όμως σίγουρα τους παρακείμενους παραθεριστές και ιδιαίτερα εκείνο τον έφηβο, ο οποίος με φρίκη είδε ημι-λασπωμένους κόκκους άμμου κι ένα κομμάτι πράσινου πλαστικού, το οποίο ήταν τρυπημένο έτσι ώστε μια ζωηρή φαντασία ή απλώς ένα παρατηρητικό μάτι να διακρίνουν επάνω του το γράμμα «ö», να καταλήγουν και να επιπλέουν μέσα στο ποτήρι που περιείχε το αγαπημένο του ρόφημα (που ήταν το σοκολατούχο γάλα). Ωστόσο, αν και ιδιαίτερα ενοχλημένοι, οι παρευρισκόμενοι επέλεξαν να μην αντιδράσουν. Μεταξύ των εναλλακτικών τρόπων δράσης «Α. Βουτάω στην θάλασσα να ξεπλυθώ από την άμμο» ή «Β. Κάνω παρατήρηση σε ένα πεντάχρονο» η μεσημεριανή ζέστη των 40 βαθμών υπό σκιάν έγερνε κατά πολύ την παροιμιώδη ζυγαριά εντός τους υπέρ του «Α».

Ο έφηβος ήταν ο μόνος που αντέδρασε κάπως, ξεστομίζοντας μια βρισιά και χύνοντας στην παραλία το υπόλοιπο του περιεχομένου του ποτηριού του. Πριν προλάβει, δε, να σηκωθεί από την σαιζ-λονγκ όπου καθόταν, μια ξαφνική δυνατή ριπή καυτού αέρα κόλλησε μια σκισμένη, λερωμένη σελίδα από κάποιο περιοδικό στο πρόσωπο του. Αυτό, φυσικά, ήταν το επιστέγασμα για τον έφηβο ο οποίος τινάχθηκε επάνω παλεύοντας για λίγο άτσαλα με τη λερωμένη σελίδα, πριν καταφέρει τελικώς να την τραβήξει από το πρόσωπό του και να τη σκίσει με μανία. Εκτόξευσε τα κομμάτια χαρτιού, δηλαδή ό, τι είχε απομείνει από τη σελίδα, προς το παιδί κι έκανε να στραφεί προς το μέρος του, αλλά τελικά επέλεξε να κάνει μεταβολή και να απομακρυνθεί μουρμουρίζοντας, εμφανώς μπαϊλντισμένος από το απρόσμενο κύμα κακοτυχίας που τον είχε βρει.

Σε ένα από τα σχετικά μεγαλύτερα σε μέγεθος υπολείμματα της «φονικής» σελίδας, το οποίο τώρα αναπαυόταν δίπλα στο παιδί, θα μπορούσε κάποιος να διαβάσει: «…πουρική για όλ..ς-Το κατά…λο χώμα γι..ο τριαντάφυλλο …ης αρεσκ… σας». Μια ακόμα ριπή καυτού ανέμου σήκωσε το εν λόγω κομμάτι χαρτιού και έπαιξε μαζί του στροβιλίζοντάς το για λίγο, πριν το βαρεθεί, τελικώς, και το πετάξει, καμιά δεκαριά μέτρα πιο πέρα, να κάνει παρέα σε μια εμπριμέ πετσέτα θαλάσσης. Πάνω στην πετσέτα βρίσκονταν παρατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, σαν παράταιρα στρατιωτάκια, ένα υπερσύγχρονο ολόλευκο κινητό τηλέφωνο, ένα ρολόι με ένα κατάμαυρο, παμπάλαιο πέτσινο λουρί και ένα καταταλαιπωρημένο βιβλίο τσέπης, στο κίτρινο εξώφυλλο του οποίου μόλις που διακρινόταν ο τίτλος του, γραμμένος με κόκκινα γράμματα: «Η ησυχία των τζιτζικιών». Πέντε δευτερόλεπτα αφού το κομμάτι χαρτιού είχε προσγειωθεί στον τελικό ή ενδιάμεσό του προορισμό (η μη προβλεψιμότητα και η τάση φυγής είναι εγγενή χαρακτηριστικά των μικρών κομματιών χαρτιού), το κινητό άρχισε να δονείται καθώς κάποιος καλούσε τον αριθμό τηλεφώνου που αντιστοιχούσε στον άγνωστο ιδιοκτήτη του. Η μελωδία του «Αχ χελιδόνι μου», που ήταν ο ήχος κλήσης, έμοιαζε να είναι το τέλειο μουσικό χαλί σε μια εικόνα, όπως η συγκεκριμένη, που, με την εξαίρεση του κινητού τηλεφώνου, θα μπορούσε κάλλιστα να προέρχεται από πλάνο ταινίας του νέου ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ’80.

Πάντως τίποτα από όλα αυτά δεν έδειξε να απασχολεί, έστω και για ένα απειροστό κλάσμα του δευτερολέπτου, το παιδί, που συνέχιζε απτόητο να σκάβει. Μετά από όχι και πολλή ώρα, η ξύλινη αιχμή που προεξείχε λίγο πάνω από την επιφάνεια της άμμου κι είχε αρχικά τραβήξει την προσοχή του, φανέρωσε αυτό που κρυβόταν από κάτω της: ένα ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο ξύλινο κουτί. Καθώς το παιδί τράβηξε το κουτί έξω από την αμμουδερή κρυψώνα του, ανακάλυψε ότι δεν ήταν καθόλου βαρύ και ότι, ακόμα και με τη μικρή, σχετικά, δύναμη που διέθετε, μπορούσε πανεύκολα να το σηκώσει, κάτι και που έκανε.

Οι διαστάσεις του κουτιού ήταν 30Χ20Χ10 εκατοστά, ακριβώς. Ήταν εντελώς γυμνό από σχέδια. Έμοιαζε να είναι κούφιο. Δε φαινόταν να διαθέτει κάποιο άνοιγμα. Το μόνο που διέκοπτε τη μονοτονία της επιφάνειάς του ήταν μια πολύ μικρή, τέλεια κυκλική, σχισμή, που βρισκόταν σε μία από τις δύο μικρότερες πλευρές του.

Καθώς το παιδί περιεργαζόταν το κουτί, ένιωσε μια πολύ δυνατή ξαφνική παρόρμηση και, βαστώντας το σφιχτά υπό μάλης, άρχισε να τρέχει μακριά από εκείνο το σημείο. Σκουντουφλούσε που και που και δεν ακολουθούσε ακριβώς ευθεία πορεία, ωστόσο ήταν φανερό ότι κατευθυνόταν προς την συστάδα αρμυρικιών που βρίσκονταν στο βάθος της ασυνήθιστα πλατιάς παραλίας, μακριά από την ακτή και δίπλα από έναν μικρό βάλτο.

Με μια ανάσα, ουσιαστικά, το παιδί σταμάτησε να τρέχει, κάθισε χάμω, ακούμπησε την πλάτη του σε ένα αρμυρίκι και, έχοντας κατά πρόσωπο τον βάλτο, κόλλησε τη σχισμή του κουτιού στο δεξί του μάτι και κοίταξε μέσα απ’ αυτήν.

Το παιδί ένιωσε το κεφάλι του να μουδιάζει και τα μάτια του να «ρολάρουν» στις κόχες τους και να κάνουν στροφή 180 μοιρών. Αρχικώς τα πάντα σκοτείνιασαν γύρω του. Ύστερα, δειλά δειλά, κάποια περιστασιακά φωτάκια έκαναν την εμφάνισή τους. Δεν είχε περάσει και πολλή ώρα (ή είχε περάσει άπειρη ώρα γιατί ο, ούτως ή άλλως, ρευστός τρόπος με τον οποίο, όντας 5 χρονών, το παιδί αντιλαμβανόταν τον χρόνο είχε χάσει τώρα και την όποια μικρή συνοχή διέθετε) και τα φωτάκια είχαν μετατραπεί σε υπέροχους, μαγικούς, πέρα από κάθε ουσιαστική δυνατότητα λεκτικής περιγραφής, καταρράκτες χρωμάτων. Τώρα το παιδί έβλεπε μέσα στον εαυτό του, το ήξερε. Και, κατά έναν παράδοξο, και ταυτόχρονα απολύτως συνεπή, τρόπο ένιωθε ότι έβλεπε προς τα έξω. Ήταν σαν να είχε αποκτήσει την οπτική γωνία του κουτιού.

Το παιδί είχε γίνει ο άνθρωπος στο κουτί.

Τώρα μπορούσε να γυρίσει και να δει και μέσα στο κουτί, να δει τι υπήρχε μέσα στο καινούριο του «εγώ». Καθώς σκέφτηκε τι ήθελε ακριβώς να κάνει, οι συγκεχυμένες εικόνες που έβλεπε ήρθαν και κόλλησαν μεταξύ τους. Ένα πολυδιαστασιακό μωσαϊκό από ατέλειωτες ετερόκλητες ψηφίδες σχηματίστηκε.

Το μωσαϊκό σηκώθηκε σαν αυλαία ή παραμερίστηκε σαν παραπέτασμα.

Το παιδί στεκόταν σε μια νησίδα συνειδητότητας πάνω από το χάος της ανυπαρξίας. Στην άλλη άκρη είδε ένα άλλο παιδί. Τα δύο παιδιά, βαδίζοντας το ένα προς το άλλο, ξεκίνησαν να γεφυρώνουν την άβυσσο ανάμεσα στους κόσμους τους.

……………………………………………………………………………………………………………..

Πορτραίτα-Έλσα Παπαμαρινοπούλου (αρχές 2010)

            Η Έλσα Παπαμαρινοπούλου, μοναχοκόρη του Θεμιστοκλέους Παπαμαρινόπουλου και της Γκέλυς Βουρδά, γεννήθηκε στο Βανκούβερ του Καναδά στις 27 Φεβρουαρίου του 1982, όπου και παρέμεινε κατά τα 2 πρώτα έτη του βίου της, μέχρι και το 1984, οπότε και η οικογένεια της επστρεψε στην Πάτρα. Ο παππούς του πατρός της, Επαμεινώνδας Παπαμαρινόπουλος υπήρξε ένας αληθινός πιονιέρος του εν Ελλάδι εμπορίου, δοθέντος του ότι ήταν ο πρώτος εισαγωγεύς της καμφοράς στη χώρα μας. Πιο συγκεκριμένα, εν έτει 1906, στον λιμένα της ένδοξης αχαϊκής πρωτευούσης, της πόλεως των Πατρών, του τόπου της ιδιαίτερης καταγωγής της οικογένειας Παπαμαρινόπουλου, κατέφθασε το πρώτο ιστορικό φορτίο καμφοράς που εισήχθη ποτέ στην πατρίδα μας, με το ατμόπολοιο «Φέθρυ», που έφερε βενεζολάνικη σημαία και το οποίο ήτο συμφερόντων της μεγάλης  οικογένειας της παγκόσμιας ναυτιλίας και κερδοσκοπίας, των Πρότσιλδ. Μετά την ενθουσιώση υποδοχή που επιφύλαξε ο λαός των Πατρών, που είχε συρρεύσει από τις πρώτες πρωινές ώρες στον λιμένα, στο φορτίο καμφοράς, επακολούθησε μεγαλειώδης τελετή και δοξολογία στον ιερό ναό του Αγίου Ανδρέου, χοροστατούντος του Μητροπολίτου Ιγνατίου του Ευσεβούς (λέμε τώρα), όπου η Α.Μ. ο Βασιλεύς των Ελλήνων Γεώργιος ο Ά παρεσημοφόρησε τον Ε. Παπαμαρινόπουλο με το μετάλλιο της Λεγεώνας της Τιμής των αγελαδάρηδων της φάρμας Lurpak της Δανιμαρκίας. Αλλά, φοβούμαι ότι ξεφύγαμε λίγο…

Το εμπόριο καμφοράς και η ραγδαία άνθηση που σημείωσε κατά τις επόμενες δεκαετίες επέτρεψε στην οικογένεια Παπαμαρινοπούλου να ευημερήσει και να ανέλθει στα κορυφαία κλιμάκια της ακμάζουσας (λέμε τώρα) ελληνικής αστικής τάξης του πρώτου μισού του ΧΧ αιώνος (20ου ντε!). Η κοινωνική καταξίωση που γνώρισαν οι Παπαμαρινόπουλοι ήταν πρωτοφανής και αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μόνο κατά το έτος 1926 ο Ε. Παπαμαρινόπουλος εβάπτισε 17.629 πιδιά αλλά και 8.501 κουρίτσια! Επίσης ας γίνει ιδιαίτερη μνεία και στο ότι παρά τους επαχθείς όρους οι οποίοι επεβλήθησαν από την κυβέρνηση των δοσιλόγων στις εισαγωγές καμφοράς κατά τα έτη 1941-44, τα καθαρά εισοδήματα της οικογενείας ηυξήθησαν θεαματικώς κατά την περίοδο εκείνη (κατά 150%)! Οι κακεντρεχείς διαδόσεις που κυκλοφόρησαν και απέδιδαν αυτήν την οικονομική επιτυχία των Παπαμαρινόπουλων στο ότι, δήθεν, κατά τα πολύπαθα για τον Ελληνισμό έτη εκείνα, παραμέρισαν το εμπόριο καμφοράς και επικεντρώθηκαν στο εμπόριο λαδιού και Εβραίων, θα πρέπει να απορριφθούν, χωρίς δεύτερη σκέψη, ως κακόβουλες συκοφαντίες και ανυπόστατες φήμες, αι οποίαι προήλθαν κατά πάσα πιθανότητα από το περιβόητο εκμαγείο φημών των προαιωνίων αντιπάλων των Παπαμαρινόπουλων, της οικογένειας των Κρόνιν, δηλαδή.

Μετά τον τραγικό θάνατο του Ε. Παπαμαρινόπουλου (μετά από αποτυχημένη απόπειρα κατάποσης ευμεγέθους κόκκου μπιζελιού στην τελετή ορκωμοσίας του Προέδρου των Η.Π.Α. Αϊζενχάουερ, τον Ιανουάριο του 1953), τα οικονομικά και ή φήμη της οικογένειας γνώρισαν σοβαρή κάμψη. Ο πρωτότοκος υιός του Επαμεινώνδα, Τίμων Παπαμαρινόπουλος, ποτέ δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων της βαριάς κληρονομιάς του ονόματος που έφερε. Λόγω της ανίερης συμμαχίας που είχε συνάψει δε, με τον Λούλη Κρόνιν, είναι βέβαιο ότι θα καταγραφεί στα μαύρα κατάστιχα της ιστορίας των Παπαμαρινόπουλων ως ένας μιαρός επίορκος…!

Είναι με την ανάληψη από τον Θ. Παπαμαρινόπουλο του τιμονιού της οικονομικής αυτοκρατορίας της οικογένειας, που οι Παπαμαρινόπουλοι επέστρεψαν δυναμικά στο προσκήνιο και γνώρισαν μια δεύτερη περίοδο ακμής, η οποία συνεχίζεται έως σήμερα. Με την μεγαλοφυή του ιδέα να επεκτείνει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του ομίλου στον Καναδά και να αρχίσει την εισαγωγή υαλοβάμβακος από την χώρα εκείνη εις την Ελλάδα, έδωσε νέα πνοή και τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα των εμπορικών συναλλαγών της οικογένειας, καθιερώνοντας την για μια ακόμα φορά στο διεθνές τζετ (με παχύ –τζ) σετ! Μετά από αυτήν τη σύντομη (αλλά αναγκαία) ιστορική  αναδρομή, ας επιστρέψουμε στο επίμαχο πρόσωπο της παρουσιάσεώς μας, στην Έλσα Παπαμαρινοπούλου.

Από νήπιο ακόμα η Έλσα φανέρωσε τις δύο κύριες κλίσεις της: το χορό και την επιτυχία της στο ισχυρό φύλο («ισχυρός», βέβαια, μόνο κατ’ευφημισμόν δύναται να αποκληθεί ένας άνδρας, όταν τον τυλίγει στον ιστό της ακαταμάχητης γοητείας της η Έλσα Παπαμαρινοπούλου). Είναι χαρακτηριστικό ότι 9 στους 10 συμμαθητές της στο νηπιαγωγείο της είχαν κάνει ερωτική εξομολόγηση με λουλουδάκια, ποιηματάκια, ζωγραφούλες, παιχνιδάκια κι όλα τα σχετικά, και είχαν φάει βεβαίως βεβαίως πανηγυρικά τα μούτρα τους όλοι, μια που η Έλσα, κατά την περίοδο εκείνη, προτίμησε να χαριεντίζεται (εφασώνετο ή εχαμουρεύετο σε πρώιμον στάδιον, όπως κοινώς λέγεται) με τον οκταετή πρώτο της εξάδελφο, Αδριανό Βουρδά. Σε έρευνες που έγιναν χρόνια αργότερα μεταξύ των αρρένων συμμαθητών της Έλσας (σε όλες τις τάξεις της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως) διεπιστώθη ότι οι συγκεκριμένοι νέοι χάνουν κατά μέσο όρο 4,3 χρόνια νωρίτερα από τον μέσο όρο των Ελλήνων συνομηλίκων τους την παρθενίαν των! Το γεγονός φυσικά αυτό δεν δύναται παρά να αποδοθεί στο ισχυρό ερωτικό πεδίο που δημιουργούσε (και δημιουργεί, βεβαίως) γύρω του ένα απόλυτα σαγηνευτικό θηλυκό, όπως η Έλσα, το οποίο πεδίο μοιραία προξενούσε το πρόωρον ξύπνημα της λίβιδο εις τους μαγεμένους ατυχείς ανηλίκους αρρένας, οι οποίοι ευρίσκοντο υπό την επιρροή του.

Ως προς τις χορευτικές της επιδόσεις, τα λόγια πραγματικά περιττεύουν. Η Έλσα ξεκίνησε τα μαθήματα κλασικού και μοντέρνου μπαλέτου σε ηλικία 3,5 ετών και ήδη μέχρι τα 14 της είχε κερδίσει το κοινό όλων των μεγάλων πόλεων του πλανήτη με τις μοναδικές της επιδόσεις και το ανεπανάληπτο ταλέντο της. Ας αφήσουμε καλύτερα να μιλήσουν, ανθ’ ημών, οι μεγαλύτεροι κριτικοί χορού στον κόσμο: Ζωρζ Πουστροφσκί: «Η Ε.Π. επανακαθόρισε τον κλασικό χορό, εισάγοντας φόρμες που θα συζητώνται και θα γίνονται αντικείμενο μελέτης, μέχρι και, τουλάχιστο, 50 έτη από σήμερα», Κλάιν Βαν Μάιν: «O la la, ma que femme cette Elsa!”, Λουκιανός των Ισογείων: «Τι μανάρι είναι αυτό! Ε, ρε κάτι γούστα! Πόσο θα ήθελα τώρα να τη γράπωνα και να τηνε  ¶¥ݥᴥᴢ£¿ÐÞ⌂»  (λογοκρισία). Δυστυχώς για εκείνη και για το μπαλέτο, η Έλσα, λόγω ενός πολύ σοβαρού τραυματισμού στην κάτω γνάθο που υπέστη στα 21 της (μετά από πτώση από την καμπούρα μιας γέρικης δρομάδας, κατά τη διεξαγωγή αγώνων καμηλοδρομίας εις την έρημον Γκόμπι της Μογγολίας), ηναγκάσθη όπως εγκαταλείψη οριστικά την καριέρα της εις το μπαλέτο και πραγματοποίησε στροφή προς τους λάτιν χορούς, όπου ουκ ολίγες διακρίσεις γνώρισε, με τη φήμη της, όμως, ως διαγαλαξιακού επιπέδου χορεύτριας, σταδιακά, και μοιραία να φθίνει.

Μετά από ισχυρές προτροπές τόσο του πατρός της όσο και της μητρός της (οι οποίοι επιθυμούσαν διακαώς, όπως ήταν φυσικό,  να διασφαλισθεί η επιτυχής συνέχεια και η περαιτέρω επέκταση της οικονομικής αυτοκρατορίας των Παπαμαρινόπουλων, αλλά και η διαιώνιση της λαμπροτάτης φήμης του ονόματος της οικογενείας των), η Έλσα σπουδάζει μάνατζμεντ (με παχύ –τζ) και δημόσιες σχέσεις εις το διεθνούς φήμης ΤΕΙ Ποντγκόριτσας Μαυροβονίου. Ποτέ, δυστυχώς, δεν υπήρξε υπόδειγμα φοιτήτριας, και το γεγονός ότι τα μπαρ και τα κλαμπ της πρωτεύουσας του Μαυροβουνίου πίνουν μέχρι σήμερα νερό στο όνομά της, δεν είναι τυχαίο. Τελικά αποφοίτησε το 2006 με βαθμό 4,71 (με στρογγυλοποίηση 5 (πένδε)) ή Λίαν Απαραδέκτου και Αθλίου γωνία. Τον Ιανουάριο του 2007 ανέλαβε έναν πραγματικά νευραλγικό τομέα της οικογενειακής επιχείρησης, τον Τομέα Μελέτης Επιπτώσεων Θεσμικών Αλλαγών στα Πληροφοριακά Συστήματα Παρακολούθησης των Εισαγωγών Καμφοράς, όπου ήδη έχει εισάγει σημαντικότατες καινοτομίες, οι οποίες μελετώνται ήδη από πολλούς γκουρού του μάνατζμεντ (πάντα με παχύ –τζ, έτσι;) διεθνώς, όπως: Υποχρεωτικό πεντικιούρ για όλους τους υπαλλήλους ανεξαρτήτου φύλου, δημιουργία επιτροπής μελέτης των αλλαγών στην αύρα και στην κουνταλίνι των υπαλλήλων καθώς και υποχρεωτική παραμονή επί 2 ολάκερες εργάσιμες ημέρες σε θάλαμο αποσυμπίεσης για τους μη ικανοποιητικώς αποδίδοντες εις την εργασίαν των.

Για την κοινωνική ζωή της Έλσας Παπαμαρινοπούλου μπορούν να γραφτούν τόμοι ολόκληροι, και πάλι όμως με την παράλειψη πληθώρας περιστατικών. Από το πλευρό της έχουν περάσει πολλοί και διάφοροι σύντροφοι, περιστασιακοί και μη, όπως: Επιχειρηματίες, Ανώτεροι Τραπεζικοί Υπάλληλοι, Καλλιτέχνες, Αθλητές, Πολιτικοί, Γιατροί, Δικηγόροι, Βυρσοδέψες, Ενεχυροδανειστές, η Άρτα και τα Γιάννενα, η κουτσή Μαρία, η Μαρία η Πενταγιώτισσα, και πολλοί πολλοί ακόμα. Ένα είναι το βέβαιο και πέραν πάσης αμφιβολίας γεγονός: η Έλσα έχει χαράξει με ανεξίτηλο μελάνι το βαρύ σαν ιστορία όνομά της στην καρδιά και στο σώμα κάθε άντρα που πέρασε από τη ζωή της…

Και ήρθε η στιγμή που όλοι περιμένατε. Ήρθε η ώρα να περιγράψουμε την εξωτερική εμφάνιση αυτού του θεσπέσιου πλάσματος. (Ζητάω από τους αναγνώστες μου μισό λεπτό να πάρω μίαν ανάσα, γιατί στη θύμησή της και μόνο αναστατώθηκα και μου’ ρθε ένα τρέμουλο. Αχ Ελσάκι…θυμάμαι τις νύχτες στο Σεν Τροπέ…όταν εναγκαλιζόμασταν υπό το φεγγαρόφως…και οι μακριές πλεξούδες σου μου γαργάλαγαν το δασύτριχο μου στήθος…όταν άγγιζες με τα ανάρια σου δάχτυλα τον ανδρισμό μου…εεεε….χμ!!!..αρκετά!)

Ύψος 1.73,  ψηλόλιγνο κορμί, με τις σωστές (και θανατηφόρες) καμπύλες στα μέρη που πρέπει, βυζάρ… εεεε… θέλω να πω στήθος στητό και πλούσιο, μαλλιά μακριά σγουρά σε απόχρωση του κόκκινου της φωτιάς, μάτια μελιά, μεγάλα και εκφραστικά, γαλλική μυτούλα, καλοσχηματισμένο στόμα, χείλη σαρκώδη αλά Αντζελίνα Τζολί, μακριά, χυτά, καλοσμιλεμένα πόδια, για να μην μακρηγορώ, τέλοσπάντων, είναι λες και ο Πραξιτέλης ο ίδιος φιλοτέχνησε το καλούπι της όταν ευρίσκετο εις την κοιλιάν της μητρός της…!

Αγαπητέ μου αναγνώστη, θα έχεις ήδη πιθανόν κατανοήσει το ρίγος που διαπέρασε τη ραχοκοκκαλιά μου και το βαρύ αίσθημα ευθύνης που αισθάνθηκα όταν ο πολυαγαπημένος μου εκδότης, Τύχων Έρλινγκτον, μου ανέθεσε να ετοιμάσω μια σύντομη βιογραφία της Έλσας Παπαμαρινοπούλου. Ω, Θεοί, πώς να μπορέσει να χωρέσει ένας φτωχός θνητός ανθρωπάκος σε λίγες μόνο σελίδες το πορτραίτο μιας ημίθεας;!; Είναι σαν να ζητήσεις από ένα ζωγράφο να αποτυπώσει στον καμβά του με κάθε λεπτομέρεια έναν γαλαξία! Ωστόσο, προσπάθησα, μάτωσα, πόνεσα και με κόστος βαρύτατο για εμένα, κατέληξα σε αυτό το μικρό περιεκτικό, θέλω να ελπίζω, πόνημα που κρατάς στα χέρια σου αυτή τη στιγμή. Κλείνοντας, σου ζητώ ταπεινά και γονυπετής, εις την περίπτωση κατά την οποία η Θεά Τύχη δεήσει ώστε να διασταυρωθεί κάποτε ο δρόμος σου με εκείνον της Έλσας, όταν και αν κατορθώσεις να ξεθαμπωθείς από τη λάμψη της, να υπάρξεις επιεικής απέναντί μου…!

Φαίδων Κούρτσαυλος-Μαλαγανιάς

……………………………………………………………………………………………………………..

ΕΛΛΗ 2 (Οκτώβριος 2009)

               «Μην ξαναστοιχειώσεις τα όνειρά μου…»

Είχε να φανεί 5 μέρες στο γραφείο. Δήλωνε συνεχόμενες ασθένειες και κανείς δεν ήξερε τι να υποθέσει σχετικά με την περίπτωσή του. Η κατάσταση ήταν εξαιρετικά περίεργη μια που επρόκειτο για έναν συνεπέστατο και τυπικότατο υπάλληλο που κατά την δεκαετή του απασχόληση στην Εταιρία δεν είχε δώσει ποτέ αφορμή για το παραμικρό και κανείς δεν θυμόταν να έχει δηλώσει έστω και μία μέρα ασθένεια μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια. Ο κύριος Μιχάλης, ο προϊστάμενός του, δικαιολογημένα ανησυχούσε. Πέρα από την άψογη επαγγελματική τους συνεργασία, τον συμπαθούσε και ως άνθρωπο και με τον καιρό είχαν αναπτύξει μια φιλική σχέση. Δεν είχαν γίνει και κολλητοί βέβαια, αλλά έβγαιναν μια στο τόσο, κατά κανόνα όταν σχόλαγαν από τη δουλειά, και πήγαιναν για να πιουν κανένα κρασάκι ή για να τσιμπήσουν κανένα μεζεδάκι και να τα πούνε. Φυσικά, δεν είχαν και πάρα πολλά να πούνε, όντας εργένηδες, (στο όριο του να θεωρηθούν γεροντοπαλλήκαρα, για να ακριβολογούμε) εργασιομανείς και με πενιχρή κοινωνική ζωή. Ωστόσο, ο ένας έβλεπε στο πρόσωπο του άλλου μια ελαφρά παραλλαγή του εαυτού του και αυτό, κατά κάποιο τρόπο, τους είχε δέσει αλλά και τους είχε προσφέρει παρηγοριά, αφού τους βοηθούσε να διαπιστώσουν, ο καθένας από την πλευρά του, ότι η περίπτωσή τους δεν ήταν μοναδική κι ότι υπήρχαν και άλλοι άνθρωποι στον κόσμο που βρισκόντουσαν στην ίδια περίπου μοίρα με αυτούς. Ήταν επόμενο, λοιπόν, ο κύριος Μιχάλης να αποφασίσει να επισκεφθεί τον συνάδελφο και φίλο του στο σπίτι του το απόγευμα της πέμπτης συνεχόμενης μέρας απουσίας του από το γραφείο, έχοντας αποτύχει επανειλημμένως, πιο πριν, να μιλήσει στο τηλέφωνο μαζί του, μια που εκείνος δεν απαντούσε στις κλήσεις του.

Η πόρτα της εισόδου της πολυκατοικίας ήταν ανοιχτή και ο κύριος Μιχάλης μπήκε αποφασιστικά μέσα και ανέβηκε στον δεύτερο όροφο όπου βρισκόταν το διαμέρισμα του συναδέλφου του. Χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας και περίμενε. Μετά από λίγο η πόρτα άνοιξε και ο κύριος Μιχάλης υπέστη ένα ελαφρύ σοκ από την εικόνα που αντίκρισε. Στο κατώφλι της πόρτας στεκόταν ένα ανθρώπινο ράκος στο πρόσωπο του οποίου με πολλή δυσκολία κατάφερε να αναγνωρίσει τον συνάδελφο και φίλο του. Ήταν κατάχλωμος, αναμαλλιασμένος, με γένια τουλάχιστον μιας εβδομάδας, με κατακόκκινα μάτια και με απλανές βλέμμα. Φορούσε ένα τρισάθλιο καρό μπουρνούζι του οποίου τα χρώματα είχαν ξεβάψει και ήταν ξυπόλητος. Ο κύριος Μιχάλης είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό βλέποντας τον φίλο του κυριολεκτικά αγνώριστο και σε τραγική κατάσταση. Τελικά, ύστερα από ένα λεπτό περίπου, βρήκε το κουράγιο να συνέλθει και να σπάσει τη σιωπή:

«Θοδωρή… Τι συμβαίνει; Τι έχεις πάθει; Γιατί είσαι έτσι;»

«Κύριε Μιχάλη… Εσείς… Ελάτε, περάστε μέσα, πρέπει να μιλήσουμε».

Τον οδήγησε στο σαλόνι του σπιτιού το οποίο θύμιζε βομβαρδισμένο τοπίο. Βιβλία, ρούχα, άδεια κουτιά από πίτσες και διάφορα σκουπίδια ήταν σωριασμένα παντού, στα τραπέζια, στον καναπέ, στις καρέκλες, στο πάτωμα. Η τηλεόραση ήταν πεσμένη κάτω και έδειχνε ότι μάλλον ήταν οριστικά εκτός λειτουργίας. Ένα ράντζο με έναν υπνόσακο επάνω του βρισκόταν στο μέσο του δωματίου.

«Καθήστε κύριε Μιχάλη…»

Ο κύριος Μιχάλης βρήκε μια ελεύθερη από σκουπίδια γωνιά στον καναπέ και στριμώχτηκε εκεί. Ο Θοδωρής πήρε μια καρέκλα, πέταξε στο πάτωμα τα ρούχα που βρίσκονταν επάνω της, την έστησε ανάποδα και κάθισε στηρίζοντας τα χέρια του στην πλάτη της. Ξανάρχισε να μιλάει: «Κύριε Μιχάλη, δεν έχουμε πολύ χρόνο, σύντομα θα έρθει να βρει κι εσάς και πρέπει εσείς τουλάχιστον να πάτε προετοιμασμένος». Υπήρχε ένας τόνος απόγνωσης στη φωνή του και το ύφος του προσώπου του, του μετέδιδε την αίσθηση του υπερεπείγοντος.

«Τί εννοείς Θοδωρή, δεν σε καταλαβαίνω. Ποιος είναι αυτός που θα έρθει να με βρει; Θες να το πιάσεις από την αρχή και να μου πεις τι ακριβώς σου συνέβη με νηφαλιότητα και ψυχραιμία;»

«Εδώ που έχουμε φτάσει κύριε Μιχάλη, η νηφαλιότητα και η ψυχραιμία αποτελούν πολυτέλεια. Το μόνο που έχει σημασία είναι ότι εκείνη σας έχει σταμπάρει και έρχεται για εσάς. Δεν έχει νόημα, απολύτως κανένα νόημα, να προσπαθήσετε να το αποφύγετε. Είναι δρομολογημένο και μεθοδευμένο το τι θα συμβεί από εδώ και πέρα. Εσείς το μόνο που μπορείτε να κάνετε είναι να σπεύσετε να προετοιμαστείτε…»

«Θοδωρή, σε παρακαλώ, αυτά που λες με ανησυχούν και μου ακούγονται σαν παραληρήμα ενός βαθύτατα συγχυσμένου ανθρώπου που χρειάζεται βοήθεια άμεσα. Άσε με να σε βοηθήσω, πιστεύω ότι είμαι σε θέση να το κάνω»

«Χμμμ…!». Ένα πικρόχολο γελάκι έσκασε στο πρόσωπο του Θοδωρή. «Εμένα δε μπορείτε να με βοηθήσετε τώρα πια κύριε Μιχάλη, έχω ξεπεράσει το στάδιο όπου οποιοσδήποτε θα μπορούσε να με βοηθήσει. Ο μόνος που ίσως μπορείτε να βοηθήσετε είναι ο εαυτός σας, αλλά ακόμα και γι’ αυτό επιτρέψτε μου να αμφιβάλλω σφόδρα…». Ξαφνικά σταμάτησε να μιλάει κι άρχισε τρομαγμένος να κοιτάει ολόγυρα και να τεντώνει τα αυτιά του, σαν να προσπαθούσε να αφουγκραστεί κάτι. Ο κύριος Μιχάλης τον κοίταζε με δέος, ανήμπορος να κάνει το οτιδήποτε. Δεν είχαν περάσει παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα όταν ο Θοδωρής τινάχτηκε με ένα απότομο σάλτο προς τον εμβρόντητο κύριο Μιχάλη σωριάζοντας την καρέκλα στο πάτωμα. Τον τράβηξε από το μανίκι του πουκαμίσου του και τον σήκωσε από εκεί που καθόταν, ανακοινώνοντας του παράλληλα με πολύ εμφατικό τόνο: «Ελάτε μαζί μου τώρα! Πρέπει να φύγουμε από εδώ!».

Βρισκόντουσαν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Το σκοτάδι είχε ήδη πέσει και δεν υπήρχε ψυχή στο δρόμο. Ο κύριος Μιχάλης, που είχε πρακτικά συρθεί από το συνάδελφό του ως εδώ, είχε χάσει πια εντελώς την υπομονή του:

«Θοδωρή, δεν μπορώ να ανεχτώ άλλο αυτήν την κατάσταση! Απαιτώ να μου πεις τ ώ ρ α τι συμβαίνει! Ειδάλλως…δεν ξέρω τι θα κάνω!».

Ο Θοδωρής είχε πάρει και πάλι εκείνο το απλανές βλέμμα και έμοιαζε σαν να αγναντεύει το υπερπέραν. Δε φαινόταν να δίνει και πολλή σημασία στην απαίτηση του κυρίου Μιχάλη να του ξεκαθαρίσει τι ακριβώς συνέβαινε. Τελικά μίλησε και πάλι και ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που απευθυνόταν στον προϊστάμενό του στον ενικό: «Θα έχεις σίγουρα δει πολλές φορές στη ζωή σου εκείνο το όνειρο όπου τρέχεις μέσα σε ένα δαιδαλώδες κτίριο, διασχίζοντας σκοτεινούς διαδρόμους και ψάχνοντας-μάταια-να βρεις την έξοδο από αυτό. Θα έχεις νιώσει εκείνο το αίσθημα της αόρατης και απροσδιόριστης απειλής που επικρεμάται πάνω από το κεφάλι σου. Θα έχεις αισθανθεί εκείνο τον τρόμο που δεν μπορεί να μπει σε λόγια και ο οποίος ελλοχεύει πίσω από την κάθε στροφή, πίσω από την κάθε γωνία. Θα έχεις ακούσει εκείνους τους περίεργους θορύβους που ακούγονται από μακριά, σαν να έρχονται από τους άλλους ορόφους του κτιρίου ίσως, για τους οποίους ξέρεις ότι καλύτερα να μη μάθεις ποτέ τι ακριβώς είναι και ποια η πηγή προέλευσής τους. Πιστεύω ότι θα έχεις πάρει το ασανσέρ (είναι ούτως ή άλλως ο μόνος τρόπος να μετακινηθείς από όροφο σε όροφο, σκάλες δεν υπάρχουν στο κτίριο, όπως θα ξέρεις) και θα έχεις φτάσει στον όροφο εκείνον όπου υπάρχει μόνο αυτή η μία, μεγάλη, μεταλλική πόρτα. Έχεις προσπαθήσει να την ανοίξεις ποτέ; Ναι, το ξέρω ότι το έχεις προσπαθήσει. Και ξέρω ότι γνωρίζεις πολύ καλά ποια βρίσκεται πίσω από αυτήν την πόρτα».

Ο κύριος Μιχάλης είχε παγώσει. Όλα αυτά του ακούγονταν ανατριχιαστικά γνώριμα και ήξερε ότι κάπου, κάπως, κάποτε τα είχε βιώσει. Ένα ρίγος διαπέρασε όλο του το κορμί. Ο Θοδωρής συνέχισε: «Αυτή που βρίσκεται πίσω από αυτήν την πόρτα, αυτή έρχεται τώρα ειδικά για εσένα. Άκουσε το κάλεσμα που της απηύθυνες-έστω κι αν δεν το έκανες συνειδητά-και τώρα καταφθάνει για να σε απαλλάξει από το βάρος που σε τυραννάει. Με το αζημίωτο, βέβαια!»

Ο κύριος Μιχάλης κοίταξε προς τα δεξιά του. Ο δρόμος ήταν ανηφορικός με πολύ απότομη κλίση και εκατέρωθεν του βρίσκονταν μονοκατοικίες με μικρούς κήπους. Δεν τον θυμόταν έτσι ακριβώς το δρόμο εκείνο, αλλά αυτό εκείνη τη στιγμή ελάχιστη σημασία είχε. Στο τέλος της ανηφόρας ο δρόμος κοβόταν απότομα καθώς κατέληγε σε ένα μεγάλο βράχο ο οποίος προφανώς συνέχιζε και από την άλλη, την από πίσω μεριά, την οποία ο κύριος Μιχάλης δεν μπορούσε να διακρίνει. Αυτό που μπορούσε να διακρίνει ήταν ότι στα ριζά του μεγάλου βράχου υπήρχε ένα μικρό, πολύ παλιό σπίτι. Η πίσω του πλευρά έμοιαζε σαν να ήταν χτισμένη μέσα στο βράχο. Είχε μια σκεπή με κεραμίδια, μια μικρή καμινάδα, μια πόρτα και δυο παράθυρα. Ένα αμυδρό και κάπως αρρωστημένο φως έβγαινε από αυτά τα παράθυρα. Μόνο και μόνο η θέα του προκάλεσε ένα έντονο αίσθημα δυσφορίας στον κύριο Μιχάλη. Παράλληλα, όμως, και χωρίς να μπορεί να καταλάβει το γιατί, του ασκούσε και μια έντονη έλξη.

Σαν να μάντευε τις σκέψεις του, ο Θοδωρής μίλησε για τελευταία φορά: «Ναι, εκεί πρέπει να πας, εκεί βρίσκεται η τελευταία σου ελπίδα. Είναι μεγάλο ρίσκο αλλά δεν έχεις επιλογή. Καλή τύχη φίλε μου κι αν δε σε ξαναδώ ποτέ θα καταλάβω…». Έβαλε το χέρι του στον ώμο του κυρίου Μιχάλη. Εκείνος γύρισε προς την πλευρά του και τον κοίταξε. Ένα αίσθημα αμοιβαίας κατανόησης και ενσυναίσθησης τον πλημμύρισε και το γεγονός αυτό του έδωσε το λίγο κουράγιο που ένιωθε ότι είχε τόσο ανάγκη. Έσφιξε το χέρι του φίλου του και κούνησε το κεφάλι του αποχαιρετώντας τον. Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να ανηφορίζει το δρόμο.

Βάδιζε ασθμαίνοντας και με πολλή δυσκολία. Η ανηφόρα ήταν πιο απότομη από όσο του είχε φανεί με το μάτι και ο δρόμος προς το μικρό σπίτι έμοιαζε ατελείωτος. Οι αυλόπορτες των μονοκατοικιών που παρατηρούσε καθώς ανέβαινε ήταν ανοιχτές, ωστόσο κανένα σημάδι ζωής δεν φαινόταν μέσα τους και ούτε σε μία από αυτές δεν υπήρχε έστω κι ένα αναμμένο φως. Το μόνο φως στο δρόμο προερχόταν από τις λάμπες του δημόσιου φωτισμού, οι περισσότερες εκ των οποίων είτε τρεμόπαιζαν είτε ήταν μισοσβησμένες. Μέσα σε αυτήν τη ζοφερή ατμόσφαιρα, η οποία του δημιουργούσε ένα πολύ δυσάρεστο συναίσθημα που ένιωθε να του καταπλακώνει την ψυχή και να του μαυρίζει τη διάθεση, διένυσε όλη την απόσταση και κάποια στιγμή, επιτέλους, έφτασε στην κορυφή της ανηφόρας.

Βρέθηκε να περιεργάζεται το μικρό σπίτι. Από κοντά έδειχνε ακόμα πιο παλιό και δεν ήταν καθόλου συντηρημένο: κεραμίδια έλειπαν από την κορυφή, σοβάδες είχαν πέσει από τους τοίχους και τα τοιχώματα της καμινάδας ήταν κατάμαυρα. Η όλη παρουσία του σπιτιού στο χώρο απέπνεε κάτι το εξαιρετικά δυσάρεστο και απειλητικό. Ο κύριος Μιχάλης στεκόταν εκεί σαν χαμένος, μη μπορώντας να αποφασίσει τι θα έπρεπε να κάνει στη συνέχεια. Παρατηρώντας συνεχώς, και όντας σε υπερδιέγερση, το καθετί πάνω στο σπίτι, δεν άργησε να αντιληφθεί ότι πίσω από το ένα φωτισμένο παράθυρο του σπιτιού κάτι κινείτο, μια απροσδιόριστη, φευγαλέα σκιά. Πολύ διστακτικά και προσεκτικά, έκανε λίγα βήματα προς την κατεύθυνση του παραθύρου. Ξαφνικά, ένα κοκκαλιάρικο χέρι τράβηξε μια κουρελιασμένη κουρτίνα και αντίκρισε δύο μεγάλα κατάμαυρα μάτια να τον κοιτάζουν με απίστευτη ένταση. Αυτό ήταν και το τελευταίο πράγμα που θυμόταν προτού χάσει τις αισθήσεις του και βυθιστεί σε ένα απόλυτο σκοτάδι…

…Όταν συνήλθε, ένιωσε τα αυτιά του να βουίζουν και είχε έναν τόσο επώδυνο  πονοκέφαλο που πίστευε ότι από στιγμή σε στιγμή το κεφάλι του θα εκρήγνυτο. Πίεσε τον εαυτό του αρκετά για να βρει τη δύναμη να ανασηκωθεί λίγο στηριζόμενος στους αγκώνες του και το κατάφερε.  Ήταν ξαπλωμένος σε ένα σκληρό, πετρώδους υφής και νοτισμένο από την υγρασία πάτωμα και γύρω του επικρατούσε σχεδόν απόλυτο σκοτάδι στο οποίο πήρε κάποια ώρα στα μάτια του για να προσαρμοστούν. Όταν αυτό τελικά έγινε, διαπίστωσε ότι βρισκόταν σε ένα μακρύστενο ορθογώνιο δωμάτιο. Οι τοίχοι, το πάτωμα, το ταβάνι ήταν όλα φτιαγμένα από πέτρα. Ελάχιστο φως ερχόταν από ένα μικρό παράθυρο, που ήταν σαν φεγγίτης και βρισκόταν ψηλά και δεξιά του. Από την πρώτη ματιά δε φαινόταν να υπάρχει κάποια πόρτα στο δωμάτιο αν και δεν θα έπαιρνε και όρκο για αυτό, μιας και το ελάχιστο φως δεν του επέτρεπε να εξάγει με σιγουριά τέτοια συμπεράσματα. Η αίσθηση που αμέσως αποκόμισε ήταν ότι βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια της γης, σε κάποιο υπόγειο. «Πιθανόν, βρίσκομαι στο υπόγειο του μικρού σπιτιού», σκέφτηκε και μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί του καθώς έκανε αυτή τη σκέψη. Τότε, και καθώς τα μάτια του προσαρμόζονταν ακόμη καλύτερα στο σκοτάδι, ήταν που διαπίστωσε ότι δεν ήταν μόνος στο χώρο αυτό.

Στο βάθος του δωματίου, μια μαυροντυμένη φιγούρα ήταν σκυμμένη μπροστά από ένα έπιπλο που έμοιαζε με τραπέζι και είχε γυρισμένη προς αυτόν την πλάτη της. Τόσην ώρα είχε παραμείνει εντελώς ασάλευτη, όμως τώρα είχε αρχίσει να κινείται πολύ σιγά και φαινόταν σαν να σηκώνεται στα πόδια της. Καθώς ο κύριος Μιχάλης είχε παγώσει στη θέση του, η φιγούρα γύρισε πολύ αργά προς το μέρος του. Το σοκ που επακολούθησε παραλίγο να τον ξαναστείλει στην επικράτεια της λησμονιάς και του μαύρου σκοταδιού από την οποία μόλις πριν λίγο είχε επιστρέψει. Μπροστά του στεκόταν εκείνη, ο πρώτος έρωτας και η πρώτη ερωτική απογοήτευση, παράλληλα, της ζωής του, η Έλλη, σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια.

Φορούσε έναν μαύρο μανδύα με κουκούλα και κάτω από αυτόν ένα μακρύ ολόλευκο φόρεμα. Ήταν ξυπόλητη. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της ήταν λυτά, το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο και τα μάτια της έλαμπαν με μια πολύ περίεργη λάμψη καθώς τον κοίταζε.  Δεν είχε αλλάξει καθόλου από τότε που τη θυμόταν, όταν είχαν γνωριστεί και ήταν μαζί, στα 18 τους χρόνια, και αυτό δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό του. Αυτό που ήταν χτυπητά διαφορετικό, όμως, σε σχέση με το παρελθόν και το πως τη θυμόταν, ήταν ότι τώρα την περιέβαλε μια αύρα θανάτου.

Καθώς ο κύριος Μιχάλης προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αυτό που συνέβαινε, η Έλλη άρχισε να κατευθύνεται με αργά και αποφασιστικά βήματα προς το μέρος του. Αυτό τον τρομοκράτησε και τον έκανε να τιναχτεί όρθιος με μια άκρως ζογκλερική για την ηλικία του κίνηση. Πισωπάτησε γοργά και η πλάτη του χτύπησε με δύναμη στον πέτρινο τοίχο του δωματίου. Έμεινε ακίνητος και ζαρωμένος εκεί για λίγο. Η Έλλη τον έφτασε και στάθηκε σε απόσταση αναπνοής από αυτόν, καρφώνοντάς τον με τα μεγάλα γκριζογάλαζα της μάτια. Λίγα δευτερόλεπτα που του φάνηκαν αιώνες πέρασαν χωρίς να γίνει τίποτα. Ύστερα εκείνη ύψωσε αργά τα χέρια της και τα ακούμπησε στους ώμους του. Άρχισε να του μιλάει με μια παγερή μεταλλική φωνή που εκείνος δεν την αναγνώρισε σαν τη φωνή που θυμόταν να έχει η Έλλη του:

«Ήρθα για εσένα Μιχάλη. Με κάλεσες και ήρθα.»

«…Έλλη..! Πώς γίνεται αυτό; Τι μου συμβαίνει; Τι θέλεις από εμένα;»

«Σημασία δεν έχει η Έλλη, η Έλλη που βλέπεις εσύ είναι απλά ένας αγγελιοφόρος. Εκπροσωπεί αυτούς που ανέλαβαν να διαχειριστούν την υπόθεσή σου.»

«Ποια υπόθεση μου;»

«Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Η μίζερη, βαρετή και μονότονη ζωή σου σε έχει οδηγήσει σε ένα τέλμα, έτσι δεν είναι; Ξυπνάς κάθε πρωί και αναρωτιέσαι αν υπάρχει κανένα νόημα στο να συνεχίσεις, έτσι δεν είναι; Νιώθεις να έχει αποστραγγιστεί κάθε ελπίδα από μέσα σου, έτσι δεν είναι;»

Ο κύριος Μιχάλης παρέμεινε σιωπηλός.

«Στα όνειρά σου, όταν δραπετεύεις για λίγο από τη μουντή καθημερινότητά σου, ψάχνεις απεγνωσμένα να βρεις μια διέξοδο. Αυτή τη διέξοδο ξέρεις ότι μόνο εκείνοι, αυτοί τους οποίους εκπροσωπώ, μπορούν να σου προσφέρουν. Γι’ αυτό και ζήτησες τη βοήθειά τους. Και εκείνοι ποτέ δε λένε όχι σε όποιον είναι διατεθειμένος να πληρώσει το τίμημα. Κι εσύ το ξέρουμε ότι πάντα ήσουν διατεθειμένος να πληρώσεις το τίμημα.»

«Ποιο είναι αυτό το τίμημα;»

Η Έλλη έσκυψε και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Εκείνος κατάλαβε και χαμήλωσε το κεφάλι του παραδομένος. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του. Εκείνη έπιασε το πρόσωπό του με τα χέρια της, το χάιδεψε και το σήκωσε στο ύψος των ματιών της. Τον κοίταξε με το έντονο βλέμμα της και του φάνηκε ότι μπορούσε να διακρίνει έστω και για λίγο μια ελαφρά συγκίνηση πίσω από το παγερό της προσωπείο. Χωρίς να καταλάβει ακριβώς το πως, βρέθηκε να την φιλάει. Και ήταν τόσο όμορφα όσο και τότε…

…Ένα εκτυφλωτικό φως τους τύλιξε. Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν το πρόσωπό της με κλειστά τα μάτια της να τον φιλάει και μια τούφα από τα μαλλιά της να του γαργαλάει το μάγουλο…

… Ο Μιχάλης ξύπνησε. Έμεινε να κοιτάει το ταβάνι για πολλή ώρα προσπαθώντας να καταλάβει ποιος ήταν και που βρισκόταν. Χρειάστηκε να ακουστεί ένας πολύ γνώριμος ήχος από την πλευρά του κομοδίνου που βρισκόταν στο αριστερό του χέρι για να αρχίσει να συνέρχεται. Προερχόταν από το κινητό του τηλέφωνο και ήταν ο χαρακτηριστικός ήχος που τον ειδοποιούσε ότι είχε μόλις λάβει ένα γραπτό μήνυμα. Έπεισε τον εαυτό του να τεντωθεί προς τα εκεί, έπιασε το κινητό στα χέρια του, άνοιξε το πορτάκι του και διάβασε το μήνυμα που ήταν γραμμένο σε άπταιστα greeklish: «Ksypna palio-ypnara! Entaksei, na ksexaseis oti eixame mathima sth sxolh, na ksexaseis oti eixes na paradwseis ergasia, alla na ksexaseis kai thn kalh sou??? Tespa, as opsetai h tosh adynamia pou sou exw! Pare me otan mporeseis, Ellh». Τώρα πλέον είχε σιγουρευτεί. Ήταν ένας εφιάλτης και πέρασε. Ο «κύριος Μιχάλης» ήταν απλά μια προειδοποίηση που του απηύθυνε το υποσυνείδητό του, ένα καμπανάκι που του χτύπησε να προσέξει και να φροντίσει ώστε η ζωή του να μην πάρει μια τέτοια πορεία στο μέλλον.

Σκέφτηκε ότι το πιο αστείο σχετικά με το όνειρο που μόλις είχε ήταν ότι συμμετείχε σε αυτό και ο Θοδωρής. Άκου να δεις, ο Θοδωρής κι εγώ δύο μίζεροι υπάλληλοι, δύο μεσήλικες εργένηδες με μηδαμινές προοπτικές στη ζωή τους. Και μάλιστα εγώ να είμαι και προϊστάμενός του Ε, αυτό πια…, μονολόγησε από μέσα του. Ο Θοδωρής ήταν ο καλύτερός του φίλος. Γνωριζόντουσαν από μικρά παιδιά. Μέσω του Θοδωρή είχε γνωρίσει την Έλλη, όταν εκείνη και ο φίλος του ήταν ζευγάρι. Τον θυμόταν να του λέει: «Δεν ξέρω ρε φίλε… αυτό το κορίτσι ώρες ώρες μου δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο, σε μια κατάσταση που όμοια της δεν έχω συναντήσει ξανά. Από τη μία, τη διαπνέει μια ελπίδα, μια αισιοδοξία για το μέλλον, μια σιγουριά ότι όλα θα πάνε καλά για εμάς και θα μας δοθεί η ευκαιρία να κάνουμε πολύ σημαντικά και όμορφα πράγματα στη ζωή μας. Όταν τη βλέπω να έχει αυτή τη στάση, παίρνω τα πάνω μου και συσσωρεύω μπόλικη ενέργεια και κουράγιο για να κυνηγήσω και να πραγματοποιήσω όλα όσα ονειρεύομαι. Από την άλλη, πολλές φορές, και με αφορμή όλα αυτά τα τραγικά συμβάντα που συμβαίνουν στις μέρες μας με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα, βυθίζεται σε μια δίνη συναισθημάτων απαισιοδοξίας, μαυρίλας, μηδενισμού και ισοπέδωσης των πάντων. Τότε υποστηρίζει ότι όσα όνειρα κι αν κάνουμε εμείς δεν θα προλάβουμε να τα εκπληρώσουμε γιατί η κατάσταση στον κόσμο έχει πάρει μια πολύ άσχημη τροπή και η πορεία προς τον πάτο είναι μη αναστρέψιμη. Αυτές οι δύο όψεις της, ξέρεις, με παραπέμπουν στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ανθρωπότητα σήμερα. Από τη μία έχουμε τις μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις, τα τεχνολογικά επιτεύγματα και τις προόδους, γενικότερα, που συντελούνται στους διάφορους τομείς της ανθρώπινης δράσης και μας κάνουν όλους να πιστεύουμε ότι η ζωή μας δεν μπορεί παρά να βελτιώνεται διαρκώς και τα ενδιαφέροντα μας να μην σταματήσουν να αυξάνονται. Από την άλλη, βλέπεις πάρα πολλούς ανθρώπους να βυθίζεται στη βαρεμάρα, στο τέλμα και στη στασιμότητα, βλέπεις τα κρούσματα τυφλής και αμετροεπούς βίας να αυξάνονται με εκθετικό ρυθμό, βλέπεις να φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια σενάρια συνομωσιολογικής παράνοιας και δυσοίωνων προφητειών για το επερχόμενο «τέλος του κόσμου» και βλέπεις τον κόσμο σαστισμένο και φοβισμένο να ζαρώνει στη γωνίτσα του και να αρκείται στο να ζει με τα ελάχιστα, μην τολμώντας να κάνει έστω κι ένα βήμα παραπέρα το οποίο θα διευρύνει τον ορίζοντά του. Η Έλλη, λοιπόν, με τις αντιφάσεις της, συμβολίζει για μένα την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο κόσμος μας σήμερα. Και λειτουργεί για μένα σαν ένα ιδιότυπο βαρόμετρο της ψυχολογικής και συναισθηματικής κατάστασης ολόκληρου του ανθρώπινου είδους».

Δεν άργησε να την ερωτευτεί αλλά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά, ήταν η κοπέλα του καλύτερού του φίλου. Όταν ήταν στο τελευταίο στάδιο της σχέσης τους με το Θοδωρή είδε ξεκάθαρα ότι υπήρχε ανταπόκριση και από τη μεριά της. Όταν χώρισαν με το Θοδωρή, σχεδόν αμέσως οι δυο τους τα έφτιαξαν. Ο Θοδωρής δεν παρεξηγήθηκε, ίσα ίσα που ενθάρρυνε τη σχέση τους γιατί πίστευε ακράδαντα ότι ο Μιχάλης ταίριαζε πάρα πολύ με την Έλλη ενώ εκείνος, όπως είχε αποδειχθεί στην πράξη, καθόλου. Ο Θοδωρής δεν άργησε να βρει άλλη κοπέλα κι έτσι τώρα όλοι τους ήταν, θεωρητικά, ευτυχισμένοι και οι σχέσεις μεταξύ τους ήταν εξαιρετικές. Ο Μιχάλης με την Έλλη ταίριαζαν όντως πάρα πολύ και εκείνη του έλεγε ότι ποτέ δεν είχε ξανανιώσει τόσο όμορφα στη ζωή της. Το πιο σημαντικό ήταν ότι η σκοτεινή πλευρά της Έλλης δεν εκδηλωνόταν σχεδόν καθόλου πλέον και οι δυο τους έπλεαν σε πελάγη ευδαιμονίας και άκρας αισιοδοξίας, καταστρώνοντας όλων των ειδών τα φιλόδοξα έως και εντελώς τρελά και ουτοπικά σχέδια για το μέλλον το οποίο διαγραφόταν πολλά υποσχόμενο μπροστά τους.

Ο Μιχάλης, ανακουφισμένος που όσα είδε ήταν απλά ένα άσχημο όνειρο και τίποτα παραπέρα, βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του να κάνει ένα τσιγάρο. Είχε κάθε λόγο να αισθάνεται ευτυχισμένος. Ήταν 18 χρονών, πρωτοετής φοιτητής στο πανεπιστήμιο και είχε όλη τη ζωή μπροστά του. Ήταν ερωτευμένος με το πιο γλυκό, το πιο όμορφο, το πιο έξυπνο κορίτσι που υπήρχε στον κόσμο όλο, την Έλλη του και, το σπουδαιότερο, ήταν κι εκείνη ερωτευμένη μαζί του. «Ω, ναι, η ζωή είναι πολύ όμορφη τελικά», σκέφτηκε. Ήταν ένα υπέροχο ανοιξιάτικο απόγευμα, συν τοις άλλοις. Ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει, διαγράφοντας την καθιερωμένη πορεία του προς… προς την Ανατολή;;; Ένιωσε να τον λούζει κρύος ιδρώτας ξαφνικά, κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά εδώ πέρα. Η Δύση βρισκόταν εντελώς αντιδιαμετρικά από την πλευρά του ορίζοντα όπου έβλεπε τον ήλιο να χαμηλώνει, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ως προς αυτό. Τις αμέσως επόμενες στιγμές η αναστάτωσή του ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο, όταν παρατηρώντας πιο προσεκτικά τη γειτονιά που βρισκόταν το σπίτι του και την οποία γνώριζε σαν την παλάμη του χεριού του, διαπίστωσε ότι αυτά που έβλεπε μόνο γνώριμα δεν του ήταν. Κοιτάζοντας δεξιά του, είδε ότι ο δρόμος ανηφόριζε με πολύ απότομη κλίση. Εκατέρωθέν του υπήρχαν μονοκατοικίες με ανοιχτές τις αυλόπορτες. Ο δρόμος κατέληγε-εδώ κρατήθηκε από το κάγκελο του μπαλκονιού του για να μην καταρρεύσει-σε ένα μεγάλο βράχο πίσω από τον οποίο δεν είχε ορατότητα. Στη ρίζα του βράχου αυτού ήταν κτισμένο ένα μικρό, παμπάλαιο σπίτι. Είχε μια σκεπή με κεραμίδια, μια μικρή καμινάδα, μια πόρτα και δυο παράθυρα. Ένα αμυδρό και κάπως αρρωστημένο φως έβγαινε από αυτά τα παράθυρα. Ένιωσε ένα παγωμένο χέρι να του σφίγγει την καρδιά.

Εντωμεταξύ, το σκοτάδι είχε ήδη πέσει («πότε είχε προλάβει κιόλας;», σκέφτηκε). Άκουσε μια συνομιλία από το δρόμο. Ήταν δυο πολύ γνώριμες φωνές. Εντελώς απρόθυμα, έγειρε το σώμα του λίγο μπροστά από την άκρη του μπαλκονιού για να δει ποιοι συζητούσαν. Έξω από την κυρίως είσοδο της πολυκατοικίας όπου διέμενε, είδε τους δύο μεσήλικες συναδέλφους, τον Θοδωρή και τον κύριο Μιχάλη, να μιλάνε εκπέμποντας μια εσωτερική ένταση που μπορούσε άνετα να την αισθανθεί αν και βρισκόταν σε κάποια απόσταση από αυτούς. Έκλεισε τα μάτια του, αρνούμενος να παραδεχτεί αυτό που του συνέβαινε. Όταν τα ξανάνοιξε ένιωσε ότι δεν ήταν μόνος του στο μπαλκόνι. Γύρισε με πολύ αργές κινήσεις προς τα πίσω. Αντίκρισε εκείνη να τον κοιτάει με ένα ειρωνικό και κάπως αρρωστημένο χαμόγελο. Τον πλησίασε. Ένα εκτυφλωτικό φως τον τύλιξε…

…Βρέθηκε να τρέχει μέσα στους διαδρόμους του δαιδαλώδους κτιρίου, το οποίο κάθε φορά που βρισκόταν εκεί του φαινόταν τόσο γνώριμα άγνωστο. Έπρεπε να καταβάλλει διπλάσια προσπάθεια για να κινηθεί καθώς το πάτωμα έμοιαζε σαν να κυλάει πάντοτε στην αντίθετη φορά από τη δική του. Επιπλέον, μια ομίχλη είχε γεμίσει όλους τους χώρους κάνοντας την προσπάθεια του ακόμα πιο επίπονη. Κάποια στιγμή με κάποιο τρόπο βρήκε το ασανσέρ. Το κάλεσε κι αυτό ανταποκρίθηκε άμεσα. Μπήκε μέσα στο κουβούκλιο και είδε ότι υπήρχαν δύο κουμπιά, ένα κόκκινο κι ένα μπλε. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, πάτησε το κόκκινο. Μετά από μία άνοδο που του φάνηκε ότι κράτησε ώρες το ασανσέρ σταμάτησε και η πόρτα του άνοιξε. Βγήκε έξω και βρέθηκε μπροστά από τη μεγάλη μεταλλική πόρτα. Προς μεγάλη του έκπληξη, είδε ότι ένα φως έβγαινε από τη χαραμάδα κάτω στο πάτωμα. Ένιωσε πιο θαρραλέος τώρα και έδωσε ένα ελαφρύ σπρώξιμο στην πόρτα. Εκείνη, κάνοντας ένα ελαφρύ τρίξιμο, άνοιξε. Προχώρησε μέσα.

Το δωμάτιο ήταν σχετικά ευρύχωρο. Ένα παχύ περσικό χαλί κάλυπτε όλο το πάτωμα. Μια κατοπτρικά συμμετρική, και ομολογουμένως εντυπωσιακή, παράσταση απεικονιζόταν επάνω του: ένα παγώνι με πολύχρωμα φτερά που βρισκόταν στους κήπους του παλατιού κάποιου Πέρση ηγεμόνα, πιθανόν. Γύρω από το παγώνι η βλάστηση οργίαζε και το περιέβαλλαν, ακόμη, 3 καβαλάρηδες, εκ των οποίων ο πρώτος φορούσε πράσινο χιτώνα, ο δεύτερος μπλε και ο τρίτος χρυσό. Μέσα στο δωμάτιο υπήρχε μια τεράστια βιβλιοθήκη της οποίας τα ράφια κάλυπταν σχεδόν όλους τους τοίχους και όπου βρίσκονταν τοποθετημένα εκατοντάδες βιβλία, τα περισσότερα εκ των οποίων φαίνονταν πολύ παλιά. Ένα παράθυρο, από το οποίο έμπαινε το φως της ημέρας, υπήρχε κάπου ψηλά.

Αφού το βλέμμα του περιπλανήθηκε στο χώρο, τελικά σταμάτησε στην άκρη του δωματίου. Εκεί βρισκόταν ένα μικρό γραφείο με μια λάμπα πάνω του. Μια κοπέλα καθόταν εκεί και κάτι έγραφε σε ένα τετράδιο. Φορούσε ένα κατάλευκο πουλόβερ. Αν και του είχε γυρισμένη την πλάτη της, την αναγνώρισε αμέσως. Με τρεμάμενη φωνή, τη φώναξε:

«Έλλη…!»

Εκείνη σταμάτησε να γράφει και γύρισε προς το μέρος του. Ήταν δακρυσμένη.

«Ω… Έλλη μου…»

«Μιχάλη… Σ’ αγαπάω… Σ΄αγαπάω πάρα πολύ αλλά… δε γίνεται… δε μπορούμε να είμαστε μαζί..»

«Έλλη… Το ξέρεις ότι εγώ θα έκανα τα πάντα για εσένα!»

«Το ξέρω, αλήθεια, το ξέρω πολύ καλά.. Όμως το τάιμινγκ είναι τόσο λάθος, δυστυχώς… Κι αυτό εμένα με πονάει πάρα πολύ, πιο πολύ από όσο φαντάζεσαι…»

«Δε χρειάζεται να πεις περισσότερα, καταλαβαίνω… Απλά… δε μπορώ να πάψω να νοιάζομαι για εσένα και να προσποιηθώ ότι δεν τρέχει τίποτα, κάτι τέτοιο δεν θα το άντεχα, ευτυχώς ή δυστυχώς έτσι είναι η φτιάξη μου…»

Εκείνη δε μίλησε και έμεινε να τον κοιτάει με βουρκωμένα μάτια. Εκείνος πλησίασε κοντά της, έσκυψε και την αγκάλιασε. Δεν άντεξε, δάκρυσε κι εκείνος καθώς την έσφιγγε πάνω του… Ένα εκτυφλωτικό φως τους τύλιξε…

… Η Έλλη ξύπνησε μούσκεμα από τον ιδρώτα και με τα δάκρυα να κυλούν ακόμα από τα  γκριζογάλαζα μάτια της. Αφού σκούπισε τα δάκρυά της με την άκρη του σεντονιού, σηκώθηκε από το κρεβάτι της με πολύ αργές κινήσεις, φόρεσε τη ρόμπα της και πέρασε στο σαλόνι. Όλα εδώ, στο σπίτι αυτό, ήταν εγκαταλελειμμένα και αφημένα. Οι τοίχοι είχαν ξεβάψει και είχαν ρωγμές, τα έπιπλα ήταν παλιά και φθαρμένα, η σκόνη που κάλυπτε το πάτωμα σχημάτιζε ένα παχύ στρώμα και σε όλες σχεδόν τις γωνίες δέσποζαν περίτεχνοι ιστοί αραχνών. Η Έλλη ένιωσε πολύ γερασμένη και κουρασμένη για το οτιδήποτε. Πήγε στο ένα από τα δύο παράθυρα της πρόσοψης του σπιτιού και τράβηξε το κουρελιασμένο κουρτινάκι. Κοίταξε έξω. Μια απίστευτη αμμοθύελλα μαινόταν που αλλοίωνε το φως του ήλιου δίνοντας του μια κιτρινωπή, αρρωστημένη απόχρωση. Ίσα ίσα που μπορούσε να διακρίνει τα σπίτια στην κατηφόρα. Αλλά, ούτως ή άλλως, αυτό δεν είχε καμία σημασία. Όλοι όσοι ζούσαν σε αυτό το μέρος είχαν πια φύγει, είχαν χαθεί, είχαν πεθάνει. Ήταν η τελευταία που είχε απομείνει εκεί.

Δεν ένιωθε μοναξιά, είχε πάψει να νιώθει το οτιδήποτε εδώ και πολύ καιρό. Δεν είχε πλέον νόημα, πίστευε. Το μόνο που την κρατούσε να συνεχίζει να ξυπνάει κάθε μέρα και να ζει όπως ζούσε, ήταν ότι είχε βρει ένα σκοπό. Είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό της να θυμηθεί και να καταγράψει πως ήταν τα πράγματα, πως ήταν η ζωή της, πριν τη μεγάλη καταστροφή. Συνέβη όταν ήταν 20 χρονών περίπου. Πρώτα το πρωτοφανές κύμα ομαδικών αυτοκτονιών… ύστερα ο θανατηφόρος ιός που είχε κατακευάσει και απελευθερώσει εκείνη η αίρεση… η πλήρης αποσάρθρωση του κοινωνικού ιστού που επακολούθησε… ελάχιστοι είχαν επιβιώσει από όλες αυτές τις δοκιμασίες και είχαν καταφύγει σε μέρη όπως αυτό όπου βρισκόταν τώρα. Όμως το ποτάμι δε γυρνούσε πίσω και η όποια λιγοστή ελπίδα είχε απομείνει πνιγόταν σιγά σιγά κάτω από τόνους σκόνης και άμμου.

Είχε βρει κάπου, σε ένα από τα άδεια, τώρα πια, σπίτια που βρίσκονταν κάτω στο δρόμο,ένα παλιό τετράδιο με κιτρινισμένες σελίδες. Το είχε πάρει και κάθε τόσο σημείωνε ό,τι μπορούσε να θυμηθεί για το πως ήταν τα πράγματα πριν. Κυρίως έγραφε για εκείνον. Αυτό που τη βασάνιζε και τη στενοχωρούσε περισσότερο από κάθε τι άλλο, όμως, ήταν ότι αδυνατούσε να θυμηθεί το όνομά του. Τώρα όμως… το όνειρο που είχε δει… Ξαφνικά έτρεξε στο μικρό τραπέζι όπου ήταν το τετράδιο. Το άνοιξε, πήρε το μολύβι στο χέρι της και στην πρώτη σελίδα έγραψε με μεγάλα γράμματα: «ΜΙΧΑΛΗΣ». Ύστερα, χωρίς να σκεφτεί καθόλου άρπαξε το τετράδιο, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και βγήκε έξω.

Η σφοδρή αμμοθύελλα μαστίγωνε το πρόσωπό της και λέρωνε το λεκιασμένο νυχτικό της αλλά αυτό δεν την απασχολούσε. Καθώς βγήκε από την πόρτα έστριψε και άρχισε να ανεβαίνει το δρόμο που οδηγούσε στην κορυφή του βράχου. Το στόμα της είχε στεγνώσει εντελώς και ανέπνεε με πολλή δυσκολία. Ήταν αναπόφευκτο κάποια στιγμή να νιώσει ότι οι δυνάμεις της την εγκαταλείπουν. Γονάτισε στο έδαφος κρατώντας πάντα το τετράδιο στα χέρια της. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει για πόσην ώρα έμεινε εκεί, έξω από το ερειπωμένο σπίτι στη βάση του βράχου, σε αυτή τη στάση.

Ξαφνικά διέκρινε κάποιου είδους κίνηση στο βάθος μπροστά της. Κάτι ή κάποιος ερχόταν προς το μέρος της. Φάνταζε σαν μια φασματική οντότητα, σαν μια εικόνα που τρεμόπαιζε κι έκανε παράσιτα. Καθώς η απόσταση μεταξύ τους ελαττωνόταν γοργά, είχε παγώσει στη θέση της και κρατούσε την ανάσα της. Όταν την πλησίασε αρκετά, ανατρίχιασε σύγκορμη και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Ήταν εκείνος. Έσκυψε μπροστά της και της χάιδεψε απαλά το πρόσωπο. Εκείνη δεν είχε δύναμη ούτε καν να δακρύσει. Καθόταν και τον χάζευε άναυδη. Της μίλησε:

«Έλλη μου…»

«Μιχάλη…! Ήρθες;», βρήκε το κουράγιο να του αποκριθεί.

«Ήρθα να σε δω. Μη φοβάσαι πια.»

«Έγραφα για να είμαι έτσι πάντα μαζί σου, δεν μπορώ άλλο μακριά σου. Θα είμαστε μαζί;», ξέσπασε ξαφνικά.

«Ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε μαζί, Έλλη…»

Με μια απαλή κίνηση την σήκωσε όρθια και πήρε το τετράδιο από τα χέρια της. Ο θυελλώδης άνεμος έσκισε τα φύλλα του και άρχισε να τα παρασέρνει μακριά. Κοιτάχτηκαν στα μάτια και αγκαλιάστηκαν τρυφερά για τελευταία φορά, γνωρίζοντας πια πως αυτό δεν ήταν ένα ακόμη όνειρο.

Εκείνος άνοιξε την πόρτα μπαίνοντας στο σκοτεινό και ερειπωμένο σπίτι, και τότε ένα ξαφνικό αλλά εκτυφλωτικό φως τους τύλιξε. Ένα κουρασμένο χαμόγελο διαγράφηκε στα  πρόσωπά τους και σφίγγοντας γερά τα χέρια τους διάβηκαν το κατώφλι κλείνοντας τα μάτια …

……………………………………………………………………………………………………………..

Εμείς κι εσύ (Σεπτέμβριος 2009)

Σήκωσε κάπως βαριεστημένα το ακουστικό του τηλεφώνου της και πατώντας τα κατάλληλα πλήκτρα σχημάτισε τον αριθμό του. Ήθελε να τον ρωτήσει κάτι σχετικά με τα διαγράμματα που της είχε στείλει ηλεκτρονικά πριν λίγο. Καθώς τον άκουγε (πάντα βαριεστημένα) να της δίνει με περίσσια διάθεση και πολύ διεξοδικά τις επεξηγήσεις που χρειαζόταν, τον είδε να περνά στο διάδρομο έξω από το γραφείο της και να την χαιρετάει χαμογελώντας της. Το ακουστικό σχεδόν της έπεσε από τα χέρια και το στόμα της άνοιξε μια σπιθαμή. Προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της ότι δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό και ότι η υπερκόπωση σε συνδυαμό με την ενοχλητική υγρασία εκείνου του μεσημεριού την έκαναν να έχει παραισθήσεις, έκλεισε τα μάτια της. Όταν τα ξανάνοιξε, εκείνος δε βρισκόταν πια έξω από το γραφείο της, ωστόσο παρέμενε στην άλλη άκρη της γραμμής:

«Γη καλεί συναδέλφισσα! Γη καλεί συνδέλφισσα! Τι έπαθες παιδί μου και σώπασες;

«Ε; Τίποτα, τίποτα… Να σου πω, ήσουν πριν λίγο…»

«Πού να ήμουν πριν λίγο;»

«Άσε, άσε, τίποτα μωρέ, εγώ μάλλον έχω αρχίσει και κλατάρω και βλέπω φαντάσματα…»

«Φαντάσματα;!; Συναδέλφισσα, είναι πασιφανές, νομίζω, ότι η πολλή δουλειά σε βάρεσε κατακούτελα και χρειάζεσαι ένα διάλειμμα. Πάμε στο κυλικείο να σε κεράσω μια τυρόπιτα κι ένα χυμό να έρθεις στα ίσια σου.»

«Έχεις δίκιο, το χρειάζομαι. Φύγαμε, λοιπόν!»

…Είχαν απλώσει την αρίδα τους στο κυλικείο, χαζεύαν  και κουτσομπόλευαν τον κόσμο της Εταιρίας και γενικά έσπαγαν πλάκα. Είχε ξεχάσει εντελώς αυτό που συνέβη πρωτύτερα και όταν του ζήτησε να περιμένει λίγο για να πάει να αγοράσει ένα μπουκάλι νερό δεν φανταζόταν τι επρόκειτο να (ξανά)συμβεί. Ήταν μπροστά στο ταμείο και ξεδιάλεγε τα κέρματα στο χέρι της όταν άκουσε μια πολύ γνώριμη φωνή να της λέει:

«Τι μπορώ να κάνω για τη συναδέλφισσα;»

«Θα ήθελα ένα μπουκάλι…». Πάγωσε ολόκληρη καθώς ανασήκωσε το κεφάλι της μόνο και μόνο για να αντικρίσει και πάλι εκείνον που την κοίταζε με το γνωστό του χαμόγελο. Αλαφιασμένη άφησε τα κέρματα να πέσουν από τα χέρια της και γύρισε προς την άλλη κατεύθυνση, προς το βάθος της αίθουσας, ψάχνοντας απελπισμένα να βρει το τραπέζι όπου εκείνος καθόταν μαζί της. Πράγματι, δεν της πήρε παρά λίγα δευτερόλεπτα για να τον διακρίνει. Καθόταν αραχτός στο τραπέζι τους, όπως τον είχε αφήσει, και της έκανε ένα νεύμα, πάντα με το γνωστό του χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Ξαναγυρνώντας, σοκαρισμένη όσο ποτέ στη ζωή της, προς το ταμείο είδε ότι δεν υπήρχε κανείς πλέον εκεί. Υπήρχε μόνο ένα μπουκάλι νερό αφημένο στον πάγκο μπροστά της.

…Είχε ζητήσει να πάρει ολιγόωρη άδεια από τη δουλειά και τώρα επέστρεφε σπίτι της. Σε εκείνον όταν τη ρώτησε, του είπε, εμφανώς τρομοκρατημένη και κατάχλωμη, ότι ένιωθε πολύ αδιάθετη ξαφνικά και ότι έπρεπε να φύγει από το γραφείο. Στις εκκλήσεις που της απηύθυνε για να την γυρίσει εκείνος σπίτι της μια και την έβλεπε να έχει τα κακά της τα χάλια, εκείνη είχε αντισταθεί με τον πλέον εμφατικό και σθεναρό τρόπο, μη δίνοντας του άλλο περιθώριο παρά να υποχωρήσει. Βρισκόταν στο αυτοκίνητό της και το οδηγούσε καταβάλλοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες να παραμείνει ψύχραιμη και να μην το ρίξει σε καμιά κολώνα ή χαντάκι. Κάποια στιγμή την έπιασε κόκκινο. Καθώς περίμενε με ανυπομονησία για να ανάψει πράσινο έπιασε με την άκρη του ματιού της μια ανησυχητικά γνώριμη φιγούρα να πλησιάζει το παράθυρο του οδηγού. Με φρίκη αντίκρισε και πάλι εκείνον να της προτείνει, χαμογελαστός όπως πάντα, ένα διαφημιστικό φυλλάδιο.  Έστρεψε, χωρίς να το πολυσκεφτεί, το κεφάλι της εμπρός, ανέβασε το τζάμι του παραθύρου και σανίδωσε το γκάζι εκτινάσσοντας το αμάξι μπροστά. Ευτυχώς το πράσινο είχε μόλις ανάψει.

…Ήταν πολύ ταραγμένη για να έχει το μυαλό της στην οδήγηση κι έτσι δεν ήταν περίεργο που 2-3 φορές παραλίγο να τρακάρει άσχημα ή να σκοτώσει κάποιον. Τελικά, συνειδητοποιώντας ότι δεν πήγαινε άλλο, αποφάσισε να παρκάρει περίπου 2 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι της και να περπατήσει το υπόλοιπο της διαδρομής. Δεν είχε προλάβει να κάνει λίγα μέτρα όταν και πάλι τον είδε. Μάζευε κάτι ξερά φύλλα και σκουπίδια από το δρόμο με μία σκούπα κι ένα φαράσι. Όταν την κοίταξε και της έσκασε το γνωστό χαμόγελο, δεν έτρεφε καμία αυταπάτη πλέον: είτε είχε αποτρελαθεί εντελώς είτε η τάξη και οι φυσικοί νόμοι του κόσμου όπως τον ήξερε κατέρρεαν σταθερά, δίνοντας τη θέση τους σε μία απερίγραπτα χαοτική κατάσταση. Ο πανικός την είχε καταβάλλει κι έτσι άρχισε αυθόρμητα να τρέχει, σκοπεύοντας να φτάσει όσο πιο γρήγορα και ανώδυνα στο σπίτι της, το οποίο φάνταζε, εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα, ως η μόνη πιθανή σανίδα σωτηρίας για εκείνη.  Τρέχοντας αλαφιασμένη, δεν παρατήρησε (ευτυχώς για εκείνη και την εναπομείνασα ψυχική της ισορροπία) ότι ο ψιλικατζής της γειτονιάς της, ο βενζινάς στη γωνία του τετραγώνου που βρισκόταν η πολυκατοικία της και ο ταχυδρόμος που κουβαλούσε ένα σάκο με γράμματα, είχαν το ίδιο ακριβώς πρόσωπο και το ίδιο και απαράλλαχτο χαμόγελο καθώς την κοίταζαν να περνάει από μπροστά τους.

…Μπήκε επιτέλους στην πολυκατοικία της και κάλεσε το ασανσέρ πατώντας μανιασμένα το κουμπί τουλάχιστον δέκα φορές. Ήταν εξουθενωμένη από το τρέξιμο και ένιωθε ότι από στιγμή σε στιγμή θα έκανε εμετό. Καθώς περίμενε με ανυπομονησία να κατέβει το ασανσέρ άκουσε ένα χτύπημα στο τζάμι της πόρτας της εισόδου. Δεν είχε νόημα να γυρίσει να δει τι ή ποιος ήταν. Ήξερε ακριβώς τι θα αντίκριζε. Ένιωσε ένα αίσθημα απόλυτης παραίτησης να την πλημμυρίζει. Με ένα βαθύ αναστεναγμό γύρισε το κεφάλι της και τον είδε να έχει το πρόσωπο και τα χέρια του κολλημένο στο τζάμι, σα μικρό παιδί, και να της χαμογελάει. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα χαρτί πάνω στο οποίο είχε γράψει με μεγάλα γράμματα και με τον κλασικό του, και πασίγνωστο σε εκείνη, αδέξιο και αντίστοιχο εφτάχρονου, γραφικό του χαρακτήρα, τρεις λέξεις κι ένα θαυμαστικό: ΜΗ ΜΕ ΑΠΟΦΕΥΓΕΙΣ! Αυτό κάπως της ήρθε και ένιωσε ότι άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή μέσα της. Αμφιταλαντεύτηκε για κλάσματα του δευτερολέπτου ως προς το αν θα πήγαινε να του ανοίξει και λίγο έλειψε να το κάνει. Όμως εκείνη τη στιγμή κατέφθασε το ασανσέρ. Μηχανικά, χωρίς να σκεφτεί καθόλου, μπήκε μέσα και ανέβηκε στον όροφο που βρισκόταν το διαμέρισμά της.

…Ξεκλείδωσε την πόρτα, μπήκε μέσα στο διαμέρισμα, έβγαλε με βιαστικές κινήσεις τα παπούτσια της και σωριάστηκε κατάκοπη στον καναπέ. Η γάτα της, ίσως έκπληκτη που η αφεντικίνα της είχε επιστρέψει τόσο νωρίς αλλά σίγουρα πολύ χαρούμενη, ήρθε αμέσως εκεί και με ένα σάλτο πήδηξε στον καναπέ και κουλουριάστηκε δίπλα της. Εκείνη τη χάιδεψε με στοργή και η γάτα έβγαλε γουργουρίσματα ικανοποίησης. Τότε ήταν που παρατήρησε ότι κάτι παράξενο συνέβαινε στο σπίτι της. Το τραπέζι της τραπεζαρίας ήταν στρωμένο με το καλύτερο τραπεζομάντηλο που διέθετε και πάνω του βρισκόταν ένα κηροπήγιο, ένα μπουκάλι κρασί καθώς και τα δύο πανάκριβα σερβίτσια της. Οι άλλες αισθήσεις δεν άργησαν να μπουν στο παιχνίδι: ήχοι μαγειρέματος ακούγονταν από την πλευρά της κουζίνας, ενώ μια μυρωδιά φαγητού που πλανιόταν στον αέρα δεν άργησε να φτάσει στα ρουθούνια της. Ανακάθισε ανήσυχη στον καναπέ, όμως πριν προλάβει να κάνει οτιδήποτε άλλο τον είδε να βγαίνει από την κουζίνα. Φορούσε έναν άσπρο σκούφο μαγειρικής, σιγοσφύριζε έναν εύθυμο σκοπό και βαστούσε στα χέρια του μια τεράστια καλυμμένη πιατέλα. Ακούμπησε την πιατέλα με πολλή προσοχή στο τραπέζι και ύστερα γύρισε κάπως απότομα και θεατρικά προς εκείνη. Της έριξε το γνωστό του χαμόγελο και κατευθύνθηκε προς το μέρος της. Εκείνη δεν ήξερε τι να κάνει πια κι ήταν τόσο καταβεβλημένη ψυχολογικά που, απλά, αφέθηκε. Όταν είχε φτάσει πολύ κοντά της, πάνω από τον καναπέ, της μίλησε πρώτος:

«Γεια σου συναδέλφισσα!»

«…», το στόμα της είχε στεγνώσει και δεν έβγαινε φωνή με τίποτα.

«Από το πρωί προσπαθώ να σου μιλήσω αλλά εσύ με αποφεύγεις συνεχώς…»

«Τι συμβαίνει;», κατόρθωσε τελικά να ψελλίσει εκείνη.

«Θα πρότεινα να φάμε, το φαγητό είναι έτοιμο όπως βλέπεις. Πάω να φέρω και τις σαλάτες με τα ορεκτικά και μετά θα μας σερβίρω. Μπορούμε να τα συζητήσουμε όλα κατά τη διάρκεια του γεύματος μας, τι λες κι εσύ;»

Περιέργως, δεν του έφερε καμία αντίρρηση. Σηκώθηκε από τον καναπέ και πήγε και κάθισε στο τραπέζι. Εκείνος έφερε τις σαλάτες, έφερε και τα ορεκτικά και σέρβιρε και τους δυο τους. Όλως παραδόξως, διαπίστωσε ότι πείναγε πολύ κι έτσι άρχισε να τρώει με όρεξη και να πίνει γενναιόδωρες γουλιές από το φίνο κόκκινο κρασί. Βρήκε το φαγητό γευστικότατο και το σχολίασε αποδίδοντάς του τα εύσημα. Εκείνος την ευχαρίστησε και επεσήμανε ότι μαγείρεψε τόσο ωραία γιατί τον ενέπνευσε εκείνη. Κάπως έτσι κύλησε η επόμενη λίγη ώρα: με εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις, πειράγματα, γέλια και ελαφρά μέθη, ένας συνδυασμός που δημιουργούσε μια πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα. Εκείνη είχε ήδη σχεδόν ξεχάσει όλα όσα είχαν συμβεί εκείνη την ημέρα και πέρναγε πολύ όμορφα.

Κάποια στιγμή πέρασαν και στο κυρίως πιάτο. Ο «σεφ» (ο οποίος είχε πια βγάλει τον άσπρο του σκούφο) σήκωσε το κάλυμμα της μεγάλης πιατέλας και αποκάλυψε ένα λαχταριστό ψητό γουρουνόπουλο με πατάτες φούρνου. Το πιάτο ήταν απλό, ωστόσο ήταν και μαγειρεμένο στην εντέλεια και τρώγοντας το, εκείνη βίωσε μια σπάνια γαστριμαργική απόλαυση. Μετά και το επιδόρπιο (σουφλέ σοκολάτας με παγωτό μαστίχα) είχε χαλαρώσει πάρα πολύ και τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί και την είχαν κατατρομοκρατήσει, κάνοντάς τη να αμφιβάλλει έντονα για την ψυχική της υγεία, είχαν ξεθωριάσει αρκετά ώστε να της φαίνονται, πλέον, απλώς σαν ένα κακό όνειρο. Φυσικά, δεν τα είχε ξεχάσει κι εντελώς, κι έτσι, χαϊδεύοντας με ικανοποίηση την κοιλιά της, ξανάνοιξε την κουβέντα πάνω στο θέμα αυτό:

«Δε νομίζεις ότι θα πρέπει να μιλήσουμε και λίγο για τον ελέφαντα στο δωμάτιο;»

«Εννοείς, υποθέτω, καλή μου συναδέλφισσα, το γεγονός της πολλαπλής μου σημερινής εμφάνισης σε διαφορετικά σημεία του χωροχρονικού συνεχούς, γεγονός που, υπό κανονικές συνθήκες, θεωρείται εντελώς αδύνατο, σωστά;»

«Ναι, αυτό εννοούσα»

«Χμμμ… Θα προσπαθήσω να το θέσω όσο πιο απλά γίνεται, αν και δεν είναι πολύ εύκολο. Εγώ, που λες, όπως με βλέπεις τώρα, δεν είμαι ακριβώς «εγώ».»

«Ορίστε;;;»

«Θα ήταν πιο σωστό να λέγαμε ότι «εγώ» δεν είμαι παρά ένα μόνο μέρος ενός ευρύτερου «εμείς». Και σήμερα αυτό το «εμείς» κατάφερε να εκδηλώσει πολλές διαφορετικές πτυχές του, πολλά διαφορετικά «μικρο-εγώ», (σχεδόν) στον ίδιο χρόνο και σε πολλά διαφορετικά σημεία του χώρου. Αλλά αυτό το «εμείς» δεν θα κατάφερνε ποτέ να κάνει τέτοια μαγικά χωρίς τη δικιά σου συνεισφορά και βοήθεια.»

«Τώρα έχω χαθεί! Δε μου τα κάνεις λίγο πιο λιανά για να μην τρελαθώ εντελώς στο τέλος; Ήδη βρίσκομαι στα όριά μου!»

«Ένα από τα «μικρό-εγώ» μας, ο γνωστός σου συνάδελφος, σου είχε τραβήξει αρκετά κι έντονα την προσοχή. Τον παρατηρούσες, αλληλεπιδρούσες πολύ μαζί του σε ένταση και συχνότητα και ενίσχυες το επίπεδο συνειδητότητάς του. Τώρα, το «μικρό-εγώ» μας αυτό δεν είχε ξανασυναντήσει στη διάρκεια της ζωής του μια τόσο έντονη, χαρισματική και γοητευτική προσωπικότητα του άλλου φύλου (είναι σημαντικό κι αυτό, παίζει ρόλο να υπάρχει διαφορετική πολικότητα) σαν και τη δική σου.  Έτσι η φόρτιση του από τις ενεργειακές σας αλληλεπιδράσεις (και πρέπει να ξέρεις πως οποιαδήποτε αλληλεπίδραση μεταξύ δύο ανθρώπων είναι ενεργειακή σε ένα βασικό επίπεδο) του ενίσχυσε το επίπεδο συνειδητότητας σε τέτοιο βαθμό ώστε κάποια στιγμή ξεπέρασε ένα κρίσιμο όριο και αντιλήφθηκε ότι το «μικρό-εγώ» του δεν αποτελούσε παρά μία μόνο συνιστώσα ενός απείρως πολυπλοκότερου «εμείς». Από εκεί και πέρα δεν απείχε παρά μόνο ένα βήμα από το να ενταχθεί συνειδητά στο «εμείς» και να το κάνει να εκδηλωθεί στο δικό του πλαίσιο αναφοράς, στη δική του χωροχρονική πραγματικότητα. Γιατί, φυσικά, «εμείς» δε δεσμευόμαστε καθόλου από τα δεσμά του χώρου και του χρόνου.»

«Μάλιστα, τώρα με φώτισες!!!… Γιατί όμως να γίνει αυτό το νταβαντούρι, ποιος ο λόγος;»

«Ο λόγος είναι ότι «εμείς» σε έχουμε πάρα πολύ μεγάλη ανάγκη. Και σε έχουμε πάρα πολύ μεγάλη ανάγκη, γιατί θέλουμε να «ξυπνήσεις» και να συνειδητοποιήσεις ότι και το δικό σου «μικρό-εσύ» αποτελεί μέρος ενός πολύ ευρύτερου «εσείς». Θέλουμε να ενεργοποιήσεις «εσάς» λοιπόν και να «σας» φέρεις στο συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο στο οποίο βρισκόμαστε τώρα. Και αυτό πρέπει να το κάνεις σχετικά γρήγορα, γιατί «εμείς» κι «εσείς» πρέπει να ενωθούμε, «εμείς» κι «εσείς» έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας…»

«Γι’ αυτό μου έκανες το τραπέζι; Για να με ρίξεις και να με πείσεις να έρθω σε επαφή με τους… άλλους μου εαυτούς και τις… άλλες μου ζωές; Και δεν διοργανώναμε καμία συνεδρία με τραπεζάκια, να καλέσουμε κανένα πνεύμα, καλύτερα; Πιο αποτελεσματικό θα ήταν. Και, επίσης, ποιά είναι αυτή η δουλειά που έχουμε να κάνουμε και στην τελική γιατί εγώ να θέλω να εμπλακώ σε όλην αυτήν τη θεοπάλαβη ιστορία;»

«Θες να εμπλακείς γιατί δεν έχεις επιλογή. Και δεν έχεις επιλογή γιατί θες να εμπλακείς»

«Αρχίσαμε και τα κοάν του ζεν βουδισμού τώρα;»

«Όσο για τη δουλειά που έχουμε να κάνουμε… είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να εξηγήσω στο «μικρό-εσύ» σου σε τι ακριβώς αφορά γιατί ξεφεύγει από τα όρια των δυνατοτήτων κατανόησής του (σου). Μόνο «εσείς» θα είστε σε θέση να κατανοήσετε πλήρως μια τέτοια χαοτική για τα κοινά «μικρο-ανθρώπινα» μυαλά εικόνα. Απλά θα σου πω ότι εκτός από «εμάς» κι «εσάς» υπάρχουν και «αυτοί». Και οι επιδιώξεις «αυτών», όποιοι κι αν είναι, δε συμβαδίζουν απαραίτητα με τις επιδιώξεις «ημών» και «υμών». »

«Ανάθεμα με αν κατάλαβα το οτιδήποτε!»

«Η εξέλιξη είναι ευλογία και κατάρα, είναι αδυσώπητη και δεν μπορεί και δεν πρέπει να σταματήσει. Και όσοι έχουμε ταχθεί στο πλευρό της το κάνουμε γνωρίζοντας τα τεράστια ρίσκα που διατρέχουμε αλλά και τα τεράστια οφέλη που θα καρπωθούμε τόσο εμείς όσο κι ολόκληρη η ανθρωπότητα, αν αποτρέψουμε την εξέλιξη από το να σταματήσει ή να εκτροχιαστεί.»

«…Δεν ξέρω τι να πω, αυτά όλα παραείναι για μένα… Πάνω που πήγα να το βρω λίγο, το έχασα ακόμη περισσότερο…»

«Κατανοώ απολύτως το σοκ σου. Ωστόσο τα λόγια δεν έχουν νόημα από εδώ και πέρα, αυτό που μετράει είναι οι πράξεις και τα βιώματα…»

Σηκώθηκε από τη θέση του, πήγε κοντά της και την αγκάλιασε. Εκείνη, βυθισμένη στις σκέψεις της, έγειρε το κεφάλι της πάνω στο στήθος του. Της ανακάτεψε τρυφερά στα μαλλιά και τη χάιδεψε στο πρόσωπο. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε με τα ιδιαίτερα εκφραστικά μάτια της. Κοιταζόντουσαν για πολλή ώρα έτσι, χωρίς να λένε ή να κάνουν τίποτα. Ύστερα εκείνος πλησίασε κι άλλο το πρόσωπο του στο δικό της κι εκείνη έκλεισε τα μάτια της. Τα χείλη τους ενώθηκαν…

…Αν μπορούσε εκείνη τη στιγμή κάποιος να κοιτάξει στο μπαλκόνι του διαμερίσματος εκείνης της τυπικής αθηναϊκής πολυκατοικίας, θα έβλεπε εκείνον κι εκείνην, «εκείνους» κι «εκείνες» αν προτιμάτε, τους δύο «συναδέλφους», πιασμένους χέρι χέρι να παρατηρούν χαμογελαστοί πίσω από το τζάμι της μπαλκονόπορτας  τα «αδέρφια» τους, τις σάρκες εκ των σαρκών τους, να κάνουν το πρώτο βήμα ενός συναρπαστικού ταξιδιού προς τη μαγική χώρα του αγνώστου, των προκλήσεων, των κινδύνων αλλά και των μυριάδων σαγηνευτικών υποσχέσεων…

Και θα ζήσουμε «εμείς» καλά κι «εσείς» καλύτερα…!

……………………………………………………………………………………………………………..

Ο γάμος μου (by David Lynch) (Ιούνιος 2006)

(Ξανά)παντρεύτηκε και η Νικόλ… Άκουγα χθες στο ρεπορταζ του πιο δροσερού και νεανικού δελτίου ειδήσεων της ελληνικής τηλεόρασης όλα τα παραλειπόμενα από το γάμο στην Αυστραλία. Έμαθα λοιπόν από την καλή ρεπόρτερ Άννα-Μαρία-Χριστίνα Τσορμπατζίδου πως την σκηνοθετική επιμέλεια του γάμου της ανέλαβε ο γνωστός σκηνοθέτης Baz Luhrmann (γνωστός για 2 πράγματα σε μένα τουλάχιστον, για το Moulin Rouge και για το Sunscreen, το τραγούδι-απαγγελία με οδηγίες χρήσης για τη ζωή). Και σκεφτόμουν ποιος σκηνοθέτης θα ήταν ο κατάλληλος για να στήσει τον δικό μου γάμο. Συσκέφθηκα με τον εαυτό μου και το πόρισμα δεν άργησε να βγει: David Lynch φυσικά!

Τηλεφώνησα στον David, του ανακοίνωσα την επιθυμία μου κι εκείνος δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Μου ζήτησε λίγο χρόνο για να επεξεργαστεί το σενάριο και τη σκηνοθεσία της γαμήλιας τελετής και μου είπε ότι θα με έπαιρνε πίσω (τηλέφωνο) σε κανένα μισάωρο για να μου σκιαγραφήσει σε αδρές γραμμές τις ιδέες του σχετικά με το επικείμενο event του αιώνα (το γάμο μου ντε!). Μου έκανε μία ερώτηση μόνο, η οποία ήταν αν η νύφη έχει ήδη βρεθεί και όταν του αποκρίθηκα πώς όχι ακόμα είπε απλά: «Λαμπρά! Αυτό μου λύνει τα χέρια σε βαθμό που δε φαντάζεσαι»!

Μου ξανατηλεφώνησε μετά από καμιά ώρα και μου παρέθεσε όλες του τις σκέψεις. Συμφώνησα στον υπερθετικό βαθμό. «Το ήξερα ότι δεν θα με απογοήτευες, βρε συ Dave», του είπα. Ιδού λοιπόν σε σύνοψη το μεγαλοφυές του σενάριο για εκείνη τη βραδιά:

Η τελετή θα λάβει χώρα σε ένα παρεκκλήσι της αίρεσης των Ραελιανών πλησίον της Μονής Εσφιγμένου στο Άγιον Όρος. Οι καλεσμένοι θα είναι ακριβώς 23, ούτε παραπάνω ούτε παρακάτω. Πρώτος θα καταφτάσω εγώ στον ιερό ναό καβάλα σε ένα ροζ παιδικό ποδήλατο με καλαθάκι στην μπροστινή πλευρά. Μες στο καλαθάκι θα βρίσκεται η ανθοδέσμη και μια ακέφαλη κούκλα. Θα φοράω μαύρα παπούτσια, μαύρα παντελόνια, μαύρο σακάκι και ένα έντονα κόκκινο ζιβάγκο. Θα ξεπεζέψω στον περίβολο του ναού και θα πάρω την ανθοδέσμη. Με το που αφήσω το ποδήλατο αυτό θα πέσει κάτω και θα διαλυθεί σε χίλια κομμάτια. Η αρχιτεκτονική του ναού θα παραπέμπει σε Μεγάλους Παλαιούς, Κθούλου και ημιβυθισμένη Ρ’λυε (βλέπε και Χάουαρντ Φίλλιπς Λάβκραφτ). Αποτρόπαιες γωνίες, τερατώδεις καμπύλες, βλάσφημα σχέδια, αποκρουστικές σκαλιστές μορφές, όλα τα σχετικά. Η πρωτοτυπία εδώ συνίσταται στο ότι θα φεγγοβολά ένα αρρωστημένο κιτρινιάρικο χρώμα το οποίο όμως θα αποκτά κατά καιρούς μωβ, πορφυρές και άλικες αποχρώσεις. Συμβολίζει την αύρα του «ζωντανού ναού του μεγάλου μυστηρίου» σύμφωνα με τον David.

Θα μπω στο εσωτερικό του ναού κρατώντας την ανθοδέσμη στο αριστερό μου χέρι. Ο ναός στο εσωτερικό του θα είναι ένα τυπικό παρεκκλήσι σαν αυτά που έχουμε δει τόσες και τόσες φορές σε αμερικάνικες ταινίες και σειρές. Θα επικρατεί νεκρική σιγή. Οι καλεσμένοι θα είναι όλοι ήδη καθισμένοι στις θέσεις τους. Η κάμερα στο σημείο εκείνο θα εστιάσει πάνω τους για να διαπιστωθεί έτσι πως δεν είναι οι ίδιοι οι καλεσμένοι παρόντες, αλλά κάποια πολύ παραστατικά κέρινα ομοιώματα τους, τύφλα να’χει η Μαντάμ Τισσό! Στα δε πρόσωπα όλων θα είναι ζωγραφισμένη μια έκφραση απόλυτου τρόμου. Εγώ θα προχωρήσω και θα σταθώ μπροστά από το ιερό παραμένοντας βλοσυρός κι ανέκφραστος. Θα περάσουν 2-3 λεπτά όπου τίποτα δε θα συμβεί. Τη νεκρική ακινησία και σιγή θα διακόψει η είσοδος του ιερέα. Θα μπει κι αυτός από την κεντρική είσοδο και θα έρθει και θα σταθεί μπροστά μου. Θα φοράει κατάλευκα άμφια τα οποία θα έχουν ένα μόνο σχέδιο στο μπροστινό τους μέρος. Αυτό θα είναι ο Εσταυρωμένος πάνω σε έναν τετραδιάστατο σταυρό, μια απομίμηση του γνωστού πίνακα του Νταλί. Ο παπάς θα μοιάζει εμφανισιακά…έχετε δει το CryBaby με τον Johnny Depp? Θα είναι σαν τον πρωταγωνιστή στην ταινία με το ίδιο τατουάζ δακρύων στην άκρη των ματιών, μόνο φανταστείτε τον καμιά 40αριά χρόνια γηραιότερο.

Ο παπάς θα παραμείνει αμίλητος για λίγα δευτερόλεπτα κοιτώντας με κατάματα. Ξαφνικά θα βγάλει από την τσέπη του ένα μικρό σε διαστάσεις, παλιό, μισοσκισμένο και με κιτρινισμένες σελίδες καφέ βιβλίο και θ’αρχίσει να ψέλνει μονότονα σε μία εντελώς ακατάληπτη γλώσσα. Μετά από λίγα λεπτά θα σταματήσει για να φωνάξει (σε καταληπτή γλώσσα, εννοείται): –«Η νύφη μπορεί τώρα να εισέλθει».

Καμία απάντηση.

-«Η νύφη μπορεί τώρα να εισέλθει», πιο δυνατά αυτή τη φορά.

Απόλυτη σιωπή κι αυτή τη φορά.

-«Η νύφη μπορεί τώρα να εισέλθει», με στεντόρεια φωνή. Η ηχώ που θα δημιουργηθεί θα δώσει έναν υποβλητικό τόνο στο όλο σκηνικό.

Αυτή τη φορά σαν απόκριση στο κάλεσμα του ιερέα θα έρθει μια στριγκλιά σαν κρώξιμο από την κατεύθυνση της οροφής της εκκλησίας. Ένα σκοινί θα ξεδιπλωθεί από την οροφή προς το πάτωμα. Και μια μαϊμού θα κατέβει. Η μαϊμού θα φοράει ένα πολύ ωραίο νυφικό. Η νύφη θα είναι η μαϊμού.

Θα έρθει και θα σταθεί δίπλα μου ακριβώς. Εγώ θα την κοιτάω με τρυφεράδα και στοργή. Θα σκύψω και θα της ψιθυρίσω στο αυτί: «Είσαι πολύ όμορφη σήμερα αγάπη μου. Εκείνη σε απάντηση θα σκούξει δυνατά, τόσο δυνατά που θα μπορούσε να ξεκουφάνει άνθρωπο. Ο παπάς θα πει: «Πάρε αγκαλιά τη νύφη, τέκνο μου, μη φοβάσαι, εδώ είναι ο οίκος του Θεού μας». Θα την πάρω αμεσως αγκαλιά, υπακούοντας στον ιερέα. «Ωραία», θα πει αυτός. «Και τώρα ήρθε η ώρα της χαρμόσυνης λειτουργίας. Φώτα, μουσική!».

Θα ακουστεί ο ήχος ενός μηχανισμού που τίθεται σε λειτουργία και μια ξύλινη ράμπα θα αρχίσει να κατεβαίνει πίσω από τον ιερέα. Πάνω σε αυτή θα βρίσκεται μια μπάντα που θα διαθέτει το στήσιμο, το ντύσιμο και το στάιλινγκ μιας τυπικής 50s-60s rock ‘n roll μπάντας. Πάνω στο τύμπανο θα είναι γραμμένο το όνομα: The Blue Pixies. Θα είναι κενή μόνο η θέση του τραγουδιστή. Με το που φτάσει η ράμπα στο έδαφος και σταματήσει να ακούγεται ο χαρακτηριστικός ήχος γκρου-γκρου της τροχαλίας, ο παπάς θα πετάξει τα άμφια από πάνω του, αποκαλύπτοντας μια ομοιόμορφη αμφίεση με αυτή της υπόλοιπης μπάντας και με μια θεατρική κίνηση θα πηδήξει πάνω στη ράμπα. Οι μουσικοί θα αρχίζουν να παίζουν τις πρώτες νότες από μια πολύ γνωστή 60s μπαλάντα του Roy Orbisson. Μετά από λίγο ο lead singer-ιερέας θάρχίσει να ερμηνεύει:«Only the lonely, shu-ba, shuba, shuba, know the way I feel tonight, shuba, shuba…». Εννοείται ότι τα shu-ba, shuba θα είναι τα cheesy backing vocals. Το γκρουπ θα συνεχίσει να παίζει το τραγούδι μέχρι που ξαφνικά ο ήχος ενός πυροβολισμού θα διακόψει απότομα το τραγούδι. Ο ιερέας θα πέσει νεκρός, χτυπημένος από μια σφαίρα στο δόξα πατρί. Θα τον έχει πυροβολήσει ο Σερίφης.

Όχι ο Γιάννης Σερίφης ούτε ο Θωμάς. Ο Σερίφης ήταν ο γυμνασιάρχης στο γυμνάσιο του γαμπρού. Αποκαλείτο έτσι λόγω του επιβλητικού παροουσιαστικού του. Πανύψηλος, 2 μέτρα με καμπούρα παρακαλώ, με τεράστια χέρια, πρόσωπο ανέκφραστο κι ένα βλέμμα δολοφονικό που θα έκανε και τον Τσαρλς Μπρόνσον να…σκιαχτεί. Όταν έμπαινε στην τάξη να διδάξει (αγωγή του πολίτη) ή να κάνει κάποια ανακοίνωση έπρεπε οι μαθητές να σηκωνόντουσαν όρθιοι. Το ίδιο κι όταν αποχωρούσε. Μια μοναδική φορά είχαν αποπειραθεί να κάνουν κατάληψη κάποιοι μαθητές επί των ημερών του και είχε σπάσει το λουκέτο με τα ίδια του τα χέρια. Ήταν ένας old school καθηγητής, βγαλμένος θαρρείς από το Νόμο 4000.

Τέλος απαραίτητης παρένθεσης. Ο Σερίφης ερχόμενος από πίσω μου θα προχωρήσει αργά και αποφασιστικά προς το μέρος μου. Αυτή τη φορά θα είναι όντως ντυμένος σα σερίφης από το Φαρ-Ουέστ με καπέλο, γιλέκο, τζιν, μπότες και ένα χρυσό αστέρι στο πέτο. Η κάννη από το πιστόλι που θα κρατάει στο χέρι του έχοντας μόλις πυροβολήσει τον ιερέα θα είναι ακόμη καπνισμένη. Εντωμεταξύ ο μηχανισμός της ράμπας θα έχει τεθεί ξανά σε λειτουργία ανεβάζοντας την ξανά προς τα πάνω και απομακρύνοντας την από το πλάνο με τους μουσικούς να παραμένουν ανέκφραστοι σαν να μην έχει γίνει απολύτως τίποτε ή σαν να γνωρίζουν ότι έχουν ήδη επιτελέσει το ρόλο τους με επιτυχία. Ο Σερίφης θα σταθεί μπροστά μου. Εγώ θα αφήσω κάτω τη μαϊμού με πολλή προσοχή και αυτή αφού θα βγάλει το νυφικό της κρώζοντας θα φύγει από την πόρτα. Εκείνος θα περιμένει να φύγει και θα μιλήσει:

-«Στο είχα πει [επίθετο] ότι αν με έβλεπες για δεύτερη φορά αφότου αποφοίτησες, πάει να πει ότι δεν τα κατάφερες»

Θα έστρεφε εν συνεχεία την ακόμη καπνισμένη κάννη προς το μέρος μου και θα πυροβολούσε. Ένα ξερό κλικ θα ακουγόταν. Το όπλο θα είναι άδειο.

-«Ούτε να πεθάνεις με αξιοπρέπεια και φορώντας τις μπότες σου δεν είσαι ικανός [επίθετο]». Αυτό θα έλεγε, θα έβαζε το εξάσφαιρο στη θήκη της ζώνης του και θα αποχωρούσε με βήμα σταθερό.

Εγώ θα απέμενα μόνος. Και τότε σ’ένα ξέσπασμα θα έπεφτα στα γόνατά μου θα άρπαζα το νυφικό που είχε αφήσει η μαϊμού στα χέρια μου και θα άρχιζα να κλαίω. Γοερά κι ακατάπαυστα. Θα έκλαιγα γιά ώρα πολλή μέχρι που να στερέψω από δάκρυα, να αδειάσω από τα πάντα, από όσα κρατούσα μέσα μου τόσα χρόνια.

Κι ύστερα θα σηκωνόμουν και θα έφευγα. Όπως θα έφτανα όμως στην πόρτα θα πάθαινα ένα ξεφνικό εγκεφαλικό και θα τιναζόμουν σαν να με χτύπησε αστραπή. Κι ύστερα απλά θα σωριαζόμουν στο έδαφος σαν ένα άδειο σακί από πατάτες…

……………………………………………………………………………………………………………..

Έλλη… (Μάιος 2006)

Περιμένω εσένα…

Ναρθεις να με πάρεις αγκαλιά και να τα ξεχάσω όλα…Να με χαϊδέψεις με τρυφερότητα και να μέ ηρεμήσεις…Να μην αναλώνομαι πλεόν σε ομφαλοσκοπήσεις και ταβανοθεραπείες γιατί δε θα το έχω ανάγκη…Να μην χρειάζεται να εξηγώ και να αιτολογώ τίποτα ούτε σ’εσένα ούτε και στον εαυτό μου…Θα είσαι εκεί κι αυτό θα μου αρκεί…

Οι γκρίζες και μουντές ημέρες θα αποκτήσουν ξάφνου νόημα όταν έρθεις…Θα μπορώ να υπομένω τα πάντα, να πήζω χωρίς να μιλάω, ακόμη και να σκύβω το κεφάλι αδιαμαρτύρητα…Η σκέψη και μόνο ότι θα σε δω, έστω και για λίγο, για ένα φιλί στα πεταχτά, για μια αγκαλίτσα, θα φτάνει και θα περισσεύει για να αποκτούν οι άχρωμες και άοσμες ημέρες της ρουτίνας τα χρώματα του ουράνιου τόξου και την απριλιάτικη ευωδιά των λουλουδιών και της φύσης που ξυπνάει…

Έλεγα ότι μπορεί και να μη σε χρειαστώ, ότι με παίρνει να στηριχτώ στις δικές μου δυνάμεις για να προχωρήσω…Πόσο λάθος είχα…Έχω μπλοκάρει κι έχω εισέλθει σ’έναν φαύλο κύκλο εξαιτίας της απουσίας σου…Πάω να κάνω δύο βήματα και αμέσως ζαλίζομαι και τρικλίζοντας επιστρέφω στο σημείο από όπου ξεκίνησα…Κάθε φορά και πιο νικημένος και πιο «άδειος»…Έχω ανάγκη από την αύρα σου να με αναζωογονήσει…Πόση αντίθεση κάνει το ζωηρό άλικο χρώμα της με το αρρωστημένο γκρίζο της δικής μου…

Που είσαι;Ποια ίχνη πρέπει να ακολουθήσω για να σε βρω; Δεν το γνωρίζω…

«Insecure…what you’re gonna do…feel so small they could step on you…called you up…answer machine…when the human touch is what I need, what I need, what I need…is you…I need you…»

Τα πράγματα που νοσταλγώ πιο πολύ στη ζωή είναι αυτά που ποτέ δεν έζησα…

……………………………………………………………………………………………………………..

Ο εφιάλτης στο δρόμο με τα κλισέ (Μάιος 2006)

-Σημασία δεν έχει η νίκη, σημασία έχει η συμμετοχή (ναι καλά εντάξει!)
-Ζήσε κάθε μέρα σου σαν να είναι η τελευταία (και γιατί όχι σα να είναι η πρώτη;)
-Δεν υπάρχουν πια ενδιάμεσες (καιρικά) εποχές (μήπως φταις κι εσύ όμως που έχεις εξελιχθεί σε ένα εντελώς υποχόνδριο ον που όταν η θερμοκρασία είναι κάτω από τους 20 δεν μπορεί χωρίς καλοριφέρ και πάνω από τους 25 χωρίς air-condition; Λέω, μήπως;)
– Δεν πιστεύω απόλυτα στα ζώδια, αλλά κάποιες γενικές αρχές ισχύουν (ναι, κάποιες ποοοολυ γενικές και ασαφείς ,θα προσθέσω, αρχές, οι οποίες αναδιατυπώμενες ή και όχι, μπορούν να βρουν εφαρμογή στον κάθε άνθρωπο.)
-Πρέπει να κολυμπήσεις στα βαθιά για να τα καταφέρεις (θέλω τα μπρατσάκια μουουουου!!!)
-Τα παλιά τα χρόνια οι άνθρωποι ήταν πιο ηθικοί/αγνοί/καλοπροαίρετοι (μιλάς φαντάζομαι για τα χρόνια εκείνα που οι άνθρωποι αλληλοσφάζονταν και βασανίζονταν σε εξορίες για τα πιστεύω τους…Επίσης, έχεις ακουστά την έννοια της εντροπίας;)
-Αύριο μεθαύριο που θα παντρευτείς… (γιαγιά μη με αγχώνεις! Θα παντρευτώ μετά από 10 χρόνια! Κι επίσης βάσει της δικής σου χρονικής κλίμακας σε καμιά εβδομάδα θα έχω πεθάνει! Εκτός κι αν αναφέρεσαι σε γεωλογικές ημέρες…)
-Αν δεν δουλέψετε πολύ τώρα που είστε νέοι, πότε θα το κάνετε; (Σωστό! Και έχουμε μπόλικο χρόνο να χαρούμε τη ζωή μας από τα 70 μας και μετά!)
-Φταίει η πολιτεία! (του Άρκανσω ή του Κεντάκι;)
-Να είσαι πάντα ο εαυτός σου! (…)
-Κοίτα τα χάλια μας σαν κράτος! Στο εξωτερικό δεν υπάρχουν αυτά (Φυσικά! Πουθενά στο εξωτερικό! Ούτε στη Βόρεια Κορέα και στη Σομαλία!)
-Έλα μωρέ τώρα! Ξενέρωτοι Άγγλοι/Γερμανοί/Γάλλοι είμαστε εμείς τώρα ναούμε; (Γιατί είμαι σχεδόν σίγουρος ότι όλοι αυτοί οι «ξενέρωτοι» γαμάνε πολύ περισσότερο από εσένα τον Ελληνάρα;)
-Στην Ελλάδα υπάρχει ακόμη φιλότιμο! (Ναι, βέβαια! Γι’αυτό εξάλλου και είμαστε μεταξύ των πρώτων στον κόσμο στους δείκτες διαφθοράς και παραοικονομίας!)
-Καλύτερα να μετανιώσεις για κάτι που έκανες παρά για κάτι που δεν έκανες. (Εντάξει, σωστό είναι, αλλά έχω βαρεθεί να το ακούω πλέον!)
– Έχεις βύσμα; Αν δεν έχεις, δεν πας πουθενά! (Όχι, μωρέ εντάξει, λέω να βασιτώ στο φιλότιμο!)
-Όλα πια έχουν ακριβύνει και ο καταναλωτής είναι στο έλεος των κερδοσκόπων (ακολουθεί σύντομα μάθημα στοιχειωδών οικονομικών: Αγαπητέ καταναλωτή αν δεν αγοράσεις το ακριβό προϊόν θα μειωθεί η ζήτηση του. Αν μειωθεί η ζήτησή του, με σταθερή την προσφορά θα μειωθεί κι η τιμή του. Από το 1776 τα έλεγε ο Αδάμ Σμιθ…)
-Έκανε κατάθεση ψυχής. (πόσο πάει το επιτόκιο σε αυτήν την περίπτωση, αλήθεια;)
-Η αστυνομία εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό. (από πότε μέχρι πότε είναι αυτή η κυνηγετική περίοδος;)
and last but least:
-Οι φίλοι φαίνονται μόνο στα δύσκολα/στα εύκολα/στις στενοχώριες/στις χαρές. (οι φίλοι φαίνονται σε όλες αυτές τις στιγμές και η φιλία μόνο έτσι σφυρηλατείται, αν έχεις δηλαδή ζήσει τον άλλο σε διαφορετικές στιγμές της ζωής του και της ζωής σου έτσι ώστε να μετρήσεις τις διάφορες αντιδράσεις του και τη συμπεριφορά του σε κάθε περίπτωση και να κάνει κι αυτός το ίδιο μ’εσένα…)

……………………………………………………………………………………………………………..

Απορία( Μάιος 2006)

Απορία αδαούς: Γιατί χρησιμοποιούμε την έκφραση: το προφίλ του τάδε ηθοποιού, αθλητή, τραγουδιστή, επιστήμονα, της τάδε εταιρίας, οργανισμού κτλ κτλ; Αν εξετάσεις μόνο το προφίλ ενός ανθρώπου σχηματίζεις μια αποσπασματική εντύπωση για τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και μπορεί να σε παρασύρει σε μονόπλευρα λάθος συμπεράσματα ως προς το π.χ. αν είναι όμορφος ή αν έχει έντονα χαρακτηριστικά. Για να σχηματίσεις μια ολοκληρωμένη εικόνα, θα πρέπει να τον δεις ανφάς, έτσι δεν είναι;

Συμπέρασμα: Μη δίνετε καμία βάση στα διάφορα προφίλ των διαφόρων διασήμων ή και ασήμων, των διαφόρων επιχειρήσεων και οργανισμών που βλέπετε στην τηλεόραση και διαβάζετε στις εφημερίδες. Παρουσιάζουν επιλεκτικά στοιχεία για το ποιόν του τάδε πολιτικού ή της τάδε στάρλετ, αποσιωπόντας συχνά κρίσιμες λεπτομέρειες που όχι μόνο κάνουν τη διαφορά αλλά ενίοτε κρύβεται κι ο…Διάολος σε αυτές (Devil is in the details, δεν λένε;)! Για να έξαχθεί μια ολοκληρωμένη και σφαιρική άποψη για κάποιον, χρειαζόμαστε το ανφάς του, πάει και τελείωσε!

Και δεν λεπτολογώ καθόλου, διότι η επιλογή των λέξεων που χρησιμοποιούνται σε κάθε περίπτωση είναι εκείνος ο παράγοντας που καθορίζει, διαμορφώνει και παγιώνει το πλαίσιο της εκάστοτε παραγματικότητας…

……………………………………………………………………………………………………………..

Περί έρωτος στις μέρες μας( Απρίλιος 2006)

Μια από τις μεγαλύτερες (αν όχι η μεγαλύτερη) ανάγκες του ανθρώπου είναι να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Δεν υπάρχει κανένας που θα μπορούσε να ζήσει μια ολόκληρη ζωή μέσα στο μίσος, στην απέχθεια, στην αφόρητη μοναξιά και στην απομόνωση από τους συνανθρώπους του χωρίς να τρελαθεί εντελώς. Πάντοτε χρειαζόμαστε ένα στήριγμα, ένα καταφύγιο, ένα χέρι βοηθείας που το βρίσκουμε στον/στην εκάστοτε αγαπημένο/η μας. Έχουμε ανάγκη του να γνωρίζουμε ότι πάντα υπάρχει κάποιος που μας σκέφτεται, νοιάζεται για εμάς και θα τρέξει να μας συμπαρασταθεί, ό,τι κι αν μας συμβεί. Σίγουρα αυτό το ρόλο επιτελούν σε πολύ μεγάλο βαθμό η οικογένεια μας και οι φίλοι μας. Όμως κανείς δεν μπορεί να σου προσφέρει αυτήν την καταπληκτική αίσθηση της συναισθηματικής ολοκλήρωσης που βιώνεις όταν είσαι αγκαλιά με την κοπέλα (ή με το αγόρι, αλλά νισάφι πια με την πολιτική ορθότητα, συμφωνείτε;) που είσαι ερωτευμένος. Όταν είσαι ερωτευμένος (και, ιδανικά, βρίσκεις κι ανταπόκριση στο συναίσθημα σου αυτό, γιατί στην αντίθετη περίπτωση…πρόβλημα) τότε πλημμυρίζεις από ευφορία, νιώθεις ότι τίποτα δεν μπορεί να σε αγγίξει και ατενίζεις με μεγάλη αισιοδοξία τη ζωή σου. Θα έλεγε κανείς ότι ο έρωτας είναι κάτι το οποίο δικαιώνει την ίδια τη ζωή.

Ωραία όλα τα παραπάνω. Κι αυτονόητα θα πούνε οι περισσότεροι, σίγουρα. Μάλιστα. Αφού λοιπόν είναι και ήταν απεξαπανέκαθεν (sic) αυτονόητα, γιατί στις μέρες μας όλο και περισσότεροι υιοθετούν μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα αυτό; Γιατί γινόμαστε όλο και περισσότερο εαυτούληδες, κλεινόμαστε στο καβούκι μας και κοιτάζουμε μόνο την πάρτη μας; Γιατί ελάχιστοι φλερτάρουν πλεόν και όταν το κάνουν σε ορισμένες περιπτώσεις θεωρούνται και γραφικοί; Γιατί αγοράκια και κοριτσάκια αποχαυνωμένα από τις τηλεοράσεις και τα Nitro, έχουμε πλέον ανεβάσει τα στάνταρ μας στον ουρανό και αρνούμαστε να κάνουμε συμβιβασμούς στις σχέσεις μας απορρίπτοντας ότι θεωρούμε πως είναι έστω και μισή μονάδα κάτω από το «τέλειο» όπως το έχουμε πλάσει στο μυαλουδάκι μας; Γιατί λοιπόν (σαν συνέπεια όλων των παραπάνω) διστάζουμε να ερωτευτούμε και να «βουτήξουμε» στον έρωτα για κάποιον ή κάποια, αδιαφορώντας, έστω για λίγο, για το ενδεχόμενο να «πληγωθούμε» ή να «χάσουμε τον καιρό μας»; Και γιατί από την άλλη πολλοί από εμάς τρώμε απίστευτα κολλήματα με πρόσωπα ή καταστάσεις που αποδεδειγμένα μας έχουν προσφέρει σχεδόν μόνο άσχημα συναισθήματα και αρνούμαστε να προχωρήσουμε παρακάτω;

Δείγμα συλλογικής ανωριμότητας και παλιμπαιδισμού τα παραπάνω; Ίσως…Βέβαια είναι γεγονός ότι από την ίδια του τη φύση το ζήτημα του έρωτα και των λεγόμενων «αισθηματικών» ζητημάτων είναι εν πολλοίς ανεξιχνίαστο, απρόβλεπτο και χαοτικό. Πάντως είναι σίγουρα σούπερ παράδοξο το γεγονός πως στην εποχή της σχεδόν πλήρους σεξουαλικής απελευθέρωσης και του ξεπεράσματος παμπάλαιων ταμπού και στερεοτύπων, είναι για πολλούς ανθρώπους πιο δύσκολο από ποτέ να κάνουν μια σχέση που να στεριώσει ή έστω να βρουν έναν περιστασιακό ερωτικό σύντροφο.

Δεν πιστεύω ότι η ερωτική απελευθέρωση και η πλήρης κοινωνική αποδοχή των ελεύθερων σχέσεων και του ελεύθερου έρωτα χωρίς τύψεις και προκαταλήψεις είναι η αιτία του «κακού» όπως ισχυρίζονται πολλοί νεοπουριτανοί ή και παλαιοπουριτανοί, επειδή, δήθεν, «ανοίξαν οι ασκοί του Αιόλου και επικρατεί η ερωτική ασυδοσία και ανηθικότητα» (πάγια θέση αυτών των ανθρώπων όχι μόνο για αυτό το ζήτημα αλλά και γενικότερα, για οτιδήποτε καινούριο σκάει μύτη σε οποιαδήποτε εποχή). Νομίζω πως η αιτία αυτής της κατάστασης της παρατεταμένης νευρικής κρίσης της κοινωνίας (και της νεολαίας πιο συγκεκριμένα, που υποτίθεται πως «οφείλει» να αποτελεί και τον πιο ζωντανό κι ανήσυχό της πυρήνα) λόγω…αυξημένου βαθμού αγαμίας, είναι το ότι αυτή η απελευθέρωση έχει γίνει μόνο στα χαρτιά και μόνο τυπικά. Γιατί, ουσιαστικά, τα μυαλά των περισσοτέρων έχουν μείνει κολλημένα στα παλιά στερεότυπα και στην παλιά καλή «ηθική των πραγμάτων τάξη» κι έτσι λοιπόν είναι φυσικό να αντιδρούν με σπασμωδικό τρόπο στο σοκ της αλλαγής που έχει συντελεστεί και συντελείται τα τελευταία 30-40 χρόνια. Το κεφάλι μας το κλούβιο είναι αυτό λοιπόν που χρήζει ξαραχνιάσματος και ξεσκονίσματος μπας κι έρθει στα συγκαλά του, κάνει ένα update όλων αυτών των εξελίξεων και αποδεχτεί αυτήν την κατάσταση που προσφέρει και τόσες ευκαιρίες πειραματισμού και σίγουρα μεγαλύτερη ποικιλία ερωτικών απολαύσεων απ’ ότι στα «παλιά καλή χρόνια».

Και το συναίσθημα θα πει κάποιος; Το ρομάντζο; Μα ποιος είπε ότι το ένα ακυρώνει το άλλο; Να μια ακόμα χαρακτηριστικότατη πουριτανική αντίληψη, ότι δηλαδή η ερωτική απελευθέρωση σκότωσε το συναίσθημα στις ερωτικές σχέσεις και πλέον κυριαρχεί μόνο το σεξ, σεξ, σεξ! Το στερεότυπο εδώ είναι η άσπιλη κι αμόλυντη παρθένα που περιμένει το παλικάρι πάνω στο άσπρο άλογο για να το ερωτευτεί και να του δώσει το «άνθος» της την πρώτη νύχτα του γαμου τους. Μα αυτά δεν υπάρχουν πλέον, θα πείτε γελώντας! Μα εκεί ακριβώς έγκειται κατά τη γνώμη μου το όλο θέμα! Ναι, όντως πλέον οι περισσότερες κοπέλες και τα αγόρια χάνουν νωρίς την παρθενιά τους και η παραπάνω εικόνα φαντάζει αστεία. Όμως συνειδητά ή υποσυνείδητα, οι αναχρονιστικές πουριτανικές αντιλήψεις και τα στερότυπα αυτά κυριαρχούν ακόμη στην κοσμοθεωρία των περισσοτέρων από εμάς. Έτσι δημιουργείται μια ισχυρή κι ανυπέρβλητη, όπως διαφαίνεται μέχρι στιγμής, σύγκρουση μεταξύ της «πραγματικής πραγματικότητας» όπως αυτή έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, από την μία πλευρά, και του «ιδεατού», «ονειρικού» και πάνω απ’όλα «ηθικού» κόσμου, από την άλλη, που συντηρούμε πεισματικά σαν απόλυτο μέτρο σύγκρισης στο μυαλό μας οι περισσότεροι από εμάς.

Να λοιπόν η πιθανότερη βασική αιτία του συναισθηματικού μπάχαλου, της αγαμίας και των πολλαπλών νευρώσεων των νέων ανθρώπων στις μέρες μας…

……………………………………………………………………………………………………………..

Η μέρα της μαρμότας (Απρίλιος 2006)

Στην ταινία «Η μέρα της μαρμότας» ο Μπιλ Μάρρεϋ ζει την ίδια μέρα συνεχώς. Ό,τι κι αν κάνει ξυπνάει κάθε πρωί στις 7 στην ίδια μέρα ξανά και ξανά. Και μάλιστα η μέρα αυτή δεν είναι όποια κι όποια, είναι μία από τις χειρότερες της ζωής του: απεσταλμένος ενός τηλεοπτικού καναλιού σε ένα κωλοχώρι της Αμερικής που είναι από τα πιο βαρετά μέρη του κόσμου, μέσα στην καρδιά του χειμώνα έχοντας αναλάβει να καλύψει ένα ετήσιο έθιμο που έχει να κάνει με το αν μία μαρμότα θα αναγγείλει τον ερχομό της άνοιξης ή θα τον αναβάλλει για 2 μήνες ακόμη. Το μέρος είναι πληκτικό, οι ντόπιοι ασύλληπτα βαρετοί και το ρεπορτάζ που έχει αναλάβει να κάνει μια απίστευτη αγγαρεία. Και είναι υποχρεωμένος να βιώνει το ίδιο σκηνικό ξανά και ξανά αμέτρητες φορές.

Τη θεωρώ ως μία από τις πιο έξυπνες κωμωδίες που έχουν γυριστεί ποτέ. Το concept είναι ευρηματικότατο και ο τρόπος που δομείται όλη η ταινία γύρω από αυτό είναι τουλάχιστον αριστοτεχνικός. Οι κωμικές σκηνές είναι άφθονες και ξεκαρδιστικές, σχεδόν κλασικές θα μπορούσε να τις χαρακτηρίσει κάποιος. Η δε ερμηνεία του Μάρρεϋ είναι (ως συνήθως για αυτόν τον ηθοποιό) φανταστική, αν και είναι γεγονός ότι ο ρόλος αυτός είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του. Για εμένα είναι από εκείνες τις ταινίες που και 20.000.000 φορές να τη δω δε θα τη χορταίνω. Αυτή είναι μία ανάλυση της ταινίας σε πρώτο επίπεδο.

Σε δεύτερο επίπεδο όμως θα έλεγα ότι η ταινία αυτή είναι βαθύτατα αλληγορική. Σάμπως η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων δεν βιώνει καθημερινά μια «μέρα της μαρμότας»; Η ρουτίνα, η καθημερινότητα, οι ίδιες παραστάσεις, τα ίδια κλισέ και οι ίδιες κουβέντες από φίλους, οικογένεια, συναδέλφους, ΜΜΕ. 250-300 μέρες της μαρμότας για τον κάθε άνθρωπο στη διάρκεια ενός έτους.

Το ερώτημα που θέτει η ταινία είναι: Και τώρα τι κάνουμε; Έχουμε μπλέξει σε μια κατάσταση της οποίας ας πούμε ότι δεν έχουμε τον έλεγχο. Τηρούμε μοιρολατρική στάση, οργιζόμαστε, τα βάζουμε με όλους και με όλα; Ή προσπαθούμε να βελτιώσουμε την κατάσταση μας εμείς με τις δικές μας δυνάμεις; Ο Μπιλ Μάρρεϋ στην ταινία περνάει από όλα τα στάδια: γκρίνια,απόρριψη, μοιρολατρία, οργή, αυτοκαταστροφικότητα. Και τελικά συνειδητοποιεί ότι όσο κι αν χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο, τίποτα δεν πρόκειται ν’αλλάξει. αν δεν αποδεχτεί αρχικά την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και κινούμενος αναγκαστικά στο περιοριστικό κι ασφυκτικό της πλαίσιο βρει τους τρόπους εκείνους για να ξεφύγει και ακόμη κι αν δεν τα καταφέρει να ξεφύγει, να βελτιωθεί ο ίδιος και να περάσει καλά στην τελική, βρε αδερφέ. Αναπτύσσει λοιπόν μια θετική στάση, μαθαίνει πράγματα, θέτει στόχους, δημιουργεί. Και όταν πια είναι έτοιμος, όταν έχει πλέον αλλάξει κι ο ίδιος σαν άνθρωπος, τότε ως δια μαγείας πετυχαίνει το στόχο του και ξυπνάει επιτέλους την επόμενη μέρα από τη μέρα της μαρμότας με το κορίτσι που είναι ερωτευμένος (το οποίο στην προηγούμενη κατάστασή του δεν ήθελε ούτε να τον βλέπει) αγκαλιά στο ίδιο κρεβάτι.

Μήπως η ταινία αυτή είναι ένα μάθημα για όλους μας και το για το πως θα πρέπει να προσεγγίζουμε τη ζωή μας; Μήπως εκεί κρύβεται και το μυστικό της ευτυχίας για τον καθένα μας στην τελική; Πρώτο βήμα αποδοχή της αδυναμίας΄”βίαιης” ανατροπής της υπάρχουσας αρνητικής κατάστασης, δεύτερο βήμα προσωπική βελτίωση κι εξέλιξη και αγώνας έστω και υπό τις πλέον δυσμενείς συνθήκες και τρίτο βήμα αλλαγή της δυσμενούς κατάστασης η οποία όμως θα έρθει από μόνη της και σε χρονικό σημείο που δεν θα το περιμένουμε και ίσως δε θα μας πολυνοιάζει κιόλας!

Νομίζω ότι το βασικό μήνυμα της ταινίας είναι: Μην προσπαθείτε να αλλάξετε την ζωή σας, πριν συνειδητοποιήσετε ποιοι είστε και δουλέψετε με τους εαυτούς σας. Όταν το πράξετε και ανεβείτε εσείς επίπεδο σαν άνθρωποι τότε η ζωή σας θα αλλάξει με τρόπο που θα σας φανεί εντελώς αβίαστος…

……………………………………………………………………………………………………………..

Δεν έχω κανένα φίλο=είμαι ο κανένας? (Απρίλιος 2006)

Εικασία λαϊκής σοφίας, υποτίθεται οικουμενικής ισχύος: “Δείξε μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι…”

Τι συμβαίνει όμως όταν δεν έχεις κανένα φίλο; Τότε αναγκαστικά δείχνεις στον άλλο το κενό, τον αέρα, το τίποτα άρα με αυτή τη συλλογιστική εύκολα ο άλλος θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι εσύ είσαι ο κανένας. Εφόσον εσύ=ο φίλος σου και φίλος=κανένας άρα εσύ είσαι ο κανένας.

Δεν υπάρχεις αν δεν έχεις φίλους λέει η “λαϊκή σοφία”.

Δηλαδή τι θέλει να μας πει τώρα? Πώς ο κάθε άνθρωπος είναι ετεροπροσδιορισμένος? Κανείς από εμάς δεν είναι αυτόφωτος, όλοι παίρνουν το φως τους από αλλού? Κι εξάλλου αν το πάμε έτσι σχηματίζεται μια ατέρμονη αλυσίδα που σε κάποιο σημείο θα πρέπει να τελειώνει (εγώ προσδιορίζομαι από τον φίλο μου κι ο φίλος μου όμως θα πρέπει να προσδιορίζεται κι αυτός από κάποιον άλλον εφόσον η πρόταση αυτή έχει οικουμενική ισχύ, έτσι δεν είναι?)

Εξάλλου μοναχικοί άνθρωποι χωρίς κανένα φίλο υφίστανται με σάρκα και οστά. Τους συναντάμε συχνά. Εφόσον υπάρχουν δεν είναι ο κανένας όμως. Έστω και μέσα στη δυστυχία, ζουν παρ’όλα αυτά. Άρα η παραπάνω εικασία δεν έχει οικουμενική ισχύ. Συνεπώς μαλακίες λέει η λαϊκή σοφία.

Μόλις απέδειξα με ατράνταχτα λογικά επιχειρήματα το άτοπο μιας γνωστής λαϊκής ρήσης. Σας καλώ να συνεχίσετε στο δρόμο που πρώτος εγώ χάραξα και να εξετάσουμε με αυστηρή μαθηματική λογική την αλήθεια τέτοιων ρήσεων-τσιτάτων του σοφού λαού (μας και άλλων λαών) για να δούμε πόσες τελικά ισχύουν στην πραγματικότητα και πόσες είναι λογικά διάτρητες και μπάζουν νερά από παντού. Επιτρέπεται (και ενθαρρύνεται) και η χρήση Vennειων διαγραμμάτων.

……………………………………………………………………………………………………………..

Everybody hurts… (Μάρτιος 2006)

Νέο ρεκόρ διαδρομής σήμερα! 2 ώρες και 15 λεπτά για να διανύσω 28 χιλιόμετρα για να φτάσω στη δουλειά μου!!! Δεν σας κρύβω ότι έφτασα στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού! Και κατάθλιψης! Ευχήθηκα να είχα στην κατοχή μου 2 τεράστια ηχεία, τα πιο μεγάλα και ισχυρά ηχεία στην ιστορία της ανθρωπότητας! Θα τα είχα παρατάξει εκατέρωθεν της Εθνικής Αθηνών-Λαμίας στο ύψος των τριών γεφυρών, εκεί που είναι το μεγαλύτερο πήξιμο και τα αυτοκίνητα ήταν εντελώς ακινητοποιημένα. Την κατάλληλη στιγμή, τη στιγμή της κορύφωσης της απελπισίας των χιλιάδων οδηγών, θα έδινα το σήμα και τα θεόρατα ηχεία θα άρχιζαν να παίζουν το “Everybody hurts” των REM. Ο ήχος θα ήταν καθαρός σαν κρύσταλλο και τόσο ισχυρός ώστε να υπερκαλύπτει όλα τα χαζο-λαϊκο-r’n’b-pop-οειδή κατασκευάσματα καθώς και τις ηλίθιες, εκνευριστικές διαφημίσεις και τους ακόμη πιο ηλίθιους ραδιοφωνικούς παραγωγούς, που είμαστε αναγκασμένοι να υφιστάμεθα καθημερινά όσοι ακούμε πρωινά προγράμματα του ελληνικού ραδιοφώνου. Και στη συνέχεια…ελπίζω να έχετε δει όλοι το βιντεοκλιπ! Σε μια μοναδικά συγχρονισμένη και εκτελεσμένη στην εντέλεια κίνηση, όλοι οι ταλαίπωροι οδηγοί-θύματα θα ανοίγαμε τις πόρτες των αυτοκινήτων μας και θα βγαίναμε έξω. Θα τεντωνόμασταν για λίγα δευτερόλεπτα έτσι ώστε να ξεμουδιάσουν τα μέλη μας, και στη συνέχεια θα αρχίζαμε να προχωράμε, εγκαταλείποντας τα αυτό-κινούμενα χελωνάκια μας (το δικό μου φέρνει κιόλας στο σχήμα!). Θα βαδίζαμε με βήμα σταθερό κι αποφασιστικό κι έναν αέρα απόλυτης ελευθερίας και εξάρτησης από κανένα. Θα επικρατούσε η απόλυτη σιωπή, όμως. Κανείς δε θα μιλούσε.

Κάποια στιγμή θα φτάναμε στο κέντρο της Αθήνας. Θα συναντούσαμε τους απεργούς διαδηλωτές. Εκείνοι με το που θα μας έβλεπαν θα σταματούσαν αμέσως να φωνάζουν συνθήματα και όλη η οργή τους θα εκτονονώταν στη στιγμή. Από τα μεγάφωνα της οδού Πανεπιστημίου θα σταματούσε να παίζεται το “Πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες” και τη θέση του θα έπαιρνε η υπέροχη μελωδία του Michael Stipe και της μπάντας του. Αγκαλιασμένοι όλοι, οδηγοί κι απεργοί, και πάντα μέσα σε απόλυτη σιωπή θα φτάναμε έξω από τη Βουλή. Θα ήταν μέρα απαρτίας για το Ελληνικό Κοινοβούλιο, συνεπώς και οι 25 βουλευτές που θα συνεδρίαζαν με θέμα την αύξηση των αποδοχών τους, θα έβγαιναν έξω στο προαύλιο μπροστά από τον Άγνωστο Στρατιώτη. Εγώ στο σημείο αυτό μόνος θα προχωρούσα λίγα βήματα μπροστά από το ακινητοποιημένο πλήθος και θα στεκόμουν μπροστά από τον πρωθυπουργό. Εκείνος θα καταλάβαινε, δε θα χρειαζόταν να πω λέξη. Ήδη, θα είχε ενημερωθεί ότι μια ανάλογου τύπου κατάσταση συμβαίνει ταυτόχρονα σε κάθε πόλη του κόσμου. Από το Σύδνεϋ έως το Ρέϊκιαβικ και από το Κέιπ Τάουν ως το Βλαδιβοστόκ. Ο πρωθυπουργός θα μου ψιθύριζε κάτι στο αυτί. Θα γύριζα προς το πλήθος. Με ένα νεύμα μου, την απόλυτη σιωπή θα τη διαδέχονταν αλαλαγμοί χαράς και ιαχές ενθουσιασμού. Εκείνη τη στιγμή ένα τρελό πάρτυ θα ξεσπούσε σε κάθε γωνιά του πλανήτη μας το οποίο θα διαρκούσε επί μήνες ολόκληρους.

Η συνέχεια? Όταν θα κόπαζαν τα ξέφρενα πανηγύρια και θα ξενέρωνε όλος ο κόσμος από το επί σειρά μηνών μεθύσι, θα ανακηρυσσόμουν ομόφωνα επίτιμος ευεργέτης της ανθρώπινης φυλής και θα αποκαλυπτόταν επιτέλους η αληθινή μου ταυτότητα, δηλαδή του ύπατου αρμοστή του ηλιακού μας συστήματος, διορισμένου από τη Παν-γαλαξιακή επιτροπή. Σε ένδειξη ευγνομμωσύνης η ανθρωπότητα θα μου παραχωρούσε τη Νήσο του Πάσχα όπου και θα έκτιζα τη λιτή μου 15όροφη βίλα εκτάσεως μόλις 25.000 στρεμμάτων. Θα ήταν καλεσμένοι όλου του κόσμου οι “καταραμένοι”, οι απόκληροι, εκείνοι που γνωρίζουν την “11η εντολή” αν με πιάνετε, και το τρελό πάρτι θα συνεχιζόταν μέχρι τη συντέλεια του κόσμου η οποία παρεπιμπτόντως θα συμπίπτει με το δικό μου θάνατο (θα στραβοκαταπιώ ένα φουντούκι), μιας και ως γνωστόν, ο κόσμος μας είναι ένα όνειρο που υπάρχει μόνο στο μυαλό μου!!!

Ναι, αυτά που λέτε και….ΕΣΥ ΕΚΕΙ!!!! ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΡΕ??? ΑΝΤΙ ΝΑ ΕΤΟΙΜΑΖΕΙΣ ΤO REPORT ΚΑΘΕΣΑΙ ΚΑΙ ΧΑΖΟΛΟΓΑΣ??? ΓΥΡΝΑ ΓΡΗΓΟΡΑ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΟΥ ΤΕΜΠΕΛΟΣΚΥΛΟ!!! ΡΕΜΑΛΙ!!!!!
-Μμμάλισττα κύριε διευθυντά…

Και….πάμε: δέκα μείον πέντε μείον πέντε, έξη διά δύο συν οχτώ, είκοσι φορές το δεκαπέντε, έντεκα κι εφτά δεκαοχτώ…..

Και…τελικά το λάθος υπάρχει κατά βάθος ή μήπως είναι μπροστά μας φάτσα κάρτα και δε θέλουμε να το δούμε???

……………………………………………………………………………………………………………..

Χ.Φ.Λ. Μέρος Α.* (Φεβρουάριος 2006)

Ο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Αυτός ο τόσο εκκεντρικός και φιλάσθενος άνθρωπος ήταν ένας από τους πιο ευρυμαθείς ανθρώπους της εποχής του (1880-1930, την περίοδο που παρατηρήθηκε ένας πρωτοφανής οργασμός δημιουργικότητας σχεδόν σε κάθε πεδίο ανθρώπινης δραστηριότητας: επιστήμες, τέχνες, πολιτική, ένας οργασμός που είχε ως αποτέλεσμα μια εκπληκτική ώθηση προς τα εμπρός της ανθρωπότητας, ένα άνευ προηγουμένου συλλογικό άλμα. Δυστυχώς όμως, η ανασχετική επίδραση των 2 παγκοσμίων πολέμων σε αυτή την ορμητική πορεία υπήρξε καταλυτική) ο οποίος παρ’όλο το μέτριο συγγραφικό του ταλέντο έφτασε στο σημείο να γράψει διηγήματα που αποτελούν αληθινά αριστουργήματα φαντασίας και τρόμου. Η επιτυχία του Λάβκραφτ συνίσταται στο ότι κατόρθωνε μέσα από τα διηγήματα του να μεταδώσει με πολύ παραστατικό τρόπο την ατμόσφαιρα άλλοτε του ονείρου, άλλοτε του τρόμου, άλλοτε του αλλόκοτου και του υπερφυσικού. Να σημειώσω εδώ ότι για να νιώσεις στο πετσί σου σε όλο τους το εύρος τις απόκοσμες διηγήσεις του Χ.Φ.Λ. επιβάλλεται να τον διαβάσεις στα αγγλικά. Αν όμως προτιμάς τα ελληνικά απόφυγε ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ τις μεταφράσεις του Κάκτου!!! Είναι απελπιστικά φρικτές!!! Τις καλύτερες μεταφραστικές δουλειές πάνω στο Λάβκραφτ τις έχει κάνει ο Γ.Μπαλάνος σίγουρα, κι από εκεί και πέρα και του Αιόλου κουτσά στραβά διαβάζονται.

Οι ιστορίες του Λάβκραφτ, εκ πρώτης όψεως και στα μάτια ενός “μέσου” αναγνώστη (ο οποίος αναγιγνώσκει απλά ένα βιβλίο για να περάσει η ώρα και δεν εμβαθύνει περισσότερο στα όποια νοήματα μπορεί να κρύβονται κάτω από την επιφάνεια) θα φανούν σαν “παραμυθάκια” και “ιστορίες τρόμου για μικρά παιδάκια”.Ε, το πολύ πολύ κάποιος να εγκωμιάσει τη δυνατότητα του συγγραφέα να δημιουργεί αυτές τις ιδιαίτερες ατμόσφαιρες στις ιστορίες του και ίσως να παραδεχθεί ότι ένιωσε μια μικρή ανατριχίλα διαβάζοντας τις αργά το βράδυ. Όμως, αν μείνεις απλά εκεί είναι να σαν μην έχεις διαβάσει ποτέ Λάβκραφτ. Αν όμως επιχειρήσεις να καταδυθείς τρόπον τινά σε κάποιες λεπτομέρειες των έργων του, στο πως εκτυλίσσεται η πλοκή τους, στις περιγραφές τοπίων κι ανθρώπων, και είσαι και λίγο υποψιασμένος, ξέρεις και δυο πραγματάκια παραπάνω από τον “μέσο άνθρωπο” που έλεγα παραπάνω, αρχίζεις και διακρίνεις ένα ιδιαίτερο pattern. Ένας αόρατος σκελετός, μια ιδιότυπη συνδετική ουσία διαφαίνεται πίσω από το έργο του. Εγώ θα πω απλά ότι η κυρίαρχη πεποίθηση που προκύπτει φαίνεται να είναι η εξής: Η εξουσία που ο άνθρωπος νομίζει ότι έχει πάνω στη Γη είναι φαινομενική, είναι μια κολοσσιαία συλλογική αυταπάτη. Πανάρχαιες αλλά και σύγχρονες παραδόσεις και μυθολογίες κάνουν νύξεις για την ύπαρξη κάποιων κοσμικών (“Cosmos”=Σύμπαν, συμπαντικών) δυνάμεων και καταστάσεων, που είναι μάλλον αδύνατο να τις συλλάβει ο περιορισμένος ανθρώπινος νους στην ολότητά τους. Όταν αυτές οι Δυνάμεις εκδηλώνονται, ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τη μικρότητα και την ασημαντότητα του. Επειδή όμως το σοκ παραείναι ισχυρό για το υπετροφικό εγώ του, προτιμά να υποκρίνεται ότι δεν υφίστανται καν τέτοιου τύπου καταστάσεις και να οχυρώνεται και να αυτοπεριχαρακώνεται πίσω από τα πανύψηλα και κατ’αυτόν ακλόνητα (κούνια που τον κούναγε!) τείχη του πολιτισμού του και της απόλυτης κυριαρχίας του “ορθού λόγου” ή του “Θεού”, ανάλογα την περίσταση, που ο ίδιος φυσικά έχει δημιουργήσει.

(Βλέπετε όσο κι αν ισχυριζόμαστε ότι έχουμε συνειδητοποιήσει την ασημαντότητα μας σε σχέση με το αχανές Σύμπαν, η καθημερινή πρακτική μας φανερώνει ότι θεωρούμε τους εαυτούληδες μας, και κατ’επέκταση τον συλλογικό μας εαυτούλη, την ανθρωπότητα δηλαδή, το κέντρο αναφοράς των πάντων).

Δε θα επεκταθώ περισσότερο προς το παρόν. Θα συνεχίσω σε επόμενο post τα περί του έργου του Λάβκραφτ και κάποια συμπεράσματα που προσωπικά έχω εξάγει από το έργο του και κυρίως επαναλαμβάνω όχι τόσο από τα εμφανή στοιχεία, αλλά από αυτά που υπονοούνται. Αν καταφέρεις και διαβάσεις τον Λάβκραφτ ανάμεσα στις γραμμές, τότε αρχίζεις να βλέπεις τον κόσμο μας από μία διαφορετική οπτική γωνία και συνειδητοποιείς την ύπαρξη καταστάσεων που ενστικτωδώς και αταβιστικά το μυαλό σου σε πειθαναγκάζει να τα αγνοείς και να ενεργείς σαν να μην υπάρχουν!

Κλείνοντας απλά αυτό το post δύο μικρά κουιζάκια για τους γνωρίζοντες περί τον Λάβκραφτ:

1) Πως συνδέεται το έργο του εν λόγω συγγραφέα με τη διαφήμιση με τη μεγαλύτερη ίσως απήχηση κι αντίκτυπο στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης, την περίφημη πρόσφατη διαφήμιση της συνδρομητικής ψηφιακής τηλεόρασης που καθιέρωσε ως σλόγκαν στην ελληνική κοινωνία τη φράση: “Put the kots down slowlllyy!”?

2)Ποια η διασύνδεση μεταξύ του έργου του συγγραφέα και του ανεκπλήρωτου πόθου του μεγάλου νομπελίστα φυσικού και κορυφαίας προσωπικότητας της επιστήμης του 20ου αιώνα Ρίτσαρντ Φάϋνμαν?

Είμαι σίγουρος ότι το απόκοσμο χρώμα που έχει σήμερα ο αττικός ουρανός θα ενέπνεε τον Χάουαρντ να συγγράψει ένα από τα καλύτερα του “εφιαλτικά” αριστουργήματα..

* Σ.σ.: Δεν υπήρξε ποτέ μέρος Β’, αλλά δεν πειράζει…

…………………………………………………………………………………………………………….

Ο Εσωτερικός δυνάστης (Φεβρουάριος 2006)

“Το τρίτο σου μάτι, με κατασκοπεύει, όλα τα βλέπει, όλα τα ξέρει και τ’απαγορεύει..”

Υπάρχει ένας έμφυτος εσωτερικός μηχανισμός μέσα στον καθένα από εμάς, που ο κύριος ρόλος του είναι να συμβάλλει στην αυτολογοκρισία μας.
Είναι μια ψυχρή, ουδέτερη εσωτερική φωνή που σχολιάζει και κριτικάρει την κάθε μας πράξη, τον κάθε μας λόγο, την κάθε μας σκέψη και φαίνεται να μην επηρεάζεται από την όποια συναισθηματική μας κατάσταση αλλά να δρα παράλληλα κι ανεξάρτητα από αυτήν. Υπό συνθήκες λειτουργεί ευεργετικά: όταν είσαι τσαντισμένος ή πολύ συναισθηματικά φορτισμένος γενικά, τείνεις να βλέπεις τα πράγματα κάπως μονόπλευρα και εκείνες τις στιγμές έχεις πραγματικά ανάγκη ένα αντίβαρο. Αυτό το αντίβαρο έρχεται να στο προσφέρει αυτός ο μηχανισμός που ενεργεί πάντοτε ως μια ψύχραιμη, ορθολογική φωνή που συνήθως σε αποτρέπει από το να αντιδράσεις με ακραίο τρόπο και σε κάνει να δεις τα πράγματα λίγο πιο λογικά (από τη σκοπιά του κοινού νου) και αποστασιοποιημένα κι έτσι να μπορέσεις να ηρεμήσεις και να μην αντιμετωπίσεις το πρόβλημα σου εν βρασμώ ψυχής.

Υπό άλλες συνθήκες όμως ο ρόλος του μηχανισμού αυτού μπορεί να είναι πολύ ανασχετικός. Όταν θες να τολμήσεις πραγματικά να κάνεις κάτι ξεχωριστό, όταν θες να ρισκάρεις, να κάνεις μια υπέρβαση, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τα επικρατούντα ήθη της εποχής σου, αυτός ο μηχανισμός, από τη φύση του συντηρητικός, μετριοπαθής και “τετραγωνισμένος” επιχειρεί να σε γειώσει και να σε αποτρέψει από το όποιο ρίσκο, την όποια τολμηρή ενέργεια εκθέτοντας σου υπερτονισμένες τις τυχόν αρνητικές κι επιβλαβείς επιπτώσεις που μια “απερίσκεπτη” ενέργεια σου μπορεί να έχει. Γεννάει εντός σου τύψεις, ενοχές και μια ψυχοφθόρο ενδοσκόπηση. Σε κάνει υπερβολικά διστακτικό κι αναβλητικό. Καταλήγεις να σκέφτεσαι όπως ο τύπος σ’εκείνο το ανέκδοτο με τον γρύλλο (Τι θα γίνει αν κάνω αυτό και τι θα γίνει αν κάνω το άλλο και τι θα γίνει αν κάνω αυτό που ίσως επιφέρει το άλλο) και μοιραία αυτοπαγιδεύεσαι και καταλήγεις να μην κάνεις τίποτα.

Πρέπει να μάθουμε να απενεργοποιούμε κατά διαστήματα τον εσωτερικό μας αυτό δυνάστη. Ή έστω να τον αγνοούμε πιο συχνά. Ουδεμία συζήτηση ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι πάρα πολύ χρήσιμος. Όμως αν η συνεχής αυτολογοκρισία παίρνει το πάνω χέρι, τότε το χάσαμε το παιχνίδι. Η στασιμότητα και το βάλτωμα μας περιμένουν στη γωνία. Μαζί τους δεν αργούν να φτάσουν ο δογματισμός, η ξεροκεφαλιά και ο φανατισμός. Η “κατάχρηση εξουσίας” του εσωτερικού δυνάστη παράγει όντα άβουλα, άτολμα, ανεύθυνα, φοβισμένα. Δεν χρειάζεται να ψάξουμε και πολύ γύρω μας για να τους εντοπίσουμε, αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που καθημερινά συναναστρεφόμαστε.

Παιδιά, ας γίνουμε λίγο πιο αυθόρμητοι,ας παίξουμε και λίγο, ας χορέψουμε με τη φωτιά. Δεν επιτρέπεται να φοβόμαστε και να είμαστε καχύποπτοι με το καθετί. Έτσι δεν προχωράμε καθόλου. Όχι άλλη προβλεψιμότητα, όχι άλλη ησυχία, τάξη κι ασφάλεια. Ο αυθορμητισμός δεν είναι πάντοτε βλαβερός, καλό είναι να το έχουμε υπόψη μας. Χρειάζεται αγώνας και πάλη εσωτερική συνεχής, βέβαια! Οι παγιωμένες καταστάσεις δεν τιθασεύονται εύκολα. Πανάρχαιοι αποτρεπτικοί μηχανισμοί και προστατευτικά φίλτρα που έχουν μια προϊστορία μεγαλύτερη του ίδιου του ανθρώπου δεν λυγίζουν έτσι εύκολα! Θέλει τρόπο το πράγμα. Να μάθουμε να ελισσόμαστε και να ξεγελάμε τον ίδιο μας τον εαυτό ορισμένες φορές. Να παρακάμπτουμε αυτό το πανάρχαιο και ακατάβλητο κομμάτι του εγκεφάλου μας, αλλά να το κάνουμε συνειδητά και εν γνώσει μας.

Και όταν ο “τύραννος” βγαίνει οφ έστω και για λίγο τότε πόσο αλλάζει ραγδαία ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα. Η αίσθηση δεν περιγράφεται με λόγια, είναι η αίσθηση μιας πρωτοφανούς ελευθερίας και ξεγνοιασιάς! Συνήθως βέβαια, δεν κρατάει για πολύ και γρήγορα προσγειώνεσαι, συχνά κι ανώμαλα! Όμως, αχχχχ, βίωσες για λίγο κάτι τόσο γλυκό και μεθυστικό που θα σε γεμίσει ελπίδα κι αισιοδοξία ότι όντως υπάρχει και κάτι πέρα από τη μίζερη, μουντή καθημερινότητα σου! Και θα κυνηγάς μετά ιερής μανίας να ξαναφτάσεις και να ξαναζήσεις μια ανάλογη σχεδόν εκστατική εμπειρία! Γιατί τώρα έχεις δει και έχεις αρχίσει να καταλαβαίνεις τι σημαίνει στ’αλήθεια μαγεία!

…………………………………………………………………………………………………………….

Δίλημμα (Φεβρουάριος 2006)

Το δίλημμα.
Δεν το περίμενε. Δηλαδή, το ότι ίσως θα εμφανιζόταν κάποιας μορφής δίλημμα θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ανέμενε. Πίστευε βέβαια ότι το θέμα είχε παγώσει κι ότι δεν επρόκειτο να ξανασχοληθεί ή να ειδοποιηθεί. Όμως ακόμη και να γινόταν αυτό, (πίστευε ότι) γνώριζε πώς θα αντιδρούσε. Ικανοποιημένος που θα είχε πετύχει το στόχο του και θα είχε αυτεπιβεβαιωθεί σε μεγάλο βαθμό, θα έλεγε ένα ευγενικό και κάπως αφ’ υψηλού “όχι” και θα συνέχιζε την προδιαγεγραμμένη (;) πορεία του.
Όταν τελικά ήρθε η ειδοποίηση, η πρώτη του αντίδραση ήταν ελαφρώς μουδιασμένη. Αντί να αρνηθεί ευθέως, όπως φανταζόταν ως τότε ότι θα έπραττε, ζήτησε κάποιο χρόνο να το σκεφτεί δεδομένου ότι, όπως δικαιολογήθηκε, “οι υπάρχουσες συνθήκες έχουν αισθητά βελτιωθεί και ως εκ τούτου θα ήταν ίσως το πιο συμφέρον να μην μετακινηθεί από την παρούσα θέση”, δικαιολογία η οποία ίσχυε ουσιαστικά κατ’ ελάχιστο βαθμό. Παρ’ όλα αυτά ζητούσε χρόνο έτσι ώστε να “μελετηθούν και ν’ αναλυθούν πιο μεθοδικά τα υπέρ και τα κατά της κάθε κατάστασης και έτσι να προέκυπτε μια ώριμη απόφαση”. Του δόθηκαν 2 μέρες. Έκπληκτος έμαθε ότι οι διαδικασίες είχαν ήδη προχωρήσει αρκετά. Είχε ληφθεί ως δεδομένο η θετική του απάντηση. Το ότι παρουσιάστηκε σκεπτικός και ζήτησε κάποιο περιθώριο χρόνου εξέπληξε αρκετά την άλλη πλευρά, όμως όχι περισσότερο από όσο εξέπληξε τον ίδιο. “Μάλλον περίμενα να προσφερθεί χαμηλότερο αντάλλαγμα, γι’ αυτό και ξαφνιάστηκα”, συμπέρανε. Όπως και νάχε μετά από 2 ημέρες θα εισέπρατταν την τελική του άρνηση και η ιστορία αυτή θα τερματιζόταν.
Οι 2 ημέρες πέρασαν. Το πρωί ξύπνησε και παραδέχτηκε ότι προβληματιζόταν πέρα από όσο θα μπορούσε να το θεωρεί φυσικό ο ίδιος. Όσο η ώρα της εκ νέου επικοινωνίας (εκεί όπου υποτίθεται θα διατύπωνε τη ρητή και κατηγορηματική του άρνηση) πλησίαζε τόσο οι αμφιβολίες τον ζύγωναν. Δεν είχε σκοπό να το κάνει, αλλά το συζήτησε με δύο άτομα που συμπαθούσε κι εμπιστευόταν πολύ, κι αυτή ήταν μια ακόμη πράξη του που τον προβλημάτισε. Ο ένας διατύπωσε άμεσα και ξεκάθαρα την άποψη του, ο άλλος (που ήταν πάντως πιο λεπτή η θέση του) συγκαλυμμένα. Τον συμβούλευσαν ότι μάλλον το πιο σωστό βήμα για εκείνον θα ήταν να μετακινηθεί. Τα φίδια άρχιζαν να τον ζώνουν ακόμη πιο πολύ. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι το ζήτημα τον απασχολούσε πλέον έντονα. Άρχιζε να αμφιταλαντεύεται και στο χρονικό αυτό σημείο κηρύχθηκε η έναρξη μιας εντονότατης εσωτερικής διαμάχης σχετικά με το τι όφειλε να πράξει. Οριοθέτησε τον άμεσο στόχο του: ήθελε κι άλλο χρόνο να το σκεφτεί. Ακολουθούσε Σαββατοκύριακο και ήθελε να το εκμεταλλευτεί για να αναλογιστεί πλέον σοβαρά τα υπέρ και τα κατά της κάθε απόφασης. Επικοινώνησε. Η παράταση χρόνου του δόθηκε. Η άλλη πλευρά βρήκε την ευκαιρία να επιδοθεί σε μια σύντομη επιχειρηματολογία προκειμένου να τονίσει πόσο επιθυμητός ήταν αφού είχαν εκτιμηθεί τα προσόντα του και η ηλικία του, καθώς και του εξέθεσε όλα τα οφέλη που θα αποκόμιζε αν έκανε το μεγάλο βήμα και αποχωρούσε από την τωρινή του θέση για να μεταπηδήσει σε εκείνους. Ο προβληματισμός του εντάθηκε. Του ήταν πλέον αδύνατο να υποκριθεί πως δεν υφίστατο κανένα δίλημμα. Έπρεπε να το σκεφτεί πολύ πολύ σοβαρά τώρα, καθώς άρχιζαν να εμφανίζονται να συνοδεύουν την απόφαση μετακίνησης του σημαντικότατα πλεονεκτήματα, που δεν τα είχε αναλογιστεί προηγουμένως ή τα είχε υποτιμήσει πλήρως. Ευτυχώς η μέρα εκείνη ήταν αρκετά χαλαρή λόγω κάποιας γιορτής κι έτσι κατόρθωσε να διατηρήσει μια σχετική ηρεμία.
Το Σαββατοκύριακο που ακολούθησε στάθηκε ένα διαρκές μαρτύριο για εκείνον. Εξέταζε κάθε λεπτό που περνούσε εκατοντάδες φορές τα υπέρ και τα κατά της κάθε απόφασης. Αυτή όμως ή εσωτερική αντιπαράθεση επιχειρημάτων δεν γινόταν με νηφαλιότητα, αποστασιοποίηση και ψυχραιμία. Αντίθετα, η διαμάχη που είχε ξεκινήσει εντός του την προηγούμενη ημέρα είχε πλέον φουντώσει για τα καλά κι είχε εξελιχθεί σε μια απίστευτη θύελλα που τον κατέτρωγε και τον λύγιζε. Μάταια προσπαθούσε να ηρεμήσει και να καταλήξει κάπου, ήταν απλώς αδύνατο. Τη μία φορά καθόταν επί δύο ώρες στον καναπέ του ακούνητος, αμίλητος κι ανέκφραστος. Θύμιζε έντονα τον Μπιλ Μάρρεϋ σ’ εκείνες τις σκηνές από τα Τσακισμένα Λουλούδια όπου καθόταν με το ίδιο αξιολύπητο, καταθλιπτικό ύφος στον καναπέ του επί ώρα αμέτρητη. Την άλλη, περπατούσε πάνω κάτω στο σπίτι του ασταμάτητα έχοντας διανύσει απόσταση ίσως χιλιομέτρων ενώ η σκέψη του γύριζε αενάως στα ίδια μονοπάτια και κατέληγε αναπόφευκτα στα ίδια αδιέξοδα. Ένιωθε σα να είχε παγιδευτεί σε ένα βρόχο θετικής ανάδρασης όπου κάθε επανάληψη δυνάμωνε την αντίφαση και την αμφιβολία, αντί να την εξασθενεί. Ήταν όπως όταν θες να βγάλεις ένα αγκάθι αχινού από το πόδι σου και η προσπάθεια σου αυτή καταλήγει τελικά στο αντίστροφο αποτέλεσμα, να το σπρώξει δηλαδή ακόμη πιο βαθιά. Κι ενώ από τη μία ήθελε να περάσει ο χρόνος για να φτάσει το πρωί της Δευτέρας και να αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να επιλύσει το δίλημμα και να σταματήσει η τυραννία του, από την άλλη ευχόταν να είχε στη διάθεση του περισσότερο χρόνο έτσι ώστε, όχι να επεξεργαζόταν καλύτερα τις παραμέτρους και τον αντίκτυπο που θα είχε η κάθε επιλογή, αφού ούτως ή άλλως αυτή η επεξεργασία είχε ήδη γίνει πάρα πολλές φορές διεξοδικά σε διάστημα 2 ημερών, αλλά για να αργούσε να φτάσει (ή και να μην ερχόταν ποτέ) εκείνη η ανεπιθύμητη στιγμή που θα υποχρεωνόταν να απορρίψει τη μια από τις δύο επιλογές του. Κι αυτό γιατί ένιωθε ότι οι Ερινύες του εναλλακτικού μέλλοντος που θα χανόταν αναπόφευκτα, ως συνέπεια της απόρριψης εκ μέρους του μιας εκ των δύο αμοιβαίως αποκλειόμενων επιλογών, θα τον κυνηγούσαν για αρκετό καιρό. Βλέπετε, το κάθε ένα από τα δύο αυτά εναλλακτικά μέλλοντα που συνδεόταν άρρηκτα με την αντίστοιχη επιλογή υποσχόταν πολλά.
Το ένα ήταν μια χρονική παρέκταση αυτού που ήδη βίωνε και του προσέφερε η υπάρχουσα θέση που κατείχε. Το βασικό πλεονέκτημα σε αυτήν την περίπτωση ήταν μια μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων κι επιλογών. Όντας μην έχοντας καταλήξει ως προς τους ακριβείς του στόχους σε αυτή τη ζωή (προς το παρόν μόνο ένα ασαφές περίγραμμα υπήρχε στο μυαλό του) δεν ήθελε να δεσμευτεί εξ ολοκλήρου κάπου όπου εκ των υστέρων πιθανότατα θα ένιωθε παγιδευμένος και θα είχε χάσει πολύτιμο χρόνο. Από την άλλη πολλή στασιμότητα άρχιζε να συσσωρεύεται και φοβόταν το βάλτωμα και το τέλμα που κάποια στιγμή, μοιραία, θα επέρχετο.
Το άλλο ήταν πολλά υποσχόμενο ως προς τη σταδιοδρομία του. Τη συγκεκριμένη θέση την περιέβαλε σαφώς περισσότερο κύρος απ’ ότι την τρέχουσα. Οι προοπτικές ήταν πολύ ευοίωνες. Όμως απαιτούσε σχεδόν πλήρη αφοσίωση εκ μέρους του, κάτι που δεν γνώριζε αν ήταν έτοιμος να το κάνει στο συγκεκριμένο στάδιο της ζωής του. Επίσης μπορεί να είχε συμβολή στην βελτίωση της προσωπικής του ζωής μπορεί όμως και να την χαντάκωνε ακόμη περισσότερο – τα δύο αυτά ενδεχόμενα προέβαλαν εξίσου πιθανά.
Το βράδυ της Κυριακής προς Δευτέρα ο ύπνος του ήταν εξαιρετικά ταραγμένος. Κοιμήθηκε λιγοστές ώρες, όντας υπεραγχωμένος και τα όνειρα του ήταν εφιαλτικά με ρεαλιστικό τρόπο και ρεαλιστικά με εφιαλτικό τρόπο (ό, τι χειρότερο για ένα όνειρο να είναι ρεαλιστικό), θυμίζοντας έντονα καφκικό μυθιστόρημα.
Ξύπνησε πολύ πριν σημάνει το ξυπνητήρι. Ήταν πρωί Δευτέρας. Ετοιμάστηκε με μηχανικές κινήσεις, σαν ρομπότ. Το μυαλό του θύμιζε βομβαρδισμένο τοπίο. Πίεσε τον εαυτό του να συνέλθει. Έπρεπε να κατασταλάξει, να αποφασίσει. Με βαθιά απογοήτευση έβλεπε τον εαυτό του να διολισθαίνει σε ανορθόδοξες μεθόδους, σε ψυχαναγκαστικά “παιχνίδια”: Μια τρίχα ήταν κολλημένη στο βάθος της λεκάνης της τουαλέτας του, λίγο πιο πάνω από εκεί που βρισκόταν η επιφάνεια του νερού. Τράβηξε το καζανάκι. Περίμενε να καταλαγιάσει και πάλι το νερό και να βρεθεί η επιφάνεια του στο προηγούμενο ύψος της. Παρατήρησε ότι η τρίχα παρέμεινε πεισματικά κολλημένη στο ίδιο σημείο. Έφτυσε προς το μέρος της. Η τρίχα δεν έφυγε, αλλά πήρε το σχήμα ενός αντεστραμμένου 6 όπως την κοίταζε. Για κάποιο λόγο, έπιασε τον εαυτό του να το εκλαμβάνει ως “σημάδι” ότι πρέπει να παραμείνει στην ίδια θέση. Σκέφτηκε ότι άλλοτε θα μάλωνε τον εαυτό του που σκέφτεται τέτοιες βλακείες αλλά ούτε αυτό δεν είχε το κουράγιο να κάνει. Βιαστικά τώρα ολοκλήρωσε τις ετοιμασίες του και βγήκε από το σπίτι, κλείδωσε, κατέβηκε στο πάρκινγκ, μπήκε στο αμάξι του και ξεκίνησε.
Στο δρόμο το αποφάσισε. Θα έμενε. Γιατί? Μπορούσε να σκεφτεί δεκάδες λόγους που θα δικαιολογούσαν είτε τη μία είτε την άλλη επιλογή και το είχε ήδη κάνει ατέλειωτες φορές τις προηγούμενες ημέρες. Όμως εκείνη τη στιγμή η απάντηση στο ερωτηματικό «γιατί» ήταν ένα ξερό : «Γιατί έτσι».
Έφτασε. Ανέβηκε επίτηδες με το ασανσέρ, που δεν το χρησιμοποιούσε σχεδόν ποτέ (προτιμούσε τις σκάλες στις εντός του κτιρίου μετακινήσεις του για να μη σκουριάσει εντελώς). Ήθελε όμως εκείνη την ημέρα να δει τον εαυτό του να αντανακλάται εμπρός και πίσω σε άπειρα είδωλα στους δύο αντικριστούς καθρέφτες του κουβουκλίου. Όπως ο Νήο στο Μάτριξ. Οι λόγοι αυτής του της ασυνήθιστης παρόρμησης ήταν μάλλον ασυνείδητοι και ψυχολογικοί. Ήθελε ίσως να έχει μια ψευδαίσθηση ότι είναι άτρωτος και αλάνθαστος. Κι ο ένας εαυτός να έκανε τη λάθος επιλογή, οπωσδήποτε κάποιος άλλος σε ένα παράλληλο σύμπαν θα έκανε τη σωστή.
Το γραφείο ήταν ως συνήθως μια ογκώδης και χαώδης μάζα από χαρτιά και φακέλους. Σε όποιον του έκανε παρατήρηση, απαντούσε συνήθως ότι το να τα έχει έτσι χύμα τον βολεύει πολύ καλύτερα. Είχε φτάσει σχετικά νωρίς και στον τελευταίο όροφο βρισκόταν μόνο αυτός κι η καθαρίστρια.
Κάθησε στην καρέκλα. Ακούμπησε τους αγκώνες του στο γραφείο στηρίζοντας με τα χέρια του το πρόσωπό του και κοίταζε σταθερά τη συσκευή του τηλεφώνου για κανά πεντάλεπτο. Το μυαλό πια δε σκεφτόταν. Απλώς περίμενε τη διεκπεραίωση της υπόθεσης. Σήκωσε το ακουστικό. Πάτησε βιαστικά 11 νούμερα. Περίμενε. Στο τρίτο “τουτ” μια ζωηρή γυναικεία φωνή αποκρίθηκε:
-“Παρακαλώ;”
-“Καλημέρα! Η κυρία Μ.;”
-“Η ίδια. Ποιος τη ζητεί;”
-“Είμαι ο…”

. . .
Η συνομιλία δεν κράτησε παραπάνω από 30 δευτερόλεπτα. Αφού κατέβασε το ακουστικό, σηκώθηκε, έκανε μια βόλτα στο δωμάτιο και στάθηκε στο παράθυρο που κοίταζε προς μια από τις κεντρικότερες οδικές αρτηρίες της περιοχής. Ανασήκωσε τις γρίλιες και κοίταξε έξω από το τζάμι. Αυτοκίνητα πηγαινοέρχονταν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Πέρα στο βάθος απλωνόταν η Δυτική πλευρά της πόλης. Το χιονισμένο βουνό έστεκε σιωπηλό κι επιβλητικό στο φόντο και φάνταζε σαν τείχος που προστάτευε από κάθε λογής επίδοξο εισβολέα. Χάζεψε την θέα για μερικά λεπτά και τελικά επέστρεψε πίσω στη θέση του. Άνοιξε τον υπολογιστή. Συνδέθηκε με το Διαδίκτυο και πληκτρολόγησε μια ηλεκτρονική διεύθυνση και εν συνεχεία κάποιους κωδικούς πρόσβασης. Στάθηκε σκεφτικός για λίγο μπροστά σε ένα ολόλευκο πλαίσιο. Στη συνέχεια άρχισε αργά να πληκτρολογεί:
“Το δίλημμα.
Δεν το περίμενε. Δηλαδή το ότι ίσως θα εμφανιζόταν κάποιας μορφής δίλημμα…”

…………………………………………………………………………………………………………….

Τα παιδιά των άστρων (Ιανουάριος 2006)

Σαν σήμερα, ή σχεδόν σαν σήμερα τέλοσπάντων, συνέβησαν 3 μεγάλες τραγωδίες στον αγώνα του ανθρώπου για την εξερεύνηση του διαστήματος:
-Στις 27 Ιανουαρίου 1967 οι αστροναύτες Γκρίσομ, Τσάφι και Γουάιτ που επρόκειτο να αποτελέσουν το πλήρωμα της πρώτης πτήσης του προγράμματος Apollo καίγονται ζωντανοί μέσα στην κάψουλα όπου γινόταν μια εξομοίωση της επικείμενης πτήσης τους.
-Στις 28 Ιανουαρίου του 1986 το διαστημικό λεωφορείο Τσάλεντζερ εκρήγνυται ελάχιστα λεπτά μετά την απογείωση του από το ακρωτήριο Κανάβεραλ παρασέρνοντας στο θάνατο το 7μελές πλήρωμα του. Η πτήση αυτή είχε ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα καθώς για πρώτη φορά συμμετείχε ένας απλός πολίτης σε μια διαστημική αποστολή, μια νεαρή Αμερικάνα δασκάλα.
-Και στις 1 Φεβρουαρίου του 2003 το διατημικό λεωφορείο Κολούμπια εκρήγνυται πάνω από το Τέξας, ενώ επέστρεφε στο ακρωτήριο Κέννεντυ από μια 16ήμερη αποστολή σε τροχιά γύρω από τη Γη. Άμεσο θάνατο βρίσκουν και τα 7 μέλη του πληρώματος του, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος Ισραηλινός άνθρωπος στο διάστημα.

Αυτά τα 3 γεγονότα σημάδεψαν ανεξίτηλα την προσπάθεια του ανθρώπου για την εξερεύνηση του διαστήματος. Στην πρώτη περίπτωση οι συνέπειες του τραγικού δυστυχήματος των αστροναυτών του Apollo 1 ήταν ότι οι τεχνικοί της NASA έμαθαν από τα λάθη τους, έκαναν τις απαραίτητες διορθωτικές προσαρμογές, είχαν από πίσω τους και τεράστια κρατική συμπαράσταση αλλά και ευρεία λαϊκή συναίνεση, κι έτσι μόλις μετά από 2,5 χρόνια το όνειρο πήρε σάρκα και οστά και στις 20 Ιουλίου του ’69 ο άνθρωπος πάταγε στο φεγγάρι. Στις άλλες περιπτώσεις όμως η διαστημική εξερεύνηση έκανε πολλά βήματα προς τα πίσω. Η καταστροφή του Τσάλεντζερ κλόνισε την πίστη του κοινού ως προς την αξιοπιστία των διαστημικών αποστολών (καταλυτικό ρόλο σε αυτό έπαιξε και η παρουσία της δασκάλας που έλεγα πιο πάνω), έκανε τους ανθρώπους της NASA να γίνουν πολύ πιο προσεκτικοί και υπέρ του δέοντος διστακτικοί και αναβλητικοί στα επόμενα σχέδια τους και την αμερικανική κυβέρνηση να γίνει πολύ πιο φειδωλή ως προς τη χρηματοδότηση των διαστημικών προγραμμάτων. Τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο στενάχωρα για τη NASA μετά την πρόσφατη τραγωδία του Κολούμπια.Μόλις πέρσι, 2 χρόνια μετά την καταστροφή αυτή, αποτόλμησε η ΝASA να πραγματοποιήσει ξανά εκτόξευση επανδρωμένου πυραύλου στο Διάστημα. Και αυτή τη στιγμή το πλάνο της είναι να επιστρέψει ο άνθρωπος στο φεγγάρι το 2018, δηλαδή σχεδόν 50 χρόνια μετά από τότε που το επισκέφτηκε για πρώτη φορά! Και για τη συνέχεια το πρόγραμμα έχει Άρη (σιγά σιγά) και βλέπουμε…

Πρεσβεύω μια άποψη. Ο άνθρωπος πρέπει να φύγει από τη Γη και να επεκταθεί σε άλλους πλανήτες και σε άλλα ηλιακά συστήματα. Δεν τον χωράει πια η Γη. Ο πλανήτης είναι πολύ μικρός για εμάς. Δεν είναι μόνο ζήτημα του να εξερευνήσουμε το αχανές διάστημα ικανοποιώντας την περιέργεια μας και τη διάθεση μας για διαστημικές περιπέτειες. Σαφώς και αυτό παίζει πολύ σημαντικό ρόλο και είναι βασικό στοιχείο της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης (αν και στους περισσότερους σύγχρονους ανθρώπους έχει εξασθενήσει πολύ) όμως για μένα προέχει κάτι άλλο. Κι αυτό είναι η επιβίωση, καταρχήν, κι η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους (αν και για μένα επιβίωση κι εξέλιξη είναι ταυτόσημες έννοιες, αφού ζωή=κίνηση, αλλαγή, διαρκής προσαρμογή και συνεπώς εξέλιξη=επιβίωση). Όσο ο άνθρωπος κλείνεται στο καβούκι του, επιθυμεί ησυχία, τάξη κι ασφάλεια και αποφεύγει το ρίσκο στη ζωή του όπως η διάολος το λιβάνι, τόσο πιο πολύ βαδίζει προς τον οριστικό θάνατο και την εξάλειψη. Η φτιάξη μας δεν συμβιβάζεται με τον περιορισμό και την περιχαράκωση. Η περιθωριοποίηση κι η απομόνωση είναι αλάνθαστη συνταγή παρακμής, κατάπτωσης και τελικά καταστροφής. Μας το διδάσκει η ανθρώπινη ιστορία. Η περίοδος ακμής του κάθε πολιτισμού συνδέθηκε με την εξωστρέφεια, την εξερεύνηση, την περιπέτεια, το σπάσιμο των συνόρων και το άνοιγμα νέων οριζόντων. Εντάξει, άλλοτε με ειρηνικά και άλλοτε με πολεμικά μέσα, αλλά στο επίπεδο της ανάλυσης που κάνω τώρα αυτό δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία. Αντίθετα, η περίοδος παρακμής κάθε μεγάλου πολιτισμού συνδέθηκε με έντονη εσωστρέφεια, απομονωτισμό, κλείσιμο συνόρων και αυτοπεριχαράκωση (στην τελική, για να πάρουμε ένα παράδειγμα από την πρόσφατη ιστορία, ποιος ήταν ο λόγος κατάρρευσης των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού?). Και όλοι αυτοί οι μεγάλοι πολιτισμοί ήταν γεωγραφικά περιορισμένοι. Ξεκίνησαν από κάποια κοιτίδα κι εξαπλώθηκαν σιγά σιγά (ή γρήγορα γρήγορα) σε ευρύτερες εκτάσεις και σε μεγαλύτερους πληθυσμούς, είτε με το εμπόριο, την κουλτούρα και τις τέχνες τους είτε με τη δύναμη των όπλων. Σήμερα όμως μιλάμε για παγκόσμιο χωριό, παγκοσμιοποίηση, σταδιακή κατάργηση των συνόρων, υπερεθνικούς σχηματισμούς και άλλα τέτοια ωραία ή χαζά, ανάλογα πώς τα αντιλαμβάνεται ο καθένας. Πάντως γεγονός είναι ότι ισχύουν σε μεγάλο βαθμό. Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένας αναδυόμενος παγκόσμιος πολιτισμός και υπάρχει και το μέσο έκφρασης του, το Διαδίκτυο όπου γίνεται, σε πρωτοφανή για την ανθρώπινη ιστορία βαθμό, ελεύθερη διακίνηση κι ανταλλαγή ιδεών, απόψεων, κουλτούρας. Το Διαδίκτυο είναι η παγκόσμια βιβλιοθήκη όπου ο καθένας μπορεί να έχει εύκολη και σχετικά φθηνή πρόσβαση (εκτός αν μιλάμε για τριτοκοσμικές βαλκανικές χώρες βέβαια), είναι μια παγκόσμια κιβωτός γνώσεων,ένα ασύλληπτο μωσαϊκό που συντίθεται από απειράριθμες ανθρώπινες ψηφίδες, είναι ένας ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΝΟΥΣ εν γενέσει. Συνυπάρχουν τα διαμάντια με τα σκουπίδια, οι μεγαλοφυείς απόψεις κι οι απολύτως παρανοϊκές, ναι, αυτό είναι γεγονός. Όμως το ίδιο δε συμβαίνει και στα κεφάλια του καθενός από εμάς, λίγο ή πολύ?

Να μη ξεφεύγω πολύ όμως. Ναι, υπάρχουν τεράστιες αντιφάσεις στον κόσμο μας, υπάρχει ο Μπους και η Αλ-Κάιντα (υπερβολικά πολλές ομοιότητες, ίδια σκατά, διαφωνεί κανείς?) από τη μία και από την άλλη ο Χάρολντ Πίντερ και ο Ντέιβιντ Λυντς, όμως στην τελική ποιος λέει ότι ένας πολιτισμός πρέπει να χαρακτηρίζεται από την ομοιομορφία και την ομαλή συνέχεια? Ο κάθε άνθρωπος είναι μια μικρογραφία της ανθρωπότητας ως σύνολο. Όπως κι ο κάθε ένας από εμάς εσωτερικά, έτσι κι η ανθρωπότητα χαρακτηρίζεται από αντικρουόμενες κι αλληλοαναιρούμενες απόψεις και συμπεριφορές, από νευρώσεις, κόμπλεξ, εκλάμψεις μεγαλείου κτλ κτλ. Είμαστε είτε το θέλουμε είτε όχι τα κύτταρα μιας ευρύτερης και ασήλλυπτης οντότητας.

Όλα τα παραπάνω ήταν μια προσπάθεια τεκμηρίωσης της άποψης μου ότι στις μέρες μας υφίσταται πλέον ένας παγκόσμιος πολιτισμός, κάτι πρωτοφανές στη γνωστή ανθρώπινη ιστορία. Στο σημείο αυτό μπορεί να μου πει κάποιος: “Πολύ ωραία. Στο παρελθόν όμως ρε φίλε τι γινόταν? Και τότε δεν αποτελούσαμε τα κύτταρα της ανθρωπότητας? Και τότε δεν υπήρχαν αντιφάσεις, συγκρούσεις κι όλα τα συμπαρομαρτυρούντα?Άρα σύμφωνα με τη λογική σου παγκόσμιος πολιτισμός θα πρέπει να υφίσταται ανέκαθεν”. Η απάντηση είναι ότι στις μέρες μας υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά. Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας τον περασμένο αιώνα μίκρυνε πολύ τις αποστάσεις, διευκόλυνε σε αφάνταστο βαθμό τις επικοινωνίες, κι έτσι άρχισε να φέρνει σε πιο γρήγορη κι άμεση επαφή τους ανθρώπους σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη κι αν βρίσκονται. Το αποκορύφωμα ήρθε με το Ίντερνετ κι όλες τις ριζοσπαστικές αλλαγές που φέρνει η εισαγωγή του. Το Ίντερνετ αποτελεί πλέον σε μεγάλο βαθμό τον ολοένα διαμορφούμενο συνεκτικό ιστό του παγκόσμιου χωριού . Η ενημέρωση γίνεται ατομική, η πληροφορία απελευθερώνεται, η λογοκρισία είναι αδύνατον να εφαρμοστεί, οι δυνατότητες επικοινωνίας με τον οποιονδήποτε οπουδήποτε είναι πλέον τεράστιες. Ναι λοιπόν, για πρώτη φορά στην ιστορία μας μπορούμε να αρχίσουμε σιγά σιγά να λέμε ότι πατρίδα μας δεν είναι η Ελλάδα, η Αλβανία, ο Καναδάς, η Ρωσία. Πατρίδα μας είναι όλη η Γη.
Είπαμε όμως πριν ότι αναγκαία συνθήκη για να επιβιώσει ένας πολιτισμός είναι η επέκταση, οι νέες προκλήσεις, το να θέτουμε νέα σύνορα και να τα υπερβαίνουμε, η λήψη ρίσκων. Προς τα που όμως μπορεί να επεκταθεί ένας παγκόσμιος πολιτισμός? Κοιτίδα του, βάση του είναι ολόκληρος ο πλανήτης! Προς τα που μπορεί να πάει? Η απάντηση είναι, αναπόφευκτα, στο διάστημα, σε άλλους πλανήτες, σε άλλα άστρα.
Η υπάρχουσα κατάσταση βέβαια κάθε άλλο παρά ευνοεί τέτοια μεγαλεπήβολα σχέδια, όπως είδαμε και πιο πάνω. Για ένα τέτοιο εγχείρημα οι προοπτικές φαντάζουν από πολύ δυσοίωνες έως και ανύπαρκτες. Η διαστημική τεχνολογία έχει κάνει τεράστια βήματα προς τα πίσω και ας μην παραμυθιαζόμαστε από τις ενθουσιώδεις διακηρύξεις κι υποσχέσεις που ακούμε κατά καιρούς από τα ΜΜΕ (“ως το 2020 βάσεις στον Άρη”,”πλημμυρίζει από τουρίστες σε λίγα χρόνια το διάστημα”, “εγκαινιάζει σήμερα ο Υπουργός Ανάπτυξης τη νέα γραμμή του τρόλλεϋ Κολιάτσου-Θάλασσα της Γαλήνης” κι άλλα τέτοια ωραία), καθώς είδαμε ότι η ίδια η NASA έχει ανακοινώσει (κι αυτό μπορείτε να το δείτε και στην επίσημη ιστοσελίδα της www.nasa.gov) πως αναμένεται να επιστρέψουμε στο φεγγάρι το 2018! Φέξε μου και γλίστρησα, δηλαδή. Από την άλλη ο μέσος σημερινός άνθρωπος, όπως έλεγα και στο προηγούμενο post, προσπαθεί να εξοβελίσει από τη ζωή του κάθε ίχνος ρίσκου, δίψας για περιπέτεια και φαντασίας για χάρη της μακαριότητας του, της ασφάλειας του και της ομαλής ζωής του. Σε αυτή του την προσπάθεια πολύτιμο αρωγό έχει τα Μέσα Μαζικής Μαλάκυνσης (που λέει κι ο Ιωαννίδης), των οποίων οι κατευθυντήριοι νόες έχοντας πολύ καλή γνώση της ψυχολογίας του μέσου ανθρώπου (οι ίδιοι δεν την διαμορφώνουν στην τελική?) τον υποβάλλουν σε ένα σκωτσέζικο ντους (δηλαδή από τη μία του λένε ότι σε καμιά δεκαριά χρόνια θα κάνουμε κρουαζιέρα στους δακτυλίους του Κρόνου κι από την άλλη εφευρίσκουν κάθε είδους απειλές όπως μετεωρίτες, κομήτες και άλλα καταστροφολογικά σενάρια, τα οποία προωθούνται και από τα μπλοκμπάστερ του Χόλιγουντ) δημιουργώντας έτσι ένα αληθινό χάος στο κεφάλι του, που καταλήγει να τον βυθίζει περισσότερο στην αδράνεια και την αποχαύνωση. Σε αυτό συντελεί κι η έλλειψη στοιχειώδους κρίσης από μεριάς του δέκτη, αλλά αυτό το ανέλυσα και στο προηγούμενο post, ήδη.
Έτσι, τελικά, ποια άστρα και ποιοι πλανήτες βρε παιδιά? Για τέτοια είμαστε τώρα? Πίσω ολοταχώς στη Γη μας. Στα σπιτάκια μας με τις τηλεορασούλες μας και την ησυχία μας. Εξάλλου η “καθημερινότητα” ήδη μας καταπνίγει με τις πολλές υποχρεώσεις της. Δεν μας παίρνει να πετάμε στα σύννεφα, πάρτε το χαμπάρι! Δώσε μας κι άλλο “ρεαλισμό” και “λύσεις πρακτικές” και την ψυχή μας πάρε! Αλλά ξέχασα, την έχουμε βάλει ενέχυρο για το καινούριο ΔιακοποΔιαστημοΔάνειο. Δεν βαριέσαι, όταν το ξεπληρώσουμε σε 3258614862173628 δόσεις θα την πάρουμε πίσω!

…Μια από τις πιο συγκλονιστικές ταινίες που έχω δει είναι το 2001:A Space Odyssey. Το αριστούργημα αυτό, ιδωμένο από ένα άνθρωπο των αρχών του 21ου αιώνα, πέρα από το ότι μπορεί να το παραλληλίσει με ταινία του Αγγελόπουλου (λόγω των λίγων σχετικά διαλόγων, των μεγάλων σε διάρκεια πλάνων και της αργής σεναριακής πλοκής καθώς και της μουσικής υπόκρουσης) και να αρχίσει να χασμουριέται από τις πρώτες στιγμές της, θα του φανεί ως ένα τραβηγμένο σενάριο επιστημονικής φαντασίας και αρκετά ρομαντικό με τα σημερινά δεδομένα. Όμως η αλήθεια είναι ότι για το 1968 κάθε άλλο παρά τραβηγμένο φάνταζαν αυτά που διαπραγματευόταν η ταινία καθώς θυμηθείτε ότι βρισκόμασταν μόλις ένα χρόνο πριν ο άνθρωπος πατήσει στο φεγγάρι. Άρα τι πιο αναμενόμενο από το να υποθέσει κανείς ότι το 2001 θα έχουμε βάσεις στη Σελήνη και θα ταξιδεύουμε προς το Δία. Γεγονός είναι ότι ο συνδυασμός Κιούμπρικ-Άρθουρ Κλαρκ ήταν εκρηκτικός και η συνεργασία αυτών των δύο μεγαλοφυϊών είχε ως αποτέλεσμα ένα αληθινό έργο τέχνης που θα μείνει κλασσικό στον αιώνα τον άπαντα.
Όταν είδα το τέλος της ταινίας μου πήρε κάποια λεπτά για να συνειδητοποιήσω τι είδα. Όταν τελικά αυτό συνέβη ανατρίχιασα σύγκορμος (και τώρα που το σκέφτομαι το ίδιο παθαίνω)! Με έναν πολύ παραστατικό τρόπο, σε μια από τις κορυφαίες αλληγορικές (σε πρώτο επίπεδο αλληγορική) σκηνές στην ιστορία του σινεμά, μια σκηνή βαθύτατα μυστικιστική, βλέπουμε το επόμενο στάδιο της εξέλιξης του ανθρώπου που είναι: Ο θάνατος του παλαιού ανθρώπου, έτσι όπως τον ξέρουμε, κι η αντικατάσταση του από τον επόμενο κρίκο της ατέρμονης αλυσίδας της εξέλιξης, από το παιδί των αστεριών.

Τα παιδιά των αστεριών δεν “θρώσκουσι άνω” απλά. Αυτή είναι η βάση τους, από εκεί ξεκινάνε βέβαια, αλλά…δεν αρκούνται σε αυτό. Το όραμα των πρώιμων μορφών ανάπτυξης τους (που ήδη κυκλοφορούν γύρω μας) είναι να γνωρίσουν αυτό το “άνω” από κοντά, να έχουν μια γεύση από πρώτο χέρι του τι αφορά αυτό το “άνω”, το οποίο δεν είναι μόνο “άνω” βέβαια αλλά είναι και “έσω”. Είναι η μειοψηφία και το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό. Πάντα όμως στην ανθρώπινη ιστορία οι πρωτοπόροι, οι πιονιέροι, αυτοί που άνοιγαν με δική τους ευθύνη τους νέους δρόμους ήταν οι λίγοι. Αυτοί χάραζαν την πορεία στα τυφλά, αυτοί χαρτογραφούσαν την κάθε terra incognita και οι πολλοί στη συνέχεια ακολουθούσαν. Αυτοί οι λίγοι πότε όμως δεν ήταν μόνο γενετικά προδιαγεγραμμένοι. Γενετικά προδιαγεγραμμένος για το κάτι πααρπάνω είναι σχεδόν ο κάθε άνθρωπος. Ο καθένας από εμάς κρύβει μέσα του ένα παιδί των άστρων που τελεί εν υπνώσει. Στο χέρι μας είναι να βρούμε πώς να το ξυπνήσουμε. Αν θέλουμε (ή αντέχουμε) να το ξυπνήσουμε, that is…

Ad astra per aspera…

…………………………………………………………………………………………………………….

Προσωπική Ευθύνη (Ιανουάριος 2006)

Σε τι βαθμό καθορίζουμε οι ίδιοι τις ζωές μας? Πόσο εξαρτάται η ζωή μας από εμάς και πόσο από τις “εξωτερικές συνθήκες”? Και είναι αυτές που μας διαμορφώνουν ή εμείς που τις διαμορφώνουμε (Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα)? Και μπορούμε να ποσοτικοποιήσουμε μια τέτοια σχέση?

Φυσικά η απάντηση στα παραπάνω κάθε άλλο παρά απλή είναι. Οι απόψεις δεν διίστανται απλώς, κατά το κοινώς λεγόμενο, αλλά είναι τόσες όσοι και αυτοί που τις διατυπώνουν (αλλά μήπως και αυτό δεν είναι ένας γενικότερος κανόνας?). Έρχομαι κι εγώ λοιπόν να καταθέσω την (μέχρι σήμερα) άποψη μου πάνω στο ζήτημα.
Καταρχήν νομίζω ότι οι ακραίες απόψεις δεν πολυστέκουν. Δεν μπορείς να πεις ότι ελέγχεις απόλυτα τη ζωή σου στο 100% ανεπηρέαστος από αστάθμητους παράγοντες και “έξωθεν” παρεμβάσεις” γιατί αυτό πρακτικά είναι αδύνατον. Ούτε μπορείς από την άλλη να πεις πως είσαι “φτερό στον άνεμο” που άγεσαι και φέρεσαι αποκλειστικά από εξωτερικούς παράγοντες χωρίς να δύνασαι να διαμορφώσεις στο ελάχιστο τη ζωή σου. Έτσι λοιπόν απορρίπτοντας τις δύο ακραίες τοποθετήσεις πρέπει να υποθέσουμε πώς ισχύουν μάλλον και τα δύο. Και το πράγμα δείχνει μάλλον να λειτουργεί ως εξής: Εμείς θέτουμε τις προτεραιότητες μας, κάνουμε τις επιλογές μας και επιχειρούμε να προχωρήσουμε στην υλοποίηση τους. Ως προς τις επιλογές και τις προτεραιότητες φαίνεται σε πρώτο επίπεδο εμείς να έχουμε τον πρώτο λόγο. Εγώ πρεσβεύω την άποψη ότι εμείς έχουμε όχι απλά τον πρώτο αλλά και τον μοναδικό λόγο και θα αναλύσω το γιατί λίγο παρακάτω. Εν συνεχεία, προχωρώντας στην διαδικασία υλοποίησης των στόχων μας υπεισέρχονται και κάποιοι εξωτερικοί παράγοντες αναπόφευκτα, οι οποίοι φαίνεται να επηρεάζουν, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο άμεσα, το τελικό αποτέλεσμα. Εδώ το ερώτημα είναι βέβαια σε τι βαθμό μπορούμε να κατευθύνουμε και να ελέγξουμε εμείς τη διαδικασία της υλοποίησης, μετριάζοντας τις όποιες δυσμενείς επιπτώσεις των εξωτερικών παραγόντων.

Λοιπόν, είπα δυο γραμμές πιο πριν ότι εμείς έχουμε τον πρώτο και μοναδικό λόγο όσον αφορά τις επιλογές μας, την κάθε μία από αυτές, οι οποίες αθροιζόμενες μας φανερώνουν τη στάση ζωής που έχει ο καθένας μας. Δηλαδή σε τελική ανάλυση το πώς θα εξελιχθεί η ίδια μας η ζωή. Μπορεί να αντιτείνει κάποιος :”Μα και το σχολείο?Η οικογένεια?Τα ΜΜΕ?Η κοινωνία?Δεν επηρεάζουν άμεσα τις επιλογές που θα κάνουμε?”. Η απάντηση είναι: Φυσικά και τις επηρεάζουν! Όμως…η τελική απόφαση ανήκει σε εμάς και μόνο σε εμάς!!! Ότι κι αν προβάλλεται από όλους αυτούς τους θεσμούς ή ψευτο-θεσμούς ως “πρέπουσα και αποδεκτή ευρέως” συμπεριφορά και στάση ζωής, όπως κι αν προβάλλεται, όποιες μέθοδοι κι αν επιστρατεύονται (πλύση εγκεφάλου,ψυχολογική βία, εκβιαστικά ανύπαρκτα διλήμματα) στην τελική κανείς δε σε εξαναγκάζει με το ζόρι να υιοθετήσεις και να εφαρμόσεις αυτά που λέει. Εκεί υπεισέρχεται η προσωπική σου ευθύνη. Αυτή που τόσο πολύ τείνουμε να ξεχνούμε στις μέρες μας και να υποβαθμίζουμε. Ένα από τα αγαπημένα χόμπι του άνθρωπου είναι η μετάθεση των ευθυνών. Όλοι το έχουμε βιώσει και συνεχίζουμε να το βιώνουμε καθημερινώς. Κανένας κερατάς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεων του, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος. Όταν κάτι πάει στραβά αμέσως αρχίζουμε τη γκρίνια και τη μίρλα και τις δικαιολογίες και τα “δε φταίω εγώ, δεν ήξερα τίποτα, φταίει ο άλλος” και όλες αυτές τις μικρότητες. Τα ρίχνουμε στη “κακούργα τη κενωνία”, στο κράτος, στο σύστημα, στον καπιταλισμό και δεν ξέρω εγώ που αλλού. Παντού, εκτός από εμάς τους ίδιους. Και φυσικά το σύστημα το βολεύει η ύπαρξη αυτής της τεράστιας πολτοποιημένης μάζας των ευθυνόφοβων υπανθρώπων. Καλλιεργεί με κάθε δυνατό τρόπο, φανερό και υπόγειο, την εξάλειψη της προσωπικής ευθύνης και την προώθηση του δόγματος “φταίνε πάντα οι άλλοι”. Σκεφτείτε το λίγο. Ο τρόπος που παρουσιάζουν τα θέματα οι τηλεοράσεις και οι πολιτικοί (“Ο λαός δεν φταίει σε τίποτα” είναι πάντα το κεντρικό concept), κάποιες περίεργες δικαστικές αποφάσεις, “καλά τεκμηριωμένες” θεωρίες της ιατρικής που ξεπροβάλλουν κάθε τόσο (π.χ. μια θεωρία που αναπαράγουν οι κωλοφυλλάδες και τα μιασματικά και βδελυρά κωλοκάναλα κατά καιρούς είναι ότι για την παχυσαρκία δεν ευθύνεται το ίδιο το άτομο αλλά συγκεκριμένοι εξωτερικοί παράγοντες που συνιστούν το “παχυσαρκογόνο περιβάλλον!)…

Ωραία λοιπόν. Απαρνούμεθα κάθε έννοια προσωπικής ευθύνης μεταθέτοντας τις ευθύνες πάντοτε αλλού. Ξεχνάμε όμως κάτι βασικό. Το να αναλαμβάνεις τις ευθύνες που σου αναλογούν σίγουρα σημαίνει κόστος, βαρύ προσωπικό κόστος πολλές φορές. Όμως τελικά αυτό δεν είναι που σηματοδοτεί την πραγματική ανεξαρτησία κάι ελευθερία του ανθρώπου? Και η ανάληψη ρίσκων (που συνεπάγονται αυξημένες ευθύνες) δεν είναι τελικά αυτή που σπρώχνει μπροστά την ανθρωπότητα σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της και τη βοηθάει να ξεφύγει από τα όποια τέλματα στα οποία είχε κατά καιρούς περιέλθει? Αλλά ποιος τρελός αναλαμβάνει ρίσκα στη σημερινή εποχή? Είναι τώρα για εμάς αυτά? Εμείς, ρε παιδιά, θέλουμε ησυχία, τάξη κι ασφάλεια! Αυτό δεν ευαγγελίζονται άπαντες? Και πώς θα διασφαλιστεί η νιρβάνα μας? Μα με το να έχουμε όσο το δυνατόν λιγότερες ευθύνες πάνω μας!

Η πλειοψηφία έτσι σκέφεται, έτσι αντιδρά, έτσι συμπεριφέρεται. Δε λέω δα και τίποτα καινούριο. Μάτια έχουμε και βλεπουμε που πορευόμαστε μάλλον. Σε μια βελούδινου τύπου ολοκληρωτική κοινωνία που δε θα έχει επιβληθεί με τη βία και την πυγμή όπως τόσες φορές στο παρελθόν, αλλά με την σιωπηρή συναίνεση των ατόμων. Ο Όργουελ δείχνει να διαψεύδεται από την εξέλιξη των πραγμάτων κι αυτός που φαίνεται να έχει πέσει πιο κοντά στην πρόγνωση ενός ουτοπικού μέλλοντος είναι μάλλον ο Άλντους Χάξλεϋ (Brave New World). Όμως…ευτυχώς δεν σκέφτονται όλοι έτσι. Δεν επιδιώκουν όλοι οι άνθρωποι την μακαριότητα και τη νιρβάνα του μη-ρίσκου και της μη-ευθύνης. Οι πρωτοπόροι, εκείνοι οι άνθρωποι που ανοίγουν νέους ορίζοντες, γνωρίζοντας ότι η ανάληψη της Ευθύνης, που συνεπάγεται κόστος δυσβάστακτο πολλές φορές, είναι παράλληλα και η πηγή της δύναμης τους, δεν έχουν εξαλειφθεί τελείως. Είναι παρόντες, έτοιμοι να δώσουν στην ανθρωπότητα την απαραίτητη ώθηση για να προχωρήσει, να εξελιχθεί και να ξεφύγει από το βούρκο της στασιμότητας, της άγνοιας, της ατέλεωτης βλακείας, της παράνοιας και του φανατισμού, όπου είναι παγιδευμένη σήμερα. Και για πρώτη φορά στην ιστορία διαθέτουν ένα υπερόπλο, που όμοιο του δεν ύπήρξε ποτέ στα χρονικά της ανθρωπότητας.

Κι αυτό είναι το Διαδίκτυο.

…………………………………………………………………………………………………………….

Η διαδικασία της αλλαγής (Ιανουάριος 2006)

Ζω για το κάτι πιο πέρα. Ποτέ δεν αρκούμαι σε όσα έχω, ποτέ δεν είμαι ικανοποιημένος απόλυτα. Πάντα κάτι με τρώει, κάτι με βασανίζει, κάτι με σπρώχνει να μην επαναπαυτώ και να προχωρώ διαρκώς έστω και με τα χίλια ζόρια. Νιώθω διαρκώς την παρουσία αυτού του “κάτι” και τον αέναο εμφύλιο πόλεμο που διεξάγει με το νωθρό, αδρανές κομμάτι του εαυτού μου. Μια διαρκής πάλη, ένας διαρκής συναγερμός, μια διαρκής ανησυχία κι αναταραχή που νιώθω να μαίνεται εντός μου από τότε που άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο.
Όταν πραγματοποιώ βήματα προς τα εμπρός, όταν “αλλάζω επίπεδο” κι αποκτώ μια καινούρια οπτική, έναν καινούριο τρόπο θέασης του κόσμου, τότε αυτό το “κάτι”, αυτή η εσωτερική παρόρμηση εξασθενεί και λουφάζει και ως αποτέλεσμα αυτού εγώ βιώνω μια σύντομη περίοδο γαλήνης. Μετά από λίγο καιρό όμως, το “τσίγκλισμα” αρχίζει εκ νέου και εγώ παίρνω πάλι τον ανήφορο. Αυτή η κατάσταση κατά καιρούς γίνεται απίστευτα ψυχοφθόρα! Κατά καιρούς γίνεται τόσο έντονη σε σημείο να με πιάνει απελπισία και να θέλω να παραιτηθώ τελείως από τα πάντα. Λειτουργεί σαν μια ενοχλητική υπενθύμιση που αιωρείται από πάνω μου και δε με αφήνει να χαρώ σχεδόν τίποτε. Τις περιόδους αυτές της έντονης κρίσης, όση βοήθεια κι αν λάβω έξωθεν, τελικά τις ξεπερνάω με τη δική μου θέληση και δύναμη.
Η “αλλαγή επιπέδου” είναι μια μακροχρόνια διαδικασία στην πραγματικότητα. Για να πραγματοποιηθεί απαιτεί συσσώρευση πολλών διαφορετικών εμπειριών, συχνά τελείως αντιφατικών και αλληλοαναιρουμένων, καθώς και πολλά gigabytes γνώσεων και πληροφοριών (κάποιες εκ των οποίων μπορεί να φαντάζουν τελείως άχρηστες και άνευ νοήματος). Όμως τελικά, σε ένα χαοτικό σύμπαν όπου τα πάντα επηρεάζουν τα πάντα από πάντα και για πάντα, το ποια πληροφορία είναι σημαντική και ποια όχι, το ξεσκαρτάρισμα δηλαδή του τεράστιου όγκου των διατεθειμένων πληροφοριών που μας βομβαρδίζουν καθημερινά, συμβαίνει μόνο και μόνο εξαιτίας της περιορισμένης και πεπερασμένης φύσης της ανθρώπινης νόησης. Αυτό που μόλις είπα το θεωρώ πολύ σημαντικό και θέλω να επιμείνω λίγο. Το ότι η ανθρώπινη φύση έχει κάποια όρια και ότι διαθέτει κατάλληλους μηχανισμούς για να φέρνει τον κόσμο στα μέτρα της, έτσι ώστε να μην αποτρελαθεί εντελώς, δε σημαίνει ότι το Σύμπαν έχει τα όρια αυτά που του θέτουμε εμείς. Το ότι δε μπορώ εγώ ο άνθρωπος να συλλάβω κάποια (πολλά) πράγματα δε συνεπάγεται ότι δεν υπάρχουν κιόλας. Αυτό τώρα έτσι όπως το λέω μπορεί να ακούγεται αυτονόητο, όμως οι περισσότεροι άνθρωποι δείχνουν να μην το έχουν συνειδητοποιήσει. Ο κόσμος μας δεν έχει όρια ούτε στεγανά. Όρια έχουν μόνο οι παρωπίδες που η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων φορά με δική της επιλογή και βούληση, καθαρά. Οι περισσότεροι άνθρωποι απεχθάνονται το άγνωστο. Απεχθάνονται το “κάτι παραπέρα” που έλεγα και πριν. Καταπνίγουν εν τη γενέσει της την εσωτερική αυτή παρόρμηση, την βασανιστική μεν, ζωοοποιό δε! Επιδιώκουν ησυχία, τάξη και ασφάλεια με κάθε κόστος! Ναι ακόμη και σε βάρος της προσωπικής τους ανεξαρτησίας και ελευθερίας την οποία πανεύκολα θα παραδώσουν στον οποιονδήποτε “καλοθελητή” για να διασφαλίσουν τα πιο πάνω “αγαθά”, μη γελιέστε.

Επανέρχομαι σε αυτό που έλεγα πρωτύτερα. Κάθε φορά που συνειδητοποιώ ότι λαμβάνει χώρα η “αλλαγή επιπέδου” (ή καλύτερα ότι είναι κοντά στο να ολοκληρωθεί, αφού αυτή καθαυτή είναι μια μακροχρόνια διαδικασία όπως ανέφερα και πριν) συμβαίνουν διάφορα γεγονότα είτε προκαλούμενα από εμένα είτε και “συμπτώσεις” (δεν πιστεύω στην τετριμμένη ερμηνεία περί συμπτώσεων αλλά αυτό θα το αναλύσω σε άλλο post) τα οποία διαδραματίζουν έναν καταλυτικό ρόλο στη διαδικασία της μετάβασης σε ένα νέο επίπεδο διευρυμένης αντίληψης του κόσμου. Ναι, καταλυτικό με την αληθινή σημασία του όρου (ως γνωστόν, στη χημεία ο καταλύτης είναι η ουσία που θα συμμετάσχει, όχι άμεσα, σε μια χημική αντίδραση με στόχο να επιταχύνει την πραγμάτωση της). Αυτά τα γεγονότα αποτελούν μικρά ή μεγαλύτερα σοκ για το υποκείμενο και συμβάλλουν ακριβώς στο να γίνει όσο το δυνατόν πιο σύντομη η επώδυνη διαδικασία της απαγκίστρωσης από το προηγούμενο επίπεδο και της μετάβασης σε ένα νέο. Αυτό συμβαίνει διότι, για να επανέλθω στα προηγούμενα, μέσα στον άνθρωπο υπάρχει μια πολύ ισχυρή τάση για στασιμότητα, για ησυχία, για μη αλλαγή. Όταν η συνειδητοποίηση της επικείμενης αλλαγης κλονίζει το υπάρχον “σύστημα”, ενεργοποιείται αυτή η τάση κι ο άνθρωπος εμφανίζεται πολύ διστακτικός για να κάνει το κρίσιμο βήμα που θα του δώσει μια νέα, διευρυμένη, αντίληψη. Τα διάφορα σοκ, συμπυκνωμένα συνήθως σε μια πολύ μικρή χρονική περίοδο, επενεργούν έτσι ώστε να δώσουν την κατάλληλη ώθηση, να παρασύρουν κυριολεκτικά τον άνθρωπο, ώστε να πραγματοποιήσει αυτό το κρίσιμο τελευταίο βήμα που τόσο πολύ διστάζει να κάνει, και ν’αρχίσει να βλέπει τον κόσμο πλεόν με άλλα μάτια.

Κι η ελικοειδής αυτή διαδικασία συνεχίζεται διαρκώς, και σηματοδοτεί την ατομική (και όχι μόνο) εξέλιξη η οποία αν σταματήσει επιφέρει τη στασιμότητα, το μαράζωμα και τελικά τον αναπόφευκτο θάνατο μια ώρα (ή και πολλά χρόνια) αρχύτερα…

…………………………………………………………………………………………………………….